Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Αυτοεκτίμηση ατόμων με προβλήματα ακοής

Επιμέλεια: Χαρίκλεια Αλεξίου, Ευστράτιος Παπάνης, Αγνή Βίκη


Η αυτοεκτίμηση είναι ένα κύριο συστατικό της διανοητικής υγείας. Σύμφωνα με τον ορισμό του Morris Rosenberg, η αυτοεκτίμηση θεωρείται ως η συνοπτική αξιολόγηση ενός ατόμου για την αξία του ως ανθρώπινη οντότητα (Rosenberg, 1979). Η αυτοεκτίμηση είναι σφαιρική καθώς αναφέρεται στις ολότητες των προσωπικών ιδιοτήτων, παρά σε μια ενιαία διάσταση (Rosenberg et al., 1995). Η αυτοεκτίμηση είναι μια σημαντική έννοια δεδομένου ότι αποδεικνύεται να ασκεί κυρίαρχη και ισχυρή επίδραση στην ανθρώπινη επίγνωση, τα κίνητρα, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά (Campbell & Lavallee, 1993). Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι συσχετίζεται ιδιαίτερα με τη γενική ψυχολογική ευημερία (Rosenberg et al., 1995), τα επιτεύγματα και την ικανότητα να αντιμετωπίσει το άτομο τα αγχωτικά γεγονότα (Campbell & Lavallee, 1993) της ζωής του.
Συχνά έχει θεωρηθεί ότι τα μέλη ομάδων μειονοτήτων έχουν σχετικά χαμηλή αυτοεκτίμηση, λόγω της χαμηλότερης θέσης τους στην κοινωνία. Εντούτοις, αυτή η υπόθεση έχει συστηματικά διαψευστεί (Crocker et al., 1994/ Phinney, 1991). Τα εμπειρικά δεδομένα αμφισβήτησαν τον «κατοπτρικό εαυτό» (the looking glass self) (Cooley, 1956/ Mead, 1934), την αυτοεκπληρούμενη προφητεία (self- fulfilling prophecy) (Merton, 1948), και την αυτοεκτίμηση που βασίζεται στην αποτελεσματικότητα και στην απόδοση (efficacy- based) (Franks & Marolla, 1976) ως θεωρητικές προσεγγίσεις της αυτοεκτίμησης. Ακόμα κι αν οι προκαταλήψεις και οι διακρίσεις θεωρούνται επιβλαβής στον ψυχολογικό τομέα, ποικίλες μελέτες ανέδειξαν διάφορους παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση (Crocker & Major, 1989/ Phinney, 1991).
Ένας σημαντικός παράγοντας που θεωρείται ότι έχει μια κατευναστική επίδραση στην αυτοεκτίμηση είναι η ιδιότητα μέλους σε μια μειονοτική ομάδα. Μια μειονοτική ομάδα αποτελείται από μέλη που μοιράζονται ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά και είναι σε κατώτερη θέση στην κοινωνία έναντι μια ισχυρότερης ομάδα που αποτελεί πλειοψηφία. Οι μειονοτικές ομάδες συχνά στιγματίζονται και περιλαμβάνουν φυλετικές/εθνικές μειονότητες, άτομα με ειδικές ανάγκες, και κωφούς μεταξύ άλλων. Οι Crocker και Major (1989), στη μελέτη τους σχετικά με τις αυτο-προστατευτικές ιδιότητες του στίγματος, υποστηρίζουν ότι η ιδιότητα μέλους μειονοτικής ομάδας προστατεύει την αυτοεκτίμηση του ατόμου, όχι μόνο από τις ρητές προκαταλήψεις ή τις διακρίσεις, αλλά επίσης και από τις καθημερινές οπισθοδρομήσεις, την αποτυχία, και τις απορρίψεις. Η καθιερωμένη ιδιότητα μέλους σε μειονοτική ομάδα επιτρέπει στο άτομο να αγνοεί τις απόψεις των ξένων ως ασήμαντες και να δέχεται μόνο τις θετικές αξιολογήσεις των σημαντικών άλλων της ομάδας του.
Διάφορες ερευνητικές μελέτες που πραγματοποιούνται σε εθνικές μειονότητες προτείνουν ότι παράγοντες, όπως η οικογενειακή υποστήριξη και η σχολική εμπειρία, μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την αυτοεκτίμηση των μελών μιας μειονοτικής ομάδας (Verkuyten, 2003/ Way & Robinson, 2003). Αυτές οι μελέτες καταδεικνύουν ότι αυτά τα μειονοτικά άτομα που έχουν ένα έντονα ενσωματωμένο οικογενειακό υπόβαθρο, έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Επιπλέον, εκείνα τα άτομα που έχουν μια θετικότερη σχολική και επαγγελματική εμπειρία και λιγότερες προσωπικές διακρίσεις από μέρους των συμμαθητών και συναδέλφων τους είναι επίσης πιθανό να έχουν μια θετικότερη αυτοεκτίμηση. Η Bat- Chava (1993) βρήκε επίσης, στοιχεία για τη σπουδαιότητα αυτών των παραγόντων και στην περίπτωση των κωφών ατόμων.
Αν και έχουν υπάρξει σημαντικές συζητήσεις εάν οι κωφοί μπορούν ή όχι να θεωρηθούν πολιτιστική μειονότητα, μια κοινωνικο-πολιτιστική άποψη της κώφωσης γίνεται ευρύτερα αποδεκτή. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, οι κωφοί ανήκουν σε μια μοναδική κοινότητα που είναι κυρίως φτιαγμένη από άτομα που μοιράζονται μια κοινή αίσθηση της ταυτότητά τους ως Κωφοί. Αυτή η κοινότητα είναι εν μέρει αποτέλεσμα των καθημερινών απογοητευτικών εμπειριών των κωφών ατόμων στη κυρίαρχη κοινωνία των ακουόντων. Αντίθετα από κάποιες άλλες πολιτιστικές ομάδες μειονότητας, οι κωφοί άνθρωποι πρέπει να κάνουν έντονες προσπάθειες για να βρεθούν και να συναναστραφούν. Εν τούτοις, μέλη αυτής της κοινότητας μοιράζονται μια γλώσσα, οργανωτικά δίκτυα, αξίες και κανόνες που είναι μοναδικοί σε αυτήν την ομάδα (Bat- Chava, 1994/ Higgins, 1980/ Lane et al., 1996/ Reagan, 1995).
Σύμφωνα με τις προηγούμενες θεωρίες της αυτοεκτίμησης, οι κωφοί πρέπει να έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, δεδομένου ότι ανήκουν σε μια υποτιμημένη μειονοτική ομάδα και είναι πιθανό να εσωτερικεύσουν τις αρνητικές συμπεριφορές των ακουόντων (Lane, 1992). Παρ’ όλα αυτά, κάποιες εμπειρικές μελέτες, σχετικά με την αυτοεκτίμηση των κωφών δεν συμβαδίζουν με αυτή την άποψη (Bat- Chava, 1993, 1994). Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι οι κωφοί δεν έχουν απαραίτητα χαμηλή αυτοεκτίμηση, καθώς επίσης και ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα για το συσχετισμό αυτών των δύο παραγόντων (Emerton, 1996/ Munoz- Baell & Ruiz, 2000). Εκτός από την ενθαρρυντική μειονοτική ομάδα, που αποδεικνύεται να έχει μια θετική επίδραση στην αυτοεκτίμηση, μπορούν να υπάρξουν κι άλλες επιρροές στην εργασία που μπορούν να βοηθήσουν στην προστασία των κωφών από τις αρνητικές στάσεις της κυρίαρχης ομάδας (Crowe, 2003). Αυτοί οι παράγοντες δεν έχουν πλήρως προσδιοριστεί στην βιβλιογραφία.
Δεν είναι επίσης σαφές ποια είδη στρατηγικών αντιμετώπισης χρησιμοποιούν οι κωφοί για να προστατεύσουν την αυτοεκτίμησή τους, ενώ ζουν καθημερινά σε ένα κόσμο όπου δεν είναι φτιαγμένος για να τους δεχτεί. Η αντιμετώπιση αντιπροσωπεύει προσπάθειες εκ μέρους του ατόμου να ελαττώσει τον φυσικό και ψυχολογικό πόνο που συνδέεται με τα αρνητικά γεγονότα της ζωής και τους τρέχοντες παράγοντες άγχους. Υπάρχει ένας αριθμός διαφορετικών τρόπων αντιμετώπισης όπου οι άνθρωποι υιοθετούν, με ή χωρίς να γνωρίζουν ότι το πράττουν. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των στρατηγικών αντιμετώπισης είναι ότι αυτές υιοθετούνται με σκοπό να βοηθήσουν τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τέτοιους είδους δυσκολίες.
Στη βιβλιογραφία υποστηρίζεται ότι η υιοθέτηση παραγωγικών τρόπων αντιμετώπισης, μπορεί να επηρεάσει θετικά την αυτοεκτίμηση των μελών των μειονοτικών ομάδων (Jones et al., 1984). Αυτή η άποψη βρίσκει επίσης εφαρμογή και στα κωφά άτομα, καθώς αυτά μπορούν να επιλέξουν μεταξύ ποικίλων μηχανισμών αντιμετώπισης, έτσι ώστε, να προστατεύσουν και να ενισχύσουν την αίσθηση της αυτοαξίας τους. Όμως, δεν έχει ερευνηθεί λεπτομερώς, ποιες στρατηγικές και πότε αυτές, έχουν χρησιμοποιηθεί (Bat- Chava, 1993, 1994/ Becker, 1981/ Higgins, 1980).
Πλήθος μελετών δείχνει ότι οι σπουδαστές πανεπιστημίου γενικότερα, αντλούν την αυτοεκτίμησή τους από εκείνους τους τομείς της ζωής, όπου εκείνοι θεωρούν ως τους πλέον σημαντικούς (Crocker et al., 2003/ Crocker & Luhtanen, 2003/ Crocker et al., 2003c). Για παράδειγμα, οι Crocker et al. (2003), βρήκαν ότι η ακαδημαϊκή επιτυχία σχετίζονταν με την αυτοεκτίμηση των σπουδαστών του πανεπιστημίου, μόνο όταν αυτοί την αξιολογούσαν ως δείκτη της αυτοαξίας τους. Επίσης, η αυτοεκτίμηση των σπουδαστών έχει άμεση σχέση και με την υποστήριξη από την οικογένεια, καθώς και από τους συναδέλφους (Fass & Tubman, 2002).

Παράγοντες σχετικοί με την κώφωση και την αυτοεκτίμηση
Ερευνητικές μελέτες για τους καθοριστικούς παράγοντες της αυτοεκτίμησης των ατόμων με προβλήματα ακοής παράγουν συχνά ασυμβίβαστα συμπεράσματα. Ο θετικός αυτό-σεβασμός είναι σημαντικός για την επιτυχή λειτουργία στην καθημερινή ζωή. Ωστόσο, η αυτό-αξιολόγηση των μελών των μειονοτικών ομάδων, όπως οι κωφοί, προκαλείται από την προκατάληψη εναντίον τους από μέρος της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Ωστόσο, η βιβλιογραφία που επικεντρώνεται στην αυτοεκτίμηση των κωφών, δείχνει ότι υπάρχει σημαντική μεταβολή μεταξύ των κοινοτήτων των Κωφών (Bat- Chava, 1993/ Crowe, 2003). Ενώ κάποιες μελέτες αναφέρουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση για τους κωφούς από ότι για τους ακούοντες (Bat- Chava, 1994/ Schlesinger, 2000), άλλες μελέτες αποδεικνύουν ότι η προκατάληψη οδηγεί αναπόφευκτα σε χαμηλότερη αυτοεκτίμηση (Bat- Chava, 2000/ Emerton, 1996/ Crowe, 2003).
Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που μπορούν να προστατεύσουν και να ενισχύσουν την αυτοεκτίμηση των κωφών. Αυτοί είναι ο τρόπος επικοινωνίας στο σπίτι, ο τύπος εκπαίδευσης πριν από το πανεπιστήμιο, η ηλικία της εμφάνισης της κώφωσης, ο βαθμός της απώλεια ακοής με την χρήση ακουστικού και ο προσδιορισμός ομάδας.

Τρόπος επικοινωνίας στο σπίτι
Ανεξάρτητα από εάν τα κωφά παιδιά μεγαλώνουν σε μια οικογένεια ακουόντων ή κωφών, όλοι πρέπει να περάσουν από παρόμοιες δοκιμασίες και εμπειρίες, δεδομένου ότι προσπαθούν να κοινωνικοποιηθούν μέσα σε μια πλειοψηφική κοινωνία. Πιθανόν να έχουν αντιμετωπίσει απογοήτευση, ενοχλητικές παρανοήσεις και τη μοναξιά του να σ’ αφήνουν έξω από τις προφορικές συνομιλίες. Διάφορες μελέτες δείχνουν ότι τα κωφά παιδιά που ανατρέφονται από κωφούς γονείς έχουν συχνά πλεονεκτήματα έναντι των παιδιών που έχουν γεννηθεί σε οικογένειες ακουόντων, επειδή μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου η επικοινωνία εξαρτάται εντελώς φυσικά από οπτικά, μη προφορικά, μοντέλα. Σχεδόν όλοι οι κωφοί γονείς χρησιμοποιούν τη νοηματική γλώσσα στην επικοινωνία με τα παιδιά τους, και κατά συνέπεια τα μέλη της οικογένειας είναι περισσότερο πιθανό να κατανοεί ο ένας τις ανάγκες και τα συναισθήματα του άλλου (Crowe, 2003/ Desselle & Pearlmutter, 1997/ Hillburn, Marini, & Slate, 1997/ Lane et al., 1996/ McIntosh, 2000/ Schirmer, 2001).
Στη βιβλιογραφία υποστηρίζεται ότι η αποτελεσματική επικοινωνία με τους γονείς είναι πολύ σημαντική για την ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Η χειλεανάγνωση είναι μια δεξιότητα, που οι περισσότεροι κωφοί δεν κατέχουν και δεν μπορούν να την αναπτύξουν τέλεια (Moore & Levitan, 1992). Επιπλέον, το 90% των ατόμων που είναι κωφοί εκ γενετής είναι ανίκανοι να χρησιμοποιήσουν τη φωνή τους με τρόπο κατανοητό, παρά τη λογοθεραπεία για πολλά χρόνια ( Lane et al., 1996). Αφού η χειλεανάγνωση και η προφορική επικοινωνία είναι μόνο για περιορισμένη βοήθεια, οι γονείς που δεν χρησιμοποιούν τη νοηματική γλώσσα, τείνουν να ανατρέφουν τα παιδιά τους με περιορισμένες δυνατότητες για ανάπτυξη των κοινωνικών ικανοτήτων που χρειάζονται, για την αλληλεπίδραση γενικά στην κοινωνία (Desselle & Pearlmutter, 1997/ Hillburn, et al., 1997). Αυτά τα παιδιά συνήθως δεν χρησιμοποιούν άνετα μια επίσημη γλώσσα μέχρι να έρθουν σε επαφή με ένα περιβάλλον όπου η νοηματική είναι η κυρίαρχη γλώσσα (Luey et al., 1995). Επίσης, νιώθουν συχνά περισσότερο κοινωνικά απομονωμένοι στα σπίτια και στις κοινότητές τους, από εκείνους που έχουν λιγότερο περιορισμένες δυνατότητες να επικοινωνήσουν στο οικογενειακό τους περιβάλλον (Hillburn, et al., 1997).

Τύπος εκπαίδευσης πριν από την τριτοβάθμια εκπαίδευση
Στη βιβλιογραφία υποστηρίζεται ότι σε αντίθεση με το οικογενειακό περιβάλλον, τα σχολεία που παρακολουθούν τα κωφά άτομα, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την αυτοεκτίμησή τους ως ενήλικες (Bat- Chava, 1993, 1994). Τα κωφά παιδιά μπορούν να περάσουν από διαφορετικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, που μπορούν να διαταχτούν με μια συνέχεια, από τα ειδικά σχολεία για τους κωφούς, στην πλήρως ολοκληρωμένη προφορική εκπαίδευση. Είναι πιθανό ότι τα κωφά άτομα που παρακολούθησαν ειδικά σχολεία, όπου όλοι οι άλλοι σπουδαστές είναι κωφοί και η εκάστοτε νοηματική γλώσσα είναι ο πρωτεύων τρόπος επικοινωνίας, θα τείνουν να έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Σε αυτά τα σχολεία, τα παιδιά μαθαίνουν και κοινωνικοποιούνται σε ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει την αποδοχή της κώφωσης, αντί της μεταχείρισης της ως ανεπάρκειας. Επιπλέον, αυτοί οι κωφοί μαθητές δεν αναγκάζονται να αντιμετωπίζουν τις αρνητικές στάσεις και συμπεριφορές από τους ακούοντες μαθητές, κατά τη διάρκεια της καθημερινότητάς τους, κάτι το οποίο μπορεί να προστατεύσει την αυτοεκτίμησή τους (Bat- Chava, 1994, 2000/ Schirmer, 2001).
Εντούτοις, ο αριθμός κωφών παιδιών που μαθητεύουν σε γενικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δύο δεκαετιών. Το Ερευνητικό Ινστιτούτο Gallaudet στην Ετήσια Έρευνα για τα Κωφά και Βαρήκοα Παιδιά και Νέους, αναφέρει ότι ενώ το 29% των κωφών παιδιών παρακολουθεί ειδικά σχολεία, το 45% παρακολουθεί την κλασσική εκπαίδευση. Ενώ ένα άλλο 43% μαθητεύει σε σχολείο με ειδική τάξη ή ανεξάρτητη τάξη για κωφά παιδιά, όπου διδάσκονται είτε με νοηματική γλώσσα είτε με προφορικούς διερμηνείς, αν χρειάζεται, και έχουν τακτικά προγραμματισμένες συνεδρίες με λογοθεραπευτές για να βελτιώσουν τις προφορικές τους ικανότητες. Πρόσφατη έρευνα απέδειξε ότι η παρακολούθηση σε σχολείο με πλειοψηφία ακουόντων μαθητών, ενώ έχουν την δυνατότητα να συναναστρέφονται και με κωφούς μαθητές, είναι ευεργετική καθώς δίνει την ευκαιρία στα κωφά παιδιά να μάθουν να λειτουργούν στο κόσμο των ακουόντων (Kluwin, 1999 / Luckner, 1999). Ωστόσο, υπάρχουν επίσης κάποια στοιχεία ότι ο διαχωρισμός της ειδικής εκπαίδευσης, σε όλη τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας, είναι ευεργετικός για την κοινωνική και ακαδημαϊκή επιτυχία των κωφών παιδιών κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Geers, 1990). Κάτω από ιδανικές συνθήκες, η συνύπαρξη θα μάθει στα κωφά παιδιά να λειτουργούν σωστά και στη κοινωνία των ακουόντων και στη κοινωνία των Κωφών. Παρ’ όλα αυτά, τα κωφά παιδιά στην ηλικία που διαμορφώνεται ο χαρακτήρας τους, είναι πιθανό να ωφεληθούν ψυχολογικά περισσότερο όντας σε ειδικά σχολεία, όπου θα βρίσκονται μεταξύ ομοίων και θα είναι ικανοί να επικοινωνούν πλήρως και να μοιράζονται τις εμπειρίες τους.

Ηλικία εμφάνισης της κώφωσης
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την αυτοεκτίμηση του ατόμου είναι η ηλικία εμφάνισης της κώφωσης. Η επίκτητη κώφωση στην ενηλικίωση δημιουργεί προβλήματα που είναι διαφορετικά από αυτά εκείνων που γεννήθηκαν κωφοί ή που έχασαν την ακοή τους κατά τη διάρκεια της πρόωρης παιδικής τους ηλικίας (Munoz-Baell & Ruiz, 2000). Η εκ γενετής κώφωση είναι περισσότερο ένα γλωσσικό πρόβλημα λόγω του ότι οι κωφοί συχνά δεν μαθαίνουν κάποια προφορική γλώσσα σωστά. Η ανικανότητα επικοινωνίας, στη συνέχεια, μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική απόρριψη, σε χαμηλή εκπαίδευση, σε εργασίες χαμηλού επιπέδου, καθώς επίσης και σε χαμηλά εισοδήματα. Όλα αυτά μπορούν να ασκήσουν σημαντική επίδραση στην αυτοεκτίμηση (Higgins, 1980 / Strong & Shaver, 1991).
Αφ’ ετέρου, τα άτομα που έχουν υποστεί κώφωση σε μεγαλύτερη ηλικία, συχνά αντιμετωπίζουν διαφορετικά ζητήματα σχετικά με την αυτοεκτίμηση (Schirmer, 2001). Η δική τους αισθητήριο-νευρική εξασθένιση αποκτιέται μετα-γλωσσικά ή αφότου έχουν ήδη μάθει τη γλώσσα και τις αξίες καθώς και τους κανόνες της κοινότητας των ακουόντων (Crowe, 2000). Τα προβλήματα τους προέρχονται από το γεγονός ότι η απώλεια της ακοής τους αλλάζει σημαντικά τις ζωές τους. Πρέπει να μάθουν να προσαρμόζουν και να υιοθετούν τις νέες μεθόδους επικοινωνίας και γενικά, έναν εξ ολοκλήρου διαφορετικό τρόπο ζωής. Πρέπει να καθιερώσουν μια νέα ταυτότητα, αναδημιουργώντας τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, μαθαίνοντας να στηρίζονται περισσότερο στις υπόλοιπες αισθήσεις τους, και να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι δεν μπορούν πλέον να ακούσουν φωνές και ήχους από το περιβάλλον τους. Θα πρέπει επίσης, να αγωνιστούν ενάντια στα αισθήματα της «κατωτερότητας» και της αίσθησης ότι είναι «προβληματικοί» εξαιτίας της κώφωσής τους. Συνολικά, αυτοί οι παράγοντες είναι πιθανό να επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό την αυτοεκτίμησή τους.

Βαθμός απώλειας ακοής
Η ακοή μπορεί να περιοριστεί σε οποιοδήποτε βαθμό και σε οποιοδήποτε συνδυασμό συχνοτήτων (Luey et al., 1995). Εκείνοι με τη βαθιά απώλεια ακοής είναι συχνά αναγκασμένοι να αποδεχτούν την κώφωσή τους ξέροντας ότι ακόμα και οι αναπτυγμένες τεχνολογικά συσκευές δεν μπορούν να βοηθήσουν την ακοή τους σημαντικά. Αυτά τα κωφά άτομα είναι πιθανό να δεχτούν ότι η κώφωσή τους είναι μια ιδιότητα που πρέπει να μάθουν να ζουν με αυτήν. Αναζητούν συχνά την συντροφιά ατόμων με παρόμοιο πρόβλημα και μαθαίνουν τις διαφορετικές στρατηγικές που μπορούν να τους βοηθήσουν να ζήσουν μια πλήρη ζωή ανεξάρτητα από την κώφωσή τους.
Αφ’ ετέρου, εκείνοι που έχουν μικρότερη απώλεια ακοής προσπαθούν συχνά να κρύψουν την κώφωσή τους. Μερικοί έχουν υπολείμματα ακοής που τους επιτρέπουν να ακούν μερικούς ήχους και φωνές γύρω τους. Εντούτοις, αυτή η απώλεια ακοής, είναι συχνά σε τέτοιο βαθμό ώστε τους εμποδίζει να πραγματοποιήσουν ομαλά μια προφορική συνομιλία, όπου η ακοή και η ομιλία είναι τα απαιτούμενα κανάλια επικοινωνίας. Χρειάζονται συχνά περαιτέρω ενδείξεις, όπως η πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία με σταθερή οπτική επαφή, η χειλεανάγνωση και η κατανόηση της γλώσσας του σώματος. Δεδομένου ότι αυτά, είναι στοιχεία που σπάνια διαθέτουν οι ακούοντες που θα αντιμετωπίζουν, τα κωφά άτομα είναι πιθανόν να χάσουν πολλές πληροφορίες κατά τη διάρκεια της επικοινωνιακής διαδικασίας. Ακόμη και η χρήση των ακουστικών βαρηκοΐας δεν μπορεί να λύσει πλήρως το πρόβλημα, καθώς αυτές οι βοηθητικές συσκευές δεν μπορούν να καταστήσουν την ομιλία των άλλων ανθρώπων σαφέστερη, απλά μόνο λίγο δυνατότερη. Επαναλαμβανόμενες εμπειρίες από την ατελέσφορη επικοινωνία μπορεί να οδηγήσουν στην απογοήτευση και σε ένα αίσθημα ανεπάρκειας, που θα μπορούσε να πλήξει την αυτοεκτίμηση των κωφών.
Ακόμα κι αν προηγούμενες μελέτες (Beck, 1988 / Brooks & Ellis, 1982) παρουσιάζουν ότι τα κωφά άτομα έχουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση από εκείνα με κάποια υπολείμματα ακοής, αυτό δεν είναι δεδομένο. Εκείνοι με βαθιά απώλεια ακοής αναγκάζονται συχνά να συμβαδίσουν με την κώφωσή τους και να προσπαθούν να ορίζουν τις ζωές τους σύμφωνα με αυτήν την κατάσταση. Αφ’ ετέρου, τα άτομα με υπολείμματα ακοής βρίσκονται σε μια μέση κατάσταση, από τη μία δεν θεωρούνται κωφοί, από την άλλη όμως δεν μπορούν να λειτουργήσουν πλήρως ως ακούοντες σε έναν κόσμο που στηρίζεται στην ακοή και την ομιλία. Με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε απογοητευτικές εμπειρίες και σε ένα μειωμένο αυτο-σεβασμό.

Προσδιορισμός ομάδας
Ο ισχυρός προσδιορισμός του ατόμου μέσα από την εσω-ομάδα του, υποτίθεται ότι έχει θετική επιρροή στην αυτοεκτίμηση, επειδή παρέχει την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου και χρησιμεύει ως ένας απομονωτής από τον αρνητικό αντίκτυπο της προκατάληψης και της διάκρισης (Bat- Chava, 1993, 1994, 2000/ Crocker & Major, 1989/ Phinney, 1991). Κατά συνέπεια, ο προσδιορισμός της ομάδας κρίνεται ως ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που οδηγούν στη θετική αυτοεκτίμηση των κωφών ατόμων.
Για τα κωφά άτομα που προσδιορίζουν την ταυτότητά τους μέσα στην κοινότητα των Κωφών, το να είσαι κωφός δεν λαμβάνεται ως ανεπάρκεια, αλλά περισσότερο είναι ένα μέρος της συνολικής ταυτότητάς τους. Για εκείνους που εμμένουν σε μια ιατρική/παθολογική άποψη και δεν αναγνωρίζουν τις πολιτιστικές ή γλωσσικές πτυχές της κώφωσής τους, το να είσαι κωφός είναι αναπηρία και δυσλειτουργία. Ο Linderman (1997) υποστηρίζει ότι εσωτερικεύοντας την παθολογική προσέγγιση και απορρίπτοντας τη κώφωση ως πολιτιστική έννοια, ασκείται αρνητική επίδραση στην αυτοεκτίμηση των κωφών. Αφ’ ετέρου, εκείνοι που προσδιορίζονται έντονα μέσω της κοινότητας των κωφών και αφιερώνουν αρκετό χρόνο σε άτομα με την ίδια ιδιότητα, έχουν συχνά θετική εικόνα για την αξία του εαυτού τους (Bat- Chava, 1994/ Olney & Brockelman, 2003/ Schirmer, 2001). Ακόμα κι αν αυτά τα κωφά άτομα ανήκουν σε μια κοινότητα ανθρώπων που μοιράζονται τις ίδιες εμπειρίες και μια κοινή μοίρα, συνήθως αντιμετωπίζουν διακρίσεις και επιβλαβείς συμπεριφορές από μέρους των ακουόντων κατά τη διάρκεια της καθημερινότητάς τους,. Οι προηγούμενες μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα που προσδιορίζονται έντονα από την ομάδα τους έχουν συχνά θετική αυτοεκτίμηση (Bat- Chava, 1993, 1994, 2000). Όμως, τα κωφά άτομα που δεν προσδιορίζονται μέσα στην κοινότητα των Kωφών, αλλά μάλλον προσπαθούν να ταυτιστούν πλήρως με τον κόσμο των ακουόντων, είναι πιθανό να υποφέρουν από πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση (Schirmer, 2001). Παρά τις συνεχώς βελτιωμένες τεχνολογικές καινοτομίες, δεν υπάρχει ακόμα καμία πλήρως αποτελεσματική θεραπεία για τη κώφωση. Τα ακουστικά βαρηκοΐας και τα κοχλιακά εμφυτεύματα μπορεί να βοηθούν στην καλυτέρευση των δυνατοτήτων τους στον κόσμο των ακουόντων, αλλά αυτά τυπικά δεν μπορούν να καταστήσουν τα κωφά άτομα ικανά να ακούσουν στο βαθμό που απαιτείται για να βρίσκονται στον κόσμο των ακουόντων σε ίση θέση με τους τελευταίους.

Αυτοεκτίμηση και στρατηγικές αντιμετώπισης
ατόμων με προβλήματα ακοής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη βιβλιογραφία που να εξετάζει τους μηχανισμός αντιμετώπισης των κωφών. Η αντιμετώπιση σχετικά με τη κώφωση έχει εξεταστεί έως τώρα μόνο ως μια διαδικασία, την οποία οι ακούοντες γονείς πρέπει να περάσουν μετά την άφιξη ενός κωφού παιδιού. Εν τούτοις, οι ίδιοι οι κωφοί πρέπει να προσαρμοστούν και να αναπτύξουν στρατηγικές αντιμετώπισης στο κόσμο των ακουόντων, για να προστατεύσουν την αυτοεκτίμησή τους. Πρέπει να αντιδράσουν στις παρενοχλήσεις που αντιμετωπίζουν κάθε ημέρα σε έναν κόσμο που είναι γεμάτος επικοινωνιακές προκλήσεις και, κατά περιόδους, προκαταλήψεις και διακρίσεις (Linderman, 1997).
Υπάρχουν διάφορες στρατηγικές αντιμετώπισης που οι κωφοί υιοθετούν για να διαχειριστούν τις ζωές τους καθημερινά και να προστατεύσουν την αυτοεκτίμησή τους. Αυτές περιλαμβάνουν την απόσυρση (αποτράβηξη) τους σε μια κοινότητα Κωφών, καλύπτοντας, και αναπτύσσοντας διαπολιτιστικές δεξιότητες.
Η απόσυρση από την κοινωνία σε μια κοινότητα ατόμων με παρόμοιες ιδιότητες μπορεί να βοηθήσει στην προστασία της αυτοεκτίμησης, αλλά την ίδια στιγμή θέτει και όρια σ’ εκείνους που υιοθετούν αυτή την στρατηγική. Υποτίθεται ότι τα κωφά άτομα που έχουν πρωτίστως κωφούς φίλους και είναι αρκετά ενταγμένοι σε μια κοινότητα Κωφών έχουν συνήθως υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Επιπλέον, δεδομένου ότι απομακρύνονται σχεδόν ολοκληρωτικά από την κοινωνία των ακουόντων, έχουν λιγότερες πιθανότητες για βελτίωση ή επίτευξη στόχων στη ζωή τους.
Η κάλυψη είναι μια τεχνική που επιτρέπει στα κωφά άτομα να δίνουν την εντύπωση ότι είναι ακούοντες. Ο Erving Goffman (1963) υποστηρίζει ότι η κάλυψη επιφέρει υψηλά επίπεδα άγχους, από τη στιγμή που αυτά τα άτομα θα πρέπει συνεχώς να ζουν με το φόβο της αποκάλυψης και αντιμετώπισης των συνεπειών. Εκείνοι που επιλέγουν αυτή τη στρατηγική υπόκεινται σε μεγάλη ψυχολογική πίεση, αφού ζουν μια ζωή που μπορεί να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή. Οι κωφοί συνήθως δεν μπορούν να καλύψουν την απώλεια ακοής, δεδομένου ότι αποκαλύπτεται μόλις αυτοί εισέλθουν σ’ ένα περιβάλλον όπου πρέπει να επικοινωνήσουν με ακούοντες. Εν τούτοις, για τα κωφά άτομα που έχουν λεκτικές δεξιότητες αρκετά καλές ή έχουν κάποια υπολείμματα ακοής, η προσπάθειά τους μπορεί να στεφθεί με επιτυχία.
Τα κωφά άτομα που αναπτύσσουν διαπολιτιστικές δεξιότητες είναι ικανά να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στον κυρίαρχο πολιτισμό εξίσου καλά, όπως και στον πολιτισμό της μειονοτικής ομάδας. Είναι συχνά ικανά να πετύχουν επαγγελματικά στο κόσμο των ακουόντων, όπως επίσης και να προσδιοριστούν μέσω της κοινότητας των Κωφών και να αγωνιστούν για κοινωνική αλλαγή (Bat- Chava, 2000). Εκείνοι που είναι σε θέση να βρουν μια ισορροπία στη συμμετοχή τους ανάμεσα στο κόσμο των Kωφών και στο κόσμο των ακουόντων τείνουν να έχουν θετική αυτοεκτίμηση (Brubaker, 1994). Σήμερα όλο και περισσότεροι κωφοί άνθρωποι, ειδικά οι νεότερες γενιές, υιοθετούν αυτή τη στρατηγική. Είναι υπερήφανοι για την πολιτιστική τους κληρονομιά και επίσης προωθούν την συνέχιση των δικών τους συμφερόντων στην κοινωνία της πλειοψηφίας. Αυτά τα κωφά άτομα έχουν συχνά κατανοητές φωνές και προέρχονται από οικογένειες ακουόντων, παράγοντες που τους επιτρέπουν να εξοικειωθούν με τους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας της πλειοψηφίας, καθώς και να ζουν το ίδιο άνετα και στις δύο ομάδες (Emerton, 1996).
Γενικά, η βιβλιογραφία για τις στρατηγικές αντιμετώπισης υποστηρίζει ότι η επιρροή της απόσυρσης και της κάλυψης είναι μάλλον διφορούμενη. Μπορούν να οδηγήσουν σε θετική αυτοεκτίμηση. Ωστόσο, μπορούν να έχουν και αρνητικές συνέπειες, δεδομένου ότι μπορούν να οδηγήσουν σε κοινωνική απομόνωση (Link et al., 1997/ Jonews et al., 1984). Αφ’ ετέρου, η ανάπτυξη διαπολιτιστικών δεξιοτήτων είναι πιθανόν να έχει τα πιο θετικά αποτελέσματα. Τα κωφά άτομα με ισχυρές διαπολιτιστικές δεξιότητες, που και πετυχαίνουν επαγγελματικά στον κόσμο των ακουόντων και απολαμβάνουν την υποστήριξη της κοινότητας των Κωφών, πιθανόν να έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Όχι μόνο έχουν υπερβεί τις προσδοκίες των άλλων για τις ικανότητές τους, αλλά έχουν διατηρήσει κι έναν δεσμό που είναι σημαντική πηγή για τον προσδιορισμό τους, αλλά και πηγή κοινωνικής υποστήριξης.
Ο πληθυσμός των κωφών έχει ποικιλία στη κλίμακα της αυτοεκτίμησης και στην επιλογή των στρατηγικών αντιμετώπισης. Επίσης, υπάρχει η αντίληψη ότι κάθε ένας από τους προαναφερθέντες παράγοντες έχει ανεξάρτητη επίδραση στην αυτοεκτίμηση. Επιπλέον, υπάρχουν διαλογικές επιδράσεις μεταξύ αυτών όπου η παρουσία ευεργετικών παραγόντων, μπορεί να μειώσει τα επιβλαβή αποτελέσματα άλλων παραγόντων. Παραδείγματος χάριν, όταν η οικογένεια ενός κωφού δεν χρησιμοποιεί τη νοηματική γλώσσα για την επικοινωνία τους, ο προσδιορισμός σε μια κοινότητα Κωφών μπορεί να μειώσει την επίδραση της φτωχής επικοινωνίας με την οικογένειά τους. Ομοίως, όταν οι γονείς δεν επικοινωνούν με τη νοηματική γλώσσα, η φοίτηση σε ειδικό σχολείο για κωφούς, όπου η κώφωση αντιμετωπίζεται ως πολιτιστικό ζήτημα περισσότερο, παρά ως ανεπάρκεια, μπορεί να μειώσει ενδεχομένως τις επιβλαβείς συνέπειες των δυσκολιών επικοινωνίας στο σπίτι.
Εκτός από τις κύριες επιδράσεις, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των παραγόντων που σχετίζονται με τη κώφωση και των στρατηγικών αντιμετώπισης μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην αυτοεκτίμηση, όπως όταν η επιτυχής αντιμετώπιση ανακουφίζει την αρνητική επίπτωση από κάτι άλλο. Για παράδειγμα, οι ισχυρές διαπολιτιστικές δεξιότητες μπορούν να μειώσουν την αρνητική επίπτωση της απόκτησης της κώφωσης σε μεγαλύτερη ηλικία.
Σύμφωνα με μια μελέτη των Jambor E. και Elliot M. (2002), που πραγματοποιήθηκε σε κωφούς σπουδαστές του Πανεπιστημίου Northridge της Καλιφόρνια (CSUN), αποδείχθηκε ότι ο προσδιορισμός στην κοινότητα των κωφών συνέβαλε σημαντικά στη θετική αυτοεκτίμηση. Τα αποτελέσματα επίσης αποκάλυψαν ότι κωφοί με μεγαλύτερο βαθμό απώλειας ακοής και με διαπολιτιστικές δεξιότητες (οι οποίες τους βοήθησαν να λειτουργήσουν και στην κοινότητα των κωφών και των ακουόντων) έχουν γενικά υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Οι περισσότεροι σπουδαστές είχαν σχετικά υψηλή αυτοεκτίμηση, γεγονός αναμενόμενο, θεωρώντας ότι οι συμμετέχοντες παρευρίσκονται σε μια πανεπιστημιούπολη με ένα φιλικό για τους κωφούς περιβάλλον, όπου λαμβάνουν πολλή υποστήριξη για να πετύχουν και στις ακαδημαϊκές και στις κοινωνικές προσπάθειές τους. Επιπλέον η έρευνα αυτή έδειξε ότι εκείνοι οι συμμετέχοντες που γεννήθηκαν κωφοί και έχουν υψηλότερη απώλεια ακοής είναι πιθανότερο να έχουν παρακολουθήσει τα ειδικά σχολεία για κωφούς, σε σύγκριση με εκείνους που έχασαν την ακοή τους αργότερα ή έχουν λιγότερη απώλεια ακοής. Ο βαθμός της απώλειας ακοής με τα ακουστικά βαρηκοΐας συσχετίζεται θετικά με τη χρήση νοηματικής γλώσσας στο σπίτι και αρνητικά με την προφορική επικοινωνία στο σπίτι, καθώς επίσης και ως προς την απόσυρση. Επίσης, γίνεται φανερό ότι εκείνοι οι συμμετέχοντες που χρησιμοποιούν την προφορική επικοινωνία στο σπίτι είναι πιθανότερο να έχουν φοιτήσει σε κλασσικά σχολεία, παρά σε ειδικά σχολεία για κωφούς μαθητές. Ο αυτο-προσδιορισμός ως Κωφός συσχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με σχεδόν όλους τους παράγοντες που συνδέονται με την κώφωση. Οι συμμετέχοντες, που φοίτησαν σε ειδικά σχολεία και η νοηματική γλώσσα ήταν ο πρωτεύον τρόπος επικοινωνίας στο σπίτι, παρουσιάζουν μεγαλύτερο προσδιορισμό με τους Κωφούς, από εκείνους που φοίτησαν σε κλασσικά σχολεία και που χρησιμοποιούσαν την προφορική επικοινωνία σπίτι. Επιπλέον, εκείνοι με μεγαλύτερο βαθμό απώλειας ακοής προσδιορίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό στη κοινότητα των Κωφών. Σχετικά με τις στρατηγικές αντιμετώπισης, η μελέτη στο Πανεπιστημίου Northridge της Καλιφόρνια (CSUN), έδειξε ότι οι κωφοί είναι λιγότερο πιθανό να χρησιμοποιήσουν την στρατηγική της κάλυψης, εάν έχουν βαθύτερη απώλεια ακοής, εάν έχουν φοιτήσει σε ειδικό σχολείο για κωφούς μαθητές, και εάν χρησιμοποιούσαν τη νοηματική γλώσσα στο σπίτι. Εκείνοι με σοβαρότερη απώλεια ακοής είναι συχνά ανίκανοι να καλύψουν την κώφωσή τους, δεδομένου ότι δεν μπορούν να ακούσουν τη φωνή των συνομιλητών τους ή τους θορύβους της καθημερινότητάς τους. Επιπλέον, χρησιμοποιώντας τη νοηματική γλώσσα ως κύριο τρόπο επικοινωνίας η κώφωσή τους γίνεται ορατή, και εκείνοι που φοίτησαν σε ειδικά σχολεία για κωφούς συνήθως επικοινωνούν με νοηματική γλώσσα και επομένως, δεν μπορούν να κρύψουν την κώφωσή τους. Αυτά τα κωφά άτομα συχνά υπερηφανεύονται για την κώφωσή τους, ενώ εκείνοι που προσπαθούν να υποδυθούν ότι είναι ακούοντες είναι λιγότερο πιθανό να προσδιοριστούν σε μια κοινότητα κωφών. Επίσης, εκείνοι που αποσύρονται στον κόσμο των Κωφών τείνουν να προσδιορίζονται εντονότερα στη κοινότητα των Κωφών και είναι λιγότερο πιθανό να καλύψουν την κώφωση τους. Είναι ακόμη πιθανότερο να έχουν σοβαρή απώλεια ακοής, να κάνουν χρήση της νοηματικής γλώσσας στο σπίτι, και να έχουν φοιτήσει σε ειδικά σχολεία για κωφά ή σε κλασσικά σχολεία με ειδικές υπηρεσίες, σε αντιδιαστολή με τα αντίστοιχα που χρησιμοποιούν την προφορική μέθοδο. Η απόσυρση συσχετίζεται θετικά με την αυτοεκτίμηση, ίσως λόγω των προστατευτικών αποτελεσμάτων της παραμονής εντός της κοινότητας των Κωφών. Εκτός από την απόσυρση, η αυτοεκτίμηση συσχετίζεται σημαντικά και με το βαθμό απώλειας ακοής με ακουστικό βαρηκοΐας, με τη προφορική επικοινωνία στο σπίτι, με τον προσδιορισμό στη κοινότητα των Κωφών και με την εθνικότητα. Έκπληξη προκαλεί, ότι σε αντίθεση με τις υπάρχουσες έρευνες αυτής της περιόδου, η συγκεκριμένη μελέτη των Jambor E. και Elliot M. (2002), δείχνει ότι οι Λευκοί έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση από τις μειονότητες. Προηγούμενες έρευνες έχουν παρουσιάσει περίπου ίσα επίπεδα αυτοεκτίμησης μεταξύ των Λευκών και των μειονοτήτων, εάν όχι υψηλότερη αυτοεκτίμηση των μειονοτήτων. Ωστόσο, ο μοναδικός συνδυασμός του να είσαι Κωφός και να ανήκεις σε εθνική μειονότητα, παρουσιάζει πολλές προκλήσεις. Η αυτοεκτίμηση συσχετίζεται θετικά με το βαθμό απώλεια ακοής με ακουστικό βαρηκοΐας, δηλαδή εκείνοι που έχουν βαθύτερη κώφωση είναι πιθανό να έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Επιπλέον, συσχετίζεται αρνητικά με την προφορική επικοινωνία στο σπίτι, δείχνοντας ότι εκείνοι που αναγκάζονται να διαβάζουν τα χείλη και να λειτουργούν χωρίς τη νοηματική γλώσσα μπορεί να αισθανθούν απομονωμένοι και αποκομμένοι από τις συνομιλίες και την οικογενειακή ζωή, γεγονός που έχει αρνητικές επιπτώσεις στην αυτοεκτίμηση τους. Επίσης, εξήχθηκε το συμπέρασμα ότι εκείνοι οι κωφοί που είναι Λευκοί, έχουν σχετικά μεγαλύτερο βαθμό απώλειας ακοής, προσδιορίζονται με τους Κωφούς και έχουν αναπτύξει τις διαπολιτιστικές τους δεξιότητες, τείνουν να έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Ίσως οι προστατευτικές ιδιότητες του μέλους της μειονοτικής ομάδας να μην επεκτείνεται πάντα στα κωφά μέλη, η επικοινωνία των οποίων με την ομάδα μπορεί να αμφισβητηθεί. Επομένως, η ιδιότητα μέλους ομάδας μειονότητας μπορεί να μην δώσει, η ίδια θετική επίδραση στην αυτοεκτίμηση μεταξύ των κωφών, γεγονός που προφανώς γίνεται μεταξύ των ακουόντων.
Συμπερασματικά, ο προσδιορισμός στην κοινότητα των Κωφών αποδεικνύεται να συσχετίζεται θετικά με την αυτοεκτίμηση. Αυτό το συμπέρασμα συμβαδίζει και με άλλες μελέτες, οι οποίες δείχνουν ότι αυτά τα μέλη της κοινωνία των Κωφών, που προσδιορίζονται έντονα στην ομάδα τους, έχουν υψηλή αυτοεκτίμηση. Ο προσδιορισμός με παρόμοιους άλλους, μπορεί να παρέχει κοινωνική και συναισθηματική υποστήριξη, ασκώντας θετική επίδραση στην αυτοεκτίμηση, ακόμα κι αν τα άτομα είναι μέλη μιας υποτιμημένης μειονοτικής ομάδας. Επίσης, όπως είναι λογικό, εκείνοι με μεγαλύτερη απώλεια ακοής έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση, επειδή είναι λιγότερο πιθανό να αρνούνται την απώλεια ακοής τους και πιθανότερο να την αποδέχονται. Αντί να προσπαθούν να θεραπεύσουν τη κώφωσή τους μέσω των χειρουργικών επεμβάσεων και των ακουστικών βαρηκοΐας, αυτοί αντιθέτως εστιάζουν σε τρόπους για να πετύχουν και στα επαγγελματικά και στα προσωπικά τους, στις δεδομένες περιστάσεις. Αφ’ ετέρου, εκείνοι με κάποια υπολείμματα ακοής μπορεί να αισθανθούν διαχωρισμένοι μεταξύ δύο κόσμων, δηλαδή δεν είναι ούτε κωφοί, αλλά ούτε μπορούν να ακούσουν. Και αυτή η συνεχή τους αναζήτηση για μια ξεκάθαρη αυτοεικόνα μπορεί να αποτελεί αρνητικό παράγοντα για την αυτοεκτίμησή τους. Επίσης, εκείνοι που είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν εξίσου καλά και στη κοινότητα των Κωφών και στον κόσμο των ακουόντων, τείνουν να έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Αυτά τα Κωφά άτομα μπορούν να υπερηφανεύονται για το επίτευγμά τους στην κυρίαρχη κοινωνία, αλλά μπορούν επίσης να στηριχθούν στην υποστήριξη που μπορούν να πάρουν από τη κοινότητα των ομοίων τους. Αυτή είναι πολύ σημαντικό, καθώς η προσπάθεια για ενσωμάτωση των κωφών στην κοινωνία της πλειοψηφίας είναι μια θετική προσπάθεια, αλλά μόνο εάν αυτά τα άτομα μπορούν να κρατήσουν τους δεσμούς τους στο κόσμο των Κωφών για την συναισθηματική και κοινωνική τους υποστήριξη. Το σχολικό περιβάλλον μπορεί να βοηθήσει στο να διδάξει τις διαπολιτιστικές δεξιότητες, που επιτρέπουν στους κωφούς να λειτουργήσουν επιτυχώς και στις κοινότητες των ακουόντων και των Κωφών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της έρευνας των Jambor E. και Elliot M. (2002), το ιδανικό σχολικό περιβάλλον, επιτρέπει στους κωφούς μαθητές να αναπτύξουν τις δεξιότητες που είναι απαραίτητες για να εισαχθούν στην κοινωνία της πλειοψηφίας, ενώ ακόμα βοηθάει στον αυτό-προσδιορισμό τους στη κοινότητα των Κωφών. Αυτό δείχνει ότι τα σχολεία, όπου τα κωφά παιδιά είναι μεταξύ ομοίων, αλλά επίσης συναναστρέφονται με ακούοντες μαθητές, είναι ιδανικά για την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης των κωφών παιδιών. Από την μελέτη στο Πανεπιστημίου Northridge της Καλιφόρνια (CSUN), αποδεικνύεται η σπουδαιότητα του βαθμού της απώλειας ακοής με την χρήση ακουστικού βαρηκοΐας, αλλά και ότι άλλοι παράγοντες που αναφέρονται συχνά ως σημαντικοί (τρόπος επικοινωνίας στο σπίτι και τύπος εκπαίδευσης πριν από το πανεπιστήμιο) δεν επηρεάζουν αρκετά την αυτοεκτίμηση. Η χρήση της προφορικής επικοινωνίας στο σπίτι σε αντιδιαστολή με τη νοηματική γλώσσα συσχετίζεται με χαμηλότερη αυτοεκτίμηση. Στη βιβλιογραφία δίνεται έμφαση στη σημασία της αποτελεσματικής επικοινωνίας μεταξύ των γονέων και των παιδιών, έτσι ώστε ο απόγονος να μπορεί να αναπτύξει επαρκείς κοινωνικές δεξιότητες και θετικό αυτοσεβασμό. Τα κωφά παιδιά χρειάζονται ένα μέσο οπτικής επικοινωνίας, από τη στιγμή που δεν μπορούν να επεξεργάζονται τις πληροφορίες μέσω των καναλιών της ακοής, τα οποία στην καλύτερη περίπτωση είναι περιορισμένα. Η επικοινωνία μέσω της νοηματικής γλώσσας μπορεί να είναι απαραίτητη για τη θετική αυτοαξιολόγηση από εκείνους που γίνονται κωφοί προγλωσσικά, δεδομένου ότι αυτό είναι συχνά ο φυσικότερος τρόπος για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, τις επιθυμίες και τις πεποιθήσεις τους.
Φυσικά, αυτή η μελέτη των Jambor E. και Elliot M. (2002) διεξήχθη μεταξύ σπουδαστών στο Πανεπιστημίου Northridge της Καλιφόρνια (CSUN), το οποίο διαθέτει μεγάλο αριθμό κωφών σπουδαστών και συνεπώς γεννάται το ερώτημα εάν οι κωφοί που ζουν καθημερινώς σε ένα περιβάλλον κυρίως ακουόντων, θα σημείωναν τόσο υψηλή αυτοεκτίμηση. Σήμερα, οι περισσότεροι κωφοί είναι αναλφάβητοι, με εργασία χαμηλού επιπέδου και με χαμηλό εισόδημα (Crowe, 2003/ Higgins, 1980˙ Munoz-Baell & Ruiz, 2000). Παρόλα αυτά το συγκεκριμένο δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό των σπουδαστών του CSUN, τουλάχιστον δημογραφικά, και έτσι είναι αντιπροσωπευτικό μιας νέας γενιάς κωφών, που παρακολουθούν πανεπιστήμια σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό και που μαθαίνουν να λειτουργούν και στο κόσμο των Κωφών και των ακουόντων.
Ο προσδιορισμός με την εσω-ομάδα και η ανάπτυξη διαπολιτιστικών δεξιοτήτων είναι αρκετά σημαντικά στοιχεία για τη δημιουργία μιας θετικής αυτοεκτίμησης. Οι κωφοί χρειάζονται το συναίσθημα του ανήκειν σε μια ομάδα ομοίων, αλλά επίσης χρειάζονται και τον αγώνα που διεξάγουν καθημερινά για να καταφέρνουν να λειτουργούν στον κόσμο των ακουόντων.
Ενώ μερικές μελέτες αναφέρουν μια θετική σχέση μεταξύ της αυτοεκτίμησης και της ακαδημαϊκής επίδοσης (Liu, Kaplan & Risser, 1992), άλλες υποστηρίζουν ότι η οργάνωση είναι πάρα πολύ αδύναμη και μπερδεμένη για να ερμηνευθεί ως αιτιώδης (Hewitt, 1998/ Kohn, 1994). Έρευνες μειονοτικών ομάδων, όπως Αφρο- Αμερικανοί δεν δείχνουν θετική συσχέτιση μεταξύ της αυτοεκτίμησης και της επίδοσης (Van Laar, 2000), προτείνοντας ότι άλλοι παράγοντες, όπως αντιληπτά ή πραγματικά εμπόδια στην επιτυχία, είναι εμπόδια ανεξάρτητα από την αυτοεκτίμηση. Κατά συνέπεια, η βελτίωση της αυτοεκτίμησης των κωφών σπουδαστών των πανεπιστημίων δεν συνεπάγεται απαραιτήτως βελτίωση της ακαδημαϊκής επίδοσή τους, γι’ αυτό μπορεί να χρειαστούν άλλες πηγές και στηρίγματα.

Αυτοεκτίμηση και άλλοι παράγοντες σχετιζόμενοι με την κώφωση
Γενικά, ερευνητικές μελέτες για την αυτοεκτίμηση και την κώφωση παράγουν ασυμβίβαστα συμπεράσματα. Μερικές μελέτες δείχνουν υψηλότερη συσχέτιση μεταξύ χαμηλής αυτοεκτίμησης και κωφών ατόμων από ότι μεταξύ ακουόντων ατόμων (Bat-Chava, 1994∙ Mulcahy, 1998∙ Schlesinger, 2000). Άλλες μελέτες προτείνουν ότι αυτό το πολύπλοκο φαινόμενο πρέπει να εξεταστεί περισσότερο για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο η κώφωση επηρεάζει την αυτο-αντίληψη και την αυτοεκτίμηση του ατόμου (Bat-Chava, 2000∙ Emerton, 1998∙ Foster, 1998∙ Munoz-Baell &Ruiz, 2000∙ Stone, 1998). Αναφορικά με την βιβλιογραφία, ο Mulcahy (1998) προσδιορίζει τους πιθανούς αρνητικούς παράγοντες που μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην αυτοεκτίμηση ενός κωφού ατόμου. Αυτοί οι αρνητικοί παράγοντες είναι η φτωχή επικοινωνία με τους γονείς, οι ανεπαρκείς δεσμοί με τη μητέρα, τα συναισθήματα δυσπιστίας λόγω της αίσθησης ανισότητας και των αρνητικών στάσεων απέναντι στα κωφά άτομα, η ελλιπή κατάκτηση της νοηματικής γλώσσας, η έλλειψη κατάλληλων προτύπων, η κοινωνική απομόνωση, η αρνητική αυτό-εικόνα, η έλλειψη ισχυρής πολιτιστικής ταυτότητας και η απόρριψη από τα μέλη της οικογένειας και τη κοινωνία γενικά. Αυτά τα συμπεράσματα έχουν θεμελιωθεί και από άλλες μελέτες (Bat-Chava, 1993, 1994, 2000, Schlesinger, 2000).
Σε μια μελέτη περαιτέρω ανάλυσης της αυτοεκτίμησης, η Bat-Chava (1993) εξέτασε τις επιδράσεις παραγόντων όπως η οικογένεια και το σχολείο και την επιρροή της ομάδας προσδιορισμού του Κωφού. Συνολικά διαπίστωσε ότι τα κωφά παιδιά των κωφών γονέων είχαν υψηλότερη αυτοεκτίμηση από τα κωφά παιδιά των ακουόντων γονέων. Επιπλέον, η αυτοεκτίμηση ήταν υψηλότερη στα κωφά άτομα που χρησιμοποιούσαν τη νοηματική γλώσσα. Σχετικά με τον προσδιορισμό σε μια ομάδα, όσο πιο έντονα αυτό-προσδιορίζεται ένα άτομο ως μέλος της κοινότητας των Κωφών τόσο υψηλότερη είναι η αυτοεκτίμησή του. Η Bat-Chava σε μια μελέτη του το 1994, διαπίστωσε ότι τα κωφά άτομα που μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα που υπήρχαν και άλλοι κωφοί που χρησιμοποιούσαν τη νοηματική γλώσσα ήταν πιθανότερο να προσδιορίζονται στη κοινότητα των Κωφών όταν γίνονταν ενήλικοι, ενισχύοντας έτσι την αυτοεκτίμησή τους. Κατά τρόπο ενδιαφέροντα, η Bat-Chava (1993, 1994) διαπίστωσε ότι αν και ο προσδιορισμός σε μια ομάδα (για παράδειγμα, έχοντας κυρίως κωφούς φίλους, συμμετοχή στη κοινότητα των Κωφών) συσχετίζεται με την υψηλή αυτοεκτίμηση, η ιδιότητα του να είσαι μέλος μιας ομάδας (για παράδειγμα, έχοντας ένα επίπεδο απώλειας ακοής, αλλά χωρίς την αίσθηση υπερηφάνειας για την ιδιότητα μέλους στην πολιτιστική ομάδα) είναι ενδεικτική χαμηλών επιδόσεων αυτοεκτίμησης.
Η κώφωση μπορεί να θεωρηθεί ως μια εμπειρία που περιορίζει την αλληλεπίδραση και την γλωσσική ανατροφοδότηση από το κοινωνικό περιβάλλον (Finn, 1995∙ Schlesinger, 2000). Επιπλέον, οι αρνητικές αντιδράσεις από τους γονείς για την κώφωση του παιδιού, όπως και η έλλειψη κατανόησης για τους τρόπους επικοινωνίας με ένα κωφό παιδί μπορούν να οδηγήσουν σε ακατάλληλες οικογενειακές αλληλεπιδράσεις που συμβάλλουν στις αρνητικές αυτο-αντιλήψεις. Επιπλέον, οι αρνητικές κοινωνικές αντιλήψεις μπορεί να επικυρώσουν και να ενισχύσουν τις αρνητικές εσωτερικές αυτο-αντιλήψεις (Finn, 1995∙ Triandis, 1996). Τέλος, καθώς το άτομο αναπτύσσεται, πιθανές δυσκολίες στον τρόπο έκφρασης επιθυμιών, σκέψεων και εμπειριών μπορούν να προκύψουν εξαιτίας της προϋπάρχουσας μορφής της κοινωνίας, με συνέπειες την κοινωνική απομόνωση, κατάθλιψη και μεταξύ άλλων την χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα. Οι θετικές οικογενειακές αλληλεπιδράσεις, μπορούν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμηση και να υποστηρίξουν γενικά την ανάπτυξη του ατόμου.
Η κώφωση, από την προοπτική της επικοινωνίας, απομονώνει μέλη από την ευρύτερη κοινωνία, με συνέπεια την γνωστική και διαπροσωπική στέρηση (Clymer, 1995). Διαστρεβλωμένες αυτό-αντιλήψεις μπορούν να αναπτυχθούν εάν οι κωφοί αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως ανεπαρκείς συγκριτικά με τους ακούοντες του περιβάλλοντός τους. Γενικά, ο Clymer πιστεύει ότι οι ακούοντες επιρρίπτουν την ευθύνη για το πρόβλημα της επικοινωνίας στους κωφούς. Αυτό μπορεί να συμβάλλει στην αρνητική αυτό-αντίληψη και απογοήτευση όταν η επικοινωνία δεν στέφεται με επιτυχία.
Η αυτό-εικόνα και η ταυτότητα καθώς επίσης και οι πολιτιστικές αξίες και κανόνες, συνδέονται συχνά με την εμπειρία που αποκτά το άτομο από την οικογένειά του. Είναι γεγονός ότι τα περισσότερα κωφά παιδιά γεννιούνται σε οικογένειες ακουόντων (Foster, 1998∙ Schein, 1974). Οι επιδράσεις της κώφωσης σε όλα τα μέλη της οικογένειας, αλλά και στις μεταξύ των μελών αλληλεπιδράσεις, έχουν τεκμηριωθεί ευρέως (Foster, 1998∙ LaSasso & Metzger, 1998∙ Schlesinger, 2000). Ακόμη, τα προβλήματα επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια, φαίνεται ότι ενσωματώνονται βαθιά στις ζωές των μελών της. Τα προβλήματα επικοινωνίας, έχουν επιπτώσεις σε ολόκληρη την οικογένεια, συμπεριλαμβανομένων και ακουόντων και κωφών μελών (Foster, 1998). Ακόμα και όταν τα ακούοντα μέλη της οικογένειας μαθαίνουν τη νοηματική γλώσσα, τα περισσότερα δεν επιτυγχάνουν ποτέ τη χρήση της νοηματικής γλώσσας με ευχέρεια. Κατά συνέπεια, ένα κωφό μέλος της οικογένειας μπορεί ακόμα και να αποκλειστεί από άτυπες και τυχαίες συνομιλίες μεταξύ των ακουόντων μελών της οικογένειας. Πράγματι, ο Foster σημειώνει ότι οι νεολαίες κωφών εξέφρασαν μια προτίμηση για αλληλεπίδραση με κωφούς συνομηλίκους τους, παρά με τα μέλη της οικογένειάς τους που δεν κάνουν χρήση της νοηματικής τους γλώσσας.
Όταν το κωφό παιδί έχει κωφούς γονείς, μαθαίνει τη γλώσσα μέσω των προτύπων που διαμορφώνονται μέσα στο σπίτι (LaSasso & Metzger, 1998). Και οι γονείς και το παιδί μοιράζονται μια «κωφή» ταυτότητα και αυτό μπορεί να βοηθήσει στην οργάνωση της αυτο-εικόνας του παιδιού (Emerton, 1998). Επιπλέον, ένα περιβάλλον στο οποίο υπάρχουν κωφά άτομα μπορεί να βοηθήσει στην ενθάρρυνση μιας υγιής αυτο-αντίληψης με κοινές αξίες. Μια κοινότητα κωφών ατόμων που έχουν υψηλές ικανότητες στη νοηματική γλώσσα, έχει τη δυνατότητα να καλύψει τα κενά στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που δημιουργούνται λόγω της ύπαρξης μιας κοινωνίας ακουόντων, που δεν γνωρίζουν τη νοηματική γλώσσα. Στην ουσία, ένα περιβάλλον στο οποίο υπάρχουν κωφά άτομα μπορεί να βοηθήσει ώστε να κατασκευαστεί μια υπο-ομάδα μέσω κάποιων υψηλότερων κοινωνικών αξιών.
Τα στερεότυπα που αφορούν τους ρόλους των φύλων έχουν μια περιοριστική επίδραση στην αυτοεκτίμηση καθώς και στην επιλογή των επαγγελμάτων από τα παιδιά και τους εφήβους. Προφανώς, οι προσδοκίες του ρόλου των φύλων και η συσχέτισή τους με τις επαγγελματικές προσδοκίες και την αυτοεκτίμηση αρχίζουν νωρίς και συνεχίζονται σε όλη την ανάπτυξη. Οι Ashton και Kimberly (1995) ερεύνησαν τυποποιημένες επαγγελματικές φιλοδοξίες για τα δύο φύλα σε παιδιά προσχολικής ηλικίας και το αποτέλεσμα έδειξε ότι και τα αγόρια και τα κορίτσια προτίμησαν τα παραδοσιακά για κάθε φύλο επαγγέλματα. Τα αγόρια 4 ετών απέρριψαν κατά κύριο λόγο τα επαγγέλματα που είναι συνδεδεμένα με το άλλο φύλο. Οι μαθητές δημοτικού σχολείου απέρριψαν τα καθιερωμένα στερεότυπα σχετικά με τις αντρικές κατάλληλες σταδιοδρομίες και τις αντίστοιχες των γυναικών και αυτά τα σεξιστικά στερεότυπα επηρέασαν τις φιλοδοξίες που έχουν για την σταδιοδρομία τους (Herring, 1998∙ Thiessen & Blasius, 2002). Επίσης, από μια μελέτη του 1986 διαπιστώθηκε ότι τα κορίτσια είχαν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση. Πράγματι, τα κορίτσια στην ηλικιακή φάση της εφηβείας είναι σημαντικά πιθανότερο από της αντίστοιχης ηλικίας αγόρια να δηλώσουν ότι δεν είναι αρκετά έξυπνα ή αρκετά καλά για να επιτύχουν τις σταδιοδρομίες που επιθυμούν (O'Brien, Friedman, Tipton, & Linn, 2000). Ομοίως, ο Rojewski (1996) ανέφερε ότι τα κορίτσια έφηβοι, με και χωρίς μαθησιακές δυσκολίες, είναι πιθανότερο να διαλέξουν επαγγέλματα χαμηλότερου επιπέδου έναντι των αγοριών. Επιπλέον, οι Powell και Luzzo (1998) ανέφεραν ότι τα αγόρια ηλικίας 15 έως 19 ετών θεωρούν ότι έχουν περισσότερο έλεγχο στη λήψη αποφάσεων που αφορούν την σταδιοδρομία τους σεσχέση με τα κορίτσια των αντίστοιχων ηλικιών. Οι Swanson και Lease (1990) διαπίστωσαν ότι τα κορίτσια που είναι μαθητές γυμνασίου εκτιμούν ότι οι γενικές δυνατότητες των συνομηλίκων τους είναι υψηλότερες από τις δικές τους, ενώ τα αντίστοιχα αγόρια εκτιμούν τις δυνατότητες των συνομηλίκων ως χαμηλότερες από τις δικές τους. Οι ενήλικοι, συμπεριλαμβανομένων και των νέων ενηλίκων, κατέδειξαν παρόμοιες τάσεις. Σε μια μελέτη (Betsworth, 1999) 198 εργαζόμενων γυναικών ηλικίας 18-55 ετών διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες υποτίμησαν σημαντικά τις δυνατότητές τους στη γενική ικανότητα εκμάθησης, στη λεκτική ικανότητα, στην ικανότητα αντίληψης του χώρου, στην αντίληψη της ιδιότητας υπάλληλος γραφείου και στο συντονισμό μηχανών. Οι Lent, Brown, and Hackett (1994) υποστήριξαν ότι οι γυναίκες στερούνται ισχυρών προσδοκιών για την προσωπική αποτελεσματικότητά τους σε διάφορους επαγγελματικούς τομείς και ιδιαίτερα στις φυσικές επιστήμες, την εφαρμοσμένη μηχανική, και τα μαθηματικά (Sharpe & Sonnert, 1999∙ Tilleczek & Lewko, 2001).
Επίσης, η αλληλεπίδραση μεταξύ του φύλου και της αυτοεκτίμησης μπορεί να έχει επιπτώσεις και στη στάση απέναντι στην ανικανότητα, δεδομένου ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση συσχετίζεται συνήθως με τη θετική στάση απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες (Livneh, 1982) και ότι οι γυναίκες παρουσιάζουν συχνά χαμηλότερη αυτοεκτίμηση από τους άντρες, οι γυναίκες αναμένεται να εκφράσουν πιο αρνητικές στάσεις και χαμηλότερο EOCs (Equal Opportunities Commission) από τους άντρες σχετικά με τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Εντούτοις, οι γυναίκες εκφράζουν συνήθως θετικότερα στάση και EOCs απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες από ότι οι άνδρες (Livneh, 1982). Ενδεχομένως, η αυτοεκτίμηση, καθώς επίσης και οι εκπαιδευτικές φιλοδοξίες, μπορούν να συσχετιστούν θετικά με τις στάσεις ανδρών και γυναικών.
Το φύλο θεωρείται από πολλούς ένα πολιτιστικό φαινόμενο (Peplau, Veniegas, Taylor, & DeBro, 1999∙ Wade & Tavris, 1999). Το φύλο, σύμφωνα με τους Wade και Tavris, περιγράφεται ως «όλα τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι συμπεριφορές που ένας πολιτισμός θεωρεί κατάλληλα για τους άντρες και τις γυναίκες (και) είναι μια κοινωνική εφεύρεση». Συχνά, οι πολιτιστικές προσδοκίες και οι ρόλοι αποδίδονται αρχίζοντας από τη γέννηση και ποικίλλουν στους διάφορους πολιτισμούς.
Οι κοινωνικοί κανόνες, οι οποίοι περιλαμβάνουν τους κανόνες και τις προσδοκίες από τη συμπεριφορά του μέλους μιας ομάδας, επηρεάζουν ουσιαστικά όλες τις πτυχές της ζωής (Peplau et al., 1999). Αυτοί οι κανόνες συχνά, καθιερώνουν τα όρια για κύρος και δύναμη, και γίνονται αποδέκτες της ιδεολογίας και στερεοτύπων. Γενικά, οι άντρες συνεχίζουν να έχουν περισσότερο κύρος και δύναμη από τις γυναίκες (Wade & Tavris, 1999). Αυτά τα εμπόδια, είναι συχνά δύσκολα για τις γυναίκες να τα υπερνικήσουν και συνεχίζουν να συμβάλλουν στις ανισότητες στην καθημερινή ζωή, όπως η απασχόληση και ο μισθός.
Ο Bateman (1998) θεωρεί ότι η επιτυχία της κοινότητας των κωφών ως ομάδα μειονότητας, στηρίζεται σε μεγάλο ποσοστό στην εμφάνιση επιτυχημένων κωφών ηγετών. Οι κωφοί ηγέτες οφείλουν την ύπαρξή τους σε διάφορους θετικούς παράγοντες που συγκλίνουν στη δημιουργία μιας ισχυρής και σαφής αίσθησης του εαυτού. Επίσης, ο Bateman προσδιορίζει αρκετούς βασικούς παράγοντες που εμποδίζουν την ανάπτυξη αυτών των ιδιοτήτων. Θεωρεί ότι οι δυσκολίες στην οικογενειακή ζωή, στη σχολική ζωή και στην επικοινωνία καθώς επίσης και ο τύπος εκπαίδευσης, η ενίσχυση της κοινότητας και η προώθηση από τη κοινότητα των κωφών μπορούν να παρεμποδίσουν την ισχυρή ανάπτυξη ηγετικών ικανοτήτων. Συγκεκριμένα, οι οικογένειες που τείνουν να αποφασίζουν αυτές για το κωφό μέλος τους, η παθητικότητα στο σχολείο, η έλλειψη επικοινωνίας, η έλλειψη ενίσχυσης και προώθησης από τη κοινότητα αποτρέπουν στην ουσία το κωφό άτομο από το να αναπτύξει ισχυρές και σαφείς ηγετικές ικανότητες. Πράγματι, η ανεπαρκής επικοινωνία μεταξύ του κωφού ατόμου και του περιβάλλοντός του (δηλαδή μέλη της οικογένειας, συμμαθητές, συνομήλικοι, δάσκαλοι, κ.λ.π.) μπορεί όχι μόνο να αποτρέψει τις ηγετικές ικανότητες, αλλά και να μεταβιβάσει αρνητικά ή αντιφατικά μηνύματα στο άτομο.
Η επιρροή της κουλτούρας επίσης, διαδραματίζει έναν βασικό ρόλο στην ανάπτυξη της ταυτότητας του ατόμου μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Κουλτούρα, σύμφωνα με μερικούς, υπάρχει και εσωτερική (υποκειμενική) και εξωτερική (αντικειμενική) (Mruk, 1999∙ Singelis, Bond, Sharkey, & Siu Yiu Lai, 1999). Σύμφωνα με τον Rosenberg (1981), η αυτο-αντίληψη δεν υπάρχει από τη γέννησή μας αλλά προκύπτει μέσω των κοινωνικών εμπειριών και αλληλεπιδράσεων, ενσωματώνεται και επηρεάζεται από τη θέση του ατόμου στην κοινωνική δομή, διαμορφώνεται μέσα σε θεσμικά συστήματα, όπως η οικογένεια, το σχολείο, η οικονομία και η εκκλησία, κατασκευάζεται από τα στοιχεία της κουλτούρας και επηρεάζεται από τα άμεσα κοινωνικά και περιβαλλοντικά πλαίσια.
Υποκειμενικά, η κουλτούρα υπάρχει ως εσωτερικοποιημένες πεποιθήσεις, αξίες και τρόποι αλληλεπίδρασης. Αντικειμενικά, η κουλτούρα υπάρχει ως τμήμα του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων τη θρησκεία, την πολιτική και την εκπαίδευση. Τα κοινωνικά συστήματα είναι οι δομές που παρέχουν το κοινωνικό πλαίσιο για το άτομο. Αυτά τα συστήματα είναι ένα σύνθετο και αλληλένδετο δίκτυο ρόλων και ιδιοτήτων, που μεταβιβάζουν τις αξίες, τις στάσεις, τους κανόνες και τις προσδοκίες της κοινωνίας στο άτομο. Το άτομο στη συνέχεια, αλληλεπιδρά με τα μέλη της κοινωνίας, που παρουσιάζουν μια κοινωνικά κατασκευασμένη αυτο-εικόνα και λαμβάνουν τις κοινωνικές αξιολογήσεις από άλλους.
Η συμπεριφορά του ατόμου, πρέπει πάντα να εξετάζεται στα πλαίσια της κουλτούρας (Mruk, 1999). Η σύγκρουση μεταξύ της ταυτότητας κάποιου και της κουλτούρας του είναι γνωστή ως πολιτιστική διαφωνία (Mruk, 1999∙ Rosenberg, 1981). Παραδείγματος χάρη, ένα βαρήκοο άτομο μπορεί να νιώθει ότι αυτο-προσδιορίζεται ως μέλος της κουλτούρας των ακουόντων ή ως μέλος της κουλτούρας των κωφών. Συνεπώς, μπορεί να νιώθει ότι δεν αρμόζει αρκετά σε κάποια συγκεκριμένη κουλτούρα και αυτό μπορεί να δημιουργήσει εσωτερικευμένη σύγκρουση και ανησυχία. Εν τούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα άτομα αισθάνονται αυτή τη σύγκρουση. Κάποιοι μπορεί να έχουν την ικανότητα να ενσωματώσουν πολιτιστικές και ατομικές πτυχές σε μια δυπολιτιστική ταυτότητα (Bat-Chava, 2000).
Συγκρούσεις μεταξύ των κανόνων της κυρίαρχης ομάδας και της ομάδας μειονότητας, μπορούν επίσης να δημιουργήσουν συναισθήματα πολιτιστικής σύγκρουσης. Ο Rosenberg (1981) δηλώνει ότι η επίδραση του ασύμφωνου πολιτιστικού πλαισίου μπορεί να είναι ακόμα πιο εχθρική από αυτή της άμεσης προκατάληψης. Συνεπώς, αν τα μέλη μιας ομάδας μειονότητας θεραπεύονται με την περιφρόνηση, θα θεωρούνταν αναμενόμενο τα μέλη αυτής της ομάδας να έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αν η υποστήριξη από το περιβάλλον βοηθάει στην προστασία των μελών της ομάδας μειονότητας από την αρνητικότητα της κυρίαρχης ομάδας, τότε τα μέλη της ομάδας δεν απορροφούν απαραιτήτως αυτές τις αρνητικές αξίες.
Η κώφωση μπορεί να έχει επιπτώσεις σε πολλούς τομείς της ζωής του ατόμου. Μερικές μελέτες συμπεραίνουν ότι η κώφωση επηρεάζει άμεσα την αυτοεκτίμηση, ενώ άλλες μελέτες δείχνουν ότι η αυτοεκτίμηση μπορεί να υποστηριχθεί από την ύπαρξη ισχυρών οικογενειακών, κοινωνικών και πολιτιστικών επιρροών. Σαφώς, υπάρχουν πολυάριθμες επιρροές πρακτικά στις ζωές, στις οικογένειες και στις κοινότητες των Κωφών ατόμων.
Σύμφωνα με την έρευνα της Teresa V. Crowe (2003), που πραγματοποιήθηκε σε Κωφούς σπουδαστές του Πανεπιστημίου Gallaudet, οι συμμετέχοντες που είχαν Κωφούς γονείς που επικοινωνούσαν στη νοηματική γλώσσα, είχαν σημαντικά υψηλότερη αυτοεκτίμηση από αυτούς που οι Κωφοί γονείς τους δεν επικοινωνούσαν στη νοηματική γλώσσα ή είχαν ακούοντες γονείς ανεξαρτήτως χρήσης ή μη της νοηματικής γλώσσας. Αυτή η εύρεση συμφωνεί και με άλλα ερευνητικά συμπεράσματα που έχουν δείξει θετική σχέση μεταξύ του οικογενειακού προσανατολισμού στην κώφωση και της αυτοεκτίμησης (Bat-Chava, 1994, 2000∙ Clymer, 1995, Schein,1989).
Παρόλο που δεν έχει ερευνηθεί ιδιαίτερα, οι διαφορές των φύλων στην κοινότητα των Κωφών ελάχιστα επιδρά στην αυτοεκτίμηση. Σύμφωνα με τους Wade και Tavris (1999), η πιθανή εξήγηση για αυτό είναι ότι όταν οι άνδρες και οι γυναίκες είναι αμοιβαία εξαρτώμενοι και δρουν συνεταιριστικά, ο ανταγωνισμός μεταξύ των φύλων βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ίσως όταν οι άντρες και οι γυναίκες βρίσκονται σε ένα παγιωμένο και υποστηρικτικό περιβάλλον νιώθουν εξίσου καλά με τους εαυτούς τους. Έτσι, υπάρχει λιγότερος ανταγωνισμός και στη συνέχεια δημιουργείται ένα περιβάλλον με λιγότερες ανησυχίες και εντάσεις, στο οποίο καμία ομάδα δεν κυριαρχεί ενάντια στην άλλη.
Η Bat-Chava (2000) δηλώνει ότι ένα βασικό στοιχείο στην ανάπτυξη της ταυτότητας μπορεί να είναι η κατάσταση ακοής των γονέων και η χρήση νοηματικής γλώσσας. Προτείνει ότι εκείνοι που μεγάλωσαν με κωφούς γονείς είναι πιθανό να αντιμετωπίζουν την κώφωση ως πολιτιστικό φαινόμενο παρά ως ανικανότητα. Επιπλέον, οι περισσότεροι ακούοντες γονείς κωφών παιδιών δεν χρησιμοποιούν την νοηματική γλώσσα. Η Bat-Chava (2000) σημειώνει ότι η μειοψηφία των γονιών κωφών παιδιών (περίπου 4%) δεν κατορθώνουν να μεταβιβάσουν την πολιτιστική προοπτική της κώφωσης. Έτσι, οι κωφοί που έχουν κωφούς γονείς έχουν όχι μόνο γλωσσικές δυνατότητες πρόσβασης, αλλά και τα πρότυπα που θα τους μεταβιβάσουν τις πολιτιστικές, κοινωνικές και οικογενειακές αξίες.
Μια άλλη πιθανή εξήγηση για την υψηλότερη αυτοεκτίμηση που έδειξαν τα αποτελέσματα της έρευνας της Crowe (2003) για εκείνους με κωφούς γονείς, μπορεί να είναι ότι η κοινότητα των Κωφών κάνει διακρίσεις μεταξύ εκείνων των οποίων οι οικογένειες είναι κωφές ή ακούοντες. Στην κοινότητα των Κωφών, ένα πολιτιστικά κωφό άτομο με κωφούς γονείς βρίσκεται σε πολύ πλεονεκτική θέση από άποψη εξουσίας και υψηλής ιεραρχίας (Kannapell, 1989). Επομένως, η ιδιότητα μέλους σε μια κοινότητα Κωφών εξαρτάται και επηρεάζεται από την οικογενειακή καταγωγή. Πράγματι, ο White (1999) αναφέρει ότι όταν οι ακούοντες γονείς αγωνίζονται για τα επικοινωνιακά προβλήματα και την επιλογή της γλώσσας, αναζητώντας απαντήσεις από τους επαγγελματίες, και αντιμετωπίζουν τις δικές τους καταθλιπτικές αντιδράσεις απέναντι στην κώφωση, οι κωφοί γονείς είναι ήδη εξοικειωμένοι με αυτή την εμπειρία, έχουν κοινωνικά δίκτυα για υποστήριξη και είναι εξοικειωμένοι με τις εκπαιδευτικές και κοινοτικές πηγές για τα κωφά παιδιά. Αυτοί συνήθως δεν έχει την παρατεταμένη περίοδο πένθους, με την οποία έρχονται αντιμέτωποι οι ακούοντες γονείς και είναι έτοιμοι αρχίσουν να επικοινωνούν με το κωφό νήπιό τους στη νοηματική γλώσσα αμέσως.
Για τον απόγονο των κωφών γονέων, η κοινωνική και πολιτιστική υποστήριξη έχει καθιερωθεί από νεαρή ηλικία, συμβάλλοντας κατά συνέπεια σε ένα υψηλό επίπεδο αυτοεκτίμησης. Συνολικά, όλοι οι συμμετέχοντες στην μελέτη που έγινε στο Πανεπιστήμιο του Gallaudet έχουν υψηλά επίπεδα αυτοεκτίμησης. Αυτό είναι ένα αναμενόμενο εύρημα, καθώς οι συμμετέχοντες ήταν φοιτητές ή προσωπικό που εργάζεται σε ένα πολιτιστικό περιβάλλον που προσδιορίζονται τα κωφά άτομα. Η επικοινωνία με τη νοηματική γλώσσα είναι εύκολα προσιτή για τις κοινωνικές συγκεντρώσεις, τις ακαδημαϊκές μελέτες, και τις υπηρεσίες που βρίσκονται στο χώρο του Πανεπιστημίου. Κατά συνέπεια, οι συμμετέχοντες αυτής της έρευνας ήταν σε ένα περιβάλλον που τους στήριζε γλωσσολογικά και πολιτιστικά και που παρέχει μια πολιτιστικά ευαίσθητη ατμόσφαιρα για την κοινωνικοποίηση, την εκμάθηση, και την επικοινωνία. Επιπλέον, η αυτοεκτίμηση διαφέρει σημαντικά στα άτομα εκείνα που συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τα ακούοντα ως ομάδα αναφοράς. Επιπλέον, τα αποτελέσματα της αυτοεκτίμησης μπορεί να είναι διαφορετικά για εκείνους που είναι κοινωνικά απομονωμένοι συγκριτικά με άλλους κωφούς ανθρώπους.

Αιτιακή απόδοση του ελέγχου και της αυτοεκτίμησης
Οι τομείς που καθορίζουν τις επιπτώσεις στην αιτιακή απόδοση του ελέγχου και την αυτοεκτίμηση των ανθρώπων, εξετάστηκαν σε πολλές μελέτες, παραδείγματος χάριν ο πολιτισμός, η αυτο-παρεμπόδιση κ.ά. Πολλοί ψυχολόγοι θεωρούν ότι οι κωφοί άνθρωποι πρέπει να θεωρούνται ως διπολιτιστικές κοινότητες. η αιτιακή απόδοση του ελέγχου (Rotter, 1966) γίνεται αντιληπτή ως μια δυναμική διπολική συνέχεια που εκτείνεται από έσω προς έξω. Η εσωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου χαρακτηρίζεται από την πεποίθηση ότι οι συνέπειες είναι ένα αποτέλεσμα της συμπεριφοράς κάποιου. Με άλλα λόγια, τα άτομα που θεωρούν ότι οι επιτυχίες ή οι αποτυχίες τους προκύπτουν από τις δικές τους συμπεριφορές, κατέχουν μια εσωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου. Επιπλέον, τα άτομα με εσωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου συμμετέχουν χαρακτηριστικά σε δυναμικές και προσαρμοστικές συμπεριφορές (Demellow & Imms, 1999∙ Peterson et al., 1993 and Rothbaum et al., 1982). Αντιθέτως, η εξωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου χαρακτηρίζεται από την πεποίθηση ότι οι συνέπειες είναι ένα αποτέλεσμα της μοίρας, της τύχης ή των ισχυρών άλλων. Δηλαδή, τα άτομα που αποδίδουν τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες τους σε κάτι άσχετο από τις συμπεριφορές τους, κατέχουν μια εξωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου. Κατά συνέπεια, τα άτομα με εξωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου τείνουν να μην λαμβάνουν την ευθύνη για τις ενέργειες ή τις συμπεριφορές τους. Στη συνέχεια, αυτά τα άτομα τείνουν να είναι αντιδραστικά και να αποφεύγουν καταστάσεις (Gomez, 1997 and Gomez, 1998). Ο Rotter (1966) υποστήριξε ότι ακόμη και αν η αιτιακή απόδοση του ελέγχου γίνεται αντιληπτή ως μια δυναμική συνέχεια, αυτό είναι ένα αρκετά σταθερό ψυχολογικό κατασκεύασμα. Ο ίδιος υποστήριξε ότι τα άτομα με εσωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου συνεχίζουν να συμμετέχουν σε δραστηριότητες και αυτό ενισχύει την προσδοκία ότι οι συμπεριφορές τους έχουν επιπτώσεις στις επόμενες συνέπειες. Εν τω μεταξύ, τα άτομα με εξωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου θα δέσμευαν τα απροσάρμοστα συμπεριφοριστικά σχέδια που γίνονται αυτο-εκπληρούμενα, δεδομένου ότι αντιλαμβάνονται τις συνδέσεις μεταξύ των ενεργειών τους και των επόμενων συνεπειών. Ουσιαστικά, η αιτιακή απόδοση του ελέγχου θα συγκρούονταν με τον τρόπο που αυτοί αντιλαμβάνονται και αλληλεπιδρούν μέσα στα πλαίσιά τους. Ως εκ τούτου, όταν τα άτομα εισέρχονται σε μια νέα εμπειρία, θα ήταν αναμενόμενο να αντιδράσουν σύμφωνα με τον προσανατολισμό και το επίπεδο γνωστικής επεξεργασίας της αιτιακής απόδοσης του ελέγχου.
Υπάρχουν στοιχεία ότι η αιτιακή απόδοση του ελέγχου συσχετίζεται με την γνωστική ανάπτυξη. Διάφορες μελέτες (Shute et al., 1984∙ Skinner et al.,, 1998 and Weisz & Stipek, 1982) αναφέρουν ότι ο προσανατολισμός της αιτιακής απόδοσης του ελέγχου κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας τείνει να είναι πιο εξωτερικός από τον προσανατολισμό της αιτιακής απόδοσης του ελέγχου κατά τη διάρκεια της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Στη συνέχεια, ο προσανατολισμός της αιτιακής απόδοσης του ελέγχου κατά τη διάρκεια της εφηβείας, τείνει να είναι περισσότερο εσωτερικός από ότι στα παιδιά και πιο εξωτερικός από ότι στους ενηλίκους. Επιπλέον, η εσωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου έχει βρεθεί ότι αφορά τον αφηρημένο γνωστικό συλλογισμό, ενώ η εξωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου συσχετίζεται με τον αντικειμενικό γνωστικό συλλογισμό (Shute et al., 1984).
Διάφορες μελέτες έχουν ερευνήσει την δυνατότητα επίδρασης της κουλτούρας στην αιτιακή απόδοση του ελέγχου (LOC). Οι μελέτες που έχουν γίνει στον δυτικό πολιτισμό για την αιτιακή απόδοση του ελέγχου περιγράφουν την αξία μιας εσωτερικής αιτιακής απόδοσης του ελέγχου. Στην πραγματικότητα, οι Αμερικανοί τείνουν να έχουν υψηλά επίπεδα εσωτερικής αιτιακής απόδοσης του ελέγχου έναντι άλλων πολιτισμών. Για παράδειγμα, οι Αμερικανοί συγκρίθηκαν με τους Κινέζους και τους Ιάπωνες (Hamid, 1994). Ενώ οι Η.Π.Α. τείνουν να δίνουν υψηλή αξία στην εσωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου, οι Ασιάτες και άλλοι συλλογικοί πολιτισμοί τείνουν να εκτιμούν περισσότερο μια εξωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου. Παραδείγματος χάριν, στην Ιαπωνία μια εξωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου έχει μεγάλη αξία και οι Ιάπωνες προσαρμόζονται στις ανάγκες των άλλων και σταματούν έτσι την αίσθηση του προσωπικού ελέγχου. Οι Ιάπωνες ανέχονται τις προσπάθειες των άλλων να τους επηρεάσουν ( Ji, Peng, & Nisbett, 2000∙ Sastry, & Ross, 1998).
Ο Schwartz και ο Kaslow (2000) εξέτασαν διατομικά και διαμήκη τους συσχετισμούς του ύφους απόδοσης σε 841 εφήβους. Από αυτή τη μελέτη, το ύφος απόδοσης απροσαρμοστικότητας συνδέθηκε με πολύ υψηλά επίπεδα κατάθλιψης, αυτοκαταστροφικότητας, απαισιοδοξίας, χαμηλής αυτοεκτίμησης και ικανότητας δημιουργίας στρατηγικών αντιμετώπισης, χαμηλά επίπεδα κοινωνικής ικανότητας, περισσότερες συγκρούσεις με τους γονείς και χαμηλά επίπεδα στήριξης από την οικογένεια και τους συνομηλίκους.
Η αυτοεκτίμηση είναι μια ευρέως διαδεδομένη έννοια, όχι μόνο στη ψυχολογία, αλλά και στο ευρύτερο κοινό και αναφέρεται στην αίσθηση που έχει ένα άτομο για την αξία του ή τις ικανότητές του (Blascovich & Tomaka, 1991). Ο πιο ευρύς και συχνότερα αναφερόμενος ορισμός της αυτοεκτίμησης στη ψυχολογία είναι του Rosenberg (1965), σύμφωνα με τον οποίο η αυτοεκτίμηση περιγράφεται ως ευνοϊκή ή δυσμενείς στάση απέναντι στον εαυτό. Γενικά, η αυτοεκτίμηση θεωρείται αξιολογικό συστατικό της αυτο-αντίληψης, η οποία είναι μια ευρύτερη αντιπροσώπευση του εαυτού που περιλαμβάνει τους γνωστικούς και συμπεριφοριστικούς τομείς, όπως και τους αξιολογικούς ή συναισθηματικούς (Blascovich & Tomaka, 1991). Ενώ η αυτοεκτίμηση χρησιμοποιείται συχνότερα για να αναφερθεί σε μια ολική αίσθηση της αυτοαξίας, στενότερες έννοιες όπως η αυτοπεποίθηση ή η εκτίμηση του σώματος χρησιμοποιούνται για να υπονοήσουν μια αίσθηση αυτοεκτίμησης μέσα από πιο συγκεκριμένες καταστάσεις. Επίσης, οι λειτουργίες της αυτοεκτίμησης θεωρούνται ευρέως ως ένα γνώρισμα, δηλαδή είναι σταθερή με την πάροδο του χρόνου στα άτομα. Η αυτοεκτίμηση αφορά ουσιαστικά πολλές ψυχολογικές έννοιες, όπως της προσωπικότητας (π.χ. συστολή), τη συμπεριφοριστική (π.χ. απόδοση στόχου), τη γνωστική (π.χ. προκατάληψη απόδοσης) και κλινικές έννοιες (π.χ. ανησυχία και κατάθλιψη). Ενώ μερικοί ερευνητές έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με την κατανόηση των πτυχών της δομής της αυτοεκτίμησης, κάποιοι άλλοι έχουν στραφεί στις προσαρμοστικές και στις αυτο-προστατευτικές λειτουργίες της αυτοεκτίμησης (Blascovich & Tomaka, 1991).
Η έρευνα της Hayedeh, Sabery του Πανεπιστημίου Islamic Azad απέδειξε ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά στα επίπεδα αυτοεκτίμησης μεταξύ κωφών και ακουόντων, σε σχέση με την αιτιακή απόδοση του ελέγχου. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας προτείνουν ότι ο σύμβουλος και ο δάσκαλος θα πρέπει να προσέχουν το ύφος καθώς συνεργάζονται με τα κωφά παιδιά. Επίσης, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το εξωτερικό ύφος απόδοσης στα κωφά παιδιά δεν μειώνει την αυτοεκτίμησή τους όπως συμβαίνει στα ακούοντα. Ένας πιθανός λόγος για αυτό είναι ότι η εξωτερική αιτιακή απόδοση του ελέγχου στους κωφούς μαθητές. διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο που παίζουν οι στρατηγικές αυτο-παρεμπόδισης για την προστασία της αυτοεκτίμησης κάποιου. Δεδομένου ότι οι Snyder και Smith (1982) βρήκαν ότι η αυτο-παρεμπόδιση παρακινείται από τις προσδοκώμενες απειλές για την αυτοεκτίμηση. Ομοίως, οι Berglas και Jones (1978) διαπίστωσαν ότι η αυτο-παρεμπόδιση παρακινείται ιδιαίτερα από την αβεβαιότητα για τις δυνατότητες κάποιου. Οι ερευνητές έχουν τεκμηριώσει διάφορες συμπεριφορές που λειτουργούν ως αυτο-παρεμπόδιση, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ναρκωτικών και οινοπνεύματος (Berglas και Jones, 1978∙ Higgins και Harris, 1988), έλλειψη πρακτικής (Rhodewalt, Saltzman, και Wittmer, 1984), μειωμένη προσπάθεια (Rhodewalt και Fairfield, 1991), δυσμενείς τοποθετήσεις απόδοσης (Rhodewalt και Davison, 1986∙ Sheppard και Arkin, 1989) και εκθέσεις συμπτωμάτων (Mayorson και Rhodewalt, 1988∙ Smith, Snyder, και Perkins, 1983).
Οι Rhodewalt, Morf, Hazlett και Fairfield (1991) εξέτασαν τις αυτο-αποδόσεις που προσφέρονται από τις αυτο-παρεμποδίσεις για τις αποτυχίες και τις επιτυχίες και τις επιδράσεις που έχουν στην αυτοεκτίμηση. Οι Rhodewalt et al. (1991) βρήκαν στοιχεία ότι οι αυτο-παρεμποδίσεις πράγματι εξυπηρετούν μια προστατευτική λειτουργία για την αυτοεκτίμηση του ατόμου. Συγκρίνοντας τα άτομα που έλαβαν ανατροφοδότηση της αποτυχίας ελλείψει μιας αναπηρίας, τα άτομα που έλαβαν ανατροφοδότηση της αποτυχίας ενώ είχαν κάποια αναπηρία, έδειξαν σημαντικά υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Αυτό λογικά οφείλεται στη τάση της συλλογικής κουλτούρας στη κοινότητα των Κωφών. Στην ατομική κουλτούρα η αυτοεκτίμηση θα εξαρτηθεί κυρίως από τις συναισθηματικές αντιδράσεις και αξιολογήσεις του ατόμου. Στη συλλογική κουλτούρα, η αξιολόγηση από τα μέλη της εσω-ομάδας θα είναι η σημαντικότερη πηγή πληροφοριών για την αυτοεκτίμηση (Ji, Peng, & Nisbett, 2000∙ Sastry, & Ross, 1998).
Γενικά, τα αποτελέσματα ερευνών για την αυτοεκτίμηση των παιδιών με προβλήματα ακοής διαφέρουν. Κάποιες έρευνες υποστηρίζουν ότι τα παιδιά με προβλήματα ακοής έχουν εξίσου καλά επίπεδα αυτοεκτίμησης με τα ακούοντα παιδιά (Emerton, 1998∙ Foster, 1998∙ Munoz-Baell & Ruiz, 2000∙ Stone, 1998, ενώ άλλες έρευνες υποστηρίζουν ότι τα παιδία με προβλήματα ακοής έχουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση (Bat-Chava, 1994∙ Mulcahy, 1998∙ Schlesinger, 2000). Οι πιο πιθανοί λόγοι για να ισχύει το τελευταίο συμπέρασμα είναι η έλλειψη επικοινωνίας με τους γονείς και το γεγονός ότι το παιδί δεν μπορεί να εκφράσει με τρόπο κατανοητό για τους γονείς του, τις επιθυμίες του, τα προβλήματά του, ακόμα και τι καθημερινές του ανάγκες. Επίσης, δεν μπορεί να αντιληφθεί και αυτά που του λένε οι γονείς του, δεν έχει κωφούς φίλους για να παίξει, δεν έχει ένα πρότυπο Κωφού ατόμου, ώστε να μπορέσει να αναπτύξει μια υγιή προσωπικότητα και αισθάνεται ότι κανείς δεν το καταλαβαίνει. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να βοηθήσουν οι γονείς το κωφό παιδί τους αν έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση. Κάποιοι από αυτούς είναι να δείχνεται, αλλά και να λέτε στο παιδί σας ότι το αγαπάτε, να προσπαθείτε να τονίζεται τα καλά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του και όχι μόνο (για παράδειγμα, να του λέτε ότι είναι έξυπνο, συμπαθητικό, όμορφο, έχει χιούμορ και άλλα), να το προσανατολίζετε να κάνει πράγματα στα οποία έχει καλές επιδόσεις και το ευχαριστούν και να του αφιερώνεται πολύ χρόνο.
Σύμφωνα με έρευνες, τα παιδιά με προβλήματα ακοής που χρησιμοποιούν τη νοηματική γλώσσα για την επικοινωνία τους έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση (Bat-Chava, 1993). Οι λόγοι που ισχύει αυτό είναι το γεγονός ότι μέσω της νοηματικής γλώσσας μπορούν να εκφραστούν ευκολότερα και να γίνουν επίσης εύκολα κατανοητοί από όσους ξέρουν τη νοηματική γλώσσα, όπως και να καταλάβουν τους υπόλοιπους χρήστες της. Δηλαδή μέσω της νοηματικής γλώσσας έχουν την δυνατότητα να επικοινωνούν, να εκφράζονται και γενικά να αλληλεπιδρούν. Σύμφωνα με άλλη έρευνα, όμως, αυτό δεν ισχύει, γιατί δεν είναι καθοριστικός παράγοντας για την αυτοεκτίμηση των παιδιών με προβλήματα ακοής, ο τρόπος που τελικά θα επικοινωνήσουν (νοηματική γλώσσα, ομιλία ή άλλος τρόπος), αλλά καθοριστικό είναι το γεγονός ότι μπορούν να γίνουν αντιληπτοί από τους άλλους ανθρώπους και αντίστοιχα να καταλαβαίνουν και οι ίδιοι τους άλλους, δηλαδή ότι μπορούν να επικοινωνούν (Gurp, 2001). Συνεπώς δεν υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος επικοινωνίας για τα άτομα με προβλήματα ακοής, αλλά είναι μια υποκειμενική επιλογή ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ατόμου, γιατί κάθε παιδί είναι διαφορετικό. Για μερικά παιδιά που έχουν υπολείμματα ακοής, είναι ευκολότερο να μάθουν χειλεανάγνωση και να αναπτύξουν προφορικό λόγο. Εξάλλου, κάθε παιδί μαθαίνει καλύτερα με διαφορετικό τρόπο και οι ακουστικοί τύποι παιδιών θα μάθουν καλύτερα χρησιμοποιώντας την υπολειμματική ακοής τους, ενώ οι οπτικοί τύποι θα προτιμήσουν τη νοηματική γλώσσα.
Το επίπεδο ανάγνωσης ενός παιδιού με προβλήματα ακοής μπορεί να έχει επιπτώσεις στην αυτοεκτίμησή του. Σύμφωνα με έρευνα τα παιδιά με προβλήματα ακοής που μπορούν να διαβάσουν καλά έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση (Deselle, 1994∙ Gurp, 2001). Επίσης, διαπιστώθηκε ότι οι βαρήκοοι μαθητές που συμμετέχουν σε τάξεις ακουόντων στην Αγγλία έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση από τους μαθητές που συμμετέχουν στις ειδικές τάξεις (Gurp, 2001). Ο λόγος είναι ότι αισθάνονται ότι δεν επισκιάζονται ούτε μειονεκτούν σε σχέση με τους ακούοντες συμμαθητές τους στο σχολείο εξαιτίας της απώλειας της ακοής τους. Όμως, μερικά παιδιά με προβλήματα ακοής αισθάνονται καλύτερα στις ειδικές τάξεις επειδή συναναστρέφονται με παιδιά με προβλήματα ακοής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα παιδιά με προβλήματα ακοής αισθάνονται ότι οι συμμαθητές τους κατανοούν το πρόβλημα ακοής τους, καθώς είναι και οι ίδιοι παθόντες και επίσης, δεν νιώθουν ότι αποκλείονται από τις συζητήσεις που γίνονται στην τάξη. Σύμφωνα με την έρευνα του Gurp (2001) τρεις παράγοντες επηρεάζουν περισσότερο την αυτοεκτίμηση. Αυτοί είναι η αυτό-εικόνα του παιδιού με πρόβλημα ακοής, το πόσο κοντά αισθάνεται το παιδί στους γονείς του ή στους κηδεμόνες του και το πόσο καλές είναι οι σχέσεις του με τους συνομηλίκους του. Επίσης, σημαντικός παράγοντας είναι ο βαθμός ανάπτυξης της αθλητικής και νοητικής αίσθησης που έχει το παιδί για τον εαυτό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: