Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Εκπαιδευτικές διαδικασίες και επαγγελματικές επιλογές

Αγνή Βίκη και Ευστράτιος Παπάνης

Η επαγγελματική επιλογή είναι αποτέλεσμα εκπαιδευτικών, κοινωνικοοικονομικών, οικογενειακών παραγόντων και παραγόντων προσωπικότητας. Η σπουδαιότητα αυτών των παραγόντων επιλογής επαγγέλματος τονίζεται από πολλούς ερευνητές.
Θα αναπτυχθούν εδώ απόψεις και έρευνες που αναφέρονται στους βασικότερους παράγοντες κάθε κατηγορίας και οι οποίοι έχουν αποφασιστική σημασία για τη σταδιοδρομία του ατόμου, αφού προταχθεί η εξέταση των παραγόντων του εκπαιδευτικού συστήματος.

2.1. Παράγοντες του εκπαιδευτικού συστήματος

2.1.1.

Το θέμα των εκπαιδευτικών - επαγγελματικών επιλογών των μαθητών είναι ένα από τα σημαντικότερα θέματα της εκπαίδευσης αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Έτσι οι μελέτες για θέματα εκπαίδευσης δε μπορούν να αγνοήσουν το κοινωνικό πλαίσιο μέσα από το οποίο οι μαθητές παίρνουν τις επαγγελματικές αποφάσεις τους (Μαλικιώση - Λοΐζου 1987, Γεώργας και συν. 1991, Κάντας & Χαντζή 1991).
Η κοινωνία, ως γνωστό, δεν είναι κάτι στατικό. Η γρήγορη εξέλιξη σε πολλούς τομείς της σημερινής κοινωνίας, όπως στην οικογένεια, στο σχολείο, στην τεχνολογία και στην αγορά εργασίας, δεν αφήνει το άτομο ανεπηρέαστο. Τα αποτελέσματα αυτών των εξελίξεων δεν είναι όλα θετικά. Κυριαρχεί το συναίσθημα της αβεβαιότητας για το μέλλον, ειδικά στους εφήβους, οι οποίοι πρέπει να επιλέξουν το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν και αντιμετωπίζουν το δίλημμα του να επενδύσουν αρκετά χρόνια σε σπουδές, χωρίς τη σιγουριά ότι με αυτή την επιλογή τους εξασφαλίζουν κατά κάποιο τρόπο το μέλλον τους. Η λογική «πτυχίο-θέση εργασίας», που επικρατούσε παλαιότερα, δεν ισχύει σήμερα (Τζέπογλου 1987).

Με βάση και τα παραπάνω, ο έφηβος καλείται να αναλάβει ενεργητικό και συνειδητό ρόλο. Αυτός ο ρόλος συγκεκριμενοποιείται, όταν συνειδητοποιήσει τα κίνητρά του, τις προτιμήσεις του, τις ικανότητές του και κάνει ο ίδιος την επιλογή του (Καλογήρου 1986).
Ένα πρώτο καθοριστικό σημείο για την πορεία επαγγελματικής επιλογής είναι το τέλος της γ΄ τάξης γυμνασίου, γιατί εκεί πρέπει να αποφασίσει, αν θα συνεχίσει, ή όχι, τις σπουδές του (Δημητρόπουλος 1987). Δηλαδή, στην τάξη αυτή ο μαθητής θα αποφασίσει:
- Αν θα αφήσει το σχολείο, για να εργασθεί.
- Αν θα συνεχίσει το γενικό λύκειο.
- Αν θα συνεχίσει το τεχνικό - επαγγελματικό λύκειο.
- Αν θα εγγραφεί σε μια τεχνική επαγγελματική σχολή, κ.ά.
Η γ΄ τάξη λυκείου, είναι ένας δεύτερος σταθμός της προετοιμασίας που κάνει ο μαθητής, για έναν άλλο τύπο επιλογής που είναι δυνατό να οδηγήσει:
- Σε μια εργασία.
- Σε μια ανώτερη εκπαίδευση.
- Σε μια ανώτατη εκπαίδευση (Μαυροματάκος 1978, Λιάντας 1996, Κυπριωτάκης / Παπαγεωργίου 1999).
Οι παραπάνω σταθμοί και διακανονισμοί στην πορεία του εκπαιδευτικού συστήματος, σε σχέση με την επαγγελματική επιλογή, δεν αποτελούν μοναδικούς παράγοντες στην επιλογή αυτή.
Ένας παράγοντας που φαίνεται να παίζει ουσιαστικότερο ρόλο είναι οι υπάρχουσες εκάστοτε ευκαιρίες επαγγελματικής αποκατάστασης. Η είσοδος σ’ ένα επάγγελμα και η σταδιοδρομία εξαρτώνται περισσότερο από αυτές παρά από την επιλογή. Την άποψη αυτή συμμερίζονται διάφοροι ειδικοί ερευνητές (χαρακτηριστική είναι η επιμονή στην άποψη της Βρετάκου και του K. Roberts στον οποίο και στηρίζεται σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν ήδη σε σχετικό κεφάλαιο). Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι ούτε οι απόφοιτοι των σχολείων ούτε οι ενήλικοι επιλέγουν το επάγγελμά τους ορθολογικά, αλλά απλώς παίρνουν ό,τι είναι διαθέσιμο. Οι εκπαιδευτικές και επαγγελματικές επιλογές καθορίζονται από παραμέτρους που έχουν ήδη διαμορφωθεί μέσα από δομικές διαδικασίες. Οι διαδικασίες αυτές έχουν οριστεί από τον τρόπο που συναρθρώνονται
α) η οικογενειακή καταγωγή, β) οι μηχανισμοί εκπαιδευτικής επιλογής και γ) οι προτιμήσεις των εργοδοτών. Σύμφωνα με αυτές τις θέσεις οι ατομικές φιλοδοξίες και προτιμήσεις είναι απλώς και μόνο η αντανάκλαση της οικογενειακής και εκπαιδευτικής κατάστασης. Με άλλα λόγια, τα παιδιά από τη μια μεριά, έχουν την τάση να επαναλαμβάνουν τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές εμπειρίες των γονέων τους. Από την άλλη μεριά, δεν είναι δυνατόν παρά να προσαρμοστούν σιγά-σιγά στην αγορά εργασίας.

Όπως διαφαίνεται και από τα παραπάνω, το εκπαιδευτικό σύστημα με τις επιμέρους ρυθμίσεις και διαδικασίες του παίζει σημαντικό ρόλο στις επαγγελματικές επιλογές των μαθητών. Αυτές μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο επιτυχείς γι’ αυτούς ανάλογα με την πολλαπλότητα αλλά και την ουσία των πληροφοριών που παρέχονται. Στο θέμα αυτό φαίνεται να είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Ιαπωνίας. Στην Ιαπωνία (σύμφωνα με έρευνα του K. ΟKaηο 1995) τα σχολεία χρησιμοποιούν ένα διαφορετικό σύστημα σχετικά με την επιλογή επαγγέλματος των παιδιών. Σχεδόν όλοι οι μαθητές επιλέγουν επαγγέλματα μέσω αυτού του συστήματος. Το σύστημα αυτό περιορίζει την ελεύθερη επιλογή κάποιων μαθητών, μέσω των περιορισμών που θέτει και βοηθά άλλους να υπομείνουν μια λογική διαδικασία απόφασης με το να τους προσφέρει ένα μεγάλο αριθμό επιλογών και πληροφόρηση. Με αυτόν τον τρόπο η εκπαίδευση στην Ιαπωνία επηρεάζει τα άτομα, ώστε να πάρουν μια απόφαση. Στην αρχή του τελευταίου χρόνου του λυκείου, τα αρχικά σχέδια των μαθητών για το μέλλον τους είναι ακαθόριστα και συχνά με περιορισμένη γνώση για τις εξωτερικές συνθήκες. Καθώς οι μαθητές προχωρούν στο να αποφασίσουν για το επάγγελμά τους, το σύστημα αυτό παρέχει περισσότερη πληροφόρηση για το εργατικό δυναμικό και πληροφόρηση για κάθε επιλογή. Παράλληλα βοηθά τους μαθητές να μάθουν τη σημαντική διαδικασία απόφασης προσφέροντας ένα μεγάλο αριθμό επιλογών εργασίας και αντίστοιχη πληροφόρηση. Η κριτική για το σύστημα αυτό είναι ότι επηρεάζει την ελευθερία επιλογής των μαθητών. Όμως, για μαθητές με λιγότερες διεξόδους προσφέρει ένα μεγαλύτερο αριθμό ευκαιριών. Παρόμοιες, με αυτές της Ιαπωνίας ρυθμίσεις φαίνεται να υπάρχουν και σε ορισμένες Δυτικές Ευρωπαικές χώρες (π.χ. στη Γερμανία).

Συνοψίζοντας τα παραπάνω και έχοντας υπόψη ότι από τη μια μεριά, η επαγγελματική εκπαίδευση στην Ελλάδα συνδεόμενη με τα απλά τεχνικά επαγγέλματα και κατά κάποιο τρόπο με μια ανώτερης μορφής χειρωνακτική εργασία, δεν απέκτησε ως τώρα κάποιο γόητρο, μπορούμε να πούμε, ότι το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί μονόδρομο προς τις ανώτερες και ανώτατες σπουδές. Από την άλλη μεριά, η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος με τον περιορισμένο αριθμό επιλογών κατευθύνσεων και επιλογών μαθημάτων αλλά και η ανεπαρκής οργάνωση και ακόμη η περιορισμένη ενημέρωση στα πλαίσια του σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού, αφήνουν να εντείνεται περισσότερο το ρεύμα του μονόδρομου προς τις πανεπιστημιακές σπουδές. Ο μονόδρομος, μάλιστα, αυτός χαρακτηρίζεται από την τάση κυρίως προς τα επαγγέλματα με το γνωστό παραδοσιακό γόητρο και την καθιέρωση (π.χ. γιατρός, δικηγόρος).




2.1.2. Τα εκπαιδευτικά – επαγγελματικά κριτήρια, οι μορφές συμπεριφοράς και η σημασία της επαγγελματικής απόφασης

Στις διάφορες «θεωρίες επαγγελματικής επιλογής» με τις οποίες επιδιώκεται να ερμηνευθεί η συμπεριφορά του ατόμου, σχετικά με τις εκπαιδευτικές - επαγγελματικές επιλογές, είναι φανερή η πολυπλοκότητα της διαδικασίας της απόφασης. Αυτή η πολυπλοκότητα θα φανεί και από τα παρακάτω που αφορούν μεθόδους και μορφές συμπεριφοράς ή κριτήρια με βάση τα οποία λαμβάνεται μια επαγγελματική απόφαση. Ειδικοί ερευνητές, όπως οι Gelatt, A. (1962) και Gelatt, H., Varenhorst, Carey και Miller (1973) από τη δεκαετία ήδη του ’60, στα πλαίσια της συμβουλευτικής Ψυχολογίας και της Ψυχολογίας των κινήτρων και ειδικότερα της απόφασης, έχουν αρκετά αναλυτικά αναφερθεί στις αντίστοιχες διαδικασίες. Επισημαίνουν, μάλιστα, πρότυπα της συμπεριφοράς που είναι σκόπιμο να αναφερθούν εδώ συνοπτικά. Πρόκειται για πρότυπα, για τα οποία η έρευνα έχει δείξει, ότι επαναλαμβάνονται με σταθερότητα και συνέπεια στη λήψη αποφάσεων. Αυτά τα πρότυπα – κριτήρια παρουσιάζονται σε μια αρκετά συστηματική μορφή με δύο προσεγγίσεις, τη γνωστική και τη συναισθηματική.

Σύμφωνα με τη γνωστική θεώρηση, το άτομο κατά τη λήψη των αποφάσεων μπορεί να χρησιμοποιεί μια από τις παρακάτω μεθόδους ή κριτήρια:
α. Το κριτήριο του «επιθυμητού». Το άτομο έχει αναπτύξει μια συγκεκριμένη επιθυμία και αυτή είναι η καθοριστική μεταβλητή στη λήψη απόφασης.
β. Το κριτήριο της «αποφυγής». Το άτομο συνειδητοποιώντας την ανεπιθύμητη έκβαση προσπαθεί να την αποφύγει.
γ. Το κριτήριο της «ασφάλειας». Κάποια από τις εναλλακτικές λύσεις που προσφέρονται δίνει περισσότερες πιθανότητες στο άτομο για να επιτύχει και αυτήν επιλέγει το άτομο.
δ. Το κριτήριο του «συνδυασμού». Το άτομο εδώ επιλέγει βασιζόμενο σ’ ένα συνδυασμό των παραπάνω προσεγγίσεων, προσαρμόζοντας τη συμπεριφορά του ανάλογα.
Είναι αυτονόητο, ότι το άτομο είναι ελεύθερο να χρησιμοποιήσει, όπως αυτό νομίζει, ένα από τα παραπάνω κριτήρια. Κανένα από τα κριτήρια αυτά δεν είναι «καλό» ή «κακό», «καλύτερο» ή «χειρότερο» κ.λπ. Μπορεί απλώς να είναι «καταλληλότερο» ή «μη καταλληλότερο» για συγκεκριμένα άτομα και συγκεκριμένες περιπτώσεις. Μπορεί, ακόμη, να είναι «επιθυμητό» ή «ανεπιθύμητο», ίσως και «δυνατό» ή «αδύνατο» για κάποια άτομα.
Σύμφωνα με τη συναισθηματική θεώρηση, έχει διαπιστωθεί ότι οι συνήθεις μορφές συμπεριφοράς κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, είναι οι παρακάτω:
α. Συμπεριφορά αυθόρμητη. Το άτομο σ’ αυτή την περίπτωση αποφασίζει χωρίς πολλή σκέψη, ακολουθώντας την έμπνευση της στιγμής. «Έτσι μού ’ρθε», θα πει το άτομο αν ρωτηθεί.
β. Συμπεριφορά μοιρολατρική. Το άτομο μοιρολατρικά δέχεται τις καταστάσεις ή τις αποφάσεις των άλλων. «Ήταν η μοίρα μου…» ή «ήταν γραφτό…» κ.λπ. είναι εκφράσεις που αντιστοιχούν σ’ αυτή τη συμπεριφορά.
γ. Συμπεριφορά συμμόρφωσης. Το άτομο συμμορφώνεται με τις αποφάσεις ή τις επιθυμίες άλλων.
δ. Συμπεριφορά αναβολής ή καθυστέρησης (αναβλητική). Το άτομο κάνει ό,τι μπορεί για να αναβάλλει τις αποφάσεις ή να καθυστερήσει όσο είναι δυνατόν τις επιλογές.
ε. Συμπεριφορά σύγκρουσης-αγωνίας (εναγώνια). Το άτομο έχει κατακυριευτεί από την κατάσταση απόφασης, έχει πολλές πληροφορίες, δεδομένα και εναλλακτικές λύσεις και γι’ αυτό βρίσκεται σε δίλημμα.
στ. Συμπεριφορά σχεδίασης και προγραμματισμού (προγραμματισμένη). Το άτομο σχεδιάζει με προσοχή τις ενέργειές του και ακολουθεί έναν ορισμένο προγραμματισμό στη διαδικασία λήψης αποφάσεων έτσι, ώστε η έκβαση της διαδικασίας να αντιπροσωπεύει την πιο συνετή απόφαση.
ζ. Συμπεριφορά ενόρασης (ενορατική). Το άτομο επιλέγει χωρίς χρονοτριβή και σκέψη αλλά και με εντελώς ενορατικό τρόπο ανάμεσα στις εναλλακτικές δυνατότητες.
η. Συμπεριφορά παράλυσης (παραλυτική). Πρόκειται για προβληματικές καταστάσεις, στις οποίες το άτομο δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση της απόφασης.
Θεωρείται ότι καθεμιά από τις παραπάνω συμπεριφορές εφαρμόζεται συνήθως από συγκεκριμένους τύπους ατόμων (προσωπικότητας) σε συγκεκριμένες συνθήκες.
Τέλος, τονίζεται ότι αυτές οι εκπαιδευτικές - επαγγελματικές αποφάσεις δεν είναι δυνατόν να ληφθούν σε μια στιγμή. Αντίθετα, είναι αποφάσεις στις οποίες θεωρείται σκόπιμο να καταλήγει ο μαθητής μετά από μελέτη και σκέψη. Πρόκειται για διαδικασία που έχει ξεκινήσει πολύ πριν αρχίσει να συζητείται η απόφαση (Δημητρόπουλος 1984 και 1994α).

Οι εκπαιδευτικές - επαγγελματικές αποφάσεις είναι, όπως σημειώθηκε και παραπάνω, σημαντικότατες για τη σταδιοδρομία του ατόμου για πολλούς λόγους. Οι κυριότεροι απ’ αυτούς μπορούν να συνοψιστούν στους εξής:
1. Από την επαγγελματική απόφαση του μαθητή θα εξαρτηθεί κατά πόσο εξασφαλίζεται η μελλοντική απασχόληση, γιατί υπάρχουν πολλά επαγγέλματα στα οποία η απασχόληση είναι αβέβαιη (π.χ. ανεργία), ενώ εμφανίζονται κάποια άλλα στη θέση τους. Υπάρχουν τομείς που η ανεργία φτάνει σε υψηλά επίπεδα.
2. Από την απόφαση αυτή θα εξαρτηθεί, κατά μεγάλο μέρος η επαγγελματική επιτυχία ή αποτυχία του ατόμου. Πολλοί παράγοντες συντελούν στην επαγγελματική επιτυχία. Ένας από αυτούς είναι η σωστή αξιοποίηση των ικανοτήτων του ατόμου. Αξιοποιώντας τις ικανότητές του το άτομο αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας του.
3. Από την απόφαση θα καθοριστεί, ακόμη, αν το άτομο θα αγαπήσει ή θα μισήσει την εργασία του και ίσως την εργασία γενικότερα. Αν η επαγγελματική κατεύθυνση που το άτομο προτίμησε ν’ ακολουθήσει, δεν ταιριάζει με τα ατομικά του χαρακτηριστικά, τις προσωπικές του φιλοδοξίες, τα ενδιαφέροντα και τις αξίες του, είναι μάλλον δύσκολο να δοκιμάσει επαγγελματική ικανοποίηση.
4. Η επιλογή εκπαιδευτικής - επαγγελματικής κατεύθυνσης είναι στην ουσία επιλογή τρόπου ζωής. Ο τρόπος που θα ζήσει το άτομο, το κοινωνικό του περιβάλλον, οι οικονομικές απολαβές, το είδος οικογένειας που θα δημιουργήσει, πόσο συχνά θα μετακινείται, είναι όλα συνάρτηση αυτής της απόφασης. Ακόμα και η ψυχική και φυσική του υγεία μπορεί να επηρεαστούν αποφασιστικά.
5. Όλες οι επιμέρους αποφάσεις των διαφόρων ατόμων έχουν αποφασιστική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο το οικονομικό σύστημα θα χρησιμοποιήσει και θα αξιοποιήσει το εργατικό δυναμικό της χώρας. Επίσης, από το σύνολο αυτών των αποφάσεων εξαρτάται κατά μεγάλο μέρος το ποσοστό ανεργίας, το ποσοστό υποαπασχόλησης και υπεραπασχόλησης.
6. Τέλος, από την απόφαση αυτή, εξαρτάται το επίπεδο στο οποίο κινείται το άτομο μέσα σε κάποια επαγγελματική κατεύθυνση ή μέσα σε κάποια «εσωτερική αγορά εργασίας», αν δηλαδή θα εξελίσσεται κατακόρυφα ή απλώς θα κινείται οριζόντια.
Ο τρόπος λήψης απόφασης από κάθε άνθρωπο θεωρείται μια εντελώς προσωπική του υπόθεση (Κωστάκος 1983, Δημητρόπουλος 1982 και 1984). Είναι όμως φανερό, ότι οι επιπτώσεις αυτής της απόφασης δεν περιορίζονται μόνο στο ίδιο το άτομο. Αφορούν την κοινωνία και διάφορους τομείς της ζωής και οργάνωσής της και κυριότερα τον τομέα της οικονομίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: