Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2007

Επαγγελματικές προτιμήσεις και επιλογές μαθητών ηλικίας 14-18 ετών

Αγνή Βίκη και Ευστράτιος Παπάνης


Περίληψη

Στόχος της έρευνας ήταν η μελέτη των επαγγελματικών προτιμήσεων αλλά και των τελικών επιλογών των μαθητών γυμνασίου και λυκείου. Συγκεκριμένα μελετήθηκε η επίδραση του επαγγέλματος του πατέρα στις πρώιμες σκέψεις των μαθητών γύρω από τα επαγγέλματα, στα πραγματικά επαγγελματικά τους ενδιαφέροντα αλλά και στις τελικές τους επιλογές. Το δείγμα της έρευνας ήταν πανελλαδικό και αποτελούνταν από 2.100 μαθητές. Η ανάλυση των δεδομένων της έρευνας έγινε με τη βοήθεια της Παραγοντικής Ανάλυσης Αντιστοιχιών και της Αυτόματης Ταξινόμησης. Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτει ότι το επάγγελμα των γονιών και ιδιαίτερα του πατέρα παίζει καθοριστικό ρόλο στις επαγγελματικές προτιμήσεις των μαθητών.

Εισαγωγή

Η επιλογή επαγγέλματος είναι ένα γεγονός ιδιαίτερης σημασίας για το άτομο και προϋποθέτει την έγκαιρη και υπεύθυνη προετοιμασία εκ μέρους του για τη λήψη μιας αντίστοιχης απόφασης. Αυτή δεν περιορίζεται χρονικά σε μια ορισμένη περίοδο της ζωής και συγκεκριμένα στην εφηβεία όπως, συνήθως, νομίζεται. Αντίθετα, αποτελεί την κατάληξη μιας ολόκληρης σειράς σταδιακών αποφάσεων που λαμβάνονται σε διάφορες περιόδους της ζωής του ατόμου τόσο πριν όσο και μετά την εφηβεία.
Η επιλογή επαγγέλματος αναφέρεται στην προτίμηση ενός, μεταξύ πολλών επαγγελμάτων, που ταιριάζει περισσότερο στις ικανότητες και κλίσεις του ατόμου.
Η επιλογή αυτή είναι μια από τις σπουδαιότερες αλλά και πιο δύσκολες αποφάσεις της ζωής του ατόμου και επηρεάζει καθοριστικά όλη τη μετέπειτα ζωή του. Η αδυναμία να δημιουργήσει κανείς «επαγγελματική ταυτότητα» είναι, ίσως, ένα από τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι νέοι (Herbert 1994, 157).
Από διάφορες έρευνες διαπιστώθηκε ότι οι επαγγελματικές προτιμήσεις και οι στάσεις των νέων στα διάφορα επαγγέλματα αρχίζουν να διαμορφώνονται ήδη από την παιδική ηλικία, κατά την οποία ο ρόλος της οικογένειας πρώτα και του σχολείου αργότερα, είναι πολύ σημαντικός (Φλουρής 1983).
Η επιλογή επαγγέλματος από τη μια είναι «βραχυπρόθεσμη διαδικασία, αφού σε μια στιγμή της ζωής παίρνεται η απόφαση» αλλά, από την άλλη είναι «μακροπρόθεσμη διαδικασία, αφού επηρεάζεται και διαμορφώνεται από προηγούμενες εμπειρίες - μαθήσεις, κατεύθυνση αγωγής, προσωπικούς και κοινωνικούς παράγοντες (ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες)» (Κυπριωτάκη / Παπαγεωργίου 1999, 97).
Μέχρι τη δεκαετία του ’50 επικρατούσε η αντίληψη ότι η επιλογή επαγγέλματος είναι μια μοναδική πράξη, δηλαδή, επιλογή κάποιας επαγγελματικής κατεύθυνσης με το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Αν η επιλογή αποδεικνυόταν λανθασμένη, η αλλαγή επαγγελματικής κατεύθυνσης ήταν σχεδόν αδύνατη. Σήμερα όμως έχουν ήδη επικρατήσει ορθότερες αντιλήψεις γύρω από το θέμα. Και συγκεκριμένα: η θεμελίωση της προσωπικότητας και οι βάσεις του επαγγελματικού μέλλοντος ξεκινούν από την πρώτη παιδική ηλικία, αλλά και η επαγγελματική απόφαση όταν αυτή αποδειχθεί λανθασμένη, μπορεί να τροποποιηθεί και να αλλαγεί (Βρετάκου 1990).
Επαγγελματικές προτιμήσεις και ενδιαφέροντα παρουσιάζονται από την προσχολική ηλικία. Τα ενδιαφέροντα αυτά όμως δεν παρουσιάζουν σταθερότητα. Διαπιστώνεται, συνήθως, γρήγορη μετάπτωση από το ένα ενδιαφέρον στο άλλο. Κατά τη σχολική ηλικία το παιδί αποκτά κάποιες ευρύτερες σχετικές γνώσεις. Αλλά και στην περίοδο αυτή τα επαγγελματικά του σχέδια είναι πολύ φιλόδοξα και εξωπραγματικά. Υπαγορεύονται περισσότερο από το συναίσθημα και τις εντυπώσεις του και λιγότερο από τη λογική εξέταση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων (Κασσωτάκης 1981, Μιχαηλίδη - Νουάρου 1987).
Στην ηλικία των 13-15 ετών το άτομο βρίσκεται για πρώτη φορά στο στάδιο ενός περισσότερου ουσιαστικού προβληματισμού. Ζητεί να πληροφορηθεί γενικά για τα διάφορα επαγγέλματα, να μάθει τα αντικείμενα ασχολίας σ’ αυτά, να μάθει ποια είναι τα οφέλη που παρέχουν και άλλα παρόμοια. Όμως, σπάνια στο στάδιο αυτό οι μαθητές ενδιαφέρονται για λεπτομερείς και σε βάθος πληροφορίες (Miller 1978, Αλεξόπουλος 1981).
Με την πρόοδο της ηλικίας καταλήγει σιγά-σιγά σε κάποιο επάγγελμα ή επαγγελματική κατεύθυνση, με κριτήριο τα ενδιαφέροντά του τα οποία συγχρόνως σταθεροποιούνται ή αποκρυσταλλώνονται. Στην αποκρυστάλλωση και συνειδητοποίηση των ενδιαφερόντων του, παίζουν ρόλο οι επιδόσεις του στο σχολείο αλλά και οι ιδιαίτερες ασχολίες του (αθλητικές, καλλιτεχνικές κ.λπ.) (Κασσωτάκης 1981).
Το αργότερο προς το τέλος της εφηβείας το άτομο καλείται από τα ίδια τα πράγματα να καταλήξει συνήθως οριστικά σε μια επιλογή. Παραμένει συχνά σταθερό στην απόφασή του αυτή και αρχίζει να προετοιμάζεται για το επάγγελμα που διάλεξε. «Στο στάδιο αυτό απαιτείται να ξέρει σε βάθος τον επαγγελματικό χώρο προς τον οποίο αποφάσισε να στραφεί. Είναι ανάγκη να έχει πλήρη επίγνωση όλων των λεπτομερειών που αφορούν τις συνθήκες εργασίας, τις προοπτικές του επαγγέλματος, τις σπουδές που απαιτούνται, τη διάρκειά τους και τις ενδεχόμενες ίσως δυσκολίες, ώστε, αν είναι ανάγκη, να γίνει έγκαιρα αναπροσανατολισμός» (Κασσωτάκης 1981, 59).

Θεωρίες επαγγελματικής επιλογής
Γενικά, οι θεωρίες διακρίνονται σε κοινωνικο - οικονομικές (ή μη ψυχολογικές), σε ψυχολογικές και σε γενικές (Χαντζή 1987, Δημητρόπουλος 1994).
Οι κοινωνικο - οικονομικές θεωρίες αποδίδουν την επιλογή του επαγγέλματος σε κάποιο σύστημα έξω από το άτομο, το οποίο μπορεί να είναι είτε ο παράγοντας «τύχη», είτε παράγοντες βασισμένοι στις οικονομικές αρχές της προσφοράς και της ζήτησης.
Οι ψυχολογικές θεωρίες έχουν ως πυρήνα ανάλυσής τους το ίδιο το άτομο, χωρίς όμως να αποκλείουν την έμμεση επίδραση περιβαλλοντικών μεταβλητών στην τελική απόφαση. Οι κυριότερες ψυχολογικές θεωρίες, χωρίζονται σε δύο υποκατηγορίες: α) στις εξελικτικές και β) στις ψυχοδυναμικές. Σύμφωνα με τις εξελικτικές θεωρίες, η επιλογή επαγγέλματος είναι μια αναπτυξιακή διαδικασία, η οποία έχει τα δικά της ξεχωριστά στάδια από την πρώτη παιδική ηλικία μέχρι την ώριμη ηλικία. Οι ψυχοδυναμικές δίνουν έμφαση στα κίνητρα που παρωθούν το άτομο στην επαγγελματική επιλογή.
Οι γενικές θεωρίες, (Blau και συνεργ. 1956), υποστηρίζουν ότι η επαγγελματική επιλογή είναι μια δυναμική διαδικασία, η οποία επηρεάζεται από κοινωνικούς, οικονομικούς, βιολογικούς και ψυχολογικούς παράγοντες (Μαρκουλής 1981, Κάντας & Χαντζή 1991).

Υποθέσεις της έρευνας
 Αναμένεται ότι το επάγγελμα του πατέρα, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων, και γενικά το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο της οικογένειας αποτελεί παράγοντα διαφοροποίησης των εκπαιδευτικών και επαγγελματικών επιλογών των μαθητών.
 Αναμένεται επίσης ότι ο ρόλος του φύλου σχετίζεται με την επιλογή του επαγγέλματος.
 Ο τόπος διαμονής ενδέχεται να παίζει ρόλο στις επαγγελματικές επιλογές και αποφάσεις του εφήβου.
 Τέλος αναμένεται ότι οι τελικές επαγγελματικές επιλογές σημαντικού ποσοστού των μαθητών διαφοροποιούνται από τις προτιμήσεις τους. Η διαφοροποίηση αυτή φαίνεται να σχετίζεται με το κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον, το επάγγελμα του πατέρα, τον τόπο διαμονής αλλά και τη σχολική επίδοση των μαθητών.

Μεθοδολογία
Ερωτηματολόγιο
Για την συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε αυτοσχέδιο ερωτηματολόγιο και ζητήθηκε από τους μαθητές να ακολουθήσουν προσεκτικά τις οδηγίες για τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου. Οι μαθητές επέλεγαν, κάθε φορά την απάντηση που τους ταίριαζε ή συμπλήρωναν το κενό με την άποψή τους στις ερωτήσεις ανοικτού τύπου. Το ερωτηματολόγιο περιελάμβανε συνολικά 41 ερωτήσεις, οι οποίες αναφέρονταν σε δημογραφικά στοιχεία και σε ερωτήσεις κλειστού και ανοικτού τύπου.
Οι θεματικές του ερωτηματολογίου αναφέρονταν στα δημογραφικά στοιχεία, σε αλλαγές επαγγελματικής προτίμησης, στις παρούσες επαγγελματικές προτιμήσεις κ.λπ.

Δείγμα
Το δείγμα της έρευνας απαρτίστηκε από 2.100 μαθητές (1.260 μαθητές των Α΄, Β΄ και Γ΄ τάξεων του Λυκείου και 840 μαθητές των Β΄και Γ΄ τάξεων του Γυμνασίου). Οι μαθητές συνολικά προέρχονταν από 48 Δημόσια Γυμνάσια και 60 Λύκεια της χώρας με αναλογία προς τον πληθυσμό κάθε διοικητικής περιφέρειας. Από κάθε Λύκειο επιλέχθηκαν 21 μαθητές (7 από κάθε τάξη). Από κάθε Γυμνάσιο επιλέχθηκαν 14 μαθητές (7 από τη Β΄και 7 από τη Γ΄ τάξη μετά από σχετική κλήρωση).


• Οι μαθητές κλήθηκαν να θυμηθούν ποιο επάγγελμα σκέφτηκαν πρώτη φορά να ακολουθήσουν (Σχήμα 1). Με βάση τις απαντήσεις τους επισημαίνεται ότι η μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών σκέφτηκαν για πρώτη φορά επαγγέλματα, όπως είναι αυτά των «Ανώτερων Εκπαιδευτικών & Πολιτιστικών» με ποσοστό 24%, ακολουθούν τα «Επιστημονικά Ιατρικά» επαγγέλματα (15%) και τα «Απλά Στρατιωτικά – Αστυνομικά» με ποσοστό 10%. Αντίθετα, τα επαγγέλματα που σκέφτηκαν για πρώτη φορά λιγότερο οι μαθητές, ανήκουν στις κατηγορίες: «Μηχανογράφησης & Πληροφόρησης», «Ψυχοκοινωνικά» κ.λπ.

• Εξετάζοντας το Σχήμα 2, διαπιστώθηκε ότι τα επικρατέστερα επαγγέλματα στις τωρινές προτιμήσεις των μαθητών είναι τα ίδια με εκείνα των πρώτων σκέψεών τους.

• Ως προς το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν οι μαθητές (Σχήμα 3), διαπιστώθηκε ότι οι επαγγελματικές τους επιλογές παρουσιάζουν την εξής φθίνουσα σε ποσοστά ιεράρχηση: «Ανώτερα Εκπαιδευτικά & Πολιτιστικά» (13%), «Απλά Στρατιωτικά & Αστυνομικά» ( 11%), «Ανώτερα Οικονομικά & Εμπορικά» (8%) και «Επιστημονικά Ιατρικά» (7%).

• Από το Σχήμα 4, προκύπτει ότι στο 47% περίπου των μαθητών οι προτιμήσεις επαγγέλματος συμφωνούν με τις τελικές επιλογές τους.

• Τα ποσοστά συνέχισης της επαγγελματικής οικογενειακής παράδοσης (επάγγελμα πατέρα), όπως προκύπτει από το Σχήμα 5, είναι υψηλότερα των υπολοίπων στα παρακάτω επαγγέλματα: «Απλά Στρατιωτικά - Αστυνομικά» (19%), «Ανώτερα Εκπαιδευτικά & Πολιτιστικά» (16%), «Μικρής Εξειδίκευσης» (11%), «Απλά Οικονομικά & Εμπορικά» (8%), «Επιστημονικά Νομικά» (8%).

• Από το Σχήμα 6, των δύο πρώτων παραγόντων της Ανάλυσης Αντιστοιχιών που ερμηνεύουν το 66% της συνολικής αδράνειας του νέφους των επαγγελμάτων που επιθυμούν οι έφηβοι προκύπτουν τα εξής:
o Όσον αφορά τα δημογραφικά στοιχεία, το φύλο συνδέεται με τις αντιθέσεις που εκφράζονται στον πρώτο παράγοντα, αφού οι συμβολές είναι 48.5% για το αγόρι και 42% για το κορίτσι. Σε ό,τι αφορά τα επαγγέλματα προτίμησης των μαθητών στη θετική πλευρά του παράγοντα που βρίσκεται το κέντρο βάρους των αγοριών συμβάλλουν ισχυρά τα «Απλά Μηχανολογικά» επαγγέλματα, τα «Ανώτερα Μεταφορών» και «Φυσικής Αγωγής». Αντίθετα, στην αρνητική πλευρά του παράγοντα (κορίτσια) συμβάλλουν τα επαγγέλματα «Παραϊατρικά», «Ανώτερα Εκπαιδευτικά & Πολιτιστικά» και «Ψυχοκοινωνικά».
o Στο δεύτερο παράγοντα από πλευράς δημογραφικών χαρακτηριστικών ισχυρή είναι η συμβολή της επίδοσης (συνολικά οι 5 κατηγορίες συμβάλλουν κατά 50%), της κατηγορίας εισοδήματος 650.000 στη θετική πλευρά του παράγοντα όπου βρίσκεται και υψηλή βαθμολογία (19). Από μία πιο προσεκτική παρατήρηση των συντεταγμένων των διαφόρων κατηγοριών των δημογραφικών στοιχείων προκύπτει ότι ο άξονας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως έκφραση μιας κοινωνικο-οικονομικής κλίμακας, αφού στη θετική πλευρά του παράγοντα τοποθετούνται Επιστημονικά επαγγέλματα του πατέρα, όπως «Επιστημονικά Ιατρικά», «Ανώτερα Εκπαιδευτικά & Πολιτιστικά», «Ανώτερα Οικονομικά & Εμπορικά», ενώ στην αρνητική πλευρά βρίσκονται Απλά επαγγέλματα, όπως «Απλά Γεωτεχνικά», «Μικρής Εξειδίκευσης», «Απλά Μηχανολογικά». Ο παραπάνω ισχυρισμός ενισχύεται από το γεγονός ότι οι κατηγορίες της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας διατάσσονται από το χαμηλότερο εισόδημα προς το υψηλότερο ακολουθώντας πορεία ξεκινώντας από την αρνητική πλευρά του παράγοντα και καταλήγοντας στη θετική του. Σε ό,τι αφορά τα επαγγέλματα προτίμησης ισχυρή είναι η συμβολή των «Απλών Μηχανολογικών», «Μικρής Εξειδίκευσης», των «Παραϊατρικών» στην αρνητική πλευρά του παράγοντα (χαμηλό κοινωνικό –οικονομικό επίπεδο), ενώ στη θετική πλευρά ισχυρή είναι η συμβολή των «Επιστημονικών Ιατρικών», των «Επιστημονικών Νομικών» και των «Φυσικών Επιστημών» (υψηλό κοινωνικό –οικονομικό επίπεδο). Η διάταξη των επαγγελμάτων που επιθυμούν οι μαθητές επιβεβαιώνει την παραπάνω ερμηνεία που δόθηκε για τη φύση αυτού του παράγοντα.
• Από το Σχήμα 7 και τον πίνακα 2 αποτελεσμάτων της Ανάλυσης Αντιστοιχιών, διαπιστώνεται ότι σημαντική συμβολή στη δημιουργία των παραγόντων 1 και 2 έχουν τόσο το φύλο του μαθητή (αθροιστικά 45% στον 1ο και 48% στον 2ο παράγοντα) όσο και η επίδοσή του (αθροιστικά 31% και 27% στον 1ο και 2ο αντίστοιχα) από την πλευρά των δημογραφικών χαρακτηριστικών και αναδεικνύονται ως οι σημαντικότεροι παράγοντες διαμόρφωσης της απόφασης για την επιλογή επαγγέλματος. Σχηματίζοντας την τεθλασμένη γραμμή που συνδέει τις κατηγορίες επίδοσης ακολουθώντας την αύξουσα σειρά των κέντρων που τις αντιπροσωπεύουν σχηματίζεται μια γραμμή περίπου κάθετη στην ευθεία που ενώνει τα κέντρα των δύο φύλων. Παραλλήλως της τεθλασμένης γραμμής που ακολουθεί, φαίνεται από το σχήμα να εκτείνεται η τεθλασμένη που συνδέει τα κέντρα των κατηγοριών οικονομικής κατάστασης. Παρατηρώντας συμπληρωματικά τις θέσεις των κέντρων του επαγγέλματος του πατέρα διαπιστώνεται ότι η διαγώνια προς το σύστημα αξόνων κατεύθυνση που δημιουργεί η επίδοση των μαθητών εκφράζει μια γενικότερη κοινωνικο-οικονομική κλίμακα. Στο τεταρτημόριο (-, +) έχουμε το υψηλό κοινωνικό –οικονομικό επίπεδο, ενώ στο τεταρτημόριο (+,-) έχουμε το χαμηλό κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο. Οι παραπάνω διαπιστώσεις βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με εκείνες της Ανάλυσης των προτιμήσεων - επιθυμιών των μαθητών.

• Στο Σχήμα 8, δίνεται το Δενδρόγραμμα της Ανάλυσης Συστάδων πάνω στο σύνολο των 17 επαγγελματικών προτιμήσεων. Παρακάτω δίνονται οι 4 συστάδες επαγγελμάτων που ερμηνεύτηκαν και οι Δημογραφικές που χαρακτηρίζουν τις συστάδες αυτές.

Πίνακας περιγραφής και ερμηνείας συστάδων
Συστάδα Επαγγέλματα Δημογραφικά χαρακτηριστικά
Συστάδα 1η Επιστημ. Ιατρικά
Επιστημ. Νομικά Βαθμός 19,
Επάγγ. πατέρα «Επιστ. Ιατρικά», Περιοχή άνω των 100.000 κατοίκ.
Κορίτσι.
Συστάδα 2η Μικρής Εξειδίκευσης Παραϊατρικά
Ψυχοκοινωνικά
Ανώτ. Εκπαιδευτικά Κορίτσι
Βαθμός 15.
Συστάδα 3η Απλά Μηχανολογικά
Μηχαν. & Πληροφ.
Ανώτερα Μεταφορών
Απλά Ηλεκτρολογικά Αγόρι
Βαθμός 13
Αθήνα-Πειραιάς-Θεσ/νίκη
Συστάδα 4η Απλά Στρατ.-Αστυν.
Ανώτ. Στρατ.-Αστυν.
Ανώτ. Οικον- Εμπορ.
Ενημ. & Πληροφ.
Ανώτ. Καλλιτεχνικά
Επιστ.Δομικ. Έργων Ολιγάριθμη περιοχή
Επάγγ. πατέρα «Επεξεργασίας Πρώτων Υλών»
Αγόρι
• Από το Σχήμα 9 και τον πίνακα αποτελεσμάτων της Ανάλυσης Αντιστοιχιών προκύπτουν τα εξής: Ο πρώτος παραγοντικός άξονας που ερμηνεύει το 55% της συνολικής αδράνειας χαρακτηρίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στη συνδυαστική κατηγορία ΑΑΑ (θετική πλευρά, συμβολή 41%) και την κατηγορία ΕΕΕ στην οποία βρίσκεται το 51% των μαθητών (αρνητική πλευρά, συμβολή 40%). Οι υπόλοιπες κατηγορίες βρίσκονται στη θετική πλευρά. Από πλευράς Δημογραφικών χαρακτηριστικών ο πρώτος παράγοντας συνδέεται με την επίδοση των μαθητών (συνολική συμβολή 38%). Στην αρνητική πλευρά του παράγοντα συμβάλλει η υψηλή βαθμολογία, ενώ στη θετική η χαμηλή. Με την παραπάνω παρατήρηση αλλά και με το γεγονός ότι στη θετική πλευρά του παράγοντα συμβάλλουν επαγγέλματα, όπως «Απλά Γεωτεχνικά» και «Απλά Μεταφορών», ενώ στην αρνητική πλευρά συμβάλλουν «Ανώτερα Εκπαιδευτικά & Πολιτιστικά» και «Επιστημονικά Ιατρικά» διαπιστώνεται ξανά η κοινωνικο-οικονομική δομή του παράγοντα. Επίσης φαίνεται η σχέση του παραπάνω παράγοντα με την αστικότητα της περιοχής που κατοικούν οι μαθητές. Στην αρνητική πλευρά συμβάλλουν οι κατηγορίες πάνω από 100.000 κάτοικοι και από 50.000-100.000 κάτοικοι, ενώ στη θετική πλευρά συμβάλλουν ισχυρά οι κατηγορίες κάτω των 2.000 και από 2.000-20.000 κατοίκους. Με δεδομένη την παραπάνω ερμηνεία σχετικά με τη σημασία του πρώτου παράγοντα και την τοποθέτηση στη θετική πλευρά αυτού, των κατηγοριών μαθητών που ενώ σκέφτονται και επιθυμούν επιστημονικά επαγγέλματα αποφασίζουν να ακολουθήσουν ένα απλό επάγγελμα προκύπτει ότι οι μαθητές αυτοί εμποδίζονται κυρίως από τη χαμηλή τους επίδοση αλλά και άμεσα ή έμμεσα τόσο από το χαμηλό κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της οικογένειας όσο και από τα προβλήματα που προκύπτουν στις αγροτικές ή ολιγάριθμες περιοχές.
Στο δεύτερο παραγοντικό άξονα συμβάλλει κυρίως η κατηγορία ΕΑΑ στη θετική πλευρά, ενώ στην αρνητική πλευρά η ΑΕΕ. Στη θετική πλευρά του άξονα βρίσκουμε επάγγελμα πατέρα «Απλά Μηχανολογικά», Κορίτσια, Οικονομική κατάσταση οικογένειας 250.000, Σχολική επίδοση (βαθ.15). Στην αρνητική πλευρά έχουν σημαντική συμβολή τα Αγόρια και οι Περιοχές με 2.000-20.000 κατοίκους. Η διαφορά ανάμεσα στις παραπάνω δύο κατηγορίες με εντελώς διαφορετικές επαγγελματικές στάσεις σχετίζεται κυρίως με το φύλο.

Συμπεράσματα
Ως προς το ποια επαγγέλματα σκέφτονται οι μαθητές για πρώτη φορά, διαπιστώθηκε ότι σκέφτονται να ακολουθήσουν επαγγέλματα επιστημονικά που προσδίδουν κύρος ή που ανήκουν στο δημόσιο τομέα (π.χ. απλά στρατιωτικά-αστυνομικά).
Η συμφωνία πρώτης σκέψης και τελικής απόφασης επαγγέλματος ανέρχεται στο 36% του δείγματος που μελετήσαμε. Τα δημοφιλέστερα επαγγέλματα τόσο στις πρώτες σκέψεις των μαθητών όσο και στις μετέπειτα προτιμήσεις τους παραμένουν τα Ανώτερα Εκπαιδευτικά, τα Επιστημονικά Ιατρικά και τα Απλά Στρατιωτικά-Αστυνομικά. Στην περίπτωση του τελικού επαγγέλματος που αποφασίζουν οι μαθητές, τα Ανώτερα Εκπαιδευτικά και τα Απλά Στρατιωτικά-Αστυνομικά παραμένουν στις πρώτες προτιμήσεις αλλά αυξάνονται αισθητά τα ποσοστά των επαγγελμάτων Μηχανογράφησης & Πληροφόρησης και Ανώτερων Οικονομικών (3η και 4η επιλογή αντίστοιχα), ενώ ελαττώνεται κατά το ήμισυ το ποσοστό των Επιστημονικών Ιατρικών επαγγελμάτων.
Το φύλο αποτελεί παράγοντα διαφοροποίησης τόσο των επιθυμιών όσο και των τελικών επιλογών των μαθητών. Τα κορίτσια επιλέγουν διαφορετικούς επαγγελματικούς τομείς και επαγγέλματα από τα αγόρια, αφού η «διαφορετική ιδιοσυγκρασία των δύο φύλων οδηγεί σε προτίμηση διαφορετικών επαγγελμάτων» (Μάνος 2000, 255). Σύμφωνα και με την άποψη της Gilligan, η διαφοροποίηση αυτή έχει σχέση με τις εμπειρίες των φύλων που είναι διαφορετικές και η οποία, όπως είναι γνωστό, τονίζει τη διαφορετική οπτική γωνία με την οποία βλέπουν τα πράγματα οι γυναίκες σε συνάρτηση με τις διαφορετικές τους εμπειρίες.
Η σχολική επίδοση των μαθητών, το επάγγελμα του πατέρα αλλά και το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας αποτελούν παράγοντες-κριτήρια επιλογής επαγγελμάτων ανάλογα με το επίπεδο (χαμηλό επίπεδο αυτών των παραγόντων οδηγεί σε αντίστοιχη επιλογή επαγγέλματος, όπως υψηλό επίπεδο σε επιλογή επαγγελμάτων υψηλού επιπέδου).
Τέλος ποσοστό 14% των μαθητών επιθυμούν «επιστημονικά» επαγγέλματα αλλά τελικά επιλέγουν «απλά». Οι μαθητές αυτοί έχουν χαμηλή επίδοση, χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και προέρχονται περισσότερο από αγροτικές περιοχές. Στο σημείο αυτό διαπιστώνεται μια ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη μετατόπιση και αλλαγή των επαγγελματικών επιθυμιών και προτιμήσεων αυτών των μαθητών προς επαγγέλματα που είναι γι’ αυτούς ενδεχομένως περισσότερο προσιτά λόγω αναντιστοιχίας απαιτήσεων των επαγγελμάτων και της σχολικής επίδοσης των μαθητών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλεξόπουλος, Δ. (1981). Ο επαγγελματικός προσανατολισμός στο σχολείο. Σύγχρονη Εκπαίδευση, 4, 74-77.
Βρετάκου, Β. (1990). Ο Σχολικός επαγγελματικός προσανατολισμός στην Ελλάδα. Αθήνα: Παπαζήση.
Δημητρόπουλος, Ε. Γ. (1994). Σχολικός εκπαιδευτικός και επαγγελματικός προσανατολισμός και συμβουλευτική. Αθήνα: Γρηγόρης.
Herbert, M. (1994). Ψυχολογικά προβλήματα εφηβικής ηλικίας (επιμ. Καλαντζή - Αζίζι, Α.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κάντας, Α., Χαντζή, Α. (1991). Ψυχολογία της εργασίας. Θεωρίες επαγγελματικής ανάπτυξης: Στοιχεία συμβουλευτικής. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κασσωτάκης, Μ. (1981). Η πληροφόρηση για τις σπουδές και τα επαγγέλματα. Αθήνα: Γρηγόρης.
Κρίβας, Σ., Χάτζιου, Ε. (1989). Διαφορές μεταξύ φύλων ως προς τα επαγγελματικά κίνητρα και την επαγγελματική συμπεριφορά. Σύγχρονη Εκπαίδευση, 46, 79-87.
Κυπριωτάκης, Α., Παπαγεωργίου, Γ. (1999). Επαγγελματικός προσανατολισμός και εκλογή επαγγέλματος. Στο: Οργανισμός Ανάπτυξης Ανατολικής Κρήτης (Ο.Α.Ν.Α.Κ). Εγχειρίδιο επαγγελματικού προσανατολισμού κατάρτισης - στήριξης. Ηράκλειο.
Κωσταρίδου - Ευκλείδη, Α. (1999). Ψυχολογία κινήτρων. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Μάνος, Κ. (2000). Ψυχολογία του εφήβου. Αθήνα: Γρηγόρης.
Meier, S. (1991). Vocational behavior, 1988-1990: Vocational choice, decision -making, career development interventions, and assessment. Journal of Vocational Behavior, 39, 131-181.
Miller, J. C. (1978). Η εφαρμογή του σχολικού - επαγγελματικού προσανατολισμού. Αθήνα: Ο.Ε.Δ.Β.
Μιχαηλίδη – Νουάρου, Α. (1987). Έφηβοι και Παιδεία. Προβλήματα της εφηβικής ηλικίας στο παρελθόν και σήμερα. Θεσσαλονίκη: University studio press.
Osipow, S. H. (1973). Theories of career development. New York Appleton – Century - Crofts.
Παπαδόπουλος, Ν. Γ. (1980). Νοητικές ικανότητες και εκλογή επαγγέλματος. Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός. Αθήνα: Ο.Ε.Δ.Β.
Πουρκός, Μ. (1997). Ατομικές διαφορές μαθητών και εναλλακτικές ψυχοπαιδαγωγικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Gutenberg.
Super, D. (1942). The dynamics of vocational adjustment. New York and London: Harper and Brothers.
Super, D. (1957). The psychology of careers: An introduction to vocational development. New York: Evanston: Harper and Row.
Super, D., Bohn, M. (1971). Occupational psychology. London: Tavistock Publications.
Φλουρής, Γ. (1983). Αυτοσυναίσθημα, επίδοση και επαγγελματικές φιλοδοξίες. Ηράκλειο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: