Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2007

Επαγγελματική εξέλιξη των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου κατά τα έτη 1998- 2000: Εμπειρική έρευνα

Πολύς λόγος γίνεται σήμερα για το επίπεδο της εκπαίδευσης που παρέχουν τα δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα και για την ικανότητά τους να παράγουν ικανούς και ευέλικτους επιστήμονες, που να μπορούν να απορροφηθούν αποτελεσματικά στη σύγχρονη αγορά εργασίας. Πολλές φορές μάλιστα, δέχονται σφοδρή κριτική για τις «στρατιές» ανέργων, που σπανίως απασχολούνται σε αντικείμενα συναφή με το περιεχόμενο των σπουδών τους. Στο εξωτερικό η επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης των Πανεπιστημίων, ενώ στην Ελλάδα συνεχίζεται η έντονη ακαδημαϊκή και πολιτική αντιπαράθεση σχετικά με τη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας.
Σύμφωνα με την ομάδα μελέτης για την Εκπαίδευση και την Επιμόρφωση της Ε.Ε. στην τελευταία έκθεσή της (1996) διαπιστώνει ότι:
Οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη προσλαμβάνουν πτυχιούχους Πανεπιστημίων με βάση τα τυπικά προσόντα, το επίπεδο ή συχνά τη φήμη των ιδρυμάτων, εκτός από τις περιπτώσεις που στην επιμόρφωση αυτών που θα προσληφθούν συμμετέχουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις. Σε ορισμένες χώρες η πρόσληψη γίνεται με βάση τα τυπικά προσόντα (σπουδές του υποψηφίου), την υποκίνησή του και τις διαπροσωπικές ή άλλες δεξιότητες και ικανότητες. Καθώς υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά από τη ζήτηση στην αγορά εργασίας, οι επιχειρήσεις επιλέγουν τους υποψήφιους που θεωρούν ότι διαθέτουν ικανότητες στις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις και γενικά δεξιότητες που εναρμονίζονται περισσότερο με την κουλτούρα της επιχείρησης (οργανωσιακή κουλτούρα).
Σήμερα ο κύκλος παραγωγής των προϊόντων είναι μικρότερος και η ανάγκη για καινοτομία μεγαλύτερη. Το εμπόριο επεκτείνεται σε παγκόσμια κλίμακα αυξάνοντας έτσι τον ανταγωνισμό, ενώ η οικονομία βασίζεται πλέον στη γνώση και στηρίζεται πρώτιστα στη χρήση ιδεών και στην εφαρμογή της τεχνολογίας και δευτερευόντως στις φυσικές ικανότητες του ατόμου και στον μετασχηματισμό των πρώτων υλών. Η οικονομία της γνώσης, όπως ονομάζεται η νέα οικονομία, μετασχηματίζει τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας σε όλο τον κόσμο, ενώ οι πολίτες χρειάζονται πλέον περισσότερες δεξιότητες και γνώσεις για να είναι σε θέση να ανταποκριθούν. Η γνώση λαμβάνεται πλέον και ως "πόρος προστιθέμενης αξίας" Την ίδια στιγμή οι γνώσεις και οι δεξιότητες αποτελούν ισχυρή μηχανή οικονομικής ανάπτυξης και καταπολέμησης της ανεργίας. Στο νέο οικονομικό περιβάλλον, το συγκριτικό πλεονέκτημα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο.
Σύμφωνα με τη θεωρία του ανθρωπίνου κεφαλαίου, η σημασία του επενδυτικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης εξισώνεται με τις επενδύσεις σε άλλους τομείς της οικονομίας. Στην σχέση αυτή, η αξία του ανθρωπίνου δυναμικού μπορεί να προσεγγίσει αυτήν του υλικού, όταν το επίπεδο παραγωγικότητας του ατόμου πλησιάζει την οικονομική απόδοση του παγίου κεφαλαίου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η απόκτηση / βελτίωση των δεξιοτήτων διαμορφώνει ένα ανθρώπινο κεφάλαιο ικανό να αναβαθμίσει την παραγωγική του συμμετοχή στο σύνολο της οικονομίας.
Στην ίδια προσέγγιση εντάσσεται και η εκτίμηση, ότι η εκπαίδευση μπορεί να συντελέσει στην μείωση της φτώχειας και της εξάρτησης από την κρατική πρόνοια. Η επιχειρηματολογία, που αναπτύχθηκε, επικεντρώνεται στην δυνατότητα αυτοδιαχείρισης των θεμάτων που αφορούν την επαγγελματική και οικονομική αποκατάσταση των ατόμων. Συνέπεια αυτού είναι η αποδέσμευση του κρατικού προϋπολογισμού από περιπτώσεις ατόμων, που αδυνατούν να ενταχθούν σε μια αγορά υψηλών απαιτήσεων.
Στον αντίποδα της θεωρίας του ανθρωπίνου κεφαλαίου βρίσκεται η θεωρία φίλτρου. Οι οπαδοί της υποστηρίζουν, ότι ο ρόλος της εκπαίδευσης περιορίζεται στο να κατατάσσει τους σπουδαστές, και εν συνεχεία το εργατικό δυναμικό, ανάλογα με τις δυνατότητες που ήδη έχουν. Κατ’ αυτήν την έννοια η εκπαίδευση δεν βελτιώνει την παραγωγικότητα (δεν δημιουργεί δηλαδή ανθρώπινο κεφάλαιο), αλλά αναδεικνύει τις δυνατότητες, που το κάθε άτομο μπορεί να έχει, ώστε να χαρακτηρίζεται λιγότερο ή περισσότερο ανταγωνιστικό στην αγορά. Συνεπώς οι εκπαιδευόμενοι -ή εκπαιδευμένοι- χαρακτηρίζονται ως οι πλέον παραγωγικοί λόγω της έμφυτης ικανότητας που έχουν στο να υιοθετούν και να ενσωματώνουν νέες δεξιότητες.
Σε επίπεδο αγοράς αυτό εφαρμόζεται μέσα από την μέθοδο επιλογής του προσωπικού. Συγκεκριμένα οι εργοδότες λόγω της επιθυμίας τους να απασχολήσουν άτομα ικανά για την διεκπεραίωση των εργασιακών καθηκόντων, χρησιμοποιούν ως μέθοδο επιλογής την αξιολόγηση των τίτλων σπουδών. Μέσα από αυτήν την διαδικασία, η εκπαίδευση επιτελεί ρόλο πιστοποίησης στην επιλογή και στην ταξινόμηση των υποψηφίων για την εκάστοτε θέση. Οι επιλεγέντες, είθισται να είναι άτομα υψηλής εκπαίδευσης, εφόσον η κατοχή των τίτλων προδίδει και το επίπεδο παραγωγικότητας που μπορούν να έχουν.
Βέβαια το πρόβλημα της απασχολησιμότητας και συνεπώς της ανεργίας δεν αφορά μόνο τους κατόχους πανεπιστημιακών τίτλων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη στήριξη των «ευαίσθητων» ομάδων πληθυσμού, οι οποίες πλήττονται από την ανεργία ή απειλούνται από αυτήν. Στην κατηγορία αυτήν εντάσσονται οι νέοι, οι γυναίκες, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και οι εργαζόμενοι μεγαλύτερων ηλικιών. Η ανεργία των νέων 20 έως 24 ετών είναι τετραπλάσια από αυτή του γενικού πληθυσμού και προσεγγίζει το 30% για το έτος 1997 και το 25% για το 2002. Οι δείκτες ανεργίας είναι αμείλικτοι για τους αποφοίτους Λυκείου (38,36%), τους απόφοιτους Δημοτικού (19,14%), τους πτυχιούχους Ανώτερης Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (17,28%) και τους αποφοίτους Γυμνασίου (14,24%). Οι πτυχιούχοι Ανωτάτων σχολών αποτελούν μόλις το 9,15% των ανέργων (ΕΣΥΕ, Έρευνα Εργατικού Δυναμικού).
Η Ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από επιστημονικό προσωπικό με υψηλό βαθμό εξειδίκευσης και από ανειδίκευτο προσωπικό για τη βιομηχανία και την παροχή υπηρεσιών, το οποίο συνήθως αντλείται από τους αποφοίτους Λυκείου και Γυμνασίου. Συγκριτικά με μεγαλύτερες ηλικίες οι νέοι 20 έως 24 ετών απειλούνται και από τη μακροχρόνια ανεργία. Τέλος, ο δείκτης ανεργίας των γυναικών ανέρχεται στο 14,64% του εργατικού δυναμικού τους, ενώ των ανδρών στο 6,2%.
Για την αντιμετώπιση της αρνητικής αυτής κατάστασης έχουν γίνει πολλές προσπάθειες σε πολιτικό επίπεδο με μικρά όμως αποτελέσματα. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη λεπτομερούς καταγραφής των ανέργων (οι πίνακες του ΟΑΕΔ δεν θεωρούνται αξιόπιστοι), στην αδυναμία κατάρτισης προσοντολογίων και στην απουσία ερευνών καταγραφής των πραγματικών αναγκών της αγοράς.
Οι πτυχιούχοι των Ανωτάτων Σχολών συνήθως δεν έχουν λάβει επαρκή επαγγελματικό προσανατολισμό πριν και μετά την εισαγωγή τους στα Πανεπιστημιακά τμήματα, ενώ τα Γραφεία Διασύνδεσης μόλις τώρα αρχίζουν να αναδεικνύουν τον καταλυτικό ρόλο τους.
Περιοχή «αιχμής» για τις σύγχρονες κοινωνίες και οικονομίες αποτελεί η ανάπτυξη μεθόδων, πρακτικών και καινοτόμων λύσεων που θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός αξιόπιστου μηχανισμού που θα καθιστά δυνατή και θα διευκολύνει την έγκαιρη πρόβλεψη, τη χαρτογράφηση και τη συστηματική παρακολούθηση των αναγκών από τους προσφέροντες εργασία εργοδότες σε επαγγέλματα-ειδικότητες, προσόντα, ικανότητες, δεξιότητες, στάσεις και συμπεριφορές, τη σύνδεση ή την εναρμόνισή τους με τα ειδικά χαρακτηριστικά των πτυχιούχων που αναζητούν εργασία., την έγκαιρη «παρέμβαση» για τη γεφύρωση τυχόν «χάσματος» δεξιοτήτων – ικανοτήτων, με τη κατάλληλη εκπαίδευση και επιμόρφωση, την ανάπτυξη από την πλευρά των εργαζομένων χαρακτηριστικών «ετοιμότητας» απέναντι στις αλλαγές που σημειώνονται τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στο χώρο εργασίας τους. Απαιτείται ο σχεδιασμός και η λειτουργία ενός αξιόπιστου βαρομέτρου εκπαίδευσης και επιμόρφωσης και αξιόπιστων δομών υποστήριξης των απαιτούμενων κάθε φορά σχετικών δράσεων.
Η παρούσα παρουσίαση αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης έρευνας του Πανεπιστημίου Αιγαίου σχετικά με την απασχόληση των αποφοίτων του για τα έτη 1998- 2000. Η έρευνα ήταν τηλεφωνική και διήρκησε από τον Οκτώβριο του 2004 έως το Φεβρουάριο 2005. Να σημειωθεί ότι δεν περιλαμβάνονται τμήματα όπως η Κοινωνιολογία και η Πολιτισμική Τεχνολογία, για τα οποία δεν έχουμε ακόμα δεδομένα.
Το δείγμα που χρησιμοποιήθηκε ήταν 412 απόφοιτοι των τμημάτων Περιβάλλοντος, Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Γεωγραφίας, Μαθηματικών, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης και τμήμα της Προσχολικής Αγωγής και Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού.
Ένα από τα πρώτα συμπεράσματα που προκύπτει είναι ότι το Πανεπιστήμιο Αιγαίου ήταν στις πρώτες επιλογές του 1/3 των αποφοίτων του όταν αυτοί έκαναν το μηχανογραφικό τους δελτίο ,γεγονός θετικό για τις σχολές του Πανεπιστημίου καθώς φαίνεται η απήχηση στους τότε μαθητές. Όμως άλλο ένα 1/3 δηλώνει ότι το ΠΑ υπήρξε κάποια άλλη επιλογή του πέρα των 10 πρώτων προτιμήσεων του δηλώνοντας έμμεσα ότι ήταν απλά η ανάγκη τους να σπουδάσουν σε οποιαδήποτε πανεπιστημιακή σχολή για να αποκτήσουν ένα πτυχίο που θεωρούν απαραίτητο για την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Έτσι το αποτέλεσμα είναι διχασμένο μεταξύ της 1ης προτίμησης και κάποιας άλλης έξω από τη δεκάδα που δεν μας επιτρέπει να έχουμε ξεκάθαρη εικόνα για την ζήτηση που διαμορφώνεται για τα τμήματα του Π.Α. Αυτός ο διχασμός στις απαντήσεις των αποφοίτων θα μπορούσε να αποτελέσει και υπόθεση για μια άλλη έρευνα που θα μελετήσει εάν υπάρχουν διαφορές στην ακαδημαϊκή, επαγγελματική εξέλιξη των φοιτητών που η σχολή τους αποτελούσε την πρώτη επιλογή τους και σε αυτούς που την επέλεξαν αναγκαστικά γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή.
Παρόλα αυτά όμως το ενδιαφέρον των φοιτητών για το επιστημονικό τους αντικείμενο ήταν μεγάλο, τουλάχιστον στην αρχή των σπουδών τους. Ο γενικός βαθμός πτυχίου τους είναι Λίαν Καλώς και το ενδιαφέρον τους για το επιστημονικό αντικείμενο τους παρουσιάζεται εμπράκτως μέσω της συμμετοχής τους σε προγράμματα πρακτικής άσκησης του τμήματος τους. Δεν εργάζονταν κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών τους, όμως λίγοι από αυτούς που πραγματοποίησαν μεταπτυχιακές σπουδές εργάζονταν συνεχόμενα κατά τη διάρκειά τους, με πλήρη απασχόληση και σε αντικείμενο σχετικό με αυτό των σπουδών τους. Ίσως από αυτό το στοιχείο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι μεταπτυχιακές σπουδές είναι ο καταλληλότερος φορέας να μεταδώσει την γνώση και την εμπειρία που χρειάζεται για να εμπλουτιστούν και να ενδυναμωθούν τα επιστημονικά και επαγγελματικά ενδιαφέροντα του εκάστοτε σπουδαστή σε οποιοδήποτε πανεπιστημιακό τμήμα και αν φοίτησε. Φαίνεται πως από τις μεταπτυχιακές σπουδές μπορούν να αποκτηθούν τα εφόδια εκείνα αλλά και η επιστημονική εξειδίκευση που είναι αντικειμενικά απαραίτητα για να υλοποιηθούν και να συνεχιστούν με επιτυχία τα όνειρα του κάθε φοιτητή είτε είναι επαγγελματικής φύσεως είτε επιστημονικής. Ιδιαίτερα ενισχύει το συμπέρασμα μας το μεγάλο ποσοστό των αποφοίτων οι οποίοι εργάζονταν σε αντικείμενο σχετικό με αυτό των σπουδών τους.
Στην ταχέως εξελισσόμενη αγορά εργασίας η απασχολησιμότητα μπορεί να ορισθεί συνοπτικά ως χαρακτηριστικό που έχει συγκεκριμένα γνωρίσματα συμπεριφοράς, απαιτεί πνευματική ευστροφία αλλά και συναισθηματική «ευφυία», ορθολογισμό και εσωτερική ευελιξία. Συγκεκριμένα είναι ένα μίγμα από προσωπικά χαρακτηριστικά που βοηθούν αρχικά στην εξεύρεση εργασίας, επικοινωνιακές ικανότητες που βοηθούν στη συνεργασία με άλλους μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, πρακτικές, δεξιότητες που βοηθούν στη διαχείριση των αλλαγών, προσεκτική αυτοδιαχείριση που ενδυναμώνει το άτομο να ηγείται της αλλαγής. Τα προσόντα και οι ικανότητες του μελλοντικού προς απασχόληση φοιτητή, χωρίς βέβαια να υποβαθμίζεται η γνώση του συγκεκριμένου εργασιακού αντικειμένου, περιγράφονται όλο και περισσότερο με όρους προσωπικών χαρακτηριστικών, όπως ικανότητα προσαρμογής στις συνεχείς αλλαγές, πνεύμα συνεργασίας, δυναμικότητα, δημιουργικότητα, κριτική ικανότητα, ετοιμότητα για καινοτομίες, ανάπτυξη επιχειρηματικού πνεύματος, αλλά και δεξιότητες επιδεκτικές κατάρτισης στα πλαίσια της δια βίου μάθησης και συνεχιζόμενης εκπαίδευσης,. Είναι πλέον αναγκαία η διαμόρφωση ενός ατόμου που θα είναι υπεύθυνο για τη διαμόρφωση της επαγγελματικής του ταυτότητας, για τον καθορισμό του εργασιακού του προσανατολισμού και το σχεδιασμό, τον προγραμματισμό και τη διαχείριση της σταδιοδρομίας του μέσα στον προσανατολισμό αυτό. Τα βασικά προβλήματα του φοιτητή ως μελλοντικού εργαζόμενου είναι η δυνατότητά του να διαχειρίζεται τις σχέσεις του με το χώρο της εργασίας και της μάθησης. Για την επίλυση του προβλήματος αυτού απαιτούνται επιμέρους ικανότητες, που συνολικά συνθέτουν την αυτοπεποίθηση του ατόμου στη διαμόρφωση της σταδιοδρομίας και την προσωπική ανάπτυξη. Ως τέτοιες ικανότητες θεωρούνται η αυτογνωσία, η ικανότητα για αναζήτηση ευκαιριών, ο σχεδιασμός δράσης, η δράση μέσω δικτύων, η δυνατότητα διαπραγμάτευσης, η αποδοχή και αντιμετώπιση της κοινωνικής αβεβαιότητας κλπ. Διαφαίνεται δηλαδή ένα χάσμα γνώσεων, δεξιοτήτων, ικανοτήτων, στάσεων, συμπεριφορών, αλλά και κουλτούρας μεταξύ της ζήτησης από την πλευρά των εργοδοτών και της προσφοράς, (απόφοιτοι Πανεπιστημίου) στην αγορά εργασίας. Ο «παλιός» τύπος για την επιτυχία στην καριέρα των πτυχιούχων ήταν το πτυχίο τους. Ο νέος σύγχρονος τύπος είναι: το πτυχίο συν τις μεταβιβάσιμες δραστηριότητες συν την εμπειρία εργασίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP) τα προσόντα που απαιτούνται από τους εργαζόμενους σε οποιοδήποτε τομέα είναι ξεπερασμένα σε λιγότερο από δέκα χρόνια. Έτσι επικρατεί το οξύμωρο οι σύγχρονες κοινωνίες να αντιμετωπίζουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό στην αγορά εργασίας το πρόβλημα της ανεργίας, και ταυτόχρονα να είναι κραυγαλέα η ύπαρξη δυσκολίας ή και αδυναμίας για έγκαιρη προσαρμογή των πτυχιούχων Πανεπιστημίων ή η έλλειψη σύγχρονων ειδικοτήτων.
Ακόμα ένα ιδιαίτερο σημαντικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η ανεργία των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα με την ανεργία του γενικού πληθυσμού (9,6%), αλλά επ’ ουδενί δεν προσεγγίζει τα υψηλά ποσοστά ανεργίας των νέων στο γενικό πληθυσμό. Στο γράφημα 1 παρατηρούμε ότι το 83,2% των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου έχει βρει εργασία, ενώ το 6% δηλώνει μη

Γράφημα 1: Εργασιακή κατάσταση αποφοίτων Πανεπιστημίου Αιγαίου




Οι διαφυλικές διαφορές όσον αφορά την εργασιακή κατάσταση δεν είναι στατιστικώς σημαντικές (χ2= 2,85, p= 0, 24> 0,05). Παρ’ όλα αυτά παρατηρούμε ποσοστιαίες διαφοροποιήσεις (γράφημα 2) στα επίπεδα ανεργίας, με τις γυναίκες να έχουν το υψηλότερο ποσοστό 10,8% και οι άνδρες 7,6% . Οι 3,2 ποσοστιαίες μονάδες αποτελούν σήμα κινδύνου για τις γυναίκες αποφοίτους του Πανεπιστημίου, και σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι τα ποσοστά οικιοθελούς αποχής τους από την εργασία είναι μικρότερα από αυτά των ανδρών (4,9% και 8,3% αντίστοιχα).




Γράφημα 2: Εργασιακή κατάσταση αποφοίτων Πανεπιστημίου Αιγαίου ανά φύλο



Οι μη οικονομικά ενεργοί απόφοιτοι επικαλούνται διάφορους προσωπικούς λόγους σε ποσοστό 37,1%, μεταπτυχιακές σπουδές (31,4%), οικογενειακές υποχρεώσεις (17,1%) και στρατιωτική θητεία (14,3%) (γράφημα 3).

Γράφημα 3: Λόγοι μη συμμετοχής στην αγορά εργασίας

Πολλοί λίγοι από τους μη οικονομικά ενεργούς έχουν συμμετάσχει σε προγράμματα κατάρτισης ή σε επιδοτούμενες θέσεις εργασίας σε σύγκριση με τους ανέργους όπου έχουν συμμετάσχει σχεδόν οι μισοί. Οι μη οικονομικά ενεργοί έχουν εργασθεί στο παρελθόν κατά μέσο όρο σε 2 δουλειές όμως δεν έχουν αποκτήσει έως τώρα εμπειρία σημαντικής απασχόλησης. Ίσως αυτό και να εξηγεί εν μέρει και έναν λόγο μη ενεργοποίησης τους, καθώς διαφαίνεται μια απογοήτευση που ίσως τους αποθαρρύνει να ενταχθούν ξανά στην αγορά εργασίας πόσο μάλλον όταν συντρέχουν λόγοι όπως οι οικογενειακές υποχρεώσεις πχ .ένα μικρό παιδί. Όμως εκφράζουν την επιθυμία τους ότι θα ήθελαν να εργαστούν στον δημόσιο τομέα μιας και είναι ο καλύτερος εργοδότης, και δηλώνουν στην πλειοψηφία τους ότι δεν έχουν σκεφτεί να δημιουργήσουν δική τους επιχείρηση.
Ωστόσο, όταν οι οικονομίες που απευθύνονται τα άτομα με κατάρτιση χαρακτηρίζονται από αδύναμο ιδιωτικό τομέα και υψηλά γραφειοκρατικό δημόσιο φορέα, τότε τα αποτελέσματα της απόδοσής θα μπορούσαν να είναι αντιστρόφως ανάλογα με τα κίνητρα για κατάρτιση. Σε αυτήν την περίπτωση ο Holt διαπίστωσε συμπεριφορές ατόμων που επιλέγουν την ανεργία ως βέλτιστο τρόπο διασφάλισης των εργασιακών τους δικαιωμάτων. Παρατήρησε, δηλαδή, στάσεις ηθελημένης αποχής από το παραγωγικό σύστημα όταν η εμπορευματοποίηση της εργασιακής τους δύναμης δεν αποκτά την επιθυμητή ανταλλακτική αξία, σε χρηματικές και μη απολαβές.
Ενώ η έρευνα κατέδειξε ότι οι γυναίκες απόφοιτοι μειονεκτούν σε σύγκριση με τους άνδρες στην εξεύρεση εργασίας σε ποσοστό 3,2%, εν τούτοις οι ίδιες δεν φαίνεται να το αποδίδουν στις ιδιαιτερότητες που συνεπάγεται το φύλο τους. Το 98,3% των ανδρών και το 97,8% των γυναικών (p= 0,537> 0,05) δηλώνουν ότι δεν αντιμετώπισαν καμία δυσκολία στην εξεύρεση εργασίας εξαιτίας του φύλου τους. Περεταίρω επισκόπηση των αιτιακών αποδόσεων για τις δυσκολίες εξεύρεσης εργασίας αναδεικνύει την έλλειψη αντίστοιχων ειδικοτήτων στην αγορά εργασίας ως τον πρώτο λόγο για την ανεργία των γυναικών. Συγκεκριμένα, το 9,6% των γυναικών σε αντιδιαστολή με το 4,8% των ανδρών πιστεύουν ότι αδυνατούν να απασχοληθούν λόγω χαμηλής ζήτησης της ειδικότητάς τους, ενώ η προηγούμενη εμπειρία, η κατάρτιση και το φύλο είναι παράγοντες για τους οποίους άνδρες και γυναίκες απόφοιτοι παρουσιάζουν όμοιες αιτιακές αποδόσεις.


Πίνακας 1 : Δυσκολίες εξεύρεσης εργασίας λόγω φύλου

Αντιμετωπίσατε δυσκολίες στην εύρεση εργασίας λόγω του φύλου σας;
Ναι Όχι Σύνολο
Άνδρας 1,70% 98,30% 100%
Γυναίκα 2,20% 97,80% 100%

Οι πτυχιούχοι του Πανεπιστημίου έχουν να αντιμετωπίσουν τις ακόλουθες μορφές ανεργίας:
Την ανεργία τριβής που οφείλεται στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί, καθώς ένας εργαζόμενος μετακινείται από μια δουλειά σε μια άλλη. Η μετάβαση αυτή δεν μπορεί να γίνει αυτόματα, αλλά απαιτείται ένα χρονικό διάστημα, το οποίο ποικίλει από άνεργο σε άνεργο και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως διαθέσιμες θέσεις εργασίας, το χρόνο που διαρκεί η αναζήτηση νέας εργασίας κ.λ.π.
Την εποχική ανεργία που οφείλεται στο χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας, το οποίο εμφανίζεται σε ορισμένους κλάδους της οικονομίας σε κάποιες συγκεκριμένες εποχές του χρόνου.
Την κυκλική ανεργία ή ανεργία ελλιπούς ζήτησης, η οποία ορίζεται ως η ακούσια παραμονή εκτός παραγωγής, εξαιτίας της μειωμένης ζήτησης προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτή η μορφή ανεργίας είναι αποτέλεσμα της επιβράδυνσης της ανάπτυξης που επέρχεται στα πλαίσια του λεγόμενου οικονομικού κύκλου και της συνακόλουθης αδυναμίας απορρόφησης της αύξησης του εργατικού δυναμικού.
Τη διαρθρωτική ανεργία, που αποδίδεται κυρίως στην αναντιστοιχία των απαιτήσεων των εργοδοτών με τις δεξιότητες και τα προσόντα που διαθέτουν οι άνεργοι.
Βασικός παράγοντας διαμόρφωσης των επαγγελματικών προσδοκιών των νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας είναι το επίπεδο εκπαίδευσης του υποψήφιου. Το υψηλό επίπεδο των προσδοκιών μπορεί να προκαλέσει χρόνους εργασιακά κενούς, όταν η αναζήτηση εργασίας πραγματοποιείται σε αγορές, όπου οι προσφερόμενες συνθήκες απασχόλησης αποκλίνουν από τις προσδοκώμενες. (Ρενταρή, 2005)
Αντίθετα, ο χρόνος παρουσίας των υποκειμένων στην αγορά εργασίας (συν)διαμορφώνει και μεταβάλλει το επίπεδο των προσδοκιών. Οι νεοεισερχόμενοι, λόγω της ελλιπούς γνώσης που έχουν για τις επικρατούσες συνθήκες απασχόλησης, διατηρούν τους όρους αποδοχής και αξιολόγησης των θέσεων εργασίας σε ουτοπικά υψηλά επίπεδα. Το γεγονός αυτό, έχει σημαντική επίδραση στην επαγγελματική τους αποκατάσταση, δεδομένου ότι αναστέλλει τους χρόνους έναρξης της επαγγελματικής ζωής. Ωστόσο, βραχυπρόθεσμα η τριβή με την αγορά εργασίας και η εμπειρία με τον χώρο απασχόλησης, συμβάλλει στην άμβλυνση των διαφορών και στη σταδιακή ενσωμάτωσή τους στην αγορά εργασίας.
Αντιστοίχως, η ασθενέστερη εκδοχή της θεωρίας του φίλτρου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, σε μια προσπάθεια της να ενισχύσει την αρχική της προσέγγιση, διαπιστώνει το πρόβλημα της υπερεκπαίδευσης. Συγκεκριμένα αναγνωρίζει ότι, η γενικότερη ποσοστιαία αύξηση των ατόμων με υψηλή κατάρτιση, μπορεί να οδηγήσει σε επιλογές προσωπικού που η εκπαίδευσή του ξεπερνά τις αναγκαίες εργασιακές απαιτήσεις. Κατ’ αυτήν την έννοια, η υπερεκπαίδευση μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη υπερπροσφοράς πτυχιούχων σε μια αγορά, που δεν δύναται να απορροφήσει την πλειονότητά τους. Αποτέλεσμα αυτού μπορεί να είναι η μείωση της οικονομικής απόδοσής της εκπαίδευσής του.
Θετικό εύρημα της έρευνας είναι ότι οι απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αιγαίου σε ποσοστό 52,4% βρήκαν κατευθείαν δουλειά, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό 32,6% έχουν μείνει μία φορά άνεργοι. Το 6,7% των αποφοίτων έχει μείνει άνεργο δύο φορές, το 3,5% τρεις φορές, το 2,1% τέσσερις φορές και το 2,7% πέντε ή περισσότερες φορές.














Γράφημα 4: Συχνότητα ανεργίας αποφοίτων Πανεπιστημίου Αιγαίου



Στο γράφημα 5 παρουσιάζεται ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της απασχόλησης των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Συγκεκριμένα, το 30,4% των αποφοίτων βρήκαν εργασία μέσα στο πρώτο εξάμηνο από την αποφοίτησή τους, ενώ το 19% μέσα στον πρώτο μήνα. Το 15% βρήκε εργασία στον πρώτο χρόνο, το 13,4% χρειάστηκε δύο χρόνια, το 13,4% επίσης παρέμεινε άνεργο για πάνω από δύο χρόνια και το 8,7% είχε εξασφαλίσει εργασία κατά τη διάρκεια των σπουδών του.

Γράφημα 5: Χρονικό διάστημα μεταξύ αποφοίτησης και πρώτης εργασίας


Πιο συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι απόφοιτοι, που αποτελούν και το μεγαλύτερο ποσοστό δηλώνουν πως έχουν εμπειρία σημαντικής απασχόλησης έως σήμερα, (κρίνοντας τη συνολικά με δικά τους προσωπικά κριτήρια).
Όσον αφορά στην πρώτη σημαντική τους απασχόληση, ήταν μισθωτοί στον ιδιωτικό τομέα, κυρίως μιλάμε για σταθερή απασχόληση (σύμβαση αορίστου χρόνου), με συνολικές καθαρές μηνιαίες αποδοχές από 500 έως 900 ευρώ. Βρήκαν αυτή την απασχόληση από 1 έως 6 μήνες μετά την αποφοίτηση τους, διάστημα που μπορεί να χαρακτηρισθεί αρκετά σύντομο αλλά και ευοίωνο για τους μελλοντικούς φοιτητές του ΠΑ. Εξίσου θετικό είναι ότι η αντιστοιχία των σπουδών τους με την απασχόληση τους είναι απόλυτη, αν και πρόκειται κυρίως για τον ιδιωτικό τομέα. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα προγράμματα πρακτικής άσκησης δεν βοήθησαν καθόλου στην εύρεση της εργασίας τους, αποτέλεσμα που πρέπει να ερευνηθεί από το ΠΑ έτσι ώστε να βελτιωθούν αυτά τα προγράμματα για να μπορούν να φέρουν πραγματικά τους φοιτητές σε άμεση επαφή με την αγορά εργασίας αφού είναι και τα μοναδικά ακαδημαϊκά προγράμματα με αυτό το σημαντικό ρόλο.
Στην σημερινή τους απασχόληση είναι κυρίως μισθωτοί στον ιδιωτικό τομέα αλλά παράλληλα σημαντικό ποσοστό συγκεντρώνει και ο δημόσιος που ίσως δικαιολογείται και από την φύση των τμημάτων του πανεπιστημίου π.χ δάσκαλοι, νηπιαγωγοί, μαθηματικοί. Ο μικρός αριθμός των συμβάσεων αποτελεί θετική εξέλιξη, εν αντιθέσει με τον περιορισμένο αριθμό των αυτοαπασχολούμενων που ανέρχεται μόνο στο 8,9%. Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές τους κυμαίνονται από 900 έως 1100 ευρώ, διαπιστώνοντας μία λογική αύξηση του μισθού τους σε σύγκριση με την πρώτη τους απασχόληση. Πρόκειται για σταθερή εργασία ιδιωτικού τομέα (σύμβαση αορίστου χρόνου) ή δημοσιοϋπαλληλική. Ο βαθμός αντιστοιχίας των σπουδών τους με την αγορά εργασίας παραμένει απόλυτος.
Την δουλειά τους την βρήκαν πρωτίστως μέσω διαγωνισμού, γεγονός που εξηγείται όπως έχουμε προαναφέρει από την φύση των πανεπιστημιακών τμημάτων που οδηγούν πολύ συχνά στον δημόσιο τομέα. Ακολουθούν οι οικογενειακές γνωριμίες και οι φίλοι που μας δείχνει πόσο σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα κοινωνικά δίκτυα ακόμη και για τους αποφοίτους πανεπιστημίου. Αμέσως την επόμενη θέση κατέχουν οι αγγελίες μέσω του τύπου και του διαδικτύου, ενώ πολύ μικρό είναι το ποσοστό που συγκεντρώνει ο ΟΑΕΔ, μόλις 3,6% εάν αναλογιστεί κανείς πως είναι ο μόνος κρατικός φορέας με ειδίκευση στον τομέα της εύρεσης εργασίας. Επίσης έρχεται να προστεθεί το γεγονός ότι πολλοί από τους αποφοίτους δεν έχουν συμμετάσχει ποτέ σε πρόγραμμα κατάρτισης ή σε επιδοτούμενη θέση εργασίας. Αποτελέσματα πολύ ανησυχητικά για το ρόλο και τη λειτουργία αυτού του κρατικού φορέα. Αλλά ποτέ δεν τους βοήθησε και η πρακτική τους άσκηση στην εύρεση της εργασίας τους γεγονός που το επισημάναμε ξανά.
Η χρονική διάρκεια που απαιτήθηκε για να βρεθεί η σημερινή εργασία των αποφοίτων είναι ένας μήνας, κάτι το οποίο είναι πολύ αισιόδοξο και ενθαρρυντικό, βλέποντας παράλληλα πως η διάρκεια εύρεσης της εργασίας τους έχει μειωθεί αρκετά σε σύγκριση με την πρώτη τους δουλειά. Φαίνεται επίσης ότι το πέρασμα από την πρώτη εργασία τους στην σημερινή τους απασχόληση έγινε σχεδόν αμέσως αφού δηλώνουν ότι έχουν αλλάξει κατά μέσο όρο 1 φορά τη δουλειά τους, και πως δεν έχουν μείνει άνεργοι ποτέ.
Στο σύνολο τους είναι πολύ ευχαριστημένοι από την εργασία τους, πιστεύουν ότι υπάρχουν θετικές προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης γι’ αυτούς στην σημερινή τους δουλειά, και αισθάνονται ασφάλεια ότι δεν θα χάσουν την εργασίας τους. Αποτελέσματα πολύ καλά για την ψυχική υγεία.
Συνήθως, ο δημόσιος τομέας ικανοποιεί τις απαιτήσεις του εξειδικευμένου προσωπικού περισσότερο, από ότι ο ιδιωτικός. Το γεγονός αυτό προκύπτει τόσο από τις ευνοϊκές εργασιακές ρυθμίσεις του δημοσίου, όσο και από την αδυναμία ανταγωνιστικής ανάπτυξης της ιδιωτικής αγοράς. Συγκεκριμένα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις του ελεύθερου εμπορίου, ο χαμηλός τζίρος, οι άτυπες σχέσεις εργασίας και η έλλειψη εξειδικευμένων αντικειμένων, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο απασχόλησης μη συμβατό με τις δυνατότητες απόδοσης των εργαζομένων, αλλά και με τις επιθυμίες τους. Για τους λόγους αυτούς ενισχύεται η υπεροχή του δημοσίου τομέα, εφόσον οι εργαζόμενοι μπορούν να αποσβέσουν τα δαπανηθέντα ποσά, ενώ παράλληλα τους δίνεται και η δυνατότητα να εφαρμόσουν, εν μέρει, τις δεξιότητές τους. (Ρενταρή, 2005)
Σε αυτό το σημείο, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στους τρόπους με τους οποίους επιτυγχάνεται η εργασιακή ενσωμάτωση. Ο νεοεισερχόμενος στην αγορά εργασίας είτε αξιοποιεί τον κενό εργασιακό χρόνο διερευνώντας εντατικά τις δυνατότητες ένταξης με όρους που να ικανοποιούν τις προσωπικές του απαιτήσεις, είτε ελαχιστοποιεί τις προσδοκίες του για να μπορέσει να εργασθεί. Για την πρώτη περίπτωση, το ενδεχόμενο της γεωγραφικής μετακίνησης προς μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας είναι σχεδόν βέβαιη, όταν η περιφερειακή αγορά δεν δύναται να τον ικανοποιήσει. Για την δεύτερη περίπτωση, η συνήθης πρακτική είναι η ένταξή του σε προσωρινές θέσεις εργασίας, με συνθήκες απασχόλησης που αποκλίνουν από τις προσδοκώμενες.
Όσον αφορά στις ειδικότητες στις οποίες απασχολούνται τα δύο φύλα, παρατηρούμε (πίνακας 2) ότι οι γυναίκες εργάζονται πιο συχνά ως μισθωτοί στο δημόσιο τομέα (84,3% για τις γυναίκες και 15,7% για τους άνδρες), στις συμβάσεις έργου που έχουν συνάψει με το δημόσιο τομέα (61,5% για τις γυναίκες και 38,5% για τους άνδρες) και ως βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση (80% για τις γυναίκες και 20% για τους άνδρες) από ότι οι άνδρες. Αντίθετα, οι άνδρες σε μεγαλύτερο ποσοστό είναι εργοδότες από ότι οι γυναίκες (80% για τους άνδρες και 20% για τις γυναίκες). Στις υπόλοιπες ειδικότητες, τα ποσοστά των ανδρών και γυναικών είναι παρόμοια, έχοντας μία απόκλιση έως 15%. Γενικότερα, παρατηρείται ότι οι άνδρες είναι πιο πιθανό να απασχοληθούν στον ιδιωτικό τομέα, είτε ως μισθωτοί, είτε έχοντας σύμβαση, ενώ οι γυναίκες απασχολούνται συχνότερα στο δημόσιο τομέα. Οι διαφορές στις συχνότητες είναι στατιστικώς σημαντικές (p= 0,000< 0,01).

Πίνακας 2: Θέση στο επάγγελμα ανά φύλο

Ειδικότητες Άνδρας Γυναίκα Σύνολο
Μισθωτός στον ιδιωτικό τομέα 42,40% 57,60% 100%
Μισθωτός στο δημόσιο τομέα (στενό ή ευρύτερο) 15,70% 84,30% 100%
Συμβασιούχος έργου απασχολούμενος κυρίως σε έναν εργοδότη (ιδιωτικός τομέας) 46,70% 53,30% 100%
Συμβασιούχος έργου απασχολούμενος κυρίως σε έναν εργοδότη (δημόσιος τομέας) 38,50% 61,50% 100%
Αυτοαπασχολούμενος χωρίς προσωπικό 48,10% 51,90% 100%
Αυτοαπασχολούμενος με προσωπικό (εργοδότης) 80,00% 20% 100%
Βοηθός στην οικογενειακή επιχείρηση 20% 80% 100%


Οι εκτιμήσεις των δύο φύλων, αναφορικά με το βαθμό αντιστοιχίας των σπουδών τους με τη σημερινή απασχόληση, δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες ποσοστιαίες διαφορές. Οι απαντήσεις των δύο φύλων εμφανίζουν μικρή απόκλιση όταν εκτιμούν ότι η σημερινή τους απασχόληση σχετίζεται με τις σπουδές τους αρκετά ή καθόλου. Παρατηρούμε ότι το ποσοστό των ανδρών που θεωρούν ότι η σημερινή τους απασχόληση σχετίζεται αρκετά με τις σπουδές τους ξεπερνάει το ποσοστό των γυναικών κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες (32,7% για τους άνδρες και 26,8% για τις γυναίκες). Αντίθετα, το ποσοστό των γυναικών είναι μεγαλύτερο από αυτό των ανδρών (18,7% και 11,2% αντίστοιχα), όταν οι συμμετέχοντες θεωρούν ότι η σημερινή τους απασχόληση δεν σχετίζεται καθόλου με το αντικείμενο των σπουδών τους. Η συσχέτιση δεν είναι στατιστικώς σημαντική (p= 0,374> 0,05).

Γράφημα 6: Βαθμός αντιστοιχίας σπουδών με απασχόληση αποφοίτων



Με τον όρο εργασιακή ικανοποίηση νοείται η εσωτερική ικανοποίηση που αισθάνεται ο εργαζόμενος από την απασχόλησή του και είναι συνισταμένη πολλών παραγόντων, όπως για παράδειγμα η αξία που προσδίδει ο ίδιος στο έργο το οποίο επιτελεί, οι περιβαλλοντικοί εργασιακοί παράγοντες, οι υλικές και ηθικές ανταμοιβές που έχει κ.α.
Οι θεωρίες των κινήτρων εντάσσονται σε δύο κατηγορίες: αυτές που αφορούν το περιεχόμενο περιεχομένου και οι θεωρίες διαδικασίας. Οι πρώτες υποθέτουν ότι όλα τα άτομα έχουν το ίδιο σύνολο αναγκών και επομένως δίνουν έμφαση στον καθορισμό των χαρακτηριστικών που, αν πληρούνται, εξασφαλίζουν εργασιακή ικανοποίηση. Οι θεωρίες διαδικασίας τονίζουν τις διαφορές στις ανάγκες των ανθρώπων και εστιάζουν στις γνωστικές και συναισθηματικές ανισορροπίες που δημιουργούνται εξαιτίας αυτών.
Ο Maslow ιεράρχησε τα κίνητρα της συμπεριφοράς και η θεωρία του έγινε γνωστή ως «ιεράρχηση των αναγκών». Σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή μόλις ικανοποιηθεί μια ανάγκη αυτή παύει να παρακινεί την συμπεριφορά τους και αρχίζουν να κινητοποιούνται από άλλες ανάγκες που βρίσκονται στο επόμενο επίπεδο. Όταν οι εργαζόμενοι ικανοποιήσουν τις ανάγκες επιβίωσής τους, προσπαθούν να εκπληρώσουν τις ανάγκες ασφάλειας. Όταν η εργασία είναι ασφαλής θα επιδιώξουν να ικανοποιήσουν τις κοινωνικές ανάγκες και εάν πετύχουν και αυτό τότε θα επιδιώξουν την επίτευξη του τελευταίου τους στόχου, της αυτό -πραγμάτωσης
Τα πλεονεκτήματα της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, έστω και σε θέσεις που δεν συνάδουν με το αντικείμενο εκπαίδευσής είναι η γνώση της αγοράς που αποκτάται, η διάγνωση των αναγκών κατάρτισης, οι συμβάσεις εργασίας, η ανάπτυξη εργασιακών δεξιοτήτων (κοινωνικότητα και υπευθυνότητα) και η προσωπική δικτύωση με άτομα πέρα από τον ευρύτερο συγγενικό και φιλικό πλαίσιο. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις τα παραπάνω οφέλη φαίνονται να υπερκαλύπτουν το χαμηλό ποσοστό εργασιακής ικανοποίησης από το είδος των υπηρεσιών που παρέχουν.
Ο Hertzberg εισήγαγε τη θεωρία των δύο παραγόντων, η οποία εξετάζει τα κίνητρα και τους παράγοντες που καθιστούν ένα εργασιακό περιβάλλον ‘υγιές’. Η ικανοποίηση και η δυσαρέσκεια από την εργασία προκαλούνται από δύο σύνολα διαφορετικών παραγόντων. Οι παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για ένα εργασιακά υγιές κλίμα περιλαμβάνουν το μισθό, το κοινωνικοσυναισθηματικό κλίμα της επιχείρησης- οργανισμού, το περιβάλλον εργασίας, τις εργασιακές πολιτικές της επιχείρησης και τη σχέση του εργαζομένου με τους συναδέλφους του. Οι παράγοντες κινήτρων περιλαμβάνουν την υπευθυνότητα , τη γνώση, την εργασιακή εξέλιξη, την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων. Η ύπαρξη παραγόντων «υγιεινής» δεν μπορούν, σύμφωνα με Hertzberg, να παρακινήσουν τους υπαλλήλους αλλά μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τη δυσαρέσκεια, εάν χρησιμοποιηθούν κατάλληλα.
Στη βιβλιογραφία της εργασιακής ικανοποίησης καταγράφεται συσχέτιση μεταξύ της εργασιακής απόδοσης λόγω έλλειψης ικανοποίησης και της συστηματικής αποχής από την εργασία. Ο Κάντας, (1998) έδειξε ότι ο συσχετισμός μεταξύ της ικανοποίησης εργασίας και της παραγωγικότητας είναι 0.17. Αποδεικνύεται έτσι ότι ένας ικανοποιημένος υπάλληλος δεν είναι απαραίτητα παραγωγικός.

Γράφημα 7: Ικανοποίηση από την απασχόληση


Ένα σημαντικό ποσοστό αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου έχει ολοκληρώσει ή παρακολουθεί μεταπτυχιακές σπουδές όπως φαίνεται στο γράφημα 8. Πρέπει να τονιστεί ότι κατά τα πρώτα έτη λειτουργίας του το Πανεπιστήμιο Αιγαίου απορρόφησε ένα μεγάλο ποσοστό προπτυχιακών αποφοίτων του σε μεταπτυχιακές σπουδές ή σε ερευνητικά προγράμματα που πραγματοποιούσε. Διαπιστώνεται ότι οι γυναίκες απόφοιτοι έχουν μεγαλύτερο ποσοστό παρακολούθησης μεταπτυχιακών προγραμμάτων (52,9%) σε σχέση με αυτό των ανδρών (47,1%).



Γράφημα 8: Ποσοστό αποφοίτων Πανεπιστημίου Αιγαίου που έχουν πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές



Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση των ατόμων που έχουν ή δεν έχουν ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές και της σημερινής τους εργασιακής κατάστασης. Όσοι δεν έχουν ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές εμφανίζουν μεγαλύτερα ποσοστά απασχόλησης (86,2%). Παράλληλα όμως η ανεργία τους φτάνει το 10,7% σε αντιδιαστολή με το 8,5% όσων παρακολουθούν ή έχουν ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές. Αυτοί που έχουν μεταπτυχιακές σπουδές, απασχολούνται σε ποσοστό 81,9%, γεγονός που αποδίδεται στο ότι δεν είναι οικονομικά ενεργοί. Οι διαφορές αυτές είναι στατιστικώς σημαντικές (p= 0,021< 0,05).
Γράφημα 9: Μεταπτυχιακές σπουδές και κατάσταση απασχόλησης

Οι διαφορές στις δύο ομάδες γίνονται πιο ουσιαστικές εάν εξεταστεί το είδος της απασχόλησης. Συγκεκριμένα, οι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων εργάζονται συχνότερα ως αυτοαπασχολούμενοι και ως εργοδότες. Αντίθετα, αυτοί που δεν κατέχουν μεταπτυχιακό τίτλο απασχολούνται ως υπάλληλοι στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα.
Μία σημαντική παρατήρηση είναι ότι οι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου εργάζονται συνήθως σε ερευνητικά προγράμματα του Πανεπιστημίου Αιγαίου και έχουν συμβάσεις έργου. Αντίθετα, όσοι δεν ασχολήθηκαν με μεταπτυχιακές σπουδές είχαν την ευκαιρία να ενταχθούν γρηγορότερα στην αγορά εργασίας.

Γράφημα 10: Μεταπτυχιακά με θέση στο επάγγελμα




Η διόγκωση της ανεργίας σήμερα αναγκάζει πολλούς ερευνητές να την αποδίδουν με τον όρο «μαζική ανεργία». Οι παραδοσιακές πολιτικές δεν αποδίδουν γιατί ούτε η οικονομική ανάπτυξη φαίνεται να επιδρά σημαντικά στη μείωση της ανεργίας, ούτε τα υπάρχοντα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης την επηρεάζουν. Ιδιαίτερη σημασία για την αύξησή της έχουν οι διαρθρωτικοί παράγοντες της σύγχρονης κοινωνίας, όπως η μετάβαση στη μεταβιομηχανική κοινωνία, η διεθνοποίηση της οικονομίας και η τεχνολογία. Έντονη είναι η «τριτογενοποίηση» της οικονομίας και η μετάβασή της προς την κυριαρχία των υπηρεσιών. Στο εσωτερικό των δυτικών κυρίως κοινωνιών πραγματώνεται ένας μετασχηματισμός από τη βιομηχανική κοινωνία στη κοινωνία της γνώσης. Στην κοινωνία της γνώσης το εκπαιδευμένο άτομο αποτελεί το έμβλημα και το σύμβολο της κοινωνίας. Στην αγορά εργασίας και στον κόσμο των επιχειρήσεων η συνεχής εκπαίδευση αποτελεί αναπόσπαστο λειτουργικό στοιχείο, αφού η παραγωγικότητα ολοένα και περισσότερο εξαρτάται από τις δεξιότητες και τη γνώση των εργαζομένων. Η εισαγωγή των τεχνολογιών στις επιχειρήσεις μεταβάλλει την οργάνωσή τους, αλλά και τον τρόπο και την μορφή της εργασίας. Με τη σειρά τους οι τεχνολογίες απαιτούν κατάλληλο εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο να μπορεί να ανταποκρίνεται στις συνεχείς εξελίξεις. Οι τεχνολογικές εξελίξεις οδηγούν σε δραστικές ανακατατάξεις μεταξύ των παραγωγικών κλάδων και επιτείνουν την ανάγκη για εξειδίκευση, για νέα προϊόντα, υπηρεσίες και αγορές. Όσοι από τους εργαζόμενους δεν διαθέτουν την απαραίτητη ευελιξία και τεχνογνωσία κινδυνεύουν να περιθωριοποιηθούν.
Η κατάρτιση θεωρείται κρίσιμη μεταβλητή για την ενσωμάτωση του ατόμου σε μια (μεταβιομηχανική) αγορά, στο μέτρο που συμβάλλει σε αυτό. Το ενδιαφέρον, δε για τα εκπαιδευτικά θέματα παραμένει μόνιμο και εν πολλοίς καθολικό, ενώ οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις αφορούν την ανάπτυξη και την ποιοτική αναβάθμιση των δομών κατάρτισης. Άλλωστε ένα μεγάλο μέρος της ανεργίας αποδίδεται στην αναντιστοιχία προς εργασιακών δεξιοτήτων με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες των εργοδοτών.
Ωστόσο, θεωρητικά ερωτήματα που προκύπτουν, αφορούν την δυνατότητα ενσωμάτωσης των ατόμων με υψηλή εκπαίδευση σε οικονομίες, που το επίπεδο ανταγωνιστικότητας υπολείπεται των δυνατοτήτων απόδοσης τους. Ερωτήματα, δηλαδή, που αφορούν την σχέση κατάρτιση => ενσωμάτωση = αναμενόμενες αποδόσεις των χρόνων κατάρτισης. Η άθροιση των δαπανηθέντων ποσών για την Παιδεία διαμορφώνει τις συνθήκες αποδοχής, που το άτομο κρίνει ως ικανοποιητικές, για την αξιολόγηση των προσφερόμενων θέσεων. Η διαπίστωση αυτή, συνάδει και με τα ευρήματα της έρευνας των Quinn και Rubb (2005), οι οποίοι εκτιμούν ότι για κάθε πρόσθετο χρόνο εκπαίδευσης, οι προσδοκίες για το επίπεδο του μισθού αυξάνονται κατά 6,5 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτά τα στοιχεία, σύμφωνα με την θεωρία του ανθρωπίνου κεφαλαίου, εξηγούν και την απόφαση των ατόμων να παρακολουθήσουν διάφορα υποχρεωτικά και μη υποχρεωτικά προγράμματα εκπαίδευσης.
Έχει γίνει ευρέως κατανοητό ότι τις τελευταίες δεκαετίες λόγω των ραγδαίων κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων και των συνακόλουθων επιπτώσεων από την επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη και τη διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς βιώνουμε ραγδαίες διαφοροποιήσεις σε πλανητικό πλέον επίπεδο. Από τη μια μεριά καταγράφονται διαδικασίες και διεργασίες που αποβαίνουν συνεχώς αδιαφανείς και παρέχουν δυσκολίες στη διαχείρισή τους. Αβεβαιότητα, αμφιβολία και ανασφάλεια καταγράφονται στην κοινωνική συμβίωση, έτσι ώστε δικαιολογημένα οι κοινωνιολόγοι Beck και Giddens να ομιλούν για την ανάδυση της «κοινωνίας της επικινδυνότητας» (risk society) ως ένα νέο κοινωνικό παράδειγμα και μάλιστα ως αναμενόμενο αποτέλεσμα των διαδικασιών εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης.
Οι αλλαγές αυτές συνδέονται κυρίως με την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών, την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας με κύριο χαρακτηριστικό την συγκέντρωση, ενδυνάμωση, διεθνοποίηση του κεφαλαίου, τις ιδιωτικοποιήσεις (ως πρακτική και ως ιδεολογία) και τη συρρίκνωση του Κοινωνικού Κράτους, τη διαρκή αναδιάρθρωση της δομής των επιχειρήσεων και της οργάνωσης της παραγωγής της εργασίας, τη διεύρυνση του τομέα των υπηρεσιών και την ενίσχυση του ρόλου των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την εντατικοποίηση της γνώσης και την αυξανόμενη σημασία της δια βίου εκπαίδευσης και επιμόρφωσης («Κοινωνίες της Γνώσης»), την εισαγωγή των νέων ευέλικτων μορφών απασχόλησης, τη λειτουργική ευελιξία (εμπλουτισμός εργασίας, ευελιξία καθηκόντων, αλλαγή αντικειμένου εργασίας, πολυδεξιότητες, ευέλικτες ομάδες εργασίας), την οικονομική ευελιξία (ευελιξία αμοιβών, διαφοροποίηση μισθών κ.α.), την ευελιξία στο χρόνο εργασίας (από τη μερική απασχόληση μέχρι την απασχόληση όταν ζητηθεί από τον εργοδότη), την αριθμητική ευελιξία (αυξομείωση αριθμού εργαζομένων, συμβάσεις εργασίας περιορισμένου χρόνου, αποφυγή προσλήψεων, απολύσεις, κ.α.), την ευελιξία τόπου εργασίας, (εργασία στο σπίτι, τηλεργασία, κ.α.) και τέλος με την ευελιξία της εργασιακής ζωής (π.χ. πρόωρη συνταξιοδότηση για διάφορους λόγους).
Στα πλαίσια αυτού του παραδείγματος διακρίνει κανείς διαφοροποιήσεις και αβεβαιότητα στις κοινωνικές και εργασιακές σχέσεις, στις “βιογραφίες” των ατόμων, στο τρόπο ζωής, στην αντίληψη της πραγματικότητας, τις εκμεταλλευτικές σχέσεις με τη φύση και την όξυνση των προβλημάτων. Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε την οποιασδήποτε μορφής κοινωνική παθογένεια, τις διαδικασίες και καταστάσεις κοινωνικού αποκλεισμού, την πολυπολιτισμικότητα κλπ. Το παλιό συμβόλαιο αποτελούσε μία μακροπρόθεσμη συμφωνία σχέσεων και βασιζόταν στην ασφάλεια και στην αμοιβαία «αφοσίωση». Το νέο συμβόλαιο εργασίας τείνει να είναι όλο και περισσότερο βραχείας διάρκειας συμφωνία η οποία βασίζεται κυρίως σε οικονομική ανταλλαγή, ενώ η «αφοσίωση» με την παλιά έννοια έχει εξαλειφθεί. Κάτω από τα νέα δεδομένα το συμβόλαιο αυτό χρειάζεται συχνά να επαναδιαπραγματεύεται και τα άτομα-εργαζόμενοι αναλαμβάνουν την ευθύνη (ή τη μεγαλύτερη ευθύνη) για την ανάπτυξη της καριέρας τους και την ευθύνη για την απόκτηση νέων δεξιοτήτων και γνώσεων που τα καθιστούν χρήσιμα, η ασφάλεια δεν συνδέεται με την απασχόληση και με την έννοια αυτή η ασφάλεια δεν πρέπει να αναζητείται στο χώρο εργασίας, αλλά το άτομο αναλαμβάνει την ευθύνη αναζήτησης αυτής της αξίας (ασφάλεια εργασίας), στη σύγχρονη κάτω από συνθήκες κινδύνου αγορά εργασίας. Καθώς στο μέλλον προβλέπεται ότι το άτομo θα αλλάζει 5-7 ειδικότητες /επαγγέλματα/ πλαίσια απασχόλησης, η ασφάλεια συνδέεται με την απόκτηση - άθροιση δεξιοτήτων και φήμης που μπορούν να επενδυθούν σε νέες ευκαιρίες απασχόλησης.
Η εισαγωγή ελαστικών μορφών απασχόλησης (μερική απασχόληση, συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, επιδοτούμενη απασχόληση, τηλεργασία) αποτελούν έννοιες άγνωστες για τους εργαζομένους που δεν έχουν προετοιμαστεί κατάλληλα για τα νέα αυτά δεδομένα και δεν είναι ευέλικτοι στις επιλογές τους. Ως «ευελιξία» ορίζεται, στη διεθνή βιβλιογραφία, η ικανότητα προσαρμογής ενός συστήματος, χώρου, επιχείρησης, ομάδας ή ατόμου, στις αλλαγές του περιβάλλοντός του, ενδογενείς, ή εξωγενείς. Η ευελιξία στο χρόνο εργασίας, στα συμβόλαια μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών δημιουργούν διαφορετικές μορφές οργάνωσης της απασχόλησης. Σε αυτές περιλαμβάνεται η μερική απασχόληση, η κοινή εργασία, το ευέλικτο ωράριο και η τηλεργασία.
Για τους φοιτητές η μετάβαση από την οικονομία που κυριαρχούσε η βιομηχανική παραγωγή σε μια οικονομία με κυρίαρχο τον τομέα των υπηρεσιών σημαίνει – πέρα από άλλες ανακατατάξεις- διαδικασίες «ευελιξίας» στον εργασιακό χώρο, της οποίας δύο κοινά χαρακτηριστικά είναι η «απεξειδίκευση της εργασίας , που συνδέεται με την απασχολησιμότητα των εργαζομένων, δηλ. την ικανότητά τους να εργάζονται σε περισσότερο από μια και μοναδική εργασιακή θέση, και η «ευελιξία» εντός του εργασιακού οργανισμού ως προς την οργάνωση και τις ώρες εργασίας. Η απεξειδίκευση, προκαλεί εργασιακή αβεβαιότητα σε ένα μεγάλο τμήμα εργαζομένων. Μέχρι πρόσφατα οι περισσότεροι εργαζόμενοι είχαν μια οροθετημένη περιγραφή της εργασίας τους και των καθηκόντων τους, που εξειδίκευε τις προσδοκίες της εργοδοσίας από αυτούς. Σήμερα η έννοια της συγκεκριμένης εργασίας και θέσης μέσα στον εργασιακό οργανισμό χάνει το παραδοσιακό της νόημα, γιατί αντικαθίσταται από συνεργασίες στη μορφή εργασιακών δικτύων που διαμορφώνουν και υλοποιούν ένα πρόγραμμα Όλα αυτά έχουν ως επακόλουθο οι διάφοροι εργασιακοί οργανισμοί, είτε δημόσιοι είτε ιδιωτικοί να τείνουν συνεχώς στη μείωση του αριθμού των εργαζόμενων με μόνιμη θέση, ενώ οι υπόλοιποι ανήκουν στην “περιφέρεια” ευέλικτων εργασιακών συμβάσεων και “περιφερειακών” συμβολαίων Παρατηρείται. μια οπισθοχώρηση της έννοιας της εφ’ όρου ζωής εργασίας με αυξανόμενη την τάση ευέλικτων εργασιακών σχέσεων.
Η επιχειρηματικότητα, που θα μπορούσε να αποτελέσει λύση στα παραπάνω προβλήματα δεν είναι κυρίαρχη κουλτούρα των νέων γενικότερα: τα κίνητρα είναι περιορισμένα, η γραφειοκρατία μεγάλη, οι φοροαπαλλαγές ελάχιστες και το σύστημα παιδείας και η οικογένεια προτρέπουν περισσότερο για εργασίες που παρέχουν ασφάλεια και σταθερότητα. Στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου η διάθεση για επιχειρηματικότητα βρίσκεται αρκετά ψηλά (33,6%), ποσοστό που μπορεί να δικαιολογηθεί από τη φύση των γνωστικών αντικειμένων των τμημάτων.

Γράφημα 11: Διάθεση για επιχειρηματικότητα των αποφοίτων




Η ανδρική διάθεση για επιχειρηματικότητα παρουσιάζει υψηλότερο ποσοστό (47,8%) σε σύγκριση με τη γυναικεία (26,2%), ποσοστιαία διαφορά 21,6 μονάδων. Η συγκεκριμένη παρατήρηση αποτελεί σημαντικό εύρημα, αφού απεικονίζει τη διάθεση των γυναικών για επαγγελματική αποκατάσταση με λιγότερους κινδύνους. Η τάση αυτή είναι περισσότερο προσωπική επιλογή των γυναικών, όπως φαίνεται στο γράφημα 13.
Γράφημα 12: Ανδρική και Γυναικεία διάθεση για επιχειρηματικότητα



Εξίσου σημαντικά ευρήματα προκύπτουν και από την επεξεργασία των αποτελεσμάτων ανά φύλο, με βάση την οποία καταφαίνονται οι διαφοροποιήσεις στα πρότυπα και στις προτεραιότητες των δύο φύλων.

Ανάλυση ανά φύλο
Η παρούσα έρευνα δεν είχε αποκλειστικό σκοπό να μελετήσει την απορρόφηση των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου από την αγορά εργασίας, αλλά και να μελετήσει τον βαθμό ικανοποίησης των αποφοίτων από τις σπουδές τους. Ο βαθμός ικανοποίησής τους είναι δυνατό να αποτελέσει το έναυσμα για την τροποποίηση και τη βελτίωση του προγράμματος σπουδών του εκάστοτε τμήματος, έτσι ώστε αυτό όχι μόνο να συμβάλλει αποτελεσματικά για την εξεύρεση εργασίας, αλλά και να ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντα και στις προσδοκίες των φοιτητών. Οι απαντήσεις των συμμετεχόντων (ανδρών και γυναικών) δεν διαφοροποιούνται ως προς τον βαθμό ικανοποίησής τους, αφού και τα δύο φύλα, στο μεγαλύτερο βαθμό, υποστηρίζουν ότι είναι ευχαριστημένα ή πολύ ευχαριστημένα από τις σπουδές τους. Παρουσιάζεται όμως ένα μικρότερο ποσοστό (13,9%) το οποίο δηλώνει ότι δεν είναι ούτε ευχαριστημένο, ούτε δυσαρεστημένο ως προς τις σπουδές που πραγματοποίησε. Θετικό είναι το γεγονός ότι από τα 415 άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα, μόνο 5 από αυτά (2 άνδρες και 3 γυναίκες) δήλωσαν τη δυσαρέσκειά τους ως προς τις σπουδές τους.
Αν και έχει γίνει πλέον αποδεκτό το γεγονός ότι και οι γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα στην εκπαίδευση με αυτά των ανδρών και πλέον οι γυναίκες υπερισχύουν αριθμητικά των ανδρών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, συνεχίζεται να παρατηρείται μία προσκόλληση του γυναικείου φύλου στην οικογενειακή εστία. Τα στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα για το συγκεκριμένο φαινόμενο αναφέρονται σε γυναίκες οι οποίες κατοικούσαν στην περιφέρεια, δηλαδή στα νησιά του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Μυτιλήνη, Χίος, Σάμος, Ρόδος) πριν την πραγματοποίηση των σπουδών τους. Πιο συγκεκριμένα, όταν ερωτήθηκαν οι απόφοιτοι αν οι γονείς τους διαμένουν στην πόλη που πραγματοποίησαν τις σπουδές τους, η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών απάντησαν πως ναι, οι γονείς τους διαμένουν στην ίδια πόλη (το 84,8% των γυναικών και το 15,2% των ανδρών). Ενδεχομένως, η επιλογή του τμήματος από τις γυναίκες, στο οποίο «επιθυμούσαν» να πραγματοποιήσουν τις σπουδές τους δεν ήταν απαραίτητα δική τους επιλογή, η οποία ανταποκρίνονταν στα ενδιαφέροντα και τις προσωπικές τους κλίσεις, αλλά ενδεχομένως ήταν αποτέλεσμα οικονομικών ή οικογενειακών πιέσεων και προτιμήσεων. Το ίδιο φαινόμενο σχεδόν παρατηρείται και όταν ερωτήθηκαν οι απόφοιτοι αν η σημερινή τους εργασία βρίσκεται στην πόλη των σπουδών τους. Το 80,4% των γυναικών απάντησαν «ναι» και μόνο το 19,6% των ανδρών βρήκαν απασχόληση στον τόπο που πραγματοποίησαν τις σπουδές τους. Το 80,4% των γυναικών που απάντησε ότι η σημερινή τους εργασία βρίσκεται στην πόλη των σπουδών τους, αποτελεί στην ουσία ένα μείγμα από τις γυναίκες οι οποίες κατάγονται από τη συγκεκριμένη πόλη και από άλλες που πήγαν για σπουδές και απορροφήθηκαν από την τοπική αγορά εργασίας. Παρ’ όλο όμως που δεν είναι γνωστά τα ακριβή ποσοστά των γυναικών που κατάγονταν από την πόλη που πραγματοποίησαν τις σπουδές τους και βρήκαν εργασία στην ίδια πόλη, φανερώνεται η τάση των γυναικών να παραμένουν στον τόπο καταγωγής τους, κοντά στην οικογενειακή εστία, και οι επιλογές τους να περιορίζονται στα τμήματα που λειτουργούν στην πόλη τους.
Από την έρευνα αποδεικνύεται διαφοροποίηση ως προς την πραγματοποίηση μεταπτυχιακών σπουδών από τους αποφοίτους του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Για τους άνδρες αποφοίτους θεωρείται σχεδόν απαραίτητη η συνέχιση των σπουδών τους και μετά το πτυχίο, ενώ αντίθετα η πραγματοποίηση μεταπτυχιακών σπουδών για τις γυναίκες είναι μικρότερης σημασίας. Το γεγονός αυτό δεν αιτιολογείται μόνο από τους διαφορετικούς ρόλους των δύο φύλων, όπου η γυναίκα συνηθίζεται να προσανατολίζεται προς την εύρεση εργασίας και τη δημιουργία οικογένειας, αλλά και από τη φύση των πραγματοποιθέντων σπουδών. Για παράδειγμα, στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου λειτουργεί το τμήμα Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού, το οποίο αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες. Σε αυτόν τον τομέα η περαιτέρω εξειδίκευση δεν θεωρείται το ίδιο απαραίτητη, συγκριτικά με άλλους τομείς σπουδών, Διοίκηση Επιχειρήσεων για παράδειγμα, με αποτέλεσμα οι γυναίκες απόφοιτοι του παραπάνω τμήματος συνήθως να μην πραγματοποιούν μεταπτυχιακές σπουδές και να εμφανίζεται στατιστικώς διαφοροποίηση ως προς τις αξίες και τους στόχους των δύο φύλων. Αναφορικά με τα άτομα που πραγματοποιούν μεταπτυχιακές σπουδές και έχουν εισέλθει στην αγορά εργασίας παρατηρείται ότι, ανεξάρτητα από το φύλο, το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών απασχολούνται σε θέσεις σχετικές με το αντικείμενο σπουδών τους. Γίνεται εμφανές ότι η ετεροαπασχόληση, στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, για τους αποφοίτους του Ιδρύματος βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και ταυτόχρονα δεν επηρεάζεται και δεν ενισχύεται από τις φυλετικές διαφορές.
Επίσης, όσον αφορά την εργασιακή κατάσταση (απασχολούμενος- άνεργος- μη ενεργός), οι διαφυλικές διαφορές δεν είναι στατιστικώς σημαντικές (χ2= 2,85, p= 0, 24> 0,05). Παρ’ όλα αυτά παρατηρούνται ποσοστιαίες διαφοροποιήσεις στα επίπεδα ανεργίας, με τις γυναίκες να έχουν το υψηλότερο ποσοστό 10,8% και οι άνδρες 7,6%. Οι 3,2 ποσοστιαίες μονάδες αποτελούν σήμα κινδύνου για τις γυναίκες αποφοίτους του Πανεπιστημίου και σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι τα ποσοστά οικιοθελούς αποχής τους από την εργασία είναι μικρότερα από αυτά των ανδρών (4,9% και 8,3% αντίστοιχα).
Από το ερωτηματολόγιο γίνεται διάκριση ανάμεσα σε εκείνα τα άτομα τα οποία είχαν εμπειρία σημαντικής απασχόλησης (πριν από τη σημερινή τους εργασία, η οποία μπορεί και αυτή να είναι σημαντική απασχόληση) και σε εκείνα που δεν είχαν. Ο όρος «σημαντική απασχόληση» δεν εννοιολογείται από την Οριζόντια Δράση, αλλά κάθε άτομο που συμμετέχει στην έρευνα πρέπει να απαντήσει με βάση την κρίση του.
Όσον αφορά στην πρώτη σημαντική απασχόληση ανδρών και γυναικών, η θέση που κατείχαν στην επιχείρηση τα δύο φύλα δεν παρουσιάζει στατιστικώς σημαντικές διαφορές, δηλαδή δεν παρουσιάζονται διαφοροποιήσεις στις απαντήσεις των δύο φύλων. Κατά την πρώτη σημαντική απασχόληση, η κύρια θέση που κατείχαν οι άνδρες σε μία επιχείρηση ήταν ως μισθωτοί στον ιδιωτικό τομέα με ποσοστό 70% και η δεύτερη πιο συχνή θέση ήταν η σύμβαση έργου στο δημόσιο τομέα, στενό ή ευρύτερο, με ποσοστό 20%. Για τις γυναίκες η κατάσταση είναι παρόμοια, δηλαδή το μεγαλύτερο ποσοστό των γυναικών απασχολούνταν ως μισθωτοί στον ιδιωτικό τομέα, με τη διαφορά ότι η πρώτη σημαντική απασχόληση των γυναικών επεκτείνεται και στο δημόσιο τομέα ως μισθωτοί, με ποσοστό 16,9%. Για αυτό το λόγο οι γυναίκες εμφανίζονται να είναι δημόσιοι υπάλληλοι από την πρώτη κιόλας εργασία τους, κάτι το οποίο δεν ισχύει για το ανδρικό φύλο. Επίσης, αναφορικά με το είδος της εργασίας των δύο φύλων, ενώ για τους άνδρες φαίνεται να κυριαρχεί η σταθερή απασχόληση (σύμβαση αορίστου χρόνου), για τις γυναίκες τα ποσοστά είναι μοιρασμένα ανάμεσα σε αυτό το είδος απασχόλησης και στην προσωρινή απασχόληση (σύμβαση ορισμένου χρόνου). Το γεγονός αυτό καθιστά εμφανές ότι το γυναικείο φύλο αντιμετωπίζει περισσότερες δυσκολίες στην εξεύρεση μόνιμης και σταθερής απασχόλησης και ταυτόχρονα είναι περισσότερο ευάλωτο και επιρρεπές στις νέες μορφές ευέλικτης εργασίας.
Αν και στατιστικώς δεν παρουσιάζονται διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα δύο φύλα αναφορικά με το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο οι απόφοιτοι βρήκαν την πρώτη σημαντική τους απασχόληση, η κυρίαρχη τάση για το ανδρικό φύλο φαίνεται να είναι η εξεύρεση της πρώτη σημαντικής απασχόλησης ένα μήνα μετά την αποφοίτησή τους, ενώ για το γυναικείο φύλο έξι μήνες μετά την αποφοίτησή του. Το γεγονός αυτό φανερώνει την ταχύτερη απορρόφηση του ανδρικού φύλου από την αγορά εργασίας ή την ταχύτερη ενεργοποίησή του και επιβεβαιώνεται και από το μεγαλύτερο ποσοστό των ανδρών συγκριτικά με αυτό των γυναικών (10,3% και 7,6% αντίστοιχα), οι οποίοι βρήκαν την πρώτη σημαντική τους απασχόληση κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών τους σπουδών. Αντίθετα, όμως, εντοπίζονται μεγάλες μισθολογικές διαφοροποιήσεις ως προς τα δύο φύλα, όπου ο καθαρός μηνιαίος μισθός των γυναικών, κατά κύριο λόγο, είναι έως 500 ευρώ, ενώ εκείνος των ανδρών κυμαίνεται από 700 έως 900 ευρώ μηνιαίως. Οι παραπάνω διαφοροποιήσεις όμως δεν αντιπροσωπεύουν αποκλειστικά διαφυλικές διαφορές και διακρίσεις, αφού είναι πιθανό οι άνδρες να αναφέρουν ως πρώτη σημαντική εργασία, εκείνη την εργασία που ήταν σταθερή, με ικανοποιητικούς μισθούς και δεν σχετιζόταν ιδιαίτερα με το αντικείμενο σπουδών τους, ενώ μπορεί να ισχύει το αντίθετο για τις γυναίκες.
Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, το προφίλ του άνδρα αποφοίτου του Πανεπιστημίου Αιγαίου, για την πρώτη σημαντική του απασχόληση, αποτελείται από τα παρακάτω χαρακτηριστικά. Η πρώτη σημαντική απασχόληση βρίσκεται συνήθως από τον απόφοιτο μέσα στον πρώτο μήνα μετά την αποφοίτησή του, απασχολείται ως μισθωτός στον ιδιωτικό τομέα, έχοντας συνάψει σύμβαση αορίστου χρόνου και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του κυμαίνονται μεταξύ 700 έως 900 ευρώ. Από την άλλη μεριά, η γυναίκα απόφοιτος βρίσκει την πρώτη σημαντική της απασχόληση μέσα σε έξι μήνες μετά την αποφοίτησή της, εργάζεται ως μισθωτή στον ιδιωτικό τομέα, η απασχόλησή της μπορεί να είναι είτε σταθερή (σύμβαση αορίστου χρόνου), είτε προσωρινή (σύμβαση ορισμένου χρόνου) και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της μπορεί να είναι έως 500 ευρώ ή να κυμαίνονται από 500 έως 700 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, παρατηρείται ότι η βασική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων εντοπίζεται κυρίως στις μηνιαίες αποδοχές τους και στο είδος της εργασίας που απασχολούνται. Αν και οι γυναίκες υποστηρίζουν ότι δεν τυγχάνουν μειονεκτικής αντιμετώπισης από τους εργοδότες και ότι το φύλο τους δεν τους εμποδίζει στην εξεύρεση εργασίας, από τα παραπάνω στοιχεία καθίσταται εμφανές ότι οι γυναίκες δεν συνάπτουν με την ίδια συχνότητα συγκριτικά με τους άνδρες συμβάσεις αορίστου χρόνου (58,3% για τους άνδρες και 39% για τις γυναίκες). Από τη στιγμή μάλιστα που άνδρες και γυναίκες απασχολούνται ως μισθωτοί στον ιδιωτικό τομέα και οι μισθολογικές ανισότητες είναι τόσο μεγάλες, η διαφορετική αντιμετώπιση των δύο φύλων είναι αναμφισβήτητη.
Όσον αφορά στο βαθμό αντιστοιχίας της πρώτης σημαντικής απασχόλησης με τις σπουδές των αποφοίτων δεν παρουσιάζονται διαφυλικές διαφορές, αφού οι άνδρες απόφοιτοι των οποίων η εργασία σχετίζεται αρκετά ή απόλυτα με το αντικείμενο των σπουδών τους φτάνουν σε ποσοστό 74,3% και για τις γυναίκες το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 65,6%. Παρ’ όλα αυτά όμως, αυτή η διαφορά των εννέα ποσοστιαίων μονάδων αποκαλύπτει τα μεγαλύτερα ποσοστά της γυναικείας ετεροαπασχόλησης, η οποία δεν παρατηρείται σε εκείνες τις γυναίκες που εργάζονταν κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών τους σπουδών. Παρ’ όλα αυτά όμως, το γεγονός ότι η πρώτη σημαντική απασχόληση του 70% των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου βρίσκεται σε μεγάλη αντιστοιχία με το αντικείμενο των σπουδών του, καταδεικνύει και την αντιστοιχία των τμημάτων του Πανεπιστημίου, αλλά και του προγράμματος σπουδών του εκάστοτε τμήματος με την αγορά εργασίας. Με άλλα λόγια, τα τμήματα του Πανεπιστημίου Αιγαίου δεν παρέχουν αναχρονιστικές και παρωχημένες γνώσεις, ούτε γνώση πάνω σε αντικείμενα που έχουν ήδη φτάσει στον κορεσμό, αλλά αντίθετα γνώση η οποία ανταποκρίνεται στις νέες ανάγκες της διευρυμένης αγοράς εργασίας και της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας.
Σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο φύλα παρουσιάζεται όταν ερωτήθηκαν οι απόφοιτοι αν για την πρώτη σημαντική τους εργασία, θα μπορούσε ο εργοδότης τους να είχε προσλάβει κάποιον απόφοιτο ΤΕΙ. Οι απαντήσεις των γυναικών ήταν διχασμένες, αφού το 50% απάντησε πως όχι, ενώ το 44,3% απάντησε ότι θα μπορούσε να αντικατασταθεί από κάποιον απόφοιτο ΤΕΙ. Οι απαντήσεις των ανδρών δεν παρουσίασαν κάποια ιδιαίτερη διαφοροποίηση μεταξύ τους, αφού η πλειονότητα των ανδρών υποστήριξε πως θα μπορούσε να αντικατασταθεί από έναν απόφοιτο ΤΕΙ. Η κύρια διαφορά ανάμεσα στις απαντήσεις των δύο φύλων είναι ότι οι μισές γυναίκες υποστηρίζουν ότι ο εργοδότης τους δεν θα μπορούσε να είχε προσλάβει κάποιον απόφοιτο ΤΕΙ για τη δική τους θέση εργασίας, ενώ σχεδόν οι μισοί άνδρες υποστηρίζουν ότι θα μπορούσαν να είχαν αντικατασταθεί από κάποιον απόφοιτο ΤΕΙ. Οι διχασμένες απαντήσεις τόσο των δύο φύλων, όσο και των γυναικών μεταξύ τους, αντικατοπτρίζουν ως ένα σημείο την ιδιαιτερότητα των τμημάτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Η ιδιαιτερότητα του Ιδρύματος έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχουν δύο τμήματα (Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού και Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης) στα οποία φοιτούν κυρίως γυναίκες (τουλάχιστον για τα έτη 1998 έως και 2000 οι άνδρες που αποφοίτησαν από αυτά τα δύο τμήματα ήταν ελάχιστοι) και ταυτόχρονα για τα τμήματα αυτά δεν υπάρχει κάποιο αντίστοιχο ΤΕΙ. Η συγκεκριμένη παρατήρηση μπορεί να αιτιολογήσει το γεγονός ότι 50% των γυναικών απάντησαν ότι δεν θα μπορούσε η θέση εργασίας τους να καλυφθεί από έναν απόφοιτο ΤΕΙ, αν θεωρήσουμε ότι αυτό το ποσοστό των γυναικών ήταν κυρίως απόφοιτοι των δύο αυτών τμημάτων. Αντίθετα, η αναλογία των δύο φύλων στα υπόλοιπα τμήματα του Πανεπιστημίου παρουσιάζει διαφοροποιήσεις, αλλά όχι με την ίδια ένταση, και σε αρκετά τμήματα υπάρχει κάποιο αντίστοιχο ΤΕΙ. Συνεπώς, τα άτομα (άνδρες και γυναίκες) που έχουν αποφοιτήσει από τα υπόλοιπα τμήματα είναι πιο πιθανό να θεωρούν πως ο εργοδότης τους θα μπορούσε να είχε προσλάβει έναν απόφοιτο ΤΕΙ για τη δική τους θέση εργασίας.
Όσον αφορά στις ειδικότητες στις οποίες απασχολούνται τα δύο φύλα στη σημερινή τους απασχόληση, παρατηρούνται σημαντικές διαφυλικές διαφορές. Οι γυναίκες εργάζονται πιο συχνά ως μισθωτοί στο δημόσιο τομέα (84,3% για τις γυναίκες και 15,7% για τους άνδρες), στις συμβάσεις έργου που έχουν συνάψει με το δημόσιο τομέα (61,5% για τις γυναίκες και 38,5% για τους άνδρες) και ως βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση (80% για τις γυναίκες και 20% για τους άνδρες) από ότι οι άνδρες. Αντίθετα, οι άνδρες σε μεγαλύτερο ποσοστό είναι εργοδότες από ότι οι γυναίκες (80% για τους άνδρες και 20% για τις γυναίκες). Στις υπόλοιπες ειδικότητες, τα ποσοστά των ανδρών και γυναικών είναι παρόμοια, έχοντας μία απόκλιση έως 15%. Γενικότερα, παρατηρείται ότι οι άνδρες είναι πιο πιθανό να απασχοληθούν στον ιδιωτικό τομέα, είτε ως μισθωτοί, είτε έχοντας σύμβαση, ενώ οι γυναίκες απασχολούνται συχνότερα στο δημόσιο τομέα. Οι διαφορές στις συχνότητες είναι στατιστικώς σημαντικές (p= 0,000< 0,01). Η παραπάνω παρατήρηση καθιστά εμφανές τον προσανατολισμό και την προτίμηση των γυναικών για σταθερή απασχόληση, η οποία ενδεχομένως είναι συμβατή με τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας (εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής).
Οι απαντήσεις των δύο φύλων δεν διαφοροποιούνται σημαντικά αναφορικά με το χρόνο εύρεσης της σημερινής τους απασχόλησης, αφού και τα δύο φύλα φαίνεται να βρήκαν την απασχόλησή τους κυρίως ένα μήνα μετά την αποφοίτησή τους ή μετά την προηγούμενη εργασία τους. Μεγάλη απόκλιση παρουσιάζει το ποσοστό των γυναικών από αυτό των ανδρών που βρήκαν τη σημερινή τους εργασία από έξι έως δώδεκα μήνες, μετά την προηγούμενη απασχόλησή τους ή την αποφοίτησή τους (84,8% για τις γυναίκες και 15,2% για τους άνδρες), γεγονός που καταδεικνύει τη δυσκολία που αντιμετωπίζει η γυναίκα να απορροφηθεί από την αγορά εργασίας με την ίδια ταχύτητα με εκείνη των ανδρών. Οι γυναίκες που βρήκαν τη σημερινή τους απασχόληση σε διάστημα περισσότερο των δύο χρόνων αποτελούν την πλειονότητα (67,8% για τις γυναίκες και 32,2% για τους άνδρες), γεγονός που επιβεβαιώνει τα εθνικά ποσοστά της γυναικείας μακροχρόνιας ανεργίας. Σημαντικό είναι το ποσοστό του ανδρικού φύλου που βρήκε τη σημερινή του απασχόληση από 12 μέχρι 24 μήνες μετά την αποφοίτησή του ή την προηγούμενη εργασία του, το οποίο δικαιολογείται ενδεχομένως από την εκπλήρωση των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων και δεν είναι απαραίτητα ενδεικτικό για το χρόνο εξεύρεσης της σημερινής σημαντικής τους απασχόλησης. Σε αντίθεση με την πρώτη σημαντική απασχόληση, το γυναικείο φύλο στην εξεύρεση της σημερινής απασχόλησης φαίνεται να είναι περισσότερο ενεργοποιημένο από το ανδρικό, αφού ήδη κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών ένα μεγάλο ποσοστό είχε βρει τη σημερινή του σημαντική απασχόληση (70% για τις γυναίκες και 30% για τους άνδρες).
Ενώ η έρευνα κατέδειξε ότι οι γυναίκες απόφοιτοι μειονεκτούν σε σύγκριση με τους άνδρες στην εξεύρεση εργασίας σε ποσοστό 3,2%, εν τούτοις οι ίδιες δεν φαίνεται να το αποδίδουν στις ιδιαιτερότητες που συνεπάγεται το φύλο τους. Το 98,3% των ανδρών και το 97,8% των γυναικών (p= 0,537> 0,05) δηλώνουν ότι δεν αντιμετώπισαν καμία δυσκολία στην εξεύρεση εργασίας εξαιτίας του φύλου τους.
Αν και το γυναικείο φύλο φαίνεται να εισέρχεται στην αγορά εργασίας με κάποια καθυστέρηση αναφορικά με την είσοδο των ανδρών, ωστόσο οι γυναίκες φαίνεται να καλύπτουν περισσότερο σταθερές θέσεις εργασίας σε σχέση με τους άνδρες. Το 77,8% των γυναικών απασχολείται σε θέσεις του δημοσίου τομέα ή έχει συνάψει συμβάσεις αορίστου χρόνου, ενώ μόνο το 59% των ανδρών έχει σταθερή απασχόληση με σύμβαση αορίστου χρόνου και το 20% έχει προσωρινή απασχόληση με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Το γεγονός δηλαδή ότι το γυναικείο φύλο καθυστερεί να εισέλθει στην αγορά εργασίας ενδεχομένως σχετίζεται με την προτίμηση και την επιλεκτικότητα των γυναικών για συγκεκριμένες μόνιμες θέσεις εργασίας.
Αν και δεν παρουσιάζονται στατιστικώς διαφυλικές διαφορές, οι γυναίκες φαίνονται να είναι περισσότερο ανασφαλείς σε σχέση με τους άνδρες, αναφορικά με την αίσθηση κινδύνου που νιώθουν για την απώλεια της εργασίας τους. Η παρατήρηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι η πλειονότητα των γυναικών απασχολείται σε μόνιμες θέσεις στο δημόσιο τομέα ή απασχολείται έχοντας συνάψει σύμβαση αορίστου χρόνου.
Οι μισθολογικές διαφορές που επισημάνθηκαν κατά την πρώτη σημαντική απασχόληση διατηρούνται και στη σημερινή απασχόληση των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ο μηνιαίος μισθός του 68,5% των γυναικών κυμαίνεται μεταξύ 700 έως 1100 ευρώ, αν και υπερτερεί η μισθολογική κλίμακα των 900 έως 1100 ευρώ. Για το ανδρικό φύλο, αντίθετα, το 69,3% των μισθών ξεκινάει από 900 ευρώ και ανέρχεται πάνω από τα 1300 ευρώ. Αν και η πιο διευρυμένη μισθολογική κλίμακα των ανδρών είναι εκείνη των 900 έως 1100 ευρώ, παρατηρείται ότι οι μισθοί τους έχουν ανοδική πορεία και ένα σημαντικό ποσοστό ξεπερνάει τα 1300 ευρώ το μήνα, ενώ για το γυναικείο φύλο παρατηρείται μία καθοδική πορεία. Οι μισθολογικές αυτές διαφορές πιθανότατα αιτιολογούνται με βάση την επιλογή του επαγγέλματος. Οι γυναίκες δηλαδή που εργάζονται στο δημόσιο τομέα, βρίσκονται στη μισθολογική κλίμακα των 900 έως 110 ευρώ και οι άνδρες που είναι προσανατολισμένοι περισσότερο προς τον ιδιωτικό τομέα παρουσιάζουν μισθολογικές διακυμάνσεις μεταξύ των 900 ευρώ και πάνω από 1300 ευρώ.
Συγκεντρώνοντας τα παραπάνω στοιχεία, ο άνδρας απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αιγαίου βρίσκει τη σημερινή του απασχόληση ένα μήνα μετά την προηγούμενη εργασία του ή την αποφοίτησή του, απασχολείται σε σταθερή απασχόληση (σύμβαση αορίστου χρόνου) στον ιδιωτικό τομέα ως μισθωτός και ο μισθός του κυμαίνεται από 900 έως 1100 ευρώ το μήνα. Αντίστοιχα, η γυναίκα απόφοιτη βρίσκει τη σημερινή της απασχόληση ένα μήνα μετά την αποφοίτησή της ή την προηγούμενη απασχόλησή της, εργάζεται ως μισθωτή στο δημόσιο τομέα, στενό ή ευρύτερο, έχοντας συνάψει σύμβαση αορίστου χρόνου και ο μηνιαίος μισθός της κυμαίνεται μεταξύ 900 και 1100 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω προφίλ των δύο φύλων, παρατηρείται ότι η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι οι γυναίκες είναι περισσότερο προσανατολισμένες στο δημόσιο τομέα, ενώ οι άνδρες προς τον ιδιωτικό. Ως προς τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά το προφίλ των δύο φύλων παραμένει το ίδιο.
Σημαντικό εύρημα για το Ίδρυμα αποτελεί το γεγονός ότι οι μισοί άνδρες και οι μισές γυναίκες του δείγματος δεν έχουν μείνει ούτε μία φορά άνεργοι από τη στιγμή που εισήλθαν στην αγορά εργασίας, το οποίο φανερώνει την ικανότητα της αγοράς εργασίας να απορροφά ικανοποιητικά τους αποφοίτους των τμημάτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Παρά το θετικό όμως αυτό φαινόμενο, το 6,7% των ανδρών έχουν μείνει άνεργοι τρεις φορές και το 2,7% των γυναικών έχουν μείνει 4 φορές άνεργες. Αν και δεν παρουσιάζονται διαφυλικές διαφορές, πρέπει να σημειωθεί ότι οι γυναίκες που έχουν μείνει περισσότερες φορές άνεργες υπερτερούν αριθμητικά των ανδρών. Συνεπώς, για τις γυναίκες απόφοιτους του Πανεπιστημίου Αιγαίου παρατηρείται μεγαλύτερη αδυναμία να συγκρατήσουν μία θέση εργασίας συγκριτικά με τους άνδρες αποφοίτους.
Οι γυναίκες εμφανίζονται να είναι περισσότερο δεκτικές στην επαγγελματική κινητικότητα και να έχουν προσαρμοστεί περισσότερο στα νέα δεδομένα της αγοράς εργασίας συγκριτικά με τους άνδρες, αφού εμφανίζονται σε μεγάλο ποσοστό να έχουν πραγματοποιήσει κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης ή να έχουν απασχοληθεί σε επιδοτούμενη θέση εργασίας προκειμένου να αποκτήσουν νέες δεξιότητες ή επαγγελματική εμπειρία. Επίσης, τα μεγαλύτερα γυναικεία ποσοστά, τα οποία είναι στατιστικώς σημαντικά, επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούν πιο συχνά τις κοινωνικές υπηρεσίες, σε σύγκριση με τους άνδρες, προκειμένου να επωφεληθούν.
Διαφυλικές διαφορές παρουσιάζονται αναφορικά με τον τρόπο εξεύρεσης της σημερινής εργασίας, αφού οι γυναίκες φαίνεται να βρήκαν την απασχόλησή τους κατά κύριο λόγο μέσα από διαγωνισμό, ενώ οι άνδρες μέσα από αγγελίες στις εφημερίδες και το διαδίκτυο και από οικογενειακές γνωριμίες/ φίλοι. Παρά το γεγονός ότι και οι γυναίκες χρησιμοποίησαν τα κοινωνικά τους δίκτυα και τις αγγελίες προκειμένου να βρουν τη σημερινή τους απασχόληση, το ποσοστό των ανδρών που χρησιμοποίησε αυτούς τους δύο τρόπους είναι αρκετά μεγαλύτερο. Όπως έχει ειπωθεί και παραπάνω, ενδεχομένως η διαφορά των δύο φύλων στον τρόπο εξεύρεσης εργασίας αιτιολογείται με βάση το γνωστικό αντικείμενο των σπουδών των δύο φύλων (μεγάλο ποσοστό των γυναικών είναι νηπιαγωγοί και δασκάλες και προσλαμβάνονται στο δημόσιο τομέα μέσω ΑΣΕΠ).
Όταν ερωτήθηκαν οι απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αιγαίου αν υπάρχουν θετικές προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης στη σημερινή τους δουλειά, παρουσιάστηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο, διαφορές στις απαντήσεις των δύο φύλων. Η πλειονότητα των ανδρών απάντησε πως υπάρχουν θετικές προοπτικές εξέλιξης, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό των γυναικών απάντησε πως δεν υπάρχουν. Η διαφοροποίηση αυτή πιθανών να έχει τη βάση της στη διαφορετική φύση των επαγγελματικών επιλογών των δύο φύλων. Ενώ ο δημόσιος τομέας εξασφαλίζει ασφάλεια και σιγουριά αναφορικά με τη μονιμότητα της θέσης εργασίας αλλά και ικανοποιητικό μηνιαίο εισόδημα, δεν είναι ενδείκνυται για μεγάλες χρηματικές απολαβές και για τις δυνατότητες επαγγελματικής ανέλιξης που προσφέρει, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα.
Οι εκτιμήσεις των δύο φύλων, αναφορικά με το βαθμό αντιστοιχίας των σπουδών τους με τη σημερινή απασχόληση, δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες ποσοστιαίες διαφορές. Οι απαντήσεις των δύο φύλων εμφανίζουν μικρή απόκλιση όταν εκτιμούν ότι η σημερινή τους απασχόληση σχετίζεται με τις σπουδές τους αρκετά ή καθόλου. Παρατηρούμε ότι το ποσοστό των ανδρών που θεωρούν ότι η σημερινή τους απασχόληση σχετίζεται αρκετά με τις σπουδές τους ξεπερνάει το ποσοστό των γυναικών κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες (32,7% για τους άνδρες και 26,8% για τις γυναίκες). Αντίθετα, το ποσοστό των γυναικών είναι μεγαλύτερο από αυτό των ανδρών (18,7% και 11,2% αντίστοιχα), όταν υποστηρίζουν ότι η σημερινή τους απασχόληση δεν σχετίζεται καθόλου με το αντικείμενο των σπουδών τους, παρατηρούνται δηλαδή μεγαλύτερα ποσοστά γυναικείας ετεροαπασχόλησης. Παρ’ όλα αυτά, η συσχέτιση δεν είναι στατιστικώς σημαντική (p= 0,374> 0,05).
Οι άνδρες απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αιγαίου, οι οποίοι είναι αυτοαπασχολούμενοι, έχουν λάβει οικονομική ενίσχυση από την οικογένεια/ φίλους, αλλά βασίζονται και στις δικές τους αποταμιεύσεις, προκειμένου να ενισχύσουν την επιχείρησή τους. Αν και η κύρια πηγή οικονομικής ενίσχυσης για τις γυναίκες αυτοαπασχολούμενες είναι η οικογένεια/ φίλοι, ωστόσο δεν χρησιμοποιούν με την ίδια συχνότητα αυτήν την οικονομική ενίσχυση, συγκριτικά με τους άνδρες. Στατιστικώς σημαντική διαφορά παρατηρείται ως προς την τρίτη σε συχνότητα πηγή οικονομικής ενίσχυσης που χρησιμοποιούν οι άνδρες, η οποία είναι η Κρατική ενίσχυση/ Ευρωπαϊκά Προγράμματα, σε αντίθεση με τις γυναίκες. Η σχεδόν μηδαμινή χρήση αυτής της πηγής από το γυναικείο φύλο, δεδομένου ότι υπάρχουν εξειδικευμένα προγράμματα ενίσχυσης της γυναικείας επιχειρηματικότητας, προκαλεί ενδιαφέρον και οδηγεί στην υπόθεση ότι οι γυναικείες επιχειρήσεις είναι μικρότερης εμβέλειας σε σύγκριση με των ανδρών και επομένως η μεγάλης εμβέλειας οικονομική ενίσχυση δεν είναι απαραίτητη. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι σε αυτήν την κατηγορία ως αυτοαπασχολούμενοι θεωρούνται και εκείνοι που κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα, το οποίο σημαίνει ότι δεν έχουν στην ουσία επιχείρηση με τη συνήθης έννοια και για αυτό το λόγο ίσως μία οικονομική ενίσχυση δεν θεωρείται απαραίτητη. Το γυναικείο και ανδρικό ποσοστό που διατηρεί την οικογενειακή επιχείρηση είναι το ίδιο, γεγονός το οποίο ανατρέπει την πατροπαράδοτη συνήθεια και λογική που επιβάλλει στο γιο της οικογένειας τη συνέχιση της οικογενειακής επιχείρησης, θεωρώντας τη γυναίκα λιγότερη ικανή για να αναλάβει αυτό το εγχείρημα. Απόλυτη ταύτιση παρατηρείται στις απαντήσεις των εργοδοτών και των δύο φύλων, αναφορικά με τις μελλοντικές προοπτικές της επιχείρησής τους, αφού και τα δύο φύλα εμφανίζονται αισιόδοξα ως προς την πορεία της επιχείρησής τους.
Στην παρούσα έρευνα η διάρκεια της ανεργίας χωρίστηκε σε τέσσερις κατηγορίες: έως 6 μήνες, από 6 έως 12 μήνες, από 12 έως 24 μήνες και περισσότερο από 24 μήνες. Αν και στατιστικώς δεν παρουσιάζονται διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα ως προς το χρόνο της ανεργίας, ωστόσο παρατηρούνται κάποιες διαφοροποιήσεις. Η κυρίαρχη τάση για τους άνδρες είναι η περίοδος της ανεργίας να διαρκεί έως 6 μήνες και το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό εμφανίζει την ανδρική ανεργία να κυμαίνεται από 12 έως 24 μήνες. Για τις γυναίκες τα ποσοστά είναι μοιρασμένα ανάμεσα στη διάρκεια ανεργίας έως 6 μήνες και περισσότερο από 24 μήνες (31%) και ακολουθεί ανεργία χρονικής διάρκειας από 12 έως 24 μήνες. Αν θεωρηθεί ότι η μακροχρόνια ανεργία είναι από 12 μήνες και πάνω, τότε τα γυναικεία ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας ανέρχονται στο 58,6% και τα ανδρικά στο 45,5%. Σύμφωνα με τα ευρήματα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, τα άτομα που πλήττονται από τη μακροχρόνια ανεργία είναι κυρίως γυναίκες και άτομα που έχουν ολοκληρώσει τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας. Με βάση τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας, παρατηρείται ότι υπάρχει σημαντικό ποσοστό μακροχρόνια ανέργων, οι οποίοι είναι απόφοιτοι της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και υπερτερούν αριθμητικά οι γυναίκες, αλλά τα ποσοστά ανδρικής μακροχρόνιας ανεργίας είναι εξίσου σημαντικά.
Οι άνδρες και γυναίκες που ήταν άνεργοι κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας, είχαν εργαστεί στο παρελθόν σε 2, 3 ή 4 εργασίες και συνεπώς η σημερινή τους κατάσταση δεν αποτελεί ανεπιτυχής προσπάθεια πρώτης ενσωμάτωσης στην αγορά εργασίας. Σε μεγάλο ποσοστό μάλιστα 66,7% για τους άνδρες και 62,5% για τις γυναίκες είχαν στον παρελθόν εμπειρία σημαντικής απασχόλησης. Επομένως, τα αποτελέσματα της έρευνας δεν συνηγορούν απόλυτα με τα αποτελέσματα της ΕΣΥΕ. Στην παρούσα έρευνα, οι άνεργοι χαρακτηρίζονται από υψηλό μορφωτικό επίπεδο, έχουν εισέλθει στο παρελθόν στην αγορά εργασίας και ενδεχομένως η εμπειρία σημαντικής απασχόλησης υπονοεί την προϋπηρεσία πάνω στο γνωστικό αντικείμενο των σημερινών ανέργων.
Ο άνδρας άνεργος παραμένει ως πλεονάζων εργατικό δυναμικό έως 6 μήνες, έχει εργαστεί το παρελθόν σε σημαντική απασχόληση και έχει αλλάξει 2 εργασίες. Η γυναίκα παραμένει άνεργη έως 6 μήνες ή περισσότερο από 24 μήνες, έχει εργαστεί στο παρελθόν σε σημαντική για εκείνη απασχόληση και έχει αλλάξει 2 εργασίες. Το προφίλ των ανέργων των δύο φύλων είναι σχεδόν το ίδιο, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφές ότι το φαινόμενο της ανεργίας δεν διαφοροποιείται με βάση το φύλο. Παρ’ όλα αυτά όμως, η διαφορά που παρατηρείται ανάμεσα στα δύο φύλα και είναι ιδιαίτερα σημαντική είναι ότι οι γυναίκες είτε θα ενσωματωθούν σχετικά γρήγορα στην αγορά εργασίας (μέσα σε 6 μήνες), είτε θα παραμείνουν ως πλεονάζων εργατικό δυναμικό πάνω από 24 μήνες (μακροχρόνια ανεργία).
Οι απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αιγαίου, άνδρες και γυναίκες, θεωρούν ως αίτια της ανεργίας τη μικρότερη ζήτηση συγκριτικά με την προσφορά για τα γνωστικά τους αντικείμενα και την προτίμηση των εργοδοτών για άτομα με μεγαλύτερη εργασιακή εμπειρία από τη δική τους. Αν και η πλειονότητα των ατόμων που είναι άνεργοι είχαν στο παρελθόν εργασία σημαντικής απασχόλησης, η οποία ενδεχομένως σχετίζεται με το γνωστικό τους αντικείμενο, ωστόσο με βάση τα παραπάνω δεν θεωρούν ότι έχουν αποκτήσει ικανοποιητική προϋπηρεσία έτσι ώστε οι εργοδότες να τους επιλέξουν έναντι κάποιων άλλων. Σημαντικό είναι το εύρημα ότι ούτε οι άνδρες, ούτε οι γυναίκες θεωρούν ως αίτιο της ανεργίας το φύλο τους, αν και αναγνωρίζουν ότι κάποια επαγγέλματα είναι ταυτισμένα με ένα συγκεκριμένο φύλο.
Οι απόφοιτοι του Ιδρύματος που βιώνουν την ανεργία, άνδρες και γυναίκες, αναζητούν εργασία κυρίως μέσα από Διαγωνισμούς και αγγελίες από τις εφημερίδες/ διαδίκτυο. Σε μικρότερα ποσοστά γίνεται χρήση των κοινωνικών δικτύων για την εξεύρεση εργασίας. Το εύρημα αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο που βρήκαν τη σημερινή τους εργασία οι απόφοιτοι του Ιδρύματος, οι οποίοι χρησιμοποίησαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Η διαφορά, η οποία είναι ιδιαίτερα εμφανής, είναι ότι οι σημερινοί απασχολούμενοι χρησιμοποίησαν τα κοινωνικά τους δίκτυα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με τους σημερινούς άνεργους αποφοίτους του Ιδρύματος. Η άποψη ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούν πιο συχνά από ότι οι άνδρες τα κοινωνικά τους δίκτυα βρίσκει εφαρμογή όχι στην εξεύρεση εργασίας, αλλά στη συμμετοχή του γυναικείου φύλου σε προγράμματα κατάρτισης και σε επιδοτούμενες θέσεις εργασίας, το οποίο αναφέρεται τόσο στις γυναίκες που έχουν σήμερα απασχόληση, όσο και στις σημερινές άνεργες γυναίκες αποφοίτους. Η μικρή χρήση των κοινωνικών δικτύων από το γυναικείο φύλο για την εξεύρεση εργασίας, ενδεχομένως οφείλεται, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, στη φύση των σπουδών που πραγματοποιούν οι γυναίκες στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.
Αν και από πολλούς ερευνητές υποστηρίζεται ότι η χρήση των κοινωνικών δικτύων για την εξεύρεση εργασίας μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα και για τους εργοδότες αλλά και για τους εργαζομένους, ωστόσο από άλλους επιστήμονες αναφέρεται ότι υπάρχει αρνητική σχέση μεταξύ του μορφωτικού επιπέδου και της χρήσης των κοινωνικών δικτύων. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι όσο πιο υψηλό είναι το μορφωτικό επίπεδο των ατόμων, τόσο πιο λίγο χρησιμοποιούν τα κοινωνικά τους δίκτυα και τόσο περισσότερο στηρίζονται στις δικές τους ικανότητες για την εξεύρεση εργασίας.
Το 6,1% των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου εντάσσονται στην κατηγορία «μη ενεργοί». Η κατηγορία αυτή αφορά όσους δεν ασκούν αμειβόμενη εργασία, ούτε απλήρωτη βοηθητική εργασία σε οικογενειακή επιχείρηση και δεν αναζητούν εργασία. Οι λόγοι για τους οποίους οι απόφοιτοι του Ιδρύματος δεν είναι οικονομικά ενεργοί ποικίλουν με βάση τα δύο φύλα, το οποίο είναι εύλογο από τη στιγμή που το μεγαλύτερο ποσοστό του ανδρικού μη ενεργού πληθυσμού δεν εργάζεται λόγω στρατιωτικών υποχρεώσεων. Για το γυναικείο φύλο ο βασικότερος λόγος μη ενεργοποίησης δεν είναι ούτε οι οικογενειακές υποχρεώσεις, ούτε η πραγματοποίηση μεταπτυχιακών σπουδών, αλλά κάποιος άλλος λόγος, ο οποίος δεν είναι εμφανής μέσω της ποσοτικής ανάλυσης.
Ακόμα και οι γυναίκες οι οποίες δεν είναι οικονομικά ενεργές επιβεβαιώνουν το εύρημα ότι κάνουν μεγαλύτερη χρήση των κοινωνικών υπηρεσιών σε σχέση με τους άνδρες, αφού πάλι εμφανίζονται να έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή σε προγράμματα κατάρτισης και σε επιδοτούμενες θέσεις εργασίας συγκριτικά με τα αντίστοιχα ποσοστά των ανδρών (11,1% για τους άνδρες και 88,9% για τις γυναίκες). Παρά όμως το γεγονός αυτό, η συμμετοχή των γυναικών σε τέτοιους είδους προγράμματα δεν είναι τόσο μεγάλη έτσι ώστε να παρουσιάζονται διαφυλικές διαφορές.
Οι μη οικονομικά ενεργοί, άνδρες και γυναίκες, έχουν προηγούμενη εμπειρία απασχόλησης και παρ’ όλο που δεν παρουσιάζονται διαφορές στις απαντήσεις των αποφοίτων, ωστόσο παρατηρείται ότι η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών είχαν προηγούμενη εργασία, το οποίο δεν ισχύει για το ανδρικό φύλο με την ίδια ένταση (90,9% για τις γυναίκες και 69,2% για τους άνδρες). Παρά το γεγονός όμως ότι οι μη οικονομικά ενεργές γυναίκες φαίνονται να είναι πιο ενεργοποιημένες σχετικά με την ενσωμάτωσή τους στην αγορά εργασίας, ωστόσο και τα δύο φύλα στην πλειονότητά τους δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία σημαντικής απασχόλησης. Μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι οι γυναίκες προκειμένου να αποκτήσουν μία θέση εργασίας, προσανατολίζονταν προς εργασίες που δεν τους ικανοποιούσαν ιδιαίτερα (ετεροαπασχόληση, υποαπασχόληση), ενώ σε αυτήν την περίπτωση οι άνδρες φαίνονται να είναι περισσότερο επιλεκτικοί.
Διαφορές παρουσιάζονται στις απαντήσεις των αποφοίτων του Ιδρύματος όσον αφορά στην εργασία στην οποία θα επιθυμούσαν να απασχολούνται. Οι γυναίκες θεωρούν ότι η ιδανική απασχόληση για αυτές είναι στο δημόσιο τομέα, ενώ οι άνδρες επιθυμούν να είναι εργοδότες. Ο προσδιορισμός της επιθυμητής εργασίας από τα δύο φύλα σε συνάρτηση με τα αίτια της επιλογής τους αυτής, καθιστά εμφανείς τις διαφορές στις αξίες και στους κοινωνικούς ρόλους των δύο φύλων. Οι γυναίκες θεωρούν ιδανικό εργοδότη το δημόσιο τομέα αφού τους προσφέρει ασφάλεια (λόγω μονιμότητας της θέσης εργασίας, κοινωνικής ασφάλισης), η εργασία τους μπορεί να συμβαδίσει με τι πιθανές οικογενειακές υποχρεώσεις τους και ταυτόχρονα ο τομέας αυτός προσφέρει ικανοποιητικές αποδοχές. Αντίθετα, οι άνδρες φαίνονται να είναι περισσότερο διχασμένοι ως προς την ιδανική εργασία για αυτούς, αφού το 40,8% επιθυμεί να έχει τη δική του επιχείρηση, ενώ το 38% επιθυμεί να απασχολείται στο δημόσιο τομέα. Για το ανδρικό φύλο ενδεχομένως τα αίτια που τους κάνουν να πιστεύουν ότι η δημιουργία επιχείρησης είναι η ιδανική εργασία βρίσκονται στις περισσότερες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης που προσφέρει η επιχείρηση, στις μεγάλες εν δυνάμει αμοιβές που μπορεί να απολαμβάνουν, αλλά και στην αίσθηση αυτονομίας που αυτή προσφέρει. Λόγω της διχογνωμίας αυτής που παρουσιάζεται στο ανδρικό φύλο εμφανίζεται ένα επίσης μεγάλο ποσοστό το οποίο θεωρεί ότι η επιθυμητή εργασία, πιθανότατα στο δημόσιο τομέα, σχετίζεται με την αίσθηση ασφάλειας που αυτή προσφέρει. Γενικότερα, παρατηρείται ότι η γυναίκα, αν και έχει εισέλθει δυναμικά στην αγορά εργασίας, παραμένει ως ένα σημείο δέσμια των οικογενειακών υποχρεώσεων, είτε εκούσια, είτε ακούσια. Πιθανότατα αφού η ίδια η γυναίκα επιθυμεί μία εργασία η οποία να συνδυάζεται με τις οικογενειακές της υποχρεώσεις, θεωρεί δεδομένο το γεγονός ότι εκείνη θα ασχοληθεί με το νοικοκυριό, την ανατροφή των παιδιών, κλπ, και δεν φαίνεται διατεθειμένη να θυσιάσει την οικογενειακή της ζωή προκειμένου να αποκτήσει μία καλύτερη (σε χρηματικές απολαβές, κύρος) θέση εργασίας. Αντίθετα, παρατηρείται ότι η τάση που κυριαρχεί στο ανδρικό φύλο είναι επαγγελματική εξέλιξη, καθώς και η ανεξαρτησία και η αυτονομία. Το ανδρικό φύλο παρουσιάζεται να είναι απαλλαγμένο από τις οικογενειακές υποχρεώσεις και φαίνεται ότι τα κριτήρια με τα οποία επιλέγει την επιθυμητή εργασία άπτονται των προσωπικών ενδιαφερόντων του, φιλοδοξιών και αξιών. Εκτός όμως από τις προσωπικές αξίες και τους κοινωνικούς ρόλους που καλούνται να αναλάβουν τα δύο φύλα, ο δημόσιος τομέας θεωρείται ο κατεξοχήν καλύτερος εργοδότης, αφού παρέχει ικανοποιητικές χρηματικές αμοιβές και τις απαραίτητες κοινωνικές παροχές (κοινωνική ασφάλιση, επιδόματα, άδειες), στοιχεία απαραίτητα για την κοινωνική και φυσική αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού. Παράλληλα, καταφαίνεται ότι η γυναίκα διατηρεί την παραδοσιακή της θέση, σε λιγότερο ή περισσότερο βαθμό, ως εγγυητής της κοινωνικής αναπαραγωγής, αφού προσπαθεί να εξασφαλίσει τον απαραίτητο χρόνο για να ενασχοληθεί με την οικογενειακή εστία. Παρά το γεγονός ότι 40% των ανδρών θα επιθυμούσε να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση, ωστόσο μόνο ένα μικρό ποσοστό έχει σκεφτεί να τη δημιουργήσει (47,8% για τους άνδρες και 26,2% για τις γυναίκες). Συνεπώς, αν και οι άνδρες, κυρίως, επιθυμούν να είναι εργοδότες, ωστόσο δεν διαφαίνονται ακόμα ισχυρές τάσεις για την υλοποίηση αυτού του εγχειρήματος.
Η επαγγελματική ανέλιξη και δημιουργία οικογένειας αποτελούν βασικές προτεραιότητές τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο για τις γυναίκες, ενώ παραδοσιακά οι άνδρες προτάσσουν την επαγγελματική άνοδο και έπειτα την οικονομική ευρωστία. Οι διαφυλικές διαφορές είναι στατιστικώς σημαντικές (p= 0,005< 0,01). Όσον αφορά, όμως, στις προτεραιότητες που βάζουν γενικά τα δύο φύλα στη ζωή τους δεν διαφοροποιούνται, αφού και για τους άνδρες και για τις γυναίκες η εύρεση κατάλληλου συντρόφου και τα ταξίδια έρχονται πρώτα στις προτιμήσεις τους. Ενώ παρατηρούνται διαφυλικές διαφορές σχετικά με τη δημιουργία οικογένειας, ωστόσο διαφαίνεται έντονη η ανάγκη για συντροφικότητα και για τα δύο φύλα.
Τόσο για τους άνδρες αλλά κυρίως για τις γυναίκες επιστήμη σημαίνει διεύρυνση πνευματικών οριζόντων και σε δεύτερο λόγο επαγγελματική αποκατάσταση. Κατά την άποψη των αποφοίτων, η επιστήμη δε συσχετίζεται με την κοινωνική άνοδο, αλλά ούτε με αυτό που ο Πλάτων θεωρούσε ως κυριότερο συστατικό της, δηλαδή την παροχή βοήθειας προς το συνάνθρωπο. Για ένα αμελητέο ποσοστό η επιστήμη είναι χάσιμο χρόνου.
Οι απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αιγαίου σε μία δύσκολη στιγμή θα κατέφευγαν στην οικογένεια και σε συγγενείς τους και κατά δεύτερο λόγο σε φίλους. Παρά το γεγονός ότι οι απόψεις των δύο φύλων ταυτίζονται όσον αφορά στα πρόσωπα που θα κατέφευγαν, ωστόσο η ένταση στις απαντήσεις τους παρουσιάζουν στατιστικώς σημαντικές διαφορές. Σημαντικό εύρημα, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τις αντιλήψεις που επικρατούν για τα κοινωνικά δίκτυα των ανδρών, αποτελεί το γεγονός ότι ένα μεγαλύτερο ποσοστό του ανδρικού πληθυσμού, σε σχέση με το γυναικείο, θα κατέφευγε σε φίλους σε μία δύσκολη στιγμή. Επικρατεί η άποψη ότι οι γυναίκες, συγκριτικά με τους άντρες, έχουν μεγαλύτερο αριθμό από υποστηρικτικές σχέσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα μέλη της οικογένειας. Επίσης, οι γυναίκες απολαμβάνουν περισσότερη κοινωνική υποστήριξη, ιδίως συναισθηματική, από φίλους συγκριτικά με τους άντρες (Sherrod, 1989), εύρημα το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τα αποτελέσματα της έρευνας.
Όταν οι απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αιγαίου κλήθηκαν να απαντήσουν για τη σχέση που έχουν με τον εαυτό τους, τις διαπροσωπικές τους σχέσεις και την αισιοδοξία που τους διακατέχει, παρουσιάστηκαν διαφυλικές διαφορές στις απαντήσεις τους. Όσον αφορά στον έλεγχο που ασκούν τα δύο φύλα στα γεγονότα της ζωής τους, φάνηκαν να έχουν την πεποίθηση ότι τα ελέγχουν και περιορίζουν τους εξωγενείς παράγοντες. Αντίθετα, όμως, το ανδρικό φύλο παρατηρείται να πιστεύει πιο πολύ στον εαυτό του, να ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία και να μην εμφανίζει ή να μην εκδηλώνει μεγάλα ποσοστά απογοήτευσης από τις διαπροσωπικές του σχέσεις. Για τις γυναίκες παρατηρούνται μικρότερα ποσοστά εμπιστοσύνης στον εαυτό τους και αισιοδοξίας για το μέλλον. Το γεγονός ότι σημειώνονται μεγαλύτερα ποσοστά απογοήτευσης από τις διαπροσωπικές σχέσεις των γυναικών μπορεί να συσχετιστεί με το γεγονός ότι οι γυναίκες αναπτύσσουν πιο συναισθηματικούς δεσμούς με τα κοινωνικά τους δίκτυα και μία ενδεχόμενη ρήξη ίσως έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στην απογοήτευση που νιώθουν αλλά και στη σχέση που διατηρούν με τον εαυτό τους.
Στον 21ο αιώνα κυριαρχούν οι αντιλήψεις ότι τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες με υψηλά εισοδήματα, απολαμβάνουν και περισσότερες ευκαιρίες πρόσβασης στην εκπαίδευση και εν συνεχεία στην αγορά εργασίας. Διερευνώντας τη σχέση μεταξύ ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος και τη σημερινή κατάσταση (απασχολούμενος- άνεργος- μη ενεργός) των αποφοίτων του Ιδρύματος, δεν σημειώνονται στατιστικές σημαντικές διαφορές. Παρ’ όλα αυτά όμως, παρατηρείται ότι τα ποσοστά των απασχολούμενων αυξάνουν ανάλογα με την αύξηση του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος. Το γεγονός ότι όλα τα άτομα με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα άνω των 40.000 ευρώ απασχολούνται, μπορεί να επιβεβαιώσει την παραπάνω υπόθεση πολλών επιστημόνων, αλλά μπορεί και να αποδοθεί και σε τυχαίους παράγοντες, από τη στιγμή που δεν παρουσιάζονται στατιστικώς σημαντικές διαφορές ως προς τις άλλες εξαρτημένες μεταβλητές (τρόπος εύρεσης εργασίας, είδος εργασίας, ετεροαπασχόληση). Τα ποσοστά της ανεργίας βρίσκονται σε συμφωνία με τις παραπάνω απόψεις, αφού οι άνεργοι είναι λιγότεροι όσο μεγαλύτερο είναι το οικογενειακό εισόδημα. Μικρή απόκλιση εντοπίζεται ως προς τους μη οικονομικά ενεργούς, οι οποίοι αν και ακολουθούν την κυρίαρχη τάση, ωστόσο το μεγαλύτερο ποσοστό των μη οικονομικά ενεργών εντοπίζεται στα άτομα με οικογενειακό εισόδημα 30.000 έως 40.000 ευρώ. Γενικότερα, μεγαλύτερη ανεργία παρατηρείται στα άτομα που προέρχονται από χαμηλότερα οικογενειακά εισοδήματα, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί στο διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο των συμμετεχόντων, αφού το δείγμα της έρευνας είναι ομογενοποιημένο ως προς αυτόν τον παράγοντα. Τα αίτια αυτής της τάσης μπορεί να οφείλονται είτε στη διαφορετική κουλτούρα που υιοθετούν τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, είτε στη διατήρηση των άνισων ευκαιριών ανάμεσα στα άτομα, είτε ακόμα και σε προσωπικές επιλογές και ικανότητες που διαθέτει το κάθε άτομο ξεχωριστά.
Όσον αφορά στη θέση που κατέχουν τα άτομα σε μία επιχείρηση σε σχέση με το οικογενειακό τους εισόδημα παρατηρούνται στατιστικώς σημαντικές διαφορές. Τα άτομα που προέρχονται από υψηλά οικογενειακά εισοδήματα δεν απασχολούνται σε θέσεις εργασίας με σύμβαση έργου, ενώ αντίθετα σε αυτές τις εισοδηματικές κατηγορίες σημειώνονται μεγαλύτερα ποσοστά αυτοαπασχόλησης και παροχής βοήθειας προς την οικογενειακή επιχείρηση. Η τελευταία παρατήρηση βρίσκει τα αίτιά της αποκλειστικά στο χαμηλό οικογενειακό εισόδημα, αφού είναι δύσκολο για οικογένειες με ετήσιο εισόδημα κάτω των 10.000 ευρώ να διατηρούν δική τους επιχείρηση.

Στο γράφημα 13 διαφαίνεται η πολυπλοκότητα των κοινωνικών ρόλων των γυναικών στη σύγχρονη εποχή. Επαγγελματική ανέλιξη και δημιουργία οικογένειας αποτελούν βασικές προτεραιότητές τους, ενώ παραδοσιακά οι άνδρες προτάσσουν την επαγγελματική άνοδο. Οι διαφυλικές διαφορές είναι στατιστικώς σημαντικές (p= 0,005< 0,01).
Γράφημα 13: Προτεραιότητες των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανά φύλο


Τόσο για τους άνδρες αλλά κυρίως για τις γυναίκες επιστήμη σημαίνει διεύρυνση πνευματικών οριζόντων και σε δεύτερο λόγο επαγγελματική αποκατάσταση. Κατά την άποψη των αποφοίτων η επιστήμη δε συσχετίζεται με την κοινωνική άνοδο, αλλά ούτε με αυτό που ο Πλάτων θεωρούσε ως κυριότερο συστατικό της, δηλαδή την παροχή βοήθειας προς το συνάνθρωπο. Για ένα αμελητέο ποσοστό η επιστήμη είναι χάσιμο χρόνου (γράφημα 14).

Γράφημα 14: Η σημασία της επιστήμης για τους αποφοίτους του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανά φύλο



Το ψυχολογικό προφίλ των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου απεικονίζει νέους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν αισιόδοξα το μέλλον, είναι σίγουροι για τον εαυτό τους και ελέγχουν τα γεγονότα της ζωής τους. Στις προτεραιότητές τους ανήκουν η επιλογή κατάλληλου συντρόφου, τα ταξίδια, η ενεργός συμμετοχή στα κοινά, η διασκέδαση, ο εθελοντισμός και η θρησκεία (γραφήματα 15 έως 19). Πρόκειται για εξωστρεφή άτομα κατά πλειοψηφία που εξαιτίας της θετικής στάσης τους για τη ζωή έχουν μεγάλες πιθανότητες να πετύχουν επαγγελματικά, κοινωνικά και οικογενειακά.
Η συντριπτική πλειοψηφία νοσταλγεί τα φοιτητικά χρόνια σε κάποιο από τα νησιά στα οποία εδρεύουν τμήματα του Πανεπιστημίου και είναι ικανοποιημένοι από τις σπουδές τους (γράφημα 20).
Η επιλογή του επαγγέλματος και η συνακόλουθη πιθανότητα επιτυχίας σε αυτό συσχετίζεται με την προσωπικότητα του ατόμου. Το 1960 ο Holland διατύπωσε έξι τύπους προσωπικότητας, οι οποίοι οδηγούν το κάθε άτομο να επιλέξει εκείνη την εργασία που του ταιριάζει περισσότερο και στην οποία θα είναι πιο αποτελεσματικός. Αυτοί οι τύποι είναι οι εξής:
1. Ρεαλιστής: Εξωστρεφής και αρεστός στους άλλους, αποδοτικός όταν καταπιάνεται με δραστηριότητες που απαιτούν φυσική δύναμη και αισθησιοκινητικό συντονισμό.
2. Διερευνητικός: Κλίση στις ιδέες και τη λογική. Σκέφτεται συμβολικά, επαγωγικά και δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες.
3. Καλλιτεχνικός: Το άτομο με καλλιτεχνική προσωπικότητα έχει την τάση να χρησιμοποιεί τη φαντασία του σε μεγάλο βαθμό και αρέσκεται στο να εκφράζει τα συναισθήματα και τις ιδέες του. Αντιπαθεί τους κανόνες και τους περιορισμούς και απολαμβάνει τη μουσική, το θέατρο και την τέχνη.
4. Κοινωνικός: Απολαμβάνει τη συντροφιά άλλων ανθρώπων. Έχει την τάση να είναι θερμός, διαχυτικός και στοργικός.
5. Δραστήριος: Ηγετικός τύπος Προτιμάει τη δράση από τη θεωρητική σκέψη.
6. Συμβατικός: Αναζητά κανόνες και περιορισμούς, δομή και τάξη. Συνήθως, αυτά τα άτομα οργανώνουν καλά τη ζωή τους, ενώ δεν χρησιμοποιούν ιδιαίτερα τη φαντασία τους.
Υποστηρίζεται ότι η προσωπικότητα ενός ατόμου δεν περιορίζεται σε έναν και μόνο τύπο, αλλά σε περισσότερους (τρεις συνήθως), οι οποίοι έχουν κάποια κοινά στοιχεία, όπως για παράδειγμα ο ρεαλιστής με το συμβατικό. Η βασική υπόθεση του Holland είναι ότι τα άτομα θα είναι πιο ικανοποιημένα και επιτυχημένα σε επαγγέλματα που ταιριάζουν με τον τύπο της προσωπικότητάς τους.
Η επιλογή του επαγγέλματος δεν είναι εύκολη υπόθεση, χωρίς την απαραίτητη συμβουλευτική στήριξη, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αλληλεπιδρούν πολλοί εξωγενείς και ενδογενείς παράγοντες που διαμορφώνουν την τελική απόφαση, όπως η συνειδητοποίηση του εαυτού, η γνώση για τα διάφορα επαγγέλματα, τα διατομικά και ενδοατομικά χαρακτηριστικά, το κοινωνικο οικονομικό υπόβαθρο, η εκπαίδευση, οι στόχοι και οι προσδοκίες, η αυτοεκτίμηση και η ευελιξία.
Βασική είναι η συνειδητοποίηση των προτιμήσεων, αξιών και ικανοτήτων του κάθε ατόμου. Οι περισσότερες συμβουλευτικές τεχνικές, βοηθούν το άτομο να εξετάσει συστηματικά τις εμπειρίες του (θετικές και αρνητικές) τις κλίσεις του και τα συναισθήματά του.
Η γνώση για κάποιο επαγγέλματα μπορεί να αποκτηθεί έμμεσα από σχετικές πληροφορίες που έχουν δημοσιευτεί, αλλά και πιο άμεσα, από άτομα που απασχολούνται στο συγκεκριμένο επάγγελμα.
Οι Phillips, Pazienza και Walsh (1984) έχουν διακρίνει τρεις τρόπους με τους οποίους τα άτομα αποφασίζουν για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία:
1. Λογικός: Τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των επιλογών αξιολογούνται λογικά και συστηματικά.
2. Διαισθητικός: Η απόφαση επιλογής επαγγέλματος προκύπτει ενστικτωδώς.
3. Εξαρτημένος: Το άτομο αρνείται να αναλάβει την ευθύνη να παίρνει αποφάσεις και αναμένει άλλα άτομα να του υποδείξουν τις υποχρεώσεις του.

Γράφημα 15: Αξίες αποφοίτων Πανεπιστημίου Αιγαίου






Γράφημα 16: Άσκηση ελέγχου στα συμβάντα της ζωής





Γράφημα 17: Εμπιστοσύνη στον εαυτό










Γράφημα 18:Απογοήτευση από διαπροσωπικές σχέσεις



Γράφημα 19: Αισιοδοξία για το μέλλον












Γράφημα 20: Ικανοποίηση από τις σπουδές




Συμπεράσματα

Τα εμπειρικά δεδομένα επαληθεύουν την υπόθεση ότι το Πανεπιστήμιο Αιγαίου έχει καταφέρει τουλάχιστον για τα έτη 1998 έως 2000, για τα οποία έχουν στοιχεία να επιτύχει σε ένα από τα βασικότερα αιτήματα της Ελληνικής κοινωνίας: να συνδέσει την εκπαιδευτική διαδικασία με την παραγωγικότητα και την επαγγελματική αποκατάσταση. Οι χαμηλοί δείκτες ανεργίας των αποφοίτων, το υψηλό επίπεδο προπτυχιακής και μεταπτυχιακής εξειδίκευσης προετοιμάζουν επιστήμονες σε γνωστικά αντικείμενα που έχουν ζήτηση στην αγορά εργασίας. Το προφίλ των αποφοίτων, το οποίο δεν παρουσιάζει έντονες διαφυλικές διαφοροποιήσεις περιγράφει ένα νέο επιστήμονα που εργάζεται, έχει μεταπτυχιακές σπουδές, χρειάστηκε έξι μήνες για να εργαστεί στην πρώτη σημαντική απασχόληση, πολλές φορές έχει απορροφηθεί από το ίδιο τα Πανεπιστήμιο και θεραπεύει επαγγέλματα που αντιστοιχούν στο αντικείμενο των σπουδών του. Ο άνδρας απόφοιτος του Πανεπιστημίου έχει μεγαλύτερη διάθεση για επιχειρηματικότητα, από ότι η γυναίκα συνάδελφός του, μεγάλη πιθανότητα να αυτοαπασχολείται και να είναι εργοδότης. Η γυναίκα απόφοιτος έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να εργάζεται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα ως μισθωτός, καθώς και σε οικογενειακή επιχείρηση. Οι απόφοιτοι είναι ικανοποιημένοι από τις σπουδές τους, αναπολούν τα φοιτητικά τους χρόνια και πιστεύουν ότι η επιστήμη κατά κύριο λόγο διευρύνει τους πνευματικούς τους ορίζοντες, ενώ ο ρόλος της στην επαγγελματική αποκατάσταση έρχεται δεύτερος. Οι απόφοιτοι του Πανεπιστημίου άνδρες και γυναίκες είναι σίγουροι για τον εαυτό τους, αισιόδοξοι και με μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον.
Τα τελευταία χρόνια διεθνείς έρευνες στηρίζουν με τα ευρήματά τους την αριστοτελική αρχή, η οποία θεωρούσε ότι οι επιστήμονες οφείλουν να γνωρίζουν και να ασκούνται σε πολλά επιστημονικά πεδία και με ποικίλες μεθοδολογίες. Η εποχή της υπερβολικής εξειδίκευσης φαίνεται ότι φτάνει στο τέλος της και τη θέση της παίρνουν οι πολυσχιδής σπουδές που συνδυάζουν πολλά αντικείμενα. Αυτό προσδίδει ευελιξία και ευκαμψία τόσο στην προσωπικότητα των σπουδαστών, όσο και στις μεθόδους αναζήτησης εργασίας.
Στο νέο πολύ-πολιτισμικό και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, ολοένα και περισσότερα άτομα δυσκολεύονται να συμβαδίσουν σε αυτές τις αλλαγές με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε εργασιακό αποκλεισμό. Μακροπρόθεσμα, το μόνιμα ωφελημένο προσωπικό θα είναι το προσωπικό που θα καταφέρνει να ανανεώνει και να διατηρεί το απόθεμα των γνώσεων και δεξιοτήτων του και δεν θα αρκείται στις γνώσεις που του παρείχε το πανεπιστήμιο. Στα πλαίσια της νέας αυτής ανταγωνιστικής και παγκοσμιοποιημένης οικονομίας η σχέση της με την εκπαίδευση αναδεικνύεται πιο κρίσιμη από κάθε άλλη φορά, αφού η ανανεωμένη μάθηση και η εκπαίδευση αποτελεί το κλειδί για την επιτυχία. Η δια βίου εκπαίδευση καλύπτει τις ανάγκες για ανανέωση των δεξιοτήτων των εργαζομένων. Η διαδικασία εξασφάλισης των απαραίτητων μορφωτικών εφοδίων στο άτομο για να μπορέσει να αντεπεξέλθει με επιτυχία σε αυτές τις καινούργιες συνθήκες, απαιτεί ένα νέο μοντέλο εκπαίδευσης και κατάρτισης, ένα μοντέλο δια βίου μάθησης, η οποία εκτός από την εκπαιδευτική και κοινωνική της διάσταση προσεγγίζεται και με οικονομικούς όρους. Αντιμετωπίζεται τώρα και ως κοινωνικό προνόμιο αλλά και ως οικονομική ανάγκη.
Η ελαστικότητα, η διά βίου εκπαίδευση και κατάρτιση, η προσαρμογή στις νέες τεχνολογίες, η επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα είναι χαρακτηριστικά που πρέπει να ενσωματωθούν σε κάθε οδηγό σπουδών. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στο εξωτερικό τείνει να γίνει προσωπική, υπό την έννοια ότι ο φοιτητής μπορεί να δομήσει το πρόγραμμα μαθημάτων που ταιριάζει στην προσωπικότητά του, στους στόχους του και στην εμπειρία του. Τα μαθήματα που προσφέρονται είναι διατμηματικά και αποσκοπούν όχι απλά στη μάθηση, αλλά στη δόμηση προσωπικοτήτων ανοιχτών και δεκτικών σε μαθησιακά ερεθίσματα.
Η αβεβαιότητα των στρατηγικών των επιχειρήσεων συνδέεται με την αβεβαιότητα στον κόσμο της εκπαίδευσης αλλά και από την περιορισμένη δυνατότητα ή και αδυναμία των επιχειρήσεων να προβλέπουν τις ανάγκες τους σε προσωπικό. Οι γενικότερες αυτές δυσκολίες στη διαμόρφωση οικονομικών στρατηγικών έχουν ως αποτέλεσμα τη δυσκολία του καθορισμού στρατηγικών για τους ανθρώπινους πόρους. Συνέπεια αυτών είναι οι επιχειρήσεις / εταιρίες να αντιμετωπίζουν όλο και μεγαλύτερες δυσκολίες στον καθορισμό των μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων αναγκών τους σε δεξιότητες. Στην παρούσα φάση του εντεινόμενου ανταγωνισμού, καθώς οι εταιρίες αδυνατούν να κάνουν τις πιο πάνω προβλέψεις κριτήριο παραμένει το κόστος εργασίας.
Τα επαγγέλματα μεταβάλλονται παράλληλα με τα συστήματα εργασίας. Υπάρχει αβεβαιότητα αναφορικά με τις προβλέψεις (τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο) απασχόλησης και επαγγελμάτων. Παρατηρείται μια τάση ανόδου των προσόντων, ενώ απόφοιτοι με περισσότερα προσόντα προσλαμβάνονται για θέσεις που απαιτούν λιγότερα. Αυτή η τάση μπορεί να είναι ή να μην είναι προσωρινό χαρακτηριστικό των αγορών εργασίας. Πάντως είναι σαφές ότι αυτή η τάση (προς περισσότερα προσόντα για θέσεις που χρειάζονται λιγότερα), στρέφει την ανεργία και τις χαμηλά αμειβόμενες θέσεις προς τους λιγότερο προσοντούχους.
Συνεπώς με βάση τα παραπάνω, περιοχή «αιχμής» για τις σύγχρονες κοινωνίες και οικονομίες αποτελεί η ανάπτυξη μεθόδων, πρακτικών και καινοτόμων λύσεων που θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός αξιόπιστου μηχανισμού που θα καθιστά δυνατή και θα διευκολύνει την έγκαιρη πρόβλεψη, τη χαρτογράφηση και τη συστηματική παρακολούθηση των αναγκών από τους προσφέροντες εργασία εργοδότες σε επαγγέλματα-ειδικότητες, προσόντα, ικανότητες, δεξιότητες, στάσεις και συμπεριφορές, τη σύνδεση ή την εναρμόνισή τους με τα ειδικά χαρακτηριστικά των πτυχιούχων που αναζητούν εργασία., την έγκαιρη «παρέμβαση» για τη γεφύρωση τυχόν «χάσματος» δεξιοτήτων – ικανοτήτων, με τη κατάλληλη εκπαίδευση και επιμόρφωση, την ανάπτυξη από την πλευρά των εργαζομένων χαρακτηριστικών «ετοιμότητας» απέναντι στις αλλαγές που σημειώνονται τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στο χώρο εργασίας τους. Απαιτείται ο σχεδιασμός και η λειτουργία ενός αξιόπιστου βαρομέτρου εκπαίδευσης και επιμόρφωσης και αξιόπιστων δομών υποστήριξης των απαιτούμενων κάθε φορά σχετικών δράσεων.
Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου παρά τον περιφερειακό και νησιωτικό του χαρακτήρα, έχει κατορθώσει τα μειονεκτήματα της πολυδιάσπασης των τμημάτων του να τα μετατρέψει σε προτερήματα. Η συστηματική χρήση του διαδικτύου, ο έντονος ερευνητικός του προσανατολισμός, τα ολιγάριθμα τμήματα και οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ φοιτητών και διδασκόντων σε συνδυασμό με την προσέγγιση Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων μπορεί να γίνει πόλος έλξης για φοιτητές όχι μόνο από τον ελλαδικό χώρο αλλά και από ξένες χώρες.
Η έρευνα επαγγελματικής απορρόφησης αποφοίτων είναι μία καλή αρχή για την ανάπτυξη συμβουλευτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα καθοδηγούν τους αποφοίτους στις επαγγελματικές τους αποφάσεις και θα στέκονται αρωγοί τόσο κατά τη διάρκεια των σπουδών τους όσο και μετά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: