Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΡΕΥΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΙΚΑΝΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΝΗΣ

Οι ικανοί αναγνώστες έχουν αναπτύξει τόσο πολύ τη δεξιότητα αυτή, που μπορούν να διαβάσουν περισσότερες από πέντε λέξεις το δευτερόλεπτο ( Rayner και Pollatsek, 1987 ). Αντιλαμβάνονται λέξεις ή σύνολα λέξεων με την ίδια ευκολία, που προσλαμβάνουν πληροφορίες για φωνήματα ( Cattel, 1986 ) και επεξεργάζονται ταχύτατα ολόκληρες προτάσεις. Το γεγονός αυτό, με μια πρώτη επισκόπηση, αναιρεί τις θεωρίες για φωνολογική προσπέλαση του γραπτού λόγου, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο προϋποθέτει αποδόμηση και σύνθεση των φωνημάτων σε συλλαβές, λέξεις, προτάσεις, διαδικασία χρονοβόρα, όσο αυτοματοποιημένα κι αν γίνεται. Πού πιθανότερη φαίνεται η ολιστική αντίληψη του γραπτού λόγου με βάση σημασιολογικές και συντακτικές αναλύσεις, διαπίστωση, που φαίνεται να ισχύει, τουλάχιστον στις περιπτώσεις των ικανών αναγνωστών ( Pillsburry, 1987 ). Προς υποστήριξη της άποψης αυτής είναι απαραίτητη η πιθανολογία ότι η αναγνώριση των λέξεων γίνεται με τη βοήθεια νοητικών προτύπων ( R. Woodworth, 1958 ), πράγμα που καθιστά εφικτή την ταχύτατη σύγκριση των λέξεων ενός κειμένου με αυτά και την ανάγνωση τους. Όμως πολλά προβλήματα δημιουργούνται με μία τέτοια προσέγγιση (που είναι σαφώς επηρεασμένη από τις θεωρίες των υπολογιστών ), δεδομένου ότι δεν εξηγούν πως γίνονται αντιληπτές διαφορετικές γραμματοσειρές και γραφικοί χαρακτήρες. Πολλά πειράματα ( Adams, 1979 a, b ), έχουν δείξει ότι οι ικανοί αναγνώστες δεν βασίζονται στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των λέξεων ή στα σχήματα των γραμμάτων, γιατί η πολυμορφία τους, ακόμα και σε βιβλία της πρώτης δημοτικού είναι τεράστια.
Σήμερα έχουν διεξαχθεί πολλές εμπειρικές έρευνες, που έχουν αποδείξει ότι λέξεις υψηλής συχνότητας αποθηκεύονται στη μνήμη έμπειρων και ικανών αναγνωστών, γραμματικοί και συντακτικοί κανόνες λειτουργούν ως μακροεντολές, διευκολύνοντας και ελαχιστοποιώντας την φωνολογική και οπτική προσπέλαση των λέξεων ( Broadbent, 1967 ) δια της ατόπου απαγωγής. Δηλαδή, τα παιδιά που επιτυγχάνουν υψηλές επιδόσεις στην ανάγνωση αποκλείουν τύπους λέξεων, συντακτικές δομές και γραμματικούς τύπους, που δεν θα ταίριαζαν σε μία δεδομένη σειρά λέξεων. Επειδή, μάλιστα, η αλληλουχία των φωνημάτων της ελληνικής γλώσσας είναι αρμονική ( συνήθως : σύμφωνο, φωνήεν, σύμφωνο ), αυτό διευκολύνει περισσότερο το παιχνίδι μαντέματος και επιταχύνει την ανάγνωση.
Έχει αποδειχθεί ( Smith 1971, 1973 - Levy, 1983 ) ότι οι έμπειροι και ικανοί αναγνώστες διαφέρουν από τα άτομα μέσης και φτωχής αναγνωστικής επίδοσης, όχι κατά την επεξεργασία μεμονωμένων λέξεων αλλά κατά την ανάγνωση λόγου, που έχει συνοχή και είναι φορέας ολοκληρωμένου νοήματος ( Goodman, 1972 ). Αυτό αναβαθμίζει περισσότερο το ρόλο της συντακτικής – σημασιολογικής – γραμματικής προσέγγισης της ανάγνωσης και υποβαθμίζει τη σημασία της φωνολογικής ενημερότητας. Ανάγνωση σημαίνει όχι απλώς ηχητική μετουσίωση τυχαίων γραπτών συμβόλων, αλλά κατανόηση τους και ακόμα περισσότερο αναδόμηση του νοήματος ανάλογα με τα βιώματα και τις προσδοκίες του αναγνώστη. Συγκεκριμένα, αν κάποια αταίριαστη λέξη παρακωλύσει τη ροή του νοήματος προκαλώντας ασυνέχεια στη δομή του λόγου, δημιουργεί σύγχυση και καθυστέρηση στην ανάγνωση. Επομένως, αυτό που ξεχωρίζει τους ικανούς αναγνώστες είναι η προσκόλληση τους στην σημασία του κειμένου και η απαγκίστρωση τους από την φωνολογική επεξεργασία.
Η σύγχρονη τεχνολογία έχει δώσει τη δυνατότητα στους ερευνητές να ελέγξουν την προαναφερθείσα θεωρία μελετώντας τις οφθαλμικές κινήσεις κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Αν οι ικανοί αναγνώστες εμπλέκονται σε διαδικασία μαντέματος, τότε οι προσηλώσεις τους θα απαιτούν λιγότερο χρόνο από αυτές των μη ικανών αναγνωστών και θα παρατηρούνται μεγαλύτερες οφθαλμικές προσηλώσεις στις σπουδαιότερες για το νόημα λέξεις ενός κειμένου. Είναι γνωστό ( Kolers, 1976 ), ότι οι οφθαλμικές κινήσεις κατά τη διάρκεια του διαβάσματος δεν είναι ομαλές και η διάρκεια τους εξαρτάται από το μέγεθος της υπό ανάγνωσιν γραμμής. Οι προσηλώσεις του ματιού αντιστοιχούν στο 95% του ολικού χρόνου ανάγνωσης, η κίνηση των βολβών – κατά την οποία δεν γίνεται πρόσληψη πληροφοριών – μόνο στο 5% του χρόνου. Κατά τη διάρκεια μιας οφθαλμικής προσήλωσης προσλαμβάνονται πληροφορίες για δύο με τρία γράμματα αριστερά του σημείου επικέντρωσης του ματιού και για τέσσερα με έξι στα δεξιά. Αμαφορικά με τις διαφορές ανάμεσα στους ικανούς και στους λιγότερους επιδέξιους αναγνώστες έχει παρατηρηθεί ( McConkie, Kerr, Reddix, Zola, 1987 ), ότι στην πραγματικότητα οι πρώτοι δεν παραλείπουν περισσότερες λέξεις ( παιχνίδι μαντέματος ) από τους δεύτερους κι όποτε το κάνουν, αφορά μονοσύλλαβες λέξεις ( άρθρα, προθέσεις, κ.λ.π. ) και όχι λέξεις υψηλής συχνότητας, Αντίθετα, καταναλώνουν περισσότερο χρόνο στην οφθαλμική προσήλωση σε λέξεις σημαντικές για το κείμενο κι αυτό είναι ιδιαίτερα αληθές στην ανάγνωση μιας θεματικής ενότητας. Δηλαδή αν και η χρονική διάρκεια της προσήλωσης εξαρτάται από το μέγεθος της λέξης και την εξοικείωση του αναγνώστη με αυτήν, οι ικανοί αναγνώστες επικεντρώνονται περισσότερο από τους άλλους, γιατί σκέφτονται σχετικά με το νόημα του γραπτού λόγου, που μόλις διάβασαν. Επιπλέον, έχει βρεθεί ότι παρά την σημασιολογική, συντακτική και μορφολογική προσπέλαση, που χρησιμοποιούν οι ικανοί αναγνώστες, το μάτι τους αναλύει τα οπτικά χαρακτηριστικά των λέξεων με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, που χρησιμοποιούν και οι υπόλοιποι αναγνώστες και μάλιστα η ανάλυση του είναι τόσο σχολαστική, που μπορεί να καταγράψει ανορθογραφίες και παραλείψεις σε λέξεις, που εύκολα εννοούνται από τα συμφραζόμενα.
Όλα τα παραπάνω ανατρέπουν τις θεωρίες για μια πιο σημασιολογική προσέγγιση ενός κειμένου από τους ικανούς αναγνώστες, γεγονός που θα απαιτούσε μικρότερης χρονικής διάρκειας προσηλώσεις και θα εξηγούσε την ταχύτητα, με την οποία επεξεργάζονται τις λέξεις. Τελευταίες έρευνες όμως, έχουν δείξει ότι, παρόλο που η οπτική επεξεργασία των πληροφοριών παραμένει η ίδια, ο καθοριστικός παράγοντας είναι η σημασιολογική – συντακτική ανάλυση του λόγου, η οποία όμως έπεται της οπτικής – φωνολογικής. Στις προτάσεις :
- θέλησε να κεράσει
- πίεσε το δεξί πλήκτρο του ποντικιού
το νόημα των λέξεων ¨κεράσει ¨και ¨ποντικιού¨ είναι αμφίσημο ( κεράσι, ποντίκι = τρωκτικό ). Αν και σε όλους τους αναγνώστες η φωνολογική και οπτική επεξεργασία είναι η ίδια, για να γίνει κατανοητό το νόημα των προτάσεων πρέπει να ενεργοποιηθούν και οι δύο πιθανές σημασίες των λέξεων, να γίνει η επιλογή της ανάλογης με τα συμφραζόμενα και να αποκλειστεί η αταίριαστη σημασία. Φαίνεται ότι οι καλοί αναγνώστες λόγω της σημασιολογικής υπεροχής τους υπερτερούν σε ταχύτητα αναφορικά με τη διαδικασία αυτή, ιδιότητα που περιλαμβάνει την αντίληψη των γραμματικών χρόνων, εγκλίσεων, θέσεων του υποκειμένου κ.λ.π.
Μια σειρά πειραμάτων κατέδειξε ότι οι ικανοί αναγνώστες σταματούν πολύ νωρίς να βασίζονται στην φωνολογική επεξεργασία των λέξεων και κυρίως να δημιουργούν νοητικές ηχητικές εικόνες για τις λέξεις αυτές ( Barron 1981 a, b, 1986 ). Η ανάγνωση γίνεται τόσο γρήγορα που κατά τη δεκαετία του 1980 αναπτύχθηκε η θεωρία της αμφίδρομης προσπέλασης με αλληλοαποκλειόμενα συστατικά : οι ικανοί αναγνώστες είτε χρησιμοποιούν την άμεση οπτική επεξεργασία του γραπτού λόγου, είτε την άμεση ηχητική επεξεργασία του λόγου. Η θεωρία αυτή είναι συμβατή και με τη φιλοσοφική διάσταση του φαινομένου της γλώσσας και με την ιστορική – γραμματική ορθογραφία της ελληνικής. Επιπλέον, εξηγεί γιατί οι ικανοί αναγνώστες υπερέχουν των υπολοίπων που βασίζονται και στην οπτική και στη φωνολογική επεξεργασία, αλλά παρέχει ένα ερμηνευτικό μοντέλο σχετικά με τη δυνατότητα των ικανών αναγνωστών να διαβάζουν γρήγορα άγνωστες λέξεις ή ψευδολέξεις. Επιπροσθέτως, βάσει αυτής της θεώρησης, γίνεται σαφής η περιγραφή δύο μορφών δυσλεξίας : της επιφανειακής και της βαθείας. Και οι δύο είναι τύποι που αφορούν επίκτητα χαρακτηριστικά δυσλεξίας, εξαιτίας εγκεφαλικού τραύματος. Τα άτομα που πάσχουν από τη βαθεία μορφή χάνουν την ικανότητα να διαβάζουν δυνατά και σωστά
άγνωστες λέξεις ή ψευδολέξεις. Τα άτομα που πάσχουν από την επιφανειακή μορφή δυσλεξίας μπορούν να διαβάσουν ψευδολέξεις, αν αυτές βασίζονται στο φωνητικό σύστημα της ελληνικής, αλλά αδυνατούν να διαβάσουν ανώμαλους γραμματικούς τύπους και συγχέουν τις ομόηχες λέξεις. Η αμφίδρομη θεωρία της ανάγνωσης εξηγεί και τους δύο τύπους ως εξής : τα άτομα με τη βαθεία μορφή έχουν απωλέσει την ικανότητα φωνολογικής επεξεργασίας ενώ τα άτομα με την επιφανειακή μορφή έχουν πορόβλημα στην οπτική. Παρ’ όλα αυτά, η θεωρία δέχτηκε αυστηρές κριτικές ( Evett, 1985 ) και πιο επιστημονικές ερμηνείες δόθηκαν για τους δύο τύπους δυσλεξίας ( Patterson, Seidenberg και McClelland, in press ).

Δεν υπάρχουν σχόλια: