Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2007

Επικοινωνία

Ευστράτιος Παπάνης

Η σημαντικότερη ίσως λειτουργία της διαφήμισης είναι η επικοινωνιακή. Επικοινωνία είναι μία έννοια με πολλές διαστάσεις. Θεωρείται μεγίστης σημασίας για την ανθρώπινη ύπαρξη για το λόγο ότι μπορεί να αποτελεί κινητήρια δύναμη και πηγή ζωής για τον άνθρωπο ενώ αντίθετα η έλλειψη επικοινωνίας μπορεί να οδηγήσει το άτομο στα όρια της κοινωνικής απομόνωσης και της καταστροφής.
Γενικότερα, επικοινωνία είναι η μεταβίβαση κάποιων μηνυμάτων, ιδεών, τάσεων, συναισθημάτων άμεσων ή έμμεσων, από άτομο ή ομάδα σε κάποιο άτομο ή ομάδα για κάποιον συγκεκριμένο σκοπό (Βερνίκος, 1975).
Όποια όμως μορφή και να έχει η επικοινωνία προφορική ή γραπτή, είτε αφορά μεμονωμένα άτομα είτε ομάδες, με σκοπό την ενημέρωση και την πληροφόρηση του κοινού είτε την διαμόρφωση συμπεριφορών, κάθε φορά ακολουθεί μια συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία απαιτεί κάποιες προϋποθέσεις.
Στην προσπάθεια να δώσουμε ένα βασικό προσδιορισμό του όρου επικοινωνία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επικοινωνία συνίσταται στη μεταφορά πληροφορίας ανάμεσα σε έναν πομπό και ένα δέκτη, χάρη σε ένα μήνυμα το οποίο διακινείται μέσω ενός καναλιού. Για να γίνει η μεταφορά της πληροφορίας, το μήνυμα παίρνει μια συγκεκριμένη μορφή η οποία είναι κωδικοποιημένη. Η επιτέλεση δηλαδή της επικοινωνίας περνάει από την κωδικοποίηση της πληροφορίας, τη διατύπωση του μηνύματος σε σύστημα σημείων ή αλλιώς κώδικα.
Όταν επιτελεστεί η επικοινωνία, λέμε ότι τα μέρη που συγκροτούν αυτή τη διαδικασία σχηματίζουν ένα σύστημα επικοινωνίας. Το σύστημα περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία [Dictionnaire de Linguistique et de Sciences du Langage 1973: 95 – 96]:
Τον κώδικα, τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για να πάρει μορφή το μήνυμα. Ο κώδικας λοιπόν περιλαμβάνει συγκεκριμένα σημεία και ένα σύνολο από κανόνες των κατάλληλων συνδυασμών σ’ αυτό το σύστημα σημείων.
Το κανάλι, που είναι ο φυσικός φορέας μετάδοσης του μηνύματος και ο πομπός που είναι η πηγή του μηνύματος. Ο πομπός μπορεί, κατά περίπτωση, να περιλαμβάνει και τους μηχανισμούς κωδικοποίησης και τη συσκευή μετάδοσης. Στην περίπτωση που περιλαμβάνει τους μηχανισμούς κωδικοποίησης, ο πομπός αναλαμβάνει το ρόλο του κωδικοποιητή, επιλέγει δηλαδή στο εσωτερικό του κώδικα ένα συγκεκριμένο αριθμό σημείων επιτρέποντας την μετάδοση του μηνύματος. Ο όρος «πομπός» αντιστοιχεί με τους όρους «ομιλητής» ή «αποστολέας». (Dictionnaire de Linguistique et de Sciences du Langage, 1973)
Το μέσο είναι ο φορέας που μεταβιβάζει το μήνυμα από τον πομπό στο δέκτη. Τα βασικότερα μέσα μηνυμάτων είναι η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, οι εφημερίδες, τα περιοδικά, τα ενημερωτικά φυλλάδια, το διαδίκτυο κ.τ.λ.
Το δέκτη, αποκωδικοποιητή. Είναι κατά περίσταση η συσκευή λήψης και ο παραλήπτης του μηνύματος. Η διαδικασία αποκωδικοποίησης γίνεται από τον παραλήπτη μέσω της διαδικασίας «αναζήτησης στη μνήμη» των στοιχείων που επιλέχθηκαν από τον αποστολέα όταν εκείνος κατασκεύαζε το μήνυμα. Ως δέκτης θεωρούνται τα άτομα ή οι ομάδες στόχος στις οποίες αναφέρονται και απευθύνονται τα μηνύματα που έχουν ως βασικό σκοπό την ενημέρωση, την ψυχαγωγία, τον καθορισμό της συμπεριφοράς και την αλλαγή των στάσεών προς ορισμένες κατευθύνσεις, απόψεις, ιδέες κ.τ.λ.
Μήνυμα ορίζεται η εξωτερίκευση της θέλησης εκείνου που μεταδίδει μέσω κάποιου συμβατού κώδικα. Γενικότερα, ως μήνυμα νοείται η πληροφορία, η γνωστοποίηση, η εντολή ή η παραγγελία. Τα μηνύματα μπορεί να έχουν διάφορες μορφές. Υπάρχουν μηνύματα που αποτελούνται μόνο από ήχο, τα λεγόμενα ηχητικά π.χ. μια μελωδία. Υπάρχουν μηνύματα που αποτελούνται από λέξεις, τα λεγόμενα λεκτικά π.χ ένα σύνθημα. Επίσης υπάρχουν τα οπτικά μηνύματα όπως μια εικόνα και τέλος τα σύνθετα μηνύματα, που περιλαμβάνουν όλες τις παραπάνω κατηγορίες μηνυμάτων και είναι η πιο εντυπωσιακή μορφή μηνύματος π.χ. μια εκδήλωση (Samson & Price, 1997).
Το μήνυμα ανάλογα με τον τρόπο και τη μορφή που θα παρουσιαστεί μπορεί να δημιουργήσει ποικίλες συναισθηματικές συγκινήσεις στο κοινό, δηλαδή καταστάσεις διέγερσης που εκδηλώνονται ως βιοχημική δραστηριότητα του σώματος και του εγκεφάλου και εμφανίζονται με διαφορετικούς τρόπους π.χ έκλυση ορμονών και διαφορετική ένταση (Tellis,1998). Oι συγκινήσεις και τα συναισθήματα συνεπάγονται διανοητική και ψυχική δραστηριότητα.
Πέρα όμως από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να πραγματοποιηθεί μια διαδικασία επικοινωνίας ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στάδια που ακολουθούνται για να υλοποιηθεί δηλαδή για να φτάσει το μήνυμα από τον πομπό στο δέκτη.

Σύμφωνα με τον Παπάνη (2004), η επικοινωνία περιλαμβάνει τα εξής στάδια:
1.κωδικοποίηση
2.μετάδοση
3.αποκωδικοποίηση
4.ανατροφοδότηση
5.θόρυβος

Κωδικοποίηση
Συνήθως μια σκέψη κωδικογραφείται σε ένα λεκτικό ή μη λεκτικό σύστημα, το οποίο είναι βασισμένο στην κοινή γνώση ή στις γλωσσικές και κοινωνικές συμβάσεις που μοιράζονται τα εμπλεκόμενα στην επικοινωνιακή διαδικασία μέρη.
Η κωδικοποίηση του μηνύματος απαιτεί από τον αποστολέα να αξιολογήσει και να επιλέξει τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, με τον οποίο θα μεταβιβαστεί το μήνυμα. Οι παράγοντες που επηρεάζουν το κωδικοποιημένο μήνυμα είναι : η προσωπική επικοινωνιακή ικανότητα, οι παγιωμένες συμπεριφορές, η γνώση και το κοινωνικό-πολιτιστικό σύστημα.
Αποκωδικοποίηση
Μετά την λήψη του μηνύματος, ο παραλήπτης πρέπει να ορίσει το περιεχόμενο του. Το αποκωδικοποιεί, προσπαθώντας να του αποδώσει το ίδιο νόημα με αυτό, που είχε πρόθεση να μεταδώσει ο αποστολέας. O παραλήπτης πρέπει να λάβει υπόψη του την γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε, για να διατυπώσει το μήνυμα και επίσης να εστιάσει στις μη-λεκτικές ενδείξεις, την γλώσσα του σώματος και τον τόνο της φωνής του αποστολέα.
Η αποκωδικοποίηση συμβαίνει εντός του πλαισίου αναφοράς του παραλήπτη το οποίο επηρεάζεται από την εκπαίδευσή του, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις συμπεριφορές, την γνώση και την εμπειρία.
Μετάδοση
Είναι η διαδικασία, η οποία λαμβάνει χώρα μετά την κωδικοποίηση και πριν από την αποκωδικοποίηση και περιγράφεται ως η πράξη κατά την οποία ο αποστολέας μεταδίδει το μήνυμα.

Ανατροφοδότηση
Η ανατροφοδότηση γνωστοποιεί στον ομιλητή την επίδραση που έχει πάνω στους ακροατές. Ανάλογα με το είδος της ο ομιλητής μπορεί να συνεχίσει πάνω στο θέμα χωρίς να αλλάξει κάτι ή να κάνει κάποιες αναπροσαρμογές, τροποποιήσεις, να ενισχύσει ή να αλλάξει το περιεχόμενο, την μορφή του μηνύματος.
Τα χαμόγελα, τα καταφατικά νεύματα και σχόλια όπως «Καταλαβαίνω» και «Μπράβο» είναι παραδείγματα θετικής ανατροφοδότησης η οποία προτρέπει στην συνέχιση της επικοινωνίας με τον τρόπο με τον οποίο άρχισε. Εν αντιθέσει, η αρνητική ανατροφοδότηση σηματοδοτεί την έλλειψη κατανόησης ή την αδιαφορία ή τη διαφωνία .
Θόρυβος
Ο θόρυβος υπεισέρχεται κατά την παραλαβή του μηνύματος και κατά την αποκωδικοποίησή του. Μπορεί να είναι φυσικός, όπως, οι δυνατές φωνές, το κορνάρισμα των αυτοκινήτων, ψυχολογικός, όπως, στερεότυπα, συνειρμοί, εμπεδωμένες στάσεις και σημασιολογικός ,δηλαδή, παρερμηνευμένα νοήματα.
Αν και η ουσία της αυτοεκτίμησης βασίζεται στην ενδοσκόπηση, λίγοι είναι αυτοί που κατορθώνουν να βγουν αλώβητοι από μια τόσο ψυχοφθόρο και αποκαλυπτική διαδικασία. Ακόμα λιγότεροι όσοι διαθέτουν το ψυχικό σθένος να την αποτολμήσουν. Γι’ αυτό είναι καθημερινή πρακτική για τον άνθρωπο να αναζητά τις πηγές της αυτοεκτίμησής του στους άλλους. Εγείρεται έτσι το θέμα της επικοινωνίας με τα σημαντικά πρόσωπα της καθημερινότητας. Τα επικοινωνιακά άτομα φαίνεται πως από πολύ νωρίς παγιώνουν τα νοητικά σχήματα, που αφορούν τις ιδιότητές τους. Πιστεύοντας ότι έχουν ένα χαρακτηριστικό, φαντάζονται πώς συμπεριφέρεται κάποιος με αυτό το γνώρισμα, υιοθετούν τις συμπεριφορές που συνάδουν με την εικόνα αυτή, διατρανώνουν πραξιακά στους υπόλοιπους την αυτοεικόνα, επεξεργάζονται τις αντιδράσεις και επαφίονται σε αυτούς, για να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν την κατοχή του γνωρίσματος αυτού. Έτσι, κάποιος ο οποίος θέλει να έχει την ιδιότητα του καλού υπαλλήλου, επειδή εξυπηρετεί την κοινωνική του προσαρμογή, αρχικά θα φανταστεί ή θα αντλήσει από την εμπειρία του όλες τις συμπεριφορές που σχετίζονται με τον ευσυνείδητο και αφοσιωμένο υπάλληλο (να είναι συνεπείς με τα ωράρια και τις εργασίες που του αναθέτουν, να εκτελεί τις εντολές των προϊστάμενων του κλπ). Κατόπιν, θα εφαρμόσει τις συμπεριφορές αυτές στην καθημερινή του πρακτική, θα τις γνωστοποιήσει στους υπόλοιπους ( συναδέλφους, φίλους, οικογένεια), θα τις ενισχύσει θεωρητικά (ο καλός υπάλληλος σύντομα θα προαχθεί, θα έχει καλύτερες απολαβές, η εταιρεία θα ευδοκιμήσει, η κοινωνία χρειάζεται καλούς υπαλλήλους κλπ), θα αξιολογήσει τις θετικές και αρνητικές αντιδράσεις των άλλων και τελικά θα αποφανθεί βάσει αυτών, αν είναι ή όχι καλός υπάλληλος. Αν τα θετικά υπερτερούν θα συμπληρώσει την αυτοεικόνα του με την ιδιότητα του καλού και συνεπούς υπαλλήλου και θα προσαρμόσει τις συμπεριφορές του, ώστε και εκτός εργασιακού περιβάλλοντος να μην διακυβεύεται η αυτοαντίληψη. Το ίδιο συμβαίνει και με κάποιον ο οποίος προσδοκά να κατέχει την ιδιοότητα του ηγέτη, του οικογενειάρχη, του πολιτικού.
Τον βασικότερο ρόλο στην διαπροσωπική επαφή παίζουν οι προσδιορισμοί του εαυτού και οι πτυχές που προβάλλονται προς τα πιθανά ακροατήρια. Όσο περισσότερες φιλοδοξίες και στόχους θέτει κάποιος, όσο δηλαδή προσπαθεί να προσομοιάσει με τον ιδεατό του εαυτό, τόσο πιο εξαρτημένος γίνεται από τις γνώμες των υπολοίπων και τόσο περισσότερο τελεί υπό την διαρκή κριτική τους. Η υψηλή αυτοεκτίμηση και ο εναργής αυτοπροσδιορισμός δρα καταλυτικά στην επικοινωνιακή τεχνική, γιατί έτσι, κατά τον Shannon (1948), επιτελεί απρόσκωπτα το σκοπό της, μειώνοντας την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια, που προκύπτει από τις ασαφείς και πολύσημες πληροφορίες. Η επικοινωνιακή συναλλαγή χαρακτηρίζεται τότε από αυτοπεποίθηση, αμεσότητα, είναι πλήρης προσδιορισμένων νοημάτων, και απαλλάσσεται από το ‘θόρυβο’, που αλλοιώνει το μήνυμα. Τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση και διαμορφωμένη αυτοεικόνα συμμετέχουν με άνεση στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και δρώμενα, πείθουν ευκολότερα τους άλλους, δεν είναι έρμαια των στιγμιαίων διαθέσεων και της κυκλοθυμίας. Τόσο η λεκτική, όσο και η εξωλεκτική επικοινωνία είναι σταθερές και συνεπείς μεταξύ τους, εκπέμπουν παρεμφερή και όχι αντικρουόμενα μηνύματα, γεγονός που αποπνέει στον ακροατή το αίσθημα της σιγουριάς, ωθώντας τον να είναι εξίσου ξεκάθαρος στις προσδοκίες του.
Επιβεβαίωση και διάψευση:
Η αναπαράσταση του εαυτού χρειάζεται ενίσχυση από τους άλλους ανθρώπους, για να είναι ολοκληρωμένη, και έτσι η επικοινωνία δομείται κατ’αυτόν τον τρόπο, ώστε να περιλαμβάνει με πολλούς έμμεσους τρόπους τέτοιες επιβεβαιώσεις. Η Virginia Satir, o Paul Watzlawick, o Don Jackson, και άλλοι ισχυρίζονται ότι σε κάθε σχεδόν μήνυμα εμπεριέχεται η προτροπή : «επιβεβαίωσέ με». Η διαδικασία της επιβεβαίωσης και διάψευσης έχει απασχολήσει πολλούς συγγραφείς. Ο Sieburg αναφέρει:
‘Η επικοινωνία με άλλους είναι μια βασική ανθρώπινη ανάγκη, γιατί μέσω αυτής οι σχέσεις αναπτύσσονται, διατηρούνται και εκφράζονται. Αποτελεί πλέον αξίωμα το γεγονός ότι, κάθε φορά που τα άτομα επιχειρούν να εγκαθιδρύσουν μια σχέση, αναπτύσσουν συμπεριφορές που συνδέονται με την τυποποίηση των μηνυμάτων και με την προσδοκία μιας ανταπόκρισης. Αν αυτές οι προσδοκίες ικανοποιηθούν, τότε η ανταπόκριση θα είναι άμεση, ανοικτή, καθαρή, αρμονική και σχετική με τις προηγούμενες επικοινωνιακές προσπάθειες, και τα άτομα που εμπλέκονται είναι πολύ πιθανό να βιώσουν τα πλεονεκτήματα της «θεραπευτικής, διαπροσωπικής επικοινωνίας.» … Αν δεν υπάρχει ανταπόκριση, ή αν αυτή είναι ασαφής ή ανεπαρκής, οι συμμετέχοντες πιθανώς να νιώσουν μπερδεμένοι, δυσαρεστημένοι και απαξιωμένοι.’

Περιπτώσεις που προάγουν ή παρακωλύουν την επικοινωνία είναι:
Επιβεβαιωτικές ανταποκρίσεις: Οι επιβεβαιωτικές ανταποκρίσεις περιλαμβάνουν :
(1)άμεση αναγνώριση, όταν υπάρχει άμεση ανταπόκριση στο μήνυμα κάποιου ανθρώπου, γεγονός που καταδεικνύει ότι το μήνυμα εισακούστηκε, κατανοήθηκε και ο πομπός συμπεριλαμβάνεται στον αντιληπτικό σύστημα του δέκτη.
(2)συμφωνία ως προς το περιεχόμενο, όταν ενισχύονται οι απόψεις και τις ιδέες που εκφράστηκαν από άλλο άτομο.
(3)υποστηρικτική αντίδραση, όταν παρέχεται διαβεβαίωση, κατανόηση και
(4)επεξηγηματική όταν ζητείται από τον πομπό, να περιγράψει περισσότερα συναισθήματα ή πληροφορίες, να επαναλάβει ή να κάνει πιο ξεκάθαρες κάποιες παρατηρήσεις του.

Διαψευστικές ανταποκρίσεις: Οι διαψευστικές ανταποκρίσεις περιλαμβάνουν τα παρακάτω:
(1)αδιάφορη αντίδραση, όταν δεν λαμβάνονται υπόψιν ή δεν αναγνωρίζονται αυτά που ειπώθηκαν.
(2)διακοπτόμενη ανταπόκριση, όταν διακόπτεται η ροή του λόγου του πομπού.
(3)άσχετες ανταποκρίσεις, όταν εισάγεται μια νέα σειρά από σκέψεις ή ένα νέο θέμα.
(4)παρεκβατικές ανταποκρίσεις, δηλαδή η προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί η συζήτηση.
(5)απρόσωπη ανταπόκριση, όταν χρησιμοποιούνται γενικεύσεις, στερεότυπα, άκαιρες αναγγελίες.
(6)η ασυνάρτητη ανταπόκριση , όταν υπάρχει ακατάσχετη φλυαρία, όταν γίνεται χρήση λέξεων με συγκεκριμένους ιδιοσυγκρασιακούς τρόπους ακατάληπτους από το ακροατήριο, όταν οι προτάσεις είναι ημιτελείς, ή όταν αναδιατυπώνονται σε μεγάλο βαθμό με αποτέλεσμα η κύρια ιδέα να χάνεται.
(7) οι αντιφατικές ανταποκρίσεις, όταν δηλαδή η εξωλεκτική επικοινωνία έρχεται σε σύγκρουση με τα λεκτικά σήματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: