Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Κοινωνική- Κοινοτική Ανάπτυξη-Νησιωτικότητα

Μυρσίνη Ρουμελιώτου και Ευστράτιος Παπάνης

Η κοινωνική ανάπτυξη, σε αντιδιαστολή προς την οικονομική ανάπτυξη, δίνει έμφαση στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση και αναδύθηκε μέσα από τις προσπάθειες εφαρμογής αναπτυξιακής πολιτικής στις χώρες του Τρίτου Κόσμου (Midgley, 1995). Στηρίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη και στη δίκαιη κατανομή των πόρων. Βασική της αρχή είναι η προσωπική ευθύνη των κοινωνικών ομάδων και πολιτών για την εξέλιξη και πρόοδό τους. Η κοινωνική ανάπτυξη βασίζεται στην αξιοποίηση των εγγενών δυνάμεων και ικανοτήτων των ατόμων, των οικογενειών και των κοινοτήτων (Nzimande, 1990). Αναφέρεται στην ενεργό συμμετοχή όλων των μακρο-συστημάτων (υγεία, στέγαση, εκπαίδευση, πρόνοια, πολιτική και οικονομία) με σκοπό την καταπολέμηση της φτώχειας μέσω πολλαπλών στρατηγικών (Potgieter, 1998). Σέβεται και προστατεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ισότητα (Potgieter, 1998). Προσανατολίζεται στην ενίσχυση της ποιότητας ζωής, στην αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και στην οικοδόμηση ισορροπημένων και σταθερών κοινοτήτων που αλληλεπιδρούν αρμονικά μεταξύ τους (Hugo, Schoeman & Engelbrecht, 1982). Η επίτευξη κοινωνικής ανάπτυξης απαιτεί την υπέρβαση τριών βασικών εμποδίων: της φτώχειας, της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης (Atal, 1997). Η κοινωνική ανάπτυξη μεταθέτει την προσοχή από την κατασταλτική στην προληπτική παρέμβαση με έμφαση στην εκπαίδευση (Donald, 1991). Ουσιαστικά, πρόκειται για την προσωπική ανάπτυξη που αθροιστικά εξασφαλίζει την κοινωνική πρόοδο (Midgley, 1995). Για να καταστεί η ανάπτυξη βιώσιμη, θα πρέπει ο σχεδιασμός της να βασίζεται σε ενέργειες των πολιτών, οι οποίες θα τη διαιωνίζουν μέσω της συμμετοχικότητας, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς και τη σαφή γνώση των αναγκών τους (Holmberg, 1992). Η διαπίστωση αυτή έλαβε ιδιαίτερη σημασία μετά την αποτυχία προγραμμάτων που εφαρμόστηκαν στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και στην Ανατολική Ευρώπη. Ο όρος-κλειδί είναι ξανά η συμμετοχή των πολιτών στην ανάπτυξη και η συνειδητοποίηση ότι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες κα έθνη θέτουν διαφορετικούς στόχους ανάλογα με τις αξίες και τις κανονιστικές ρυθμίσεις. Το κοινωνικό κεφάλαιο αποτελεί απαραίτητο όρο για την ανάπτυξη.

Για να υπάρχει αντιστοιχία των αναπτυξιακών στόχων με τις αξίες μιας συγκεκριμένης κοινότητας, θα πρέπει τα μέλη της να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, στους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και στον επιμερισμό της εξουσίας. Είναι απαραίτητη η κοινωνική ενδυνάμωση, που μπορεί να επιτευχθεί μέσω της εκπαίδευσης των πολιτών και της ενίσχυσης των διαπραγματευτικών τους κοινοτήτων (Kothari, 1993).

Πρέπει να τονιστεί ότι η κοινωνική ανάπτυξη αποτελεί πεδίο έρευνας πολλών επιστημών, όπως η Οικονομία, η Κοινωνιολογία, η Ψυχολογία και η Πολιτική Επιστήμη. Απώτατος σκοπός είναι η βιώσιμη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ατόμου, της οικογένειας, της κοινότητας και του έθνους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί όταν εξαλειφθεί η φτώχεια, η ανισότητα και οι αιτίες της υπανάπτυξης εν γένει (DWPD, 1997). Η έννοια της ανάπτυξης συσχετίζεται με τη θετική κοινωνική αλλαγή και ευνοείται από τη σύζευξη των κοινωνικών και οικονομικών διαδικασιών. Τέλος, αναφέρεται στη συλλογική βελτίωση και όχι μόνο στην προσωπική πρόοδο.

Αν και υπάρχουν πολλές θεωρίες περί κοινωνικής ανάπτυξης είναι επιτακτική η ανάγκη απομάκρυνσης από ιδεαλιστικού τύπου προσεγγίσεις που βασίζονται στην καλή θέληση των ατόμων, σε τοπικές και μικρής κλίμακας προσπάθειες και θεωρούν ανέφικτη την ανάπτυξη, εάν δεν εξαλειφθούν τα δεινά του μοντέρνου νεοφιλελεύθερου τρόπου ζωής (Kothari, 1993). Είναι προφανές ότι η κοινωνική ανάπτυξη πρέπει να λάβει υπόψη τη σύγχρονη πραγματικότητα, τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και την ανισοκατανομή του πλούτου.

2.4. Κοινοτική ανάπτυξη
Κατά τους Hugo et al. (1982), η ανάπτυξη της κοινότητας και η κοινωνική ανάπτυξη είναι έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες. Αν και η δεύτερη αποτελεί γενικότερο όρο που περικλείει τον πρώτο, καμιά αναπτυξιακή στρατηγική δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, εάν δεν λάβει υπόψη της τις ιδιαιτερότητες της κοινότητας. Σύμφωνα με τους Παπάνη και Ρόντο (2005), οι περιφερειακές και κοινοτικές ανισότητες και η υπαγωγή των τοπικών αναπτυξιακών σχεδίων στον εθνικό σχεδιασμό οδηγούν σε μεταναστευτικές ροές από τις λιγότερο ανεπτυγμένες στις πιο αναπτυγμένες περιοχές, διαδικασία που, αν γίνει σε μαζική κλίμακα, αποδυναμώνει τον αναπαραγωγικό και παραγωγικό ιστό στις πρώτες και οδηγεί σε νέο κύκλο υπανάπτυξης και έντασης των περιφερειακών ανισοτήτων.

Η κοινοτική ανάπτυξη ξεκίνησε ως προσπάθεια αποτίναξης των αποικιακών δεσμών, μέσω πρωτοβουλιών των Ηνωμένων Εθνών και εξελίχθηκε ως επιχείρημα αποκέντρωσης από την κεντρική κρατική εξουσία. Αποτέλεσε την πιο οργανωμένη επιχείρηση κοινωνικής αλλαγής στον Τρίτο Κόσμο, η οποία διαδόθηκε και στα δυτικά κράτη (Campfens, 1997). Το μοντέλο αυτό κοινωνικής ανάπτυξης αφορούσε την κινητοποίηση των μελών μιας κοινότητας υπό το πρίσμα μεσοπρόθεσμων εθνικών σχεδιασμών κάτω από την εποπτεία της κεντρικής διοίκησης. Οι Oakley και Marsden (1984) περιγράφουν την κοινοτική ανάπτυξη ως μια διαδικασία αφύπνισης των αγροτικών πληθυσμών, ώστε να συνεργαστούν με την κυβέρνηση και να αναλάβουν την ευθύνη για την πρόοδό τους. Παρόλα αυτά, τα περισσότερα πολυδιαφημισμένα προγράμματα τοπικής και κοινοτικής ανάπτυξης απέτυχαν επειδή έπασχαν από πολιτισμική μεροληψία και κακοδιαχείριση των πόρων. Έκτοτε, το μοντέλο αυτό κοινωνικής ανάπτυξης μέσω της κοινοτικής πρωτοβουλίας θεωρήθηκε ανεπιτυχές, αν και σε ορισμένες χώρες, όπως την Ολλανδία και το Ισραήλ, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην μεταπολεμική ανόρθωσή τους (Campfens, 1997).

Η ανεπάρκεια της κοινοτικής πρωτοβουλίας ως μοχλού κοινωνικής ανάπτυξης αποδόθηκε στην αντίφαση κατά την εφαρμογή της: Η εκ των άνω (top down) προσέγγιση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην πρωτοβουλία των μελών κοινοτήτων, που δεν είχαν ανάλογη κουλτούρα ή ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας και αγνόησε το θεσμικό πλαίσιο και τη νομοθετική υποστήριξη των σχεδιασμών.

Το ενδιαφέρον για την κοινοτική ανάπτυξη ανανεώθηκε μέσα από την προοπτική της παγκοσμιοποίησης και της αποδυνάμωσης της κρατικής εξουσίας και πρόνοιας που συνεπάγεται. Οι κυβερνήσεις μειώνουν διαρκώς τις κοινωνικές τους δαπάνες και αναζητούν μέσα από την κοινοτική ανάπτυξη την εναλλακτική λύση στην οικονομική ύφεση. Η διεθνής έρευνα έχει αποδείξει ότι η αλόγιστη παροχή οικονομικών ενισχύσεων προς τις κοινότητες δεν έχουν τα αναμενόμενα οφέλη και δεν εξασφαλίζουν μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και αυτονομία.



2.5. Η έννοια της αγροτικής περιοχής και τα χαρακτηριστικά της αγροτικής ανάπτυξης

Η αυξανόμενη σημασία που άρχισε να δίνεται στην έννοια του χώρου για την ανάπτυξη μιας περιοχής είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ad hoc θεωριών τοπικής ανάπτυξης, προσαρμοσμένες στη φυσιογνωμία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Μέσα στα πλαίσια αυτά, αναπτύχθηκαν οι θεωρίες ανάπτυξης των αγροτικών περιοχών, στις οποίες εμπλέκονται ένα πλήθος επιστημών, όπως η αγροτική γεωγραφία και κοινωνιολογία, η γεωργική οικονομία, η δημογραφία, η οικολογία, ο αγροτικός σχεδιασμός και οι επιστήμες διοίκησης (Cloke, 1985 και Cloke, 1997, Huigen, 1996).

Ως «αγροτική περιοχή» ορίζεται η μονάδα γης όπου βρίσκονται μία ή περισσότερες μικρές και μεσαίου μεγέθους πόλεις χαμηλής σχετικά πληθυσμιακής πυκνότητας και μεγάλες εκτάσεις υπαίθρου, με τοπική οικονομία που βασίζεται σε αγροτικές, βιομηχανικές δραστηριότητες ή παροχή υπηρεσιών (Terluin, 2003). Συνήθως η έκταση της αγροτικής περιοχής αντιπροσωπεύει και την έκταση της αγοράς εργασίας.

Στη γενικότερη συζήτηση διακρίνονται τρεις βασικοί προσανατολισμοί: το εξωγενές μοντέλο ανάπτυξης, το ενδογενές και το μεικτό μοντέλο. Σύμφωνα με το πρώτο, η αγροτική ανάπτυξη προέρχεται «έξωθεν» και εμφυτεύεται σε διάφορες περιοχές, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις αξίες της τοπικής κοινωνίας. Τα οφέλη της ανάπτυξης αναζητούνται και εντοπίζονται έξω από τα όρια της συγκεκριμένης περιοχής (Slee, 1994). Το εν λόγω μοντέλο σύντομα απορρίφθηκε (στα τέλη της δεκαετίας του 1970), καθώς δεν εγγυάτο βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη για τις αγροτικές περιοχές (Lowe et al., 1995).

Αντίθετα με το εξωγενές μοντέλο, το ενδογενές μοντέλο ανάπτυξης βασίζεται στις τοπικές πρωτοβουλίες και πόρους (Picchi, 1994) και σέβεται τις τοπικές αξίες (Slee, 1994), αποφέροντας οφέλη του εντοπίζονται στην τοπική οικονομία. Σημαντική είναι η στήριξη των τοπικών επιχειρήσεων και η ενθάρρυνση ανάληψης πρωτοβουλιών, καθώς και η παροχή διαρκούς κατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού, προκειμένου να επιτευχθεί η ανάπτυξη (Lowe et al., 1995). Στα πλαίσια του ενδογενούς μοντέλου ανάπτυξης εντάσσονται η κοινοτική θεωρία αγροτικής τοπικής ανάπτυξης (community-led), η θεωρία του Bryden για τις δυνατότητες των ακίνητων πόρων στη δημιουργία συγκριτικού πλεονεκτήματος στις αγροτικές περιοχές και η θεωρία της «δημιουργικής καταστροφής» για την ανάπτυξη της κοινότητας.

Η πρώτη θεωρία (Myrray και Dunn, 1995) υποστηρίζει ότι η ικανότητα των τοπικών παραγόντων να αντιμετωπίζουν αυτόνομα τα θέματα που τους αφορούν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη βιώσιμης τοπικής ανάπτυξης. Μία κοινότητα που μπορεί να οργανώσει τις συλλογικές δράσεις της, να επιλύσει τις τυχόν διαφορές που παρουσιάζονται στα πλαίσιά της, να παίξει το ρόλο του διαμεσολαβητή και του ηγέτη με στόχο ένα κοινό όραμα είναι βέβαιο ότι μπορεί να αναπτυχθεί. Κύριο μέσο για το σκοπό αυτό αποτελεί η οργάνωση κοινοπραξιών και η προσαρμογή των θεσμικών δομών, οι οποίες συμβάλλουν στην ανάπτυξη της κοινοτικής αυτονομίας και στη σύνδεση μεταξύ τοπικών, περιφερειακών και εθνικών αρχών. Το εν λόγω μοντέλο ανάπτυξης προωθεί τις πρωτοβουλίες επαγωγικής ανάπτυξης (bottom-up).

O Βryden (1998) θεωρεί ότι η αυξανόμενη κινητικότητα κεφαλαίου, εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, πληροφοριών και άλλων αγαθών και υπηρεσιών στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης στις μέρες μας έχουν μετατρέψει τους παραπάνω παράγοντες σε μία ασταθή βάση ανάπτυξης. Για το λόγο αυτό, η ανάπτυξη μίας περιοχής πρέπει να βασίζεται στους ακίνητους πόρους της: το κοινωνικό, πολιτισμικό, περιβαλλοντικό κεφάλαιο και την τοπική κοινωνία της γνώσης. Ο συνδυασμός και η αλληλεπίδραση των υλικών και πνευματικών πόρων σε τοπικό επίπεδο εξασφαλίζουν την οικονομική ανάπτυξη.

Επέκταση του παραπάνω, αποτελεί το επονομαζόμενο μοντέλο «δημιουργικής καταστροφής» (Mitchell, 1998), που βασίζεται στην αναβίωση του ιδανικού της υπαίθρου. Παραδείγματα πρακτικής εφαρμογής του εν λόγω μοντέλου ανάπτυξης αποτελούν τα χωριά Nelson και St. Jacobs στον Καναδά και Albarracin στην Ισπανία, τα οποία λειτουργούν ως χωριά «πώλησης πολιτιστικής κληρονομιάς» (heritage-shopping village). Τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες ανάπτυξης: η επένδυση σε επιχειρήσεις, η κατανάλωση της αγροτικής πολιτιστικής κληρονομιάς και η καταστροφή του αγροτικού ειδυλλίου. Η προώθηση και πώληση της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσω επιχειρήσεων ωθεί τον μετανεωτερικό καταναλωτή στην αναζήτηση μιας νοσταλγικής επιστροφής στις αγροτικές ρίζες. Η συνεπαγόμενη κατανάλωση αγροτικών προϊόντων αποφέρει κέρδος στους επιχειρηματίες και τους ενθαρρύνει να επανεπενδύσουν, δημιουργώντας μία συσσωρευτική διαδικασία κατανάλωσης και επένδυσης σε προϊόντα τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Η υπερεκμετάλλευση της πολιτιστικής κληρονομιάς καταστρέφει το υπάρχον αγροτικό ειδυλλιακό τοπίο.

Ένα μοντέλο ανάπτυξης που τάσσεται κάπου ανάμεσα στο ενδογενές και το εξωγενές μοντέλο είναι το λεγόμενο «μεικτό μοντέλο ανάπτυξης», το οποίο υποστηρίζει την αλληλεπίδραση τοπικών και εξωτερικών δυνάμεων για τον έλεγχο των διαδικασιών ανάπτυξης (Lowe et al., 1995). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αγροτική ανάπτυξη συνδέεται με την αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση, κυρίως μέσω της τεχνολογικής προόδου και της εξέλιξης των επικοινωνιών και των πληροφοριακών συστημάτων. Στα πλαίσια του μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τοπικοί δρώντες εμπλέκονται σε τοπικά και εξωτερικά δίκτυα, ενώ το μέγεθος, η κατεύθυνση και η ένταση των δικτύων διαφέρει από περιοχή σε περιοχή. Επομένως, το εν λόγω μοντέλο θεωρεί ότι η αγροτική ανάπτυξη είναι ένα πολύπλοκο πλέγμα δικτύων μέσω των οποίων διακινούνται οι πόροι και όπου ο έλεγχος της διαδικασίας αποτελεί μία διάδραση ανάμεσα σε τοπικές και εξωτερικές δυνάμεις.


2.6. Η έννοια της νησιωτικότητας

Στα πλαίσια της διαμόρφωσης πολιτικών ανάπτυξης με βάση την τοπικότητα, πέρα από τη διάκριση ανάμεσα σε αγροτικές και αστικές περιοχές, αναδύθηκε η ανάγκη μιας δεύτερης διάκρισης ανάμεσα σε ηπειρωτικές και νησιωτικές περιοχές, θεωρώντας ότι οι τελευταίες παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο σχεδιασμό πολιτικών τοπικής ανάπτυξης. Για το λόγο αυτό, αναγνωρίστηκε μία νέα ταυτότητα των νησιωτικών περιοχών, που ονομάστηκε «νησιωτικότητα» (insularity).

Η EUROSTAT (2001) επεχείρησε να δώσει έναν ορισμό της έννοιας «νησί», λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα γεωμορφολογικά, δημογραφικά και οικονομικοκοινωνικά χαρακτηριστικά μιας περιοχής. Σύμφωνα με την παραπάνω διάκριση, νησί αποτελεί κάθε τμήμα γης που έχει έκταση τουλάχιστον 1 km2, απέχει από την ξηρά τουλάχιστον 1km και δεν έχει σταθερή σύνδεση με αυτή, έχει δημιουργηθεί με φυσικό τρόπο, έχει πληθυσμό άνω των 50 ατόμων και στηρίζει κατοικία και οικονομικές δραστηριότητες και δεν περιλαμβάνει πρωτεύουσα κράτους.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νησιών συνεπάγονται ένα πλήθος δυσκολιών και προβλημάτων, που επιβραδύνουν την ανάπτυξή τους. Η περιορισμένη έκτασή τους σε σχέση με τις ηπειρωτικές περιοχές έχει σαν αποτέλεσμα την περιορισμένη ποικιλία και ποσότητα των φυσικών πόρων, τη δημιουργία μικρών αγορών, καθώς και τη μικρή δυνατότητα δημιουργίας οικονομιών κλίμακας, σε συνδυασμό με την περιορισμένη «φέρουσα ικανότητα» από φυσικής, οικονομικής και κοινωνικής πλευράς.

Επιπλέον, η απόσταση από τα κέντρα λήψης αποφάσεων περιορίζει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη, καταδικάζοντας πολλές φορές τα νησιά σε απομόνωση και μαρασμό. Το κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων και επιβατών είναι υψηλό, ενώ αυξημένο είναι και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και δημιουργίας υποδομών βασικών δημόσιων αγαθών (ενέργεια, πρόνοια-περίθαλψη, εκπαίδευση).

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά παρουσιάζει και η βιωματική εμπειρία των κατοίκων των νησιών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν διαφορετικές προοπτικές και έχουν άλλες προσδοκίες από τους κατοίκους των ηπειρωτικών περιοχών. Ιδιομορφία χαρακτηρίζει και το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, που συχνά μονοπωλείται από την ανάπτυξη μόνο του τουρισμού και την εγκατάλειψη ή παραμέληση της ιδιαίτερης πολιτιστικής κληρονομιάς.

Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά συνθέτουν την έννοια της νησιωτικότητας και θέτουν μία μόνιμη «πρόκληση» για την ανάπτυξη των νησιωτικών περιοχών. Για το λόγο αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντική η αναγνώριση της έννοιας ως ξεχωριστού φαινομένου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η σχεδίαση και εφαρμογή διαρθρωτικών πολιτικών, οι οποίες θα διαφοροποιούνται από τις συνήθεις περιφερειακές πολιτικές.

Στα πλαίσια της Ε.Ε. η έννοια της νησιωτικότητας απουσίαζε για πολλά χρόνια από τα επίσημα έγγραφά της. Με την είσοδο νέων-κρατών μελών που περιλάμβαναν νησιωτικές περιφέρειες, η έννοια ενισχύθηκε και τον Δεκέμβριο του 1988 στο Συμβούλιο Κορυφής της Ρόδου η νησιωτικότητα έγινε το όχημα αναγνώρισης της θέσης των νησιών «περίπου» μέσα στον Κοινοτικό χώρο. Με την ερμηνευτική δήλωση 30 του Άρθρου 158 της Συνθήκης του Άμστερνταμ (1997) αναγνωρίστηκε ότι «οι νησιωτικές περιφέρειες έχουν δομικά μειονεκτήματα λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα τους που δυσχεραίνουν την οικονομική και κοινωνική τους ανάπτυξη». Για το λόγο αυτό, προβλεπόταν η «μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών και η μείωση της καθυστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιοχών ή νήσων, συμπεριλαμβανομένων των αγροτικών περιοχών», προκειμένου να επιτευχθεί η οικονομική και κοινωνική συνοχή.

Ακολουθώντας το παράδειγμα της Συνθήκης του Άμστερνταμ, η ελληνική πολιτεία με την αναθεώρηση του Συντάγματος προέβη σε μία αντίστοιχη αναγνώριση του ζητήματος, προάγοντας την οικονομία «των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών» (Άρθρο 106, παράγραφος 1). Με τον τρόπο αυτό, τέθηκε η νομική βάση για την περαιτέρω σχεδίαση και υλοποίηση των μηχανισμών υποστήριξης των νησιωτικών περιοχών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: