Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ ΕΦΗΒΩΝ

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΝΗΣ ΚΑΙ ΝΙΚΟΣ ΤΡΙΑΝΤΟΣ (από το βιβλίο 'Η αυτοεκτίμηση και η μέτρησή της' Εκδόσεις Ατραπός 2004, όπου περιλαμβάνεται η κλίμακα μέτρησης της αυτοεκτίμησης)

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η προσέγγιση της αυτοεκτίμησης των εφήβων ως συστατικό τμήμα της αντίληψης του εαυτού τους. Η συνολική αυτοεκτίμηση θεωρείται ότι αποτελεί συνισταμένη πολλών επιμέρους τομέων, από τους οποίους εδώ εξετάζονται 5 (σχολική – ακαδημαική, οικογενειακή, εξωτερικής εμφάνισης, ενδοπροσωπική, κοινωνική). Θα ερευνηθεί η αυτοεκτίμηση δείγματος εφήβων μαθητών κατά τομέα, αλλά και συνολικά, με στόχο την ανάδειξη τυχόν συσχετισμών των επιδόσεων μεταξύ των τομέων, αλλά και των μεταβλητών που θα ερευνηθούν.
Οι μεταβλητές οι οποίες επιλέχθηκαν και ερευνάται το θέμα είναι η ηλικία (υποπερίοδοι της εφηβείας) και το φύλο. Ο χώρος ως υπαρκτή και δρούσα παράμετρος, παρά τα αμιγή γνωρίσματα αγροτικής περιοχής που διαθέτει, χαρακτηρίζεται από την ταχύτατη και ποικίλη εξέλιξή του. Η σύνθεση του πληθυσμού, με βάση το επάγγελμα των γονέων, θα μπορούσε να προσδιοριστεί συνεπέστερα ως μεικτή.
Με βάση τα παραπάνω θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι:
-Μπορεί να υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ της αυτοεκτίμησης των εφήβων και του ενήλικου πληθυσμού.
-Είναι δυνατό να παρατηρηθούν διαφορές αυτοεκτίμησης μεταξύ των φύλων, αλλά και των υποπεριόδων της εφηβείας.
-Να παρατηρηθούν επιμέρους συσχετίσεις των τομέων της αυτοεκτίμησης μεταξύ τους ή με τις ερευνούμενες μεταβλητές.







Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 36 εφήβους της περιοχής του Δήμου Καμείρου Ρόδου, ηλικίας 12 έως 17 ετών κατά την χρονική περίοδο 6 – 12 Δεκεμβρίου 2002. Ο Μέσος Όρος των ηλικιών του δείγματος είναι ( 14,57 έτη ) και η Μέση Τιμή τους( 14,5 έτη) . Στο δείγμα συμμετείχαν ισάριθμα τα δύο φύλα ( 18 αγόρια και 18 κορίτσια ), όλα μαθητές του Δημόσιου Γυμνασίου και του Λυκείου της περιοχής. Οι έφηβοι είχαν και τους δυο γονείς στη ζωή και το 6,7% (1 αγόρι και 1 κορίτσι) ήταν παιδιά διαζευγμένων οικογενειών. Οι οικογένειες των εφήβων του δείγματος ανήκουν στο ευρύτατο φάσμα των ενδιάμεσων κοινωνικό-οικονομικών κατηγοριών στο σύνολό τους. Στο σύνολο του δείγματος δεν παρουσιάστηκαν περιπτώσεις παιδιών οικονομικών μεταναστών ή αλλοδαπών μαθητών. Το δείγμα των εφήβων επιλέχθηκε με τη μέθοδο της τυχαίας δειγματοληψίας και περιορίστηκε σε 30 άτομα, αφού αφαιρέθηκαν 6 απαντήσεις που θεωρήθηκαν αναξιόπιστες μέσω της κλίμακας ψεύδους που εμπεριέχεται στο όργανο μέτρησης. Το σύνολο του δείγματος αντιπροσωπεύει το ( )% του μαθητικού πληθυσμού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της περιοχής και απεικονίζεται χαρακτηριστικά στο γράφημα του σχήματος 1.

Σχ. 1
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της «κλίμακας», όπου ο ερωτώμενος απαντά υποδεικνύοντας τους βαθμούς συμφωνίας ή ασυμφωνίας του με τις προτάσεις – θέσεις που του παρουσιάζονται.
Οι μεταβλητές που ερευνήθηκαν στην παρούσα μέτρηση είναι η ηλικία, πρώτη εφηβική (12 – 14) και δεύτερη εφηβική (15 – 17), και το φύλο. Λόγος που επιλέχθηκαν οι μεταβλητές αυτές οι, εντοπισμένες από πολλές έρευνες στο παρελθόν, συνεχείς μεταβολές της αυτοεκτίμησης κατά το πέρασμα της εφηβείας.
Οι διαφυλικές διαφορές στην αυτοιδέα και αυταξία, από περισσότερο εμφανείς στο παρελθόν, γίνονται τώρα ολοένα και περισσότερο πολυσύνθετες και δυσδιάκριτες. Κρίνεται λοιπόν σκόπιμη η συχνή μελέτη των μεταβλητών αυτών και ο προσδιορισμός των κυρίαρχων τάσεων.
Τα έντυπα ήταν ανώνυμα και συμπληρώθηκαν ατομικά στον προσωπικό χώρο του/ της κάθε εφήβου, κατά τον ελεύθερο χρόνο τους, και με απουσία κάθε άλλου προσώπου- πλην του ερευνητή, αρχικά – που έδωσε και τις απαραίτητες διευκρινήσεις.
Αρχικά δίδονταν λίγες, γενικού περιεχομένου, πληροφορίες που αφορούσαν το γενικό πλαίσιο της έρευνας, με τοποθετήσεις του τύπου: «Ενδιαφερόμαστε να μάθουμε περισσότερα πράγματα για τους ανθρώπους της ηλικίας σας και είστε εσείς αυτοί που μπορείτε να μας πληροφορήσετε», «Προσπαθούμε να καταλάβουμε καλύτερα, το πώς βλέπετε εσείς τον ίδιο σας τον εαυτό», και στη συνέχεια δίδονταν οι απαραίτητες διευκρινήσεις.
Οι διευκρινήσεις που δίδονταν ήταν οι ίδιες σε όλους τους εφήβους και περιελάμβαναν τεχνικές λεπτομέρειες για τη συμπλήρωση του εντύπου, την καταγραφή τυχόν παρατηρήσεων στην δομή, τη σαφήνεια ή το περιεχόμενο κάποιας θέσης - πρότασης και την παρότρυνση να τοποθετηθούν αυθόρμητα, αποφεύγοντας την μεγάλη καθυστέρηση ή βιασύνη στις απαντήσεις τους.. Οι διευκρινήσεις σε «τεχνικές» λεπτομέρειες αφορούσαν κυρίως το κατά πόσο και σε ποιο βαθμό έχει κατανοηθεί η έννοια των φράσεων «απόλυτα» και «εν μέρει» (περιέχονται σε τέσσερις από τις έξι προεπιλεγμένες τοποθετήσεις), πιθανές άλλες άγνωστες λέξεις και το πώς θα σημειώσουν την προσωπική τους επιλογή.
Στο μεσοδιάστημα και με τρόπο σύντομο, χαμηλόφωνο και διακριτικό ο ερευνητής απεύθυνε το ερώτημα αν «όλα πάνε καλά;» και μετά τη συγκαταβατική απάντηση αποχωρούσε. Σε λίγες περιπτώσεις ζητήθηκαν συμπληρωματικές διευκρινήσεις μετά την έναρξη της συμπλήρωσης των εντύπων και αυτές αφορούσαν τις προτάσεις 22 και49. Και στις δυο προτάσεις περιέχεται ο όρος «εαυτός» και ζητήθηκαν διευκρινήσεις του (σε διπολικό επίπεδο: «εμφάνιση ή χαρακτήρας»;). Η διευκρίνιση που δίδονταν ήταν : «συνολικά». Η πρόταση 45, που περιέχει τον ίδιο όρο δεν παρουσίασε καμία δυσκολία.
Στο τέλος, και με την περάτωση του εντύπου, ζητούνταν οι εντυπώσεις και η γενική αίσθηση που αποκομίστηκαν από την παραπάνω διαδικασία.
Ο μέσος χρόνος που απαιτήθηκε για τη συμπλήρωση των εντύπων ήταν 13 λεπτά, με απόκλιση περίπου 4ων λεπτών. Σε τρεις περιπτώσεις ο χρόνος που απαιτήθηκε ξεπέρασε τα 20΄ ( 20΄ έως 25΄). Σε όλες τις περιπτώσεις ζητήθηκε και δόθηκε η συναίνεση των γονέων, που κρίθηκε απαραίτητη, πέρα από την αρχική θετική ανταπόκριση των παιδιών. Σε καμία περίπτωση δεν παρουσιάστηκε, μετά την πλήρη ενημέρωση για τους σκοπούς της έρευνας και την παρουσίαση του εντύπου, άρνηση ή δυσφορία, από μέρους των γονέων για τη συμμετοχή των παιδιών τους. Σε λίγες (4) ,συγκριτικά περιπτώσεις, (όλα κορίτσια), παρουσιάστηκε άρνηση συμμετοχής από μέρους των μαθητών.

Σαν όργανο μέτρησης χρησιμοποιήθηκε η Ελληνική Κλίμακα Αυτοεκτίμησης, η οποία αποτελείται από ένα κατάλογο 50 θέσεων - προτάσεων, στις οποίες κλήθηκαν να τοποθετηθούν οι έφηβοι σημειώνοντας την προσωπική τους επιλογή.
Η Ελληνική Κλίμακα Αυτοεκτίμησης αποτελεί συνοδευτικό έντυπο του βιβλίου « Αυτοεκτίμηση: Θεωρία, προγράμματα ενίσχυσης, μέτρηση. Στάθμιση Ελληνικής Κλίμακας Αυτοεκτίμησης» και είναι σταθμισμένη (σε δείγμα 2.135 του ελληνικού πληθυσμού).
Η κλίμακα απευθύνεται σε ενήλικες και για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα έρευνα απαιτήθηκε να αντικατασταθούν, οι απολύτως αναγκαίοι για την προσαρμογή στις αντίστοιχες ηλικίες και δραστηριότητες, όροι και φράσεις όπως: ο όρος «ακαδημαικός» με τον όρο «σχολικός», ο όρος «συνάδελφος» με τον όρο «συμμαθητής», η φράση «επαγγελματικός χώρος» με τη φράση «σχολικός χώρος» και η φράση «συνέντευξη επιλογής προσωπικού» με τη φράση «σχολική ή εξωσχολική δραστηριότητά μου». Οι τροποποιήσεις αφορούν τις θέσεις 1,2,8,10,13,15,19,28 και 44.

Αφαιρέθηκε επίσης ο χρονικός προσδιορισμός «συχνά», από τις προτάσεις 6 και 42, αφού σε δοκιμαστικό προ – δείγμα τεσσάρων εφήβων 12 έως 14, έδειξε να παρερμηνεύεται προκαταλαμβάνοντας τις απαντήσεις που δίδονταν. Αντίθετα ο χρονικός προσδιορισμός της πρότασης 21 («συνήθως»), δεν έδειξε να επηρεάζει και διατηρήθηκε.

Οι θέσεις – προτάσεις της κλίμακας αφορούν τους τομείς της εργασιακής – σχολικής, κοινωνικής, οικογενειακής, ενδοπροσωπικής αυτοεκτίμησης, καθώς και της αυτοεκτίμησης της εξωτερικής εμφάνισης ενός ατόμου. Κάθε τομέας περιέχει 9 από αυτές τις θέσεις – προτάσεις και το τελικό σύνολο συμπληρώνεται από 5 προτάσεις που μετράνε την κλίμακα του ψεύδους και δεν συμπεριλαμβάνονται στη βαθμολόγηση. Αν από τις επιλογές της κλίμακας ψεύδους προκύψουν περισσότερες των 2 ακραίες (Διαφωνώ απόλυτα ή Συμφωνώ απόλυτα),τότε η κλίμακα αφαιρείται συνολικά ως αναξιόπιστη.
Από τις 45 προτάσεις – θέσεις της κλίμακας, οι 19 είναι θετικές και οι 26 αρνητικές, σκόπιμα τοποθετημένες σε τυχαία σειρά, στα έντυπα που δίνονται προς συμπλήρωση.
Η κλίμακα διαθέτει, ακριβώς κάτω από κάθε πρόταση, και με τη σειρά που παρατίθενται, τις εξής δυνατότητες επιλογής: Διαφωνώ απόλυτα, Διαφωνώ, Διαφωνώ εν μέρει, Συμφωνώ εν μέρει, Συμφωνώ, Συμφωνώ απόλυτα. Οι επιλογές αυτές βαθμολογούνται αντίστοιχα από το 1 έως το 6 για τις θετικές προτάσεις και αντίστροφα για τις αρνητικές.
Ο κάθε τομέας που προαναφέρθηκε συγκεντρώνει το δικό του σύνολο, με το άθροισμα των βαθμολογούμενων απαντήσεων. Η υψηλότερη δυνατή επίδοση κάθε τομέα είναι το 54 και η χαμηλότερη 6. Το αποτέλεσμα της άθροισης των επιδόσεων κάθε τομέα, μας δίνει και τη βαθμολόγηση της συνολικής αυτοεκτίμησης του ατόμου. Ο συνολικός βαθμός αυτοεκτίμησης του ατόμου μπορεί να έχει σαν χαμηλότερη δυνατή επίδοση το50 και υψηλότερη δυνατή το 270.
Σε ικανό δείγμα ενηλίκων του ελληνικού πληθυσμού οι αποδόσεις της κλίμακας ήταν:
• Εργασιακή αυτοεκτίμηση :…………….36,66 με τυπική απόκλιση 5,93
• Κοινωνική αυτοεκτίμηση :…………….35,99 με τυπική απόκλιση 5,05
• Οικογενειακή αυτοεκτίμηση:………….36,69 με τυπική απόκλιση 6,15
• Ενδοπροσωπική αυτοεκτίμηση:……….37,92 με τυπική απόκλιση 6,04
• Αυτοεκτίμηση εξωτερικής εμφάνισης:..34,18 με τυπική απόκλιση 5,51
• ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΥΤΟΕΚΤΊΜΗΣΗ:…...181,46 με τυπική απόκλιση 20,8
Το εύρος της συνολικής επίδοσης φθάνει το 134, ενώ των ερευνόμενων τομέων κυμαίνεται μεταξύ του 30 ελάχιστο και του 52 μέγιστο.

ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Τα πορίσματα των διάφορων ερευνών ( π.χ. Rosenberg, Elkind, Protinsky – Farrier, Harter ) συνηγορούν και συγκλίνουν στην ιδέα της σταδιακής διαφοροποίησης της αντίληψης που έχουν για τον εαυτό τους οι έφηβοι.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά μόνο το σύνολο της εικόνας που έχουν για τον εαυτό τους, το πώς δηλαδή είναι δομημένη συνολικά και το τι ποιοτικά και ποσοτικά περιλαμβάνεται σ’ αυτήν, αλλά αφορά και επιμέρους διαφοροποιήσεις «εσωτερικής» υφής. Η πληρότητα της αυτοεικόνας και κατά συνέπεια το ύψος του βαθμού αυτοεκτίμησης, που αναβλύζει από αυτήν είτε ως συνδιαμορφωτής της αυτοαντίληψης, είτε ως προιόν της, διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των διαφόρων πτυχών της ζωής και δράσης των εφήβων.
Σε τομείς όπως οι οικογενειακές σχέσεις και η ακαδημαική ικανότητα έχουν παρατηρηθεί χαμηλότερες επιδόσεις στην αυτοαντίληψη και κατά συνέπεια στην αυτοεκτίμηση των εφήβων
Κατά την παρούσα έρευνα, που πραγματοποιήθηκε με την Ελληνική Κλίμακα Αυτοεκτίμησης και τα αποτελέσματά της διερευνήθηκαν και αναλύθηκαν και συγκριτικά με τα συνολικά αποτελέσματά της στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού, ο Μέσος Όρος συνολικής αυτοεκτίμησης του δείγματος της έρευνας φθάνει το 171,37 με Τυπική Απόκλιση 24,7. Η μεγαλύτερη επίδοση φθάνει τους 222 βαθμούς, ενώ η μικρότερη τους 106 με εύρος επιδόσεων 116 ( Σχ. 2, Πίνακας 1). Η Μέση Τιμή του δείγματος είναι το 175.

Σχ. 2

Οι επιδόσεις κατά φύλο, παρουσιάζονται με σαφείς αποκλίσεις και στα γενικά σύνολα, αλλά και σε ορισμένες από τις επιμέρους επιδόσεις του κάθε εξεταζόμενου τομέα.
Αναλυτικότερα: Τα αγόρια εμφανίζουν Μ.Ο. επίδοσης συνολικής αυτοεκτίμησης 175,87 με Μέση Τιμή 178, ενώ τα κορίτσια Μ.Ο. 166,93 με Μέση Τιμή 171.
Επιπλέον, τα αγόρια εμφανίζουν τιμές συγκλίνουσες προς το Μ.Ο. και τη Μ.Τ. σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό ( 60% από160 έως190) από τα κορίτσια, που εμφανίζουν σημαντικές αποκλίσεις προς τα δυο άκρα ( 40% από 152 έως 182).
Χαρακτηριστικό στοιχείο προβάλλει και η διαφορά στο εύρος των επιδόσεων. Τα αγόρια εμφανίζουν εύρος ανώτατης και κατώτατης επίδοσης 69 ( οι 14 από τις 15 τιμές έχουν εύρος μόλις 45), ενώ τα κορίτσια 116 ( με σταθερότατα μεγάλο εύρος και σε ενδιάμεσες τιμές).
Η εμφανής τάση για ομοιογένεια, και μεγάλη πυκνότητα στο μέσο, των επιδόσεων των αγοριών, δείχνει να έρχεται σε αντίθεση με τις σχεδόν «ισόποσα τριχοτομημένες» τιμές των κοριτσιών, και απεικονίζεται χαρακτηριστικά στο γράφημα του σχήματος 3.

Σχ. 3

Οι επιδόσεις σχετικά με την ηλικία, εμφανίζουν τους μαθητές της πρώτης εφηβικής περιόδου (12 έως και 14 ετών με συμμετοχή κατά φύλο: 11 αγ. και 4 κορ.) να υστερούν στη συνολική αυτοεκτίμηση με Μ.Ο. 168,67 (Ελάχ. Τιμή 106, Μέγ. Τιμή 198 και εύρος 92) έναντι των υπολοίπων.
Οι έφηβοι της μέσης και ύστερης περιόδου ( 15 έως και 17 ετών με συμμετοχή κατά φύλο: 4 αγ. και 11 κορ.) εμφανίζονται με επίδοση 174,13 (Ελάχ. Τιμή 128, Μέγ. Τιμή 222 και εύρος 94). Στο σχήμα 3 οι επιδόσεις παρουσιάζονται και κατά ηλικιακή σειρά (τα αγόρια 1 – 15 και τα κορίτσια 17 – 31 σε αύξουσα, από τα αριστερά προς τα δεξιά, ηλικιακή τοποθέτηση).
Κατά τομείς, τα αγόρια εμφανίζουν αρκετά καλύτερες επιδόσεις σε 3 από τις 5 κατηγορίες αυτοεκτίμησης ( κοινωνική, οικογενειακή και ενδοπροσωπική), ενώ τα κορίτσια οριακά στους άλλους 2 τομείς (εξωτερικής εμφάνισης και σχολικής – εργασιακής)
Σημαντικές φαίνεται να είναι και οι διαφορές που εντοπίζονται στα φύλα σε σχέση με τις ηλικιακές ομάδες (πρώτης - μέσης και ύστερης εφηβικής ηλικίας). Τα αγόρια (12 – 14) εμφανίζουν επίδοση 179,2, ενώ αντίστοιχα τα κορίτσια (12 – 14 ετών) 139,75 και τα κορίτσια (12 – 16 ετών) 155,9.
Και στο σύνολό τους τα κορίτσια (12 – 17) με 166,93 μένουν ακόμη αρκετά πίσω από την επίδοση των αγοριών, ιδίως των μικρότερων ηλικιών.




Τομείς
Αυτοεκτίμησης Αγόρια
12 - 14 Κορίτσια
12 - 14 Κορίτσια
12-16 Αγόρια
12 – 17
σύνολο Κορίτσια
12–17
σύνολο
Σχολική αυτοεκτ. 36,7 31,7
34 35,6 36
Κοιν/κή αυτοεκτ. 33,18 27,75 30,1 33,6 32,2
Οικογ/κή αυτοεκτ. 38,27 23 29,9 37 32,87
Αυτοεκτ. Εξ. Εμφ. 31,54 28,75
30,8 31,2 32,2
Ενδοπ/κή αυτοεκτ. 39,26 28,5 31,1 38,4 33,67
ΣΥΝΟΛΑ
179,2 139,75 155,9 175,87 166,93
Πίνακας 1

Στους επιμέρους τομείς, που εστίασε το ενδιαφέρον της η παρούσα έρευνα, παρατηρήθηκαν επιδόσεις με ενδεικτική ενδοτομεακή συνάφεια. Το εύρος των τιμών που εμφανίζονται είναι της τάξης του 4,33, με ανώτερη την τιμή της ενδοπροσωπικής αυτοεκτίμησης ( 36,03 με Τ. Α. 6,57) και κατώτερη την τιμή της αυτοεκτίμησης της εξωτερικής εμφάνισης ( 31,7 με Τ. Α. 6,62). Η εργασιακή - σχολική αυτοεκτίμηση (35,8 με Τ. Α. 5,7) εμφανίζεται στη δεύτερη υψηλότερη θέση, με δεύτερη χαμηλότερη την κοινωνική αυτοεκτίμηση (32,9 με Τ. Α. 5,14). Τέλος, η οικογενειακή αυτοεκτίμηση καταλαμβάνει τη μεσαία θέση (τιμή 34,93 και Τ. Α. –χαρακτηριστική- 7,78).
Οι τιμές των όλων των κατηγοριών εμφανίζονται να είναι κατανεμημένες με χαρακτηριστική ομοιομορφία σ’ όλο το προαναφερθέν εύρος και παρουσιάζονται (με τις ελάχιστες και μέγιστες τιμές σε εύρος από 24 έως 31) σε αύξουσα, από αριστερά, ταξινόμηση στον πίνακα 2.

Συνολική
αυτοεκτίμηση Αυτοεκτ
εξ.εμφάν. Κοιν/κή
αυτοεκτ Οικογεν.
αυτοεκτ. Εργ/σχολ.
αυτοεκτ Ενδοπρ/κή
αυτοεκτ.
Μέσος
Όρος 171,3
31,7
32,9
34,93
35,8
36,03

Τυπική
Απόκ/ση 24,74
6,62
5,14
7,78
5,7
6,57

Ελάχ/τη
Τιμή 106
20 21
16
19

21

Μέγιστη
Τιμή 222
46
45
47
45
49

Πίνακας 2




Στον τομέα της σχολικής – εργασιακής αυτοεκτίμησης παρατηρείται Μ.Ο. επίδοσης 35,8 με τυπική απόκλιση της τάξης του 5,7. Η κατώτερη επίδοση φθάνει τους 19 βαθμούς και η ανώτερη τους 45. Ως Μέση Τιμή εμφανίζεται το 36.
Ο Μ. Ο. της σχολικής – εργασιακής αυτοεκτίμησης των αγοριών του δείγματος εμφανίζεται ελάχιστα χαμηλότερος και χωρίς έντονες εσωτερικές διαφοροποιήσεις στο 35,6 (με Τ. Α. 4,59) και των κοριτσιών ελάχιστα υψηλότερος, αλλά, με εμφανείς εσωτ.αποκλίσεις, στο 36 (με Τ. Α. 6,62). Το εύρος των επιδόσεων των αγοριών ( με ελάχιστη τιμή 28 και μέγιστη 45) είναι 17, ενώ των κοριτσιών ( με ελάχιστη τιμή 19 και μέγιστη 45) είναι 26.
Σε σχέση με της ηλικιακές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται τα εξής:
Οι έφηβοι της πρώτης εφηβικής περιόδου εμφανίζουν Μ.Ο. επίδοσης 35,4 (με Τ. Α. 5,88) και οι της μέσης και ύστερης περιόδου 36,2 ( με Τ. Α. 5,48). Τα εύρη των τιμών είναι αντίστοιχα 26 και 19 με μέγιστες επιδόσεις το 45 και ελάχιστες – αντίστοιχα 19 και 26.
Σημαντική παρατήρηση αποτελεί η επίδοση των κοριτσιών (15 –17) με Μ.Ο. 37,55 και ιδιαίτερα των κοριτσιών της τελευταίας εφηβικής περιόδου (17 ετών) με 40, που είναι η υψηλότερη επιδόση που παρατηρήθηκε στην παρούσα ( δεν αναλύεται χωριστά γιατί εμπεριέχεται στην ηλικιακή ομάδα των 15 – 17). Η αντίστοιχη επίδοση των αγοριών είναι 32,5, όμως το δείγμα αυτής ηλικιακής της ομάδας είναι σχετικά μικρό και η αντίστοιχη παρατήρηση να έχει χαρακτήρα επισήμανσης.
Στα γραφήματα των σχημάτων 4 και 5 παρουσιάζονται παραστατικά οι κατά φύλο επιδόσεις της σχολικής – εργασιακής αυτοεκτίμησης του δείγματος.





Σχ.4


Σχ.5


Στον τομέα της κοινωνικής αυτοεκτίμησης εμφανίζεται Μ.Ο. επίδοσης 32,9 ( Τ.Α. 5,14). Η κατώτερη
τιμή φθάνει το21 και η ανώτερη το 45. Ως Μέση Τιμή εμφανίζεται το 33,5.

Ο Μ.Ο. των επιδόσεων της κοινωνικής αυτοεκτίμησης των αγοριών εμφανίζεται σχετικά υψηλότερος και φθάνει στο 33,6 ( με μέγιστη τιμή 41, ελάχιστη 27, εύρος 14 και Τ.Α. 3,73), ενώ των κοριτσιών σχετικά χαμηλότερος στο32,2 ( με μέγιστη τιμή 45, ελάχιστη 21, εύρος 24 και Τ.Α. 6,16). Το μικρότερο εύρος των απαντήσεων των αγοριών, εδώ, δείχνει να έρχεται σε αντίθεση με το σχεδόν διπλάσιο εύρος απαντήσεων των κοριτσιών.
Ενδεικτικό μιας κάποιας σημαντικής διαφοροποίησης, το γεγονός ότι μόνο 1 έφηβος στους 15 έδωσε επίδοση λίγο κάτω του 30 (27) καθώς και μόνο 2 οριακά άνω του 40 (41, 41). Χαρακτηριστική εικόνα σχηματίζουμε από τα γραφήματα των σχημάτων 6 και7.
Σχ. 6

Σχ. 7

Οι μικρότερες ηλικίες του δείγματος εμφανίζουν σχετικά χαμηλότερο Μ.Ο. κοινωνικής αυτοεκτίμησης 31,73 (με μέγιστη τιμή 36, ελάχιστη 25, εύρος 11 και Τ.Α. 3,33). Το μικρό εύρος των επιδόσεων και εδώ είναι χαρακτηριστικό σε αντίθεση με το αντίστοιχο εύρος των απαντήσεων των μεγαλύτερων παιδιών που εμφανίζουν Μ.Ο. κοινωνικής αυτοεκτίμησης 34,07 ( με μέγιστη τιμή 45, ελάχιστη τιμή 21, εύρος 24 και Τ.Α. 6,24).
Στον τομέα της οικογενειακής αυτοεκτίμησης υπάρχει μια σχετική διαφοροποίηση με τους προηγούμενους τομείς. Ο Μ.Ο. των επιδόσεων του συνόλου του δείγματος φθάνει το 34,93 με (ευρύτερη διασπορά απιδόσεων) Τ.Α.7,78. Η ελάχιστη επίδοση αγγίζει το 16, ενώ η μέγιστη ανεβαίνει στο 47 σχηματίζοντας εύρος 31.
Στην κατά φύλο προσέγγιση, η ευρύτητα αυτή εμφανίζεται να περιορίζεται στις επιδόσεις των κοριτσιών, ενώ οι επιδόσεις των αγοριών εμφανίζουν μια πιο συμπαγή εικόνα. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ο. της επίδοσης των αγοριών ανεβαίνει στο 37 με Τ.Α.5,53 και εύρος επιδόσεων μόλις 16 ( ελάχιστη 28, μέγιστη 44). Αντίθετα στα κορίτσια ο Μ.Ο. πέφτει στο 32,87 με Τ.Α. 9,04! Το εύρος των επιδόσεων εδώ ανεβαίνει στο 31 με ελάχιστη τιμή το 16 και μέγιστη το 47!
Στο γράφημα 8 εμφανίζονται παραστατικά όλες οι επιδόσεις του δείγματος κατά φύλο. Σε κάθε φύλο οι επιδόσεις παρουσιάζονται κατά αύξουσα ηλικία από αριστερά, έτσι ώστε στην θέση 1 να αντιστοιχεί η μικρότερη ηλικία (12 ετών) και στη θέση 15 η μεγαλύτερη (17 ετών) ηλικία των αγοριών του δείγματος με το Μ.Ο. τους στη 16η θέση.
Ομοίως στα κορίτσια, με τη μικρότερη ηλικία στη θέση 17 (12 ετ.) και τη μεγαλύτερη στη θέση 31 (17 ετ.), ενώ στη θέση 32 βρίσκεται ο Μ.Ο. τους και στην τελευταία θέση (32η ) ο γενικός Μ.Ο του εξεταζόμενου τομέα.


Σχ. 8


Οι μικρότερες ηλικίες (12 – 14), δεν δείχνουν να διαφοροποιούνται σημαντικά από τις μεγαλύτερες. Εμφανίζουν Μ.Ο. 34,2 με εύρος επιδόσεων 28 ( ελάχιστη 16, μέγιστη 44) και Τ.Α. 8,74 ,ενώ οι μεγαλύτερες (15 – 17), εμφανίζουν Μ.Ο. 35,67 με εύρος επιδόσεων 22 ( ελάχιστη 25, μέγιστη 47) και Τ.Α. 6,59. Οι επιδόσεις των κοριτσιών, εμφανίζουν γενικά μια αυξητική τάση, παράλληλα με την αύξηση της ηλικίας.
Ο αριθμός του δείγματος των κοριτσιών (12 –14) που παρουσιάζει Μ.Ο. 23, αλλά και των (12 – 16) που παρουσιάζει Μ.Ο. 29,9, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενδεικτικά στη σύγκρισή του με τον αντίστοιχο αριθμό των αγοριών (12 – 14) που έχει Μ.Ο. 38,27.
Στον τομέα της αυτοεκτίμησης της εξωτερικής εμφάνισης δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφυλικές διαφορές.
Η γενική επίδοση στον τομέα αυτό φθάνει το 31,7 (με Τ.Α. 6,62). Το εύρος των τιμών εμφανίζεται σε μέσα επίπεδα - 26 – με ελάχιστη επίδοση 20 και μέγιστη 46. Το συνολικό δείγμα παρουσιάζεται σχετικά συμπαγές και με ελάχιστες αποκλίσεις. Σε εύρος 12 ( από επίδοση 26 έως 38) συγκεντρώνεται το 73% των απαντήσεων (22 από τις 30, ισόποσα κατανεμημένες: 11 αγοριών και 11 κοριτσιών). Η επίδοση του τομέα αυτού, σε σχέση με τους υπόλοιπους ερευνόμενους τομείς, εμφανίζεται να συγκεντρώνει το χαμηλότερο Μ.Ο.
Ειδικότερα τα αγόρια εμφανίζουν Μ.Ο. επίδοσης 31,2 με εύρος 26 (ελάχιστη 20 και μέγιστη 46) και Τ.Α. 7,11. Από τις 15 επιδόσεις μόνο 4 ( 2 ανώτερες και 2 κατώτερες) αποκλίνουν προς τα άκρα. Τα κορίτσια, παρόμοια, εμφανίζουν Μ.Ο. 32,2 με εύρος 23 (ελάχιστη 23 και μέγιστη 46) και Τ.Α. 6,05. Ομοίως, από τις 15 επιδόσεις μόνο 4 αποκλίνουν και εδώ ( 2 ανώτερες και 2 κατώτερες).
Σχετικά με τις ηλικιακές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται τα εξής.
Οι έφηβοι της πρώτης περιόδου (12 – 14) παρουσιάζουν κατά τι χαμηλότερο Μ.Ο. επίδοσης (30,8 με Τ.Α. 5,67) από τους εφήβους της μέσης και ύστερης περιόδου (32,6 με Τ.Α. 7,34). Το εύρος της μικρότερης ηλικιακής ομάδας είναι 22 ( με ελάχιστη τιμή 22 και μέγιστη 44), ενώ της μεγαλύτερης 26 ( με ελάχιστη 20 και μέγιστη 46).
Και σε αυτόν τον τομέα οι επιδόσεις εμφανίζονται με ομαλή κατανομή ( 22 στις 30 ανάμεσα στο 26 και 38 –73,33%- με 4 μεγαλύτερες και 4 μικρότερες αντίστοιχα.
Στο σχήμα 9 εμφανίζονται οι προαναφερόμενες επιδόσεις κατά φύλο. Σε κάθε φύλο οι επιδόσεις εμφανίζονται σε αύξουσα από αριστερά - ηλικιακά – σειρά.

Σχ. 9

Στον τομέα της ενδοπροσωπικής αυτοεκτίμησης η συνολική επίδοση του δείγματος παρουσιάζει Μ.Ο. 36,03 με Τ.Α. 6,57 και εύρος 28 (ελάχιστη επίδοση 21 και μέγιστη 49, που αποτελεί και τη μεγαλύτερη επίδοση που εμφανίζεται στην παρούσα έρευνα). Σε αντίθεση με τον τομέα της αυτοεκτίμησης της εξωτερικής εμφάνισης, η ενδοπροσωπική αυτοεκτίμηση εμφανίζεται να συγκεντρώνει τις υψηλότερες επιδόσεις στο σύνολο του δείγματος.
Ειδικότερα και κατά φύλο παρατηρούνται αρκετά διαφοροποιημένες επιδόσεις. Τα αγόρια εμφανίζουν Μ.Ο. επίδοσης 38,4 με, χαρακτηριστικά μικρή, Τ.Α. 4,91 και εύρος επιδόσεων 19 (ελάχιστη επίδοση 30 και μέγιστη 49). Τα κορίτσια εμφανίζουν Μ.Ο. 33,67 με Τ.Α. 7,14 και εύρος τιμών 24 ( ελάχιστη επίδοση 21 και μέγιστη 45).
Οι έφηβοι της πρώτης εφηβικής ηλικίας (12 –14), εμφανίζουν επίδοση με Μ.Ο. 36,47 και Τ.Α. 7,16. Το εύρος των τιμών είναι σχετικά μεγάλο (28), με ελάχιστη επίδοση 21 και μέγιστη 49. Περίπου ισόποσες επιδόσεις εμφανίζουν και οι έφηβοι της μέσης και ύστερης εφηβείας με Μ.Ο. 35,6 και Τ.Α. 5,89. Οι τιμές της μεγαλύτερης ηλικιακά ομάδας παρουσιάζονται πιο συγκεντρωμένες, με εύρος 22 (ελάχιστη επίδοση 23 και μέγιστη 45). ( Σχ.
Σχ. 10


Τα αγόρια της πρώτης ηλικιακής ομάδας έχουν εντυπωσιακό Μ.Ο.= 39,36 με Τ.Α. μόνο 4,77, σε αντίθεση με των κοριτσιών (12 – 14) που συγκεντρώνουν Μ.Ο.=28,5 και των κοριτσιών (12 – 16) με 31,1.
Το 39,36 των αγοριών (12 –14) αποτελεί και την υψηλότερη επίδοση που παρουσιάστηκε στην παρούσα έρευνα. Στον αντίποδα παρουσιάζεται η επίδοση των κοριτσιών (12 –14) στον τομέα της οικογενειακής αυτοεκτίμησης με επίδοση μόλις 23.









ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ


Μια πρώτη συγκριτική ανάλυση
Τα δεδομένα της έρευνας, σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της προαναφερθείσας πανελλαδικής μέτρησης, μας δίνουν μια πρώτη, γενική, εικόνα του επιπέδου της αυτοαντίληψης των εφήβων σε σχέση με τον ενήλικο πληθυσμό. Από αυτή τη σύγκριση φαίνεται να προκύπτει ότι οι νέοι των 12 έως 17 ετών διαθέτουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση από τους ενήλικες κατά 10,13.
Με τυπική απόκλιση 20,8 στο ενήλικο δείγμα, η παραπάνω διαπίστωση δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο μιας ουσιαστικής ανατροπής των προτέρων δεδομένων, που άλλωστε δεν αποτελεί και σκοπό της παρούσας έρευνας. Ο συνδυασμός όμως της συνολικής επίδοσης με τα επιμέρους στοιχεία της, κατά τομέα, ανάλυσης και κυρίως η σχεδόν πλήρης αντιστοίχιση των μεγεθών των δυο ερευνών λειτουργεί ενισχυτικά των δεδομένων της παρούσας.
Με εξαίρεση τον τομέα της οικογενειακής αυτοεκτίμησης που εμφανίζει επίδοση κατά 0,87 χαμηλότερη από την εργασιακή – σχολική, όλα τα υπόλοιπα μεγέθη βρίσκονται σε πλήρη αντιστοίχιση με την αρχική έρευνα.
Ο πίνακας 2α παρουσιάζει συνοπτικά τα συνολικά αποτελέσματα της έρευνας συγκριτικά με τα δεδομένα της προαναφερθείσας πανελλαδικής μέτρησης και το γράφημα του σχήματος 11, τη σύγκριση παραστατικά.
Συνολική
αυτοεκτίμηση Εργασ/κή
αυτοεκτ Κοιν/κή
αυτοεκτ Οικογεν.
αυτοεκτ. Αυτοεκτ
εξ.εμφάν. Ενδοπροσ/ή
αυτοεκτ.
Μέσος
Όρος 171,3
181,46 35,8
36,66 32,9
35,99 34,93
36,69 31,7
34,18 36,03
37,92
Τυπική
Απόκ/ση 24,74
20,8 5,7
5,93 5,14
5,05 7,78
6,15 6,62
5,51 6,57
6,04
Ελάχ/τη
Τιμή 106
114 19
19 21
21 16
19 20
15 21
20
Μέγιστη
τιμή 222
248 45
54 45
51 47
54 46
50 49
54
Πίνακας 2α



Σχ. 11



Αναλυτική παρουσίαση κατά τομέα αυτοαντίληψης
Μια προσέγγιση του περιεχομένου των δεδομένων της έρευνας, μας δίνει μια πληρέστερη εικόνα των απόψεων που φαίνεται να διατηρούν και να συνδιαμορφώνουν, ταυτόχρονα, οι έφηβοι του συγκεκριμένου δείγματος, για τον εαυτό τους. Το φίλτρο της αυτοαντίληψής τους, η ποιότητά του και ο βαθμός αυτονομίας του, φαίνεται να «ρυθμίζει» και το βαθμό της αυτοεκτίμησης, όχι μόνο μέσα από τα δικά τους αντιληπτικά πεδία, αλλά και από αυτά που νομίζουν ότι έχουν σχηματίσει οι «Σημαντικοί Άλλοι» γι’ αυτούς.
Παρ’ όλο που η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα από μια μικρή περιοχή της Ρόδου, αγροτική κατά βάση, δεν θεωρείται ότι μπορεί να είναι πλήρως αντιπροσωπευτική των αγροτικών περιοχών, κι αυτό γιατί, στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, ο χώρος αυτός υπόκειται σε πολλές και έντονες διαφοροποιήσεις.
Η διαφορετική ταχύτητα ανάπτυξης, η κατάρρευση πολλών πτυχών των παραδοσιακών δομών ( στερεότυπα, ρόλοι, προσδοκίες κ.ά.) καθώς και η ποικιλία των επιδράσεων όπως ο τουρισμός, η διαφοροποίηση του τόπου εργασίας με τον τόπο διαμονής της οικογένειας, η εξάπλωση της πληροφορικής, είναι μέρος μόνο των παραγόντων που ανομοιογενοποιούν, τα μέχρι πρότινος, κοινά χαρακτηριστικά του αγροτικού χώρου.Οι έφηβοι εμφανίζονται, στο σύνολό τους σαφώς να επιθυμούν να παίρνουν πρωτοβουλίες στο σχολικό χώρο (25/30) και να ξεπερνούν γρήγορα τα προβλήματα του χώρου (24/30), χωρίς να εμφανίζουν διαφοροποιήσεις. Δεν εμφανίζονται όμως αντίστοιχα διεκδικητικοί στο σχολικό χώρο. Οι απόψεις τους διχοτομούνται σχεδόν ισόποσα και μεταξύ των φύλων αλλά και ηλικιακά (19/30).
Δείχνουν να διατηρούν υψηλές φιλοδοξίες για το μέλλον τους (19/30) ανεξάρτητα από το φύλο και την ηλικία. Οι μεγαλύτερες ηλικίες αισθάνονται περισσότερο ότι έχουν πετύχει πολλούς από τους στόχους τους και ιδιαίτερα τα κορίτσια (12/15), σε αντίθεση με τα αγόρια που δείχνουν να αισθάνονται ότι έχουν «πολύ δρόμο ακόμη» (9/15).Δηλώνουν ότι δεν τους επηρεάζουν τα αρνητικά σχόλια και ο ανταγωνισμός, με την ίδια ένταση (19/30), όμως για την επιβεβαίωση της εργασίας τους χρειάζονται την επιβεβαίωση από τους άλλους (19/30) και επιζητούν την εκτίμησή τους (20/30).
Γενικά εμφανίζονται συγκρατημένα αισιόδοξοι, αποφεύγοντας τις ακρότητες στις επιλογές τους και σχετικά προσγειωμένοι – δείχνοντας ίσως έμμεσα την επαφή με την πραγματικότητα της εποχής. Επίσης εμφανίζεται σταθερότητα στην επίδοση του δείγματος, με εξαίρεση την κατηγορία των κοριτσιών (12 – 14) που πέφτουν στο 31,7 από το 36 του συνόλου των κοριτσιών.Η αυτοεκτίμησή τους στον σχολικό – εργασιακό τομέα είναι αρκετά υψηλή σε σχέση με άλλους τομείς, χωρίς μεγάλες εσωτερικές διαφοροποιήσεις και προσεγγίζει τις επιδόσεις των ήδη κατασταλαγμένων ενηλίκων.

Στον τομέα της οικογενειακής αυτοεκτίμησης τα δεδομένα δείχνουν να διαφοροποιούνται σχετικά. Το σύνολο σχεδόν (26/30) δηλώνει ότι περνά καλά όταν βρίσκεται όλη η οικογένεια και με την ίδια δυναμική (26/30) αναγνωρίζει την οικογενειακή στήριξη σε δύσκολες στιγμές της ζωής του και «παίρνει» την σημασία που θα ήθελε (21/30).
Δέχονται την επιβράβευση των επιτυχιών τους(25/30) από την οικογένειά τους, αλλά σχεδόν οι μισοί (12/30) αισθάνονται ως υπερβολικές τις απαιτήσεις των οικογενειών τους και δηλώνουν ότι ασχολούνται με πράγματα που ικανοποιούν τους γονείς τους και όχι αυτούς.
Τα κορίτσια αισθάνονται ότι δεν τα καταλαβαίνουν (8/15), σε αντίθεση με τα αγόρια που θεωρούν ότι βρίσκουν ανταπόκριση (13/15). Η ίδια αντίθεση εμφανίζεται και στον ηλικιακό διαχωρισμό. Οι μικρότερες ηλικίες αισθάνονται ότι τους καταλαβαίνει η οικογένεια (12/15), ενώ οι μεγαλύτερες μοιράζονται (7 - 8).Αναζητούν την έγκριση των οικογενειών τους για να νιώθουν σιγουριά στις αποφάσεις τους (20/30), όμως ταυτόχρονα νιώθουν πιεσμένοι από αυτήν (15/30) και οι (12/30) έχουν ή είχαν σκεφτεί να την εγκαταλείψουν. Ιδιαίτερα τα κορίτσια (8/15) και οι μικρότερες ηλικίες ( 7/15) εμφανίζονται διχοτομημένες πάνω σ’ αυτή τη σκέψη. Τα αγόρια απορρίπτουν την σκέψη αυτή σε σταθερό ποσοστό (11/15).
Γενικά η οικογενειακή αυτοεκτίμηση των εφήβων του δείγματος βρίσκεται σε μέσα επίπεδα. Δείχνουν μια επαμφοτερίζουσα στάση που περικλείει πολλές αντιφάσεις. Από τη μια η σιγουριά, η ενίσχυση και η στήριξη και από την άλλη η αναδυόμενη αμφισβήτηση, η πίεση των προσδοκιών και το κενό αλληλοκατανόησης. Τα κορίτσια αυτής της ηλικίας εμφανίζονται να βιώνουν εντονότερα – και ίσως όχι αδικαιολόγητα- από τα αγόρια αυτές τις αντιθέσεις.

Η επίδοση της κοινωνικής αυτοεκτίμησης των παιδιών της έρευνας εμφανίζεται στην προτελευταία θέση με 32,9 και δείχνει να εσωκλείει έντονες αντιθέσεις.
Οι έφηβοι των 12 – 14 ετών χαρακτηρίζουν τον εαυτό τους ντροπαλό (10/15), ενώ το ίδιο αυτοχαρακτηρίζονται και τα κορίτσια (11/15) σε μερική αντίθεση με τα αγόρια που υιοθετούν το χαρακτηρισμό λιγότερο(7/15). Τα πρότυπα άλλωστε, που επικρατούν αλλά και ενισχύονται από το κοινωνικό περιβάλλον, συνηγορούν σε επιδόσεις μικρότερες από την παραπάνω.
Διακατέχονται σχεδόν όλοι, από μια έντονη επιθυμία για αναγνώριση και πιστεύουν (24/30) ότι είναι συμπαθητικοί. Ιδιαίτερα τα αγόρια (14/15), αλλά και τα κορίτσια (10/15), ανεξαρτήτου ηλικίας αισθάνονται αυτήν την ανάγκη.
Αισθάνονται ωραία όταν βρίσκονται στο επίκεντρο της παρέας τους (27/30) και θεωρούν ότι διαθέτουν ενδιαφέρουσα προσωπικότητα (18/30) οι μεγαλύτεροι από αυτούς και ιδιαίτερα τα αγόρια (11/15). Το εντυπωσιακό στοιχείο εντοπίζεται, στο ότι ταυτόχρονα ένα αξιόλογο κομμάτι, (11/30), πιστεύει ότι ο πραγματικός του εαυτός – όταν αποκαλύπτεται από τον ίδιο – προκαλεί αντιπάθειες, με σαφείς αρνητικές απαντήσεις μόνο των 15 από τους 30.
Διαφυλικές διαφορές δεν εντοπίζονται και οι μικρότερες ηλικίες του δείγματος εμφανίζονται να καλύπτουν το μέγιστο μέρος της παραπάνω αναλογίας (9/15).
Αναγνωρίζουν σχεδόν όλοι με σαφήνεια (24/30), ότι επηρεάζονται από το τι λένε και το τι σκέφτονται οι άλλοι γι’ αυτούς και ιδιαίτερα τα κορίτσια (13/15). Χαρακτηριστικό της σαφήνειας των απαντήσεων, είναι το ότι μόνο 1 από τους 30 απάντησε με την επιλογή «διαφωνώ».Εμφανίζονται, επίσης, διχοτομημένες οι απαντήσεις όσον αφορά την υποχωτητικότητα έστω κι αν έτσι θα μπορούσαν να αποφύγουν κάποιες συγκρούσεις. Εδώ παρουσιάζονται περισσότερο ώριμες οι μεγαλύτερες ηλικίες (10/15), χωρίς να συναντάμε διαφυλικές διαφορές.
Στο σύνολό τους, παρουσιάζονται περισσότερο δύσπιστοι στους άγνωστους (21/30) και αποφεύγουν επαφές με άτομα που δεν γνωρίζουν. Παρ’ όλα αυτά περίπου οι μισοί (7/15) νέους 15 –17 ετών πιστεύουν πως μιλούν εύκολα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν. Η τάση για περισσότερη και ποιοτικότερη επικοινωνία σ’ αυτήν την ηλικία, δείχνει να υπερπηδά το εμπόδιο της ανασφάλειας.
Σημαντική πηγή ώθησης αποτελεί και το δικαίωμα στο λάθος, που πηγάζει από βιωμένα αισθήματα ασφάλειας και αποτελεί πίστη τους το ότι στο λάθος τους δεν διακυβεύεται ο σεβασμός και η αγάπη των άλλων (22/30).

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας και με αφετηρία τις σωματικές αλλαγές, η ανάπτυξη της αυτοαντίληψης και οι μεταβολές της αυτοεκτίμησης περνούν από πολλά στάδια αναδόμησης. Αργότερα ( προς το τέλος της εφηβείας) θα έχουν ήδη διαμορφώσει μια νέα σταθερότερη αίσθηση της αξίας και του εαυτού τους.
Ο τομέας της εξωτερικής εμφάνισης είναι ο πρώτος – χρονικά – που θα υποστεί τις πολλές και δραματικές αλλαγές. Ο τρόπος που θα βιώσουν τις αλλαγές αυτές οι έφηβοι, ιδίως στο πρώτο στάδιο, προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό και το βαθμό και την ποιότητα της αυτοεκτίμησης. Σημαντικότατος, γι’ αυτούς, είναι, όχι μόνο πώς βιώνουν τις αλλαγές του σώματός τους, αλλά κυρίως πώς νομίζουν ότι οι «γενικευμένοι άλλοι» αποδέχονται τις αλλαγές αυτές. Ο «καθρεφτιζόμενος εαυτός» του Cooley, εδώ, είναι ρεαλιστικός και δεν δείχνει παθητικότητα, παρά μόνο επιφανειακά και στατικά ερευνόμενος, αλλά υποθάλπει μια κρυφή «ηφαιστειακή δραστηριότητα». Σημάδια της δραστηριότητας αυτής εμφαίνονται με τις υπό έρευνα σωματικές μεταβολές στην εμφάνιση.
Η συνολική επίδοση του δείγματος είναι 31,7 και αποτελεί τη χαμηλότερη επίδοση όλων των εξεταζόμενων τομέων αυτοεκτίμησης, ευρισκόμενη σε αντιστοιχία με την αυτοεκτίμηση των ενηλίκων στον ίδιο τομέα (34,18).
Στο δείγμα της έρευνας και κυριότερα στις μικρές ηλικίες (19/30) δείχνει να επικρατεί η επιθυμία να αλλάξουν πολλά στην εξωτερική τους εμφάνιση. Παρ’ όλα αυτά στο ερώτημα, αν πιστεύουν ότι οι άλλοι τους βρίσκουν ελκυστικούς το μεγαλύτερο μέρος (20/30) δείχνει να έχει σχηματίσει θετική άποψη, ανεξάρτητα από τις μεταβλητές της έρευνας. Επιπλέον οι 23 στους 30 πιστεύουν (κορίτσια 13/15) ότι η εμφάνισή τους δεν επηρεάζει αρνητικά την επιτυχία μιας δραστηριότητάς τους. Εντύπωση ίσως δεν προκαλεί η επίδοση του 23 αλλά οι υπόλοιποι 7/30 που αντιστοιχούν στο ένα τέταρτο του δείγματος! Ο ίδιος αριθμός (7/30) εμφανίζεται να πιστεύει ότι και η πρώτη εντύπωση που δίνει στους άλλους είναι αρνητική.
Μόνο οι 3 στους 30 πιστεύουν σαφέστατα ότι η επιτυχία εξαρτάται από την εξωτερική εμφάνιση, ενώ οι 20 στους 30, και κυρίως τα κορίτσια (13/15), παίρνουν απόλυτα ή σχεδόν απόλυτα αρνητική θέση, δίνοντας έτσι έμφαση στον εσωτερικό κόσμο που διαφοροποιείται και αποκτά ταυτότητα.
Παρ’ όλα αυτά εμφανίζονται, για μια ακόμη φορά, με μοιρασμένες επιλογές στο αν τους επηρεάζει ψυχολογικά η γνώμη των άλλων για την εξωτερική τους εμφάνιση (16 – 14).
Η άποψη που εξέφρασε ο James, ότι η αντίληψη του εαυτού είναι κοινωνικά προσδιορισμένη, επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά και μέσα από τις επιλογές των παιδιών. Οι 23 στους 30 εμφανίζονται να προσέχουν πολύ την εμφάνισή τους, προκειμένου να αποφύγουν τα σχόλια των γύρω τους και από τους υπόλοιπους μόνο 3 παίρνουν σαφώς αδιάφορη θέση. Οι δυο τελευταίες παρατηρήσεις δείχνουν ότι υπάρχει ένας αριθμός εφήβων που, ενώ δηλώνει ότι η γνώμη και τα σχόλια των άλλων για την εμφάνισή του δεν τον επηρεάζει ψυχολογικά και φαίνεται να στέκεται αδιάφορα απέναντί τους, ωστόσο εμφανίζεται να τα υπολογίζει πολύ και να προσπαθεί να τα αποφεύγει. Παράλληλα, αν ωστόσο σχολιαστούν αρνητικά, οι 17 στους 30 δηλώνουν ότι αυτό θα τους απογοήτευε εύκολα.
Η θέση τους απέναντι στη μόδα, επίσης δεν εμφανίζεται ξεκαθαρισμένη και παρουσιάζονται μοιρασμένοι 15 – 15 στο αν ακολουθούν ή όχι τις επιλογές της. Διαφυλικές ή ηλικιακές διαφορές στις επιδόσεις τους δεν παρατηρήθηκαν στην παρούσα έρευνα, παρ’ ότι έχουν εντοπιστεί και αιτιολογηθεί επαρκώς ως μεταβλητές σε άλλες μετρήσεις.

Αναζητώντας την νέα τους ταυτότητα με σκοπό την ένταξή τους σε ευρύτερα κοινωνικά σύνολα και συνειδητοποιώντας την ύπαρξη ενός εαυτού με περισσότερα αφηρημένα στοιχεία, οι έφηβοι αναδομούν συνεχώς την προσωπικότητά τους.
Η νοητική τους εξέλιξη, μέσα από τις εμπειρίες που τώρα τις αντιλαμβάνονται διαφορετικά, τους επιτρέπει μεγαλύτερη πολλαπλότητα επιλογών, προβλεψιμότητα στις διερευνήσεις τους, εξατομίκευση της σκέψης τους, ευαισθησία.
Ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για τον εαυτό τους ,ως δυναμικά εξελισσόμενο υποκείμενο παρατήρησης, και η αυτοεκτίμησή τους εμφανίζεται να ακολουθεί αυτή τη δυναμική. Άλλωστε στην περίοδο της εφηβείας, σύμφωνα με τον Erikson (1968), ολοκληρώνεται και η διαμόρφωση του ίδιου τους του εαυτού.
Με βάση τα προλεγόμενα η ενδοπροσωπική αυτοεκτίμηση κατέχει, ίσως, την πιο σημαντική θέση. Σημαντική, όχι μόνο από την άποψη της εσωτερικής αλληλεπίδρασης των τομέων μεταξύ τους, αλλά κυρίως γιατί ο ίδιος την βιώνει ως πιο σημαντική. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το συγκεκριμένο είδος αυτοεκτίμησης βρίσκεται και στην πρώτη θέση με επίδοση 36,03 και με μικρή διαφορά από αυτήν των ενηλίκων (-1,89).
Έτσι αρχίζουμε να συναντούμε απόψεις πολύ πιο ξεκάθαρα τοποθετημένες και με αποφασιστικότητα διατυπωμένες, όπως ήδη έχει διαπιστωθεί και θα αναλυθεί παρακάτω.
Οι έφηβοι, λοιπόν, με κανένα τρόπο δεν θα θεωρούσαν τον εαυτό τους αποτυχημένο και στη συντριπτική τους πλειοψηφία, (28/30), απορρίπτουν τη θέση αυτή. Ιδιαίτερα ενδεικτικές οι 16 απόλυτες επιλογές τους. Οι 2 θετικές γνώμες, αφορούν κορίτσια πρώτης εφηβικής ηλικίας. Η θέση τους αυτή, εκφρασμένη συνολικά, φαίνεται να αντιτίθεται με την διχοτομημένη εκτίμησή τους (14 –16) ότι, παρά τις προσπάθειές τους νιώθουν ότι δεν τα καταφέρνουν τόσο καλά όσο οι άλλοι. Ίσως οι παραπάνω διαφορές να οφείλονται στο χαρακτηρισμό «αποτυχημένος», χαρακτηρισμό ιδιαίτερα «βαρύ» για οποιονδήποτε να τον αποδεχτεί για τον εαυτό του. Πιθανώς η παραπάνω διαφορά να οφείλεται και στο ότι στη δεύτερη εκτίμηση ενυπάρχει και κάποια σύγκριση με τρίτους γεγονός που φαίνεται ότι ίσως αλλάζει τα δεδομένα των απαντήσεων.
Ό,τι όμως έχουν καταφέρει, δηλώνουν, το έχουν επιλέξει τελικά οι ίδιοι (25/30). Η οικογένεια όμως πιο πάνω, έχει παρουσιαστεί από 15 στους 30 ότι πιέζει υπερβολικά ή «εν μέρει» στο να κάνουν πράγματα εξαναγκαστικά και χωρίς την συναίνεσή τους.
Η διαφορά που εντοπίζεται ίσως αποτυπώνει τις έντονες συγκρούσεις που αναπτύσσονται στα πλαίσια της ελληνικής οικογένειας των τελευταίων δεκαετιών, κυρίαρχο στοιχείο των οποίων είναι οι αποδόσεις και οι επιλογές των παιδιών στο σχολείο.
Οι έφηβοι της έρευνας νιώθουν ότι έχουν πολλά να πουν, αλλά φοβούνται να τα εκφράσουν. Σαφή αντίθεση στην παραπάνω θέση έφεραν μόνο 2 (αγόρια), ενώ σχεδόν το σύνολο, (28/30), τάχθηκε συμφωνώντας ή και «εν μέρει». Είναι δηλωτική θέση της παρουσίας τους και του προσδιορισμού της ταυτότητάς τους, έστω και αν νιώθουν τελικά την ανασφάλεια στην έκφραση, όχι, βεβαίως, λόγω της πρωιμότητάς τους.
Ξεκάθαρη απάντηση δίνουν και για τη γνώμη που έχουν για τον εαυτό τους. Οι 26 στους 30 δίνουν σαφείς και ξεκάθαρα θετικές γνώμες, από τις οποίες οι 22 «συμφωνώ ή συμφωνώ απόλυτα». Με τη στάση τους αυτή δείχνουν να έχουν ξεκαθαρισμένο ότι ο εαυτός τους τους αρέσει, και τον δέχονται όπως είναι, έχοντας βέβαια μια πιο συνολική του θεώρηση.
Αντίστοιχα ανεπτυγμένο και το αίσθημα της αξιοσύνης, σε ένα γενικό- συναισθηματικό προσδιορισμό. Θεωρούν τον εαυτό τους άξιο της αγάπης των άλλων (27/30), εκφράζοντας όμως αυτή τους την αίσθηση μάλον με τρόπο δισταχτικό γι’ αυτό και καταφεύγουν σε επιλογές τύπου «εν μέρει» σε αναλογία 23/30! Η έντονη αμφισβήτηση που τους διακατέχει σε αυτό το στάδιο της ζωής τους δεν αφήνει, φυσικά, ανέγγιχτο ούτε και τον ίδιο τους τον εαυτό.
Η μοναξιά είναι ένα συναίσθημα που στην προκειμένη έρευνα δεν εμφανίζεται στη πλειονότητα των αγοριών (14/15), σε αντίθεση με τα κορίτσια που σε αναλογία 8/15 νιώθουν να δοκιμάζουν τη γεύση του.
Θεωρούν τον εαυτό τους «καλό» στο να παίρνουν αποφάσεις (22/30), έστω κι αν συχνά το μετανιώνουν (26/30). Η συγκεκριμένη τοποθέτηση, δείχνει ότι ίσως να έρχεται και αυτή, σε αντίθεση με τη θέση τους ότι χρειάζονται την έγκριση της οικογένειάς τους (20/30) και δεν νιώθουν σίγουροι για τις αποφάσεις τους. Ίσως όμως μια τέτοια τοποθέτηση να ήταν ένας αυθαίρετος συμπερασμός κάποιου ενήλικα. Γιατί όμως, ένας έφηβος να συνδέει άμεσα την απόφασή του με την αποτελεσματικότητά της και μάλιστα τη στιγμή που δηλώνει ότι δεν μετανιώνει συχνά για τις αποφάσεις του (26/30);
Στην άποψή τους αυτή εμμένουν και τα δυο φύλα, σε όλες τις εδώ υπό έρευνα ηλικίες. Η σιγουριά της οικογένειας θα έπρεπε ταυτόχρονα να αποκλείει και τους όποιους πειραματισμούς από μέρους τους; Ίσως το δικαίωμα στη σιγουριά και στο λάθος να εκφράζεται εδώ παραστατικά.

Κάποιες παράπλευρες διαπιστώσεις
Στο σύνολο του δείγματος της έρευνας παρατηρήθηκαν και κάποιες γενικές τάσεις στο είδος των τοποθετήσεων που επιλέχθηκαν. Αναλυτικά:
Οι απαντήσεις «Συμφωνώ απόλυτα» ή «Διαφωνώ απόλυτα», συγκέντρωσαν το 31,8% των προτιμήσεων των εφήβων.
Οι απαντήσεις «Συμφωνώ» ή «Διαφωνώ», συγκέντρωσαν το 36,7% και οι απαντήσεις «Συμφωνώ εν μέρει», «Διαφωνώ εν μέρει» το 31,5%.
Πιο συγκεκριμένα, τα αγόρια στους περισσότερους τομείς, 4 στους 5, προτίμησαν να τοποθετηθούν πιο συχνά με απόλυτες επιλογές ( «Διαφωνώ απόλυτα», «Συμφωνώ απόλυτα»). Έδωσαν απόλυτες επιλογές σε συχνότητα 37% των απαντήσεών τους. «Συμφωνώ» ή «Διαφωνώ» σε συχνότητα 33,3% και «Συμφωνώ εν μέρει» ή «Διαφωνώ εν μέρει» σε συχνότητα 29,5%.
Αντίθετες ήταν οι επιλογές των κοριτσιών, που προτίμησαν σε ποσοστό 40% τις τοποθετήσεις «Συμφωνώ» ή «Διαφωνώ». Δεύτερες στις προτιμήσεις τους ήταν οι επιλογές «Συμφωνώ εν μέρει» ή «Διαφωνώ εν μέρει», με 33,5% και τελευταίες οι «απόλυτες» επιλογές με 26,5%.
Οι μικρότερες ηλικίες κυμάνθηκαν σε μεγάλη αντιστοιχία με τις παραπάνω προτιμήσεις των αγοριών και οι μεγαλύτερες με των κοριτσιών. Σ’ αυτήν την διαπίστωση επηρεάζει σαφώς και η μη ισόποση κατανομή του δείγματος, όσο αφορά την μεταξύ τους συσχέτιση των δυο μεταβλητών που εξετάζονται στην παρούσα. Από αυτή τη σκοπιά η συγκεκριμένη έρευνα και ως προς τη συγκεκριμένη διαπίστωση, μπορεί, ως ένα βαθμό, να ελεγχθεί.
Συμπερασματικά τα αγόρια στάθηκαν περισσότερο σε απόλυτες θέσεις και λιγότερο σε ενδιάμεσες διαβαθμίσεις, σε αντίθεση με τα κορίτσια που προτίμησαν σαφείς ή ενδιάμεσες στάσεις και λιγότερο τις απόλυτες τοποθετήσεις.



ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ / ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Μια πρώτη εικόνα που διαμορφώθηκε με την ανάλυση των δεδομένων της έρευνας περιέχει τα παρακάτω συστατικά στοιχεία.
Οι έφηβοι, αγόρια και κορίτσια, δεν αποτελούν ομοιογενή ομάδα όσο αφορά την αυτοεκτίμηση. Οι διαφορές στην αυτοεκτίμηση επηρεάζονται τόσο από την ηλικία, όσο και από το φύλο του εφήβου.
Στα αγόρια η αυτοεκτίμηση παρουσιάζεται αυξημένη στην πρώτη περίοδο της εφηβείας, σε αντίθεση με τα κορίτσια της ίδιας περιόδου. Με την αύξηση της ηλικίας η αυτοεκτίμηση δείχνει να τροποποιείται κι αυτή αυξητικά. Κύριο χαρακτηριστικό των επιλογών αποτελεί ο διαφαινόμενος πλουραλισμός των κοριτσιών και ο παράλληλος προσανατολισμός των αγοριών. Τα δυο φύλα δείχνουν περισσότερο διαφορές στην υφή των επιλογών και οι δυο ηλικιακές ομάδες σαφείς διαφορές στην έντασή τους. Κοινός ρυθμιστής του μεγέθους της αυτοεκτίμησης των εφήβων φαίνεται να είναι τα κοινωνικά στερεότυπα και οι ρόλοι. Τροφοδότης της φαίνεται να είναι η οικογένεια, είτε θετικά είτε αρνητικά και φορέας της, φυσικά, ο ίδιος ο έφηβος. Τα τέσσερα συμπεράσματα, που εξάγονται από τα δεδομένα και αιτιολογούνται παρακάτω, διαπιστώθηκε ότι εμπεριέχονταν στο μεγαλύτερο μέρος των δεδομένων που συγκεντρώθηκαν, γι’ αυτό και θεωρήθηκαν κύρια και αναλύθηκαν εκτενέστερα.


Η αυτοεκτίμηση των εφήβων δείχνει να είναι συνολικά χαμηλότερη από αυτή των ενηλίκων.
Στο σχήμα 11 και τον πίνακα 2 α της παρούσης εμφανίζονται, συγκριτικά, οι επιδόσεις ενηλίκων και εφήβων, να συμπλέουν, με τις επιδόσεις των εφήβων να βρίσκονται σταθερά χαμηλότερα κατά 0,8 έως 3 βαθμούς σε κάθε τομέα αυτοεκτίμησης. Οι παράλληλες πορείες των διαγραμμάτων αυτών δημιουργούν την αίσθηση και την πεποίθηση, ότι η παρούσα έρευνα έρχεται να επιβεβαιώσει αυτά τα δεδομένα, επεκτείνοντάς τα, στο μέγεθος που της αναλογεί, και στις υπό έρευνα ηλικίες.
Η κατά 10,16 βαθμούς χαμηλότερη επίδοση των εφήβων, μπορεί να βρίσκεται μέσα στα όρια της τυπικής απόκλισης, όμως δεν συνιστά μη υπολογίσιμη τη διαφορά. Ένα γενικευμένο συμπέρασμα, σε σχέση με την αυτοεκτίμηση των εφήβων, θα ήταν πιθανώς αυθαίρετο και παρακινδυνευμένο, όμως δεν παύουν τα δεδομένα που προκύπτουν να διαθέτουν αρκετά «παράπλευρα» στηρίγματα.
Στην έρευνα 1454 προεφήβων που παρουσιάζει η Θ. Δραγώνα με τίτλο: « Η αντίληψη του εαυτού και οι διαφορές των φύλων», αναφέρει συμπερασματικά ότι : «Από τις τρεις εκόνες του εαυτού, εκείνη που φαίνεται να αντανακλά τη μεγαλύτερη σύγχυση ταυτότητας είναι αυτή των παιδιών από το χώρο με τις ταχύτερες αλλαγές. Ο ρυθμός της κοινωνικής αλλαγής κάνει την προσαρμογή των προεφήβων και των οικογενειών τους ιδιαίτερα δύσκολη…..Οι έντονες αντιθέσεις στην αντίληψη των κοινωνικών ρόλων συχνά συνοδεύονται από διαταραχές στις διαπροσωπικές και, κατ’ επέκταση στο ενδοπροσωπικό επίπεδο.( Βασιλείου και Δραγώνα 1988)».
Αν από την προεφηβεία εντοπίζονται τέτοια στοιχεία έντονων αντιθέσεων στην αντίληψη του εαυτού, τότε είναι δυνατό, και αναμενόμενο ίσως επακόλουθο, να εντοπιστούν ακόμα πιο δραματικά και στους εφήβους : « Οι έρευνες δείχνουν ότι στους εφήβους, συγκριτικά με τις μικρότερες ηλικίες, υπάρχει μια σημαντικά χαμηλότερη αυτοαντίληψη ως προς την ακαδημαική ικανότητα και ως προς τις σχέσεις με την οικογένεια. Οι άλλες πτυχές της αυτοαντίληψης (σχέσεις με τους φίλους/ ομηλίκους, εμπιστοσύνη στον εαυτό και σωματικός εαυτός) δεν παρουσιάζουν αλλαγές…..υπάρχει ο κίνδυνος να διαμορφώσει το άτομο μια αρνητική αυτοαντίληψη ( Bronfenbrenner, 1975)» ( Α. Λεονταρή ).

Ας μην ξεχνάμε ότι η αυτοεκτίμηση δεν παύει να είναι ένα συναίσθημα που νιώθουμε ότι αυτό που κάνουμε ταιριάζει με την ηθική εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Η εκτίμηση του εαυτού μας πηγάζει από την εικόνα του εαυτού μας και αυτή η εικόνα από το πώς τον αντιλαμβανόμαστε. Πώς, όμως αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τη χρονική περίοδο που ολοκληρώνουμε τη δόμηση της ίδιας μας της ταυτότητας; Είναι σαφές ότι η αυτοεκτίμηση στους εφήβους δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ένα σχετικά σταθερό και αμετάβλητο ατομικό μέγεθος.
Επίσης είναι σαφές ότι σε περιοχές με ταχύτατα παραμορφωτικές αλλαγές όπως είναι η Ρόδος, η σύγχυση των ρόλων, η κατάρρευση των παραδοσιακών στερεοτύπων και κυρίως οι πολλοί και αντιφατικοί «Σημαντικοί Άλλοι» (Rosenberg, 1979) που επιδρούν ως πρότυπα στο νησί, είναι μερικοί από τους σημαντικότερους λόγους ώστε να θεωρούμε ότι η παραπάνω διαπίστωση μπορεί να έχει πραγματική βάση. Φυσικά η αυτοεκτίμηση δεν είναι ένα μέγεθος αντικειμενικά και διαχρονικά συγκρίσιμο όπως οι ικανότητες, σε σχέση με κάτι συγκεκριμένο, αλλά προσηματικά και ποσοτικά προσδιοριστέο στο συγκεκριμένο τόπο, χρόνο, φύλο, ηλικία, επάγγελμα και κοινωνικό περιβάλλον, δηλαδή προσδιοριστέο στις υπερδομές του κοινωνικού συστήματος που κυριαρχεί.

Τα αγόρια εμφανίζονται να έχουν μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση από τα κορίτσια, ιδίως κατά την πρώτη περίοδο της εφηβείας.
Στο σχήμα 1, που παρατέθηκε πιο πάνω, εμφανίζεται χαρακτηριστικά μια σημαντική διαφορά στο επίπεδο αυτοεκτίμησης των δυο φύλων. Οι διαφορές που προκύπτουν είναι στατιστικά αρκετά «ξεκάθαρες» για να προσανατολίσουν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Από όλους τους δυνατούς συγκριτικούς συνδυασμούς ( 5 Χ 3 = 15) που είναι δυνατό να γίνουν , σε κάθε τομέα αυτοαντίληψης, τα αγόρια των 12 – 14 ετών εμφανίζονται να διαθέτουν σημαντικά μεγαλύτερη επίδοση αυτοεκτίμησης από τα κορίτσια, εκτός από μία οριακή περίπτωση αρνητικής διαφοράς.
Τα ερευνητικά δεδομένα στο χώρο αυτό δεν είναι πολλά. Όμως από τα λιγοστά δεδομένα που έχουμε μπορούμε να πιθανολογούμε ότι μια τέτοια τοποθέτηση δεν θα μπορούσε να ήταν εντελώς αυθαίρετη.
Είναι πρώιμο για να θεωρήσουμε ότι τα δεδομένα μικρών σε έκταση δείγματος ερευνών μπορούν να γενικευθούν σε θέσεις με ισχυρή παρουσία, όμως έρευνες και ευρήματα σχετικές με την αυτοαντίληψη στις ίδιες ηλικιακές κατηγορίες μέχρι στιγμής αναφέρουν ότι τα ανδρικά χαρακτηριστικά που αποτελούν παραδοσιακά στερεότυπα, όπως π.χ. η δράση, η κυριαρχικότητα, κ.ά. γίνονται συνήθως δεκτά και αξιολογούνται θετικά. Ιδίως στις δυτικές κοινωνίες αξιολογούνται πολύ θετικότερα από τα αντίστοιχα παραδοσιακά στερεότυπα των γυναικών, όπως η υπομονή, η τρυφερότητα, η εξάρτηση, η ευαισθησία, η στοργή.
Τα αγόρια, έχοντας μια πιο σαφή και απόλυτη τοποθέτηση απέναντι στις θέσεις – προτάσεις της έρευνας, εμφανίζονται να διαθέτουν θετικότερη εκτίμηση για τον εαυτό τους. Οι κοινωνικοί ρόλοι τους οποίους προετοιμάζονται να βιώσουν αντανακλούνται στις απαντήσεις τους με περισσότερη σιγουριά, απόλυτες επιλογές χωρίς ενδιάμεσες διαβαθμίσεις. Αντιλαμβάνονται την οικογένειά τους να τους καταλαβαίνει καλύτερα από τα κορίτσια (13 /15), τους δίνει τη σημασία που θέλουν (12/ 15), πιστεύει ότι έχει τη συμπάθεια των άλλων (14/15) και την αποδοχή της προσωπικότητάς του (11/15), δε νιώθει μοναξιά (14/15) και τέλος του αρέσει ο εαυτός του και τον δέχεται όπως είναι (15/15)! Αισθάνεται ανετότερα σε μια κοινωνία που τον προετοιμάζει για ισχυρούς και επιτελικούς ρόλους, χωρίς να εξετάζεται ή να αμφισβητείται γι’ αυτό. Απολαμβάνει προνόμια αυτονομίας από την οικογένειά του και σε σχέση με το άλλο φύλο.

Από τη στιγμή του –χωρίς προβλήματα - αποχωρισμού από τη μητέρα και την ενίσχυση των ορίων του από αυτή, έχει ήδη δημιουργήσει τη βάση της ανδρικής του ταυτότητας. Το ανδρικό πρότυπο που κυριαρχεί στην κοινωνία εδραιώνεται και αφομοιώνεται προοπτικά. Η υψηλή αυτοεκτίμησή του είναι συνεπώς κοινωνικά ενισχυτέα.
Ένα σύνηθες εύρημα των ερευνών είναι ότι οι γυναίκες έχουν λιγότερο θετική αυτοαντίληψη από τους άνδρες (Broverman et al, 1972). Αυτές οι διαφορές εμφανίζονται προς το τέλος της μέσης παιδικής ηλικίας και κλιμακώνονται στην εφηβεία. (Α. Λεονταρή, Αυτοαντίληψη σ. 151).
Εάν υπάρχουν στο χώρο της αυτοαντίληψης, που ως σημαντικός μηχανισμός φιλτραρίσματος επηρεάζει άμεσα τον τρόπο της συμπεριφοράς του ατόμου, τέτοιου προσανατολισμού τοποθετήσεις, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι διαπιστώσεις σαν την προαναφερόμενη έχουν αντιστοίχιση και στο χώρο της αυτοεκτίμησης.
Η θετική αυτοαντίληψη μπορεί να έχει ως παράγωγο και ένα θετικό συναίσθημα της ηθικής αξίας του εαυτού και ομοίως η αρνητική αυτοαντίληψη να παράγει αντίστοιχα χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αυτό όμως μπορεί να ισχύσει και αντίστροφα.
Αν θυμηθούμε τις περιπτώσεις της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, ένα εξαιρετικό παράδειγμα της φύσης της επικοινωνίας, και τη σχετική μελέτη του Rosenthal (σε δασκάλους και μαθητές), μπορούμε τότε να δεχθούμε ότι ένα σετ πεποιθήσεων μπορεί να τροφοδοτήσει ένα άλλο σετ πεποιθήσεων και να παράγει το αντίστροφο και ανεπιθύμητο αποτέλεσμα.
Γιατί θα έπρεπε, άραγε, τα κοινωνικά στερεότυπα που αφορούν τους / τις εφήβους να παράγουν άλλου είδους αποτελέσματα; Πώς θα έπρεπε να διαμορφωθεί το αυτοσυναίσθημα και κατ’ επίδραση η αυτοεκτίμηση ενός κοριτσιού π.χ. 14ων ετών, όταν ζητούν να είναι υπάκουη σαν κόρη, συστηματική σαν μαθήτρια, συνεσταλμένη «δεσποινίδα» στη γειτονιά, ευαίσθητη και εξαρτημένη στις σχέσεις της με το άλλο φύλο, και ταυτόχρονα της ζητούμε να αναπτύσσει πρωτοβουλίες στο σχολείο, να διεκδικεί, να αναπτύσσει τη φαντασία της, να εκφράζει τη γνώμη της ελεύθερα, να μάθει να συνεργάζεται σε ισότιμη βάση στις δραστηριότητές της ως μελλοντική επαγγελματίας;
Πώς, δηλαδή, θα έπρεπε να διαμορφωθεί το μέγεθος της κοινωνικής του αυτοεκτίμησης, όταν νιώθει ότι έχει πολλά να πει και φοβάται να τα εκφράσει; Τα κορίτσια 12 –16 έχουν Μ.Ο.=2,1 σ’ αυτόν τον τομέα και στο σύνολο του δείγματος Μ.Ο.= 2,5 με κατώτατη δυνατή επίδοση το 1 και ανώτατη δυνατή το 6.
Ο Cooley (1902) υποστήριξε πως η αυτοαντίληψη διαμορφώνεται μέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις. Ο Mead(1934) υποστήριξε πως η κοινωνικοποίηση του ατόμου περνά μέσα από την αφομοίωση και εσωτερίκευση του συστήματος πεποιθήσεων και ιδεών, των στάσεων και των κοινωνικά προκαθορισμένων ρόλων, που εκφράζονται, όχι γενικά και απροσδιόριστα από κάποιους, αλλά κυρίως από ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Ομοίως και η αυτοεκτίμησή μας εξαρτάται και από το πόσο συνεπείς είμαστε ή μπορούμε να είμαστε και απέναντι στον εαυτό μας, απέναντι στους άλλους, αλλά και από το πόσο μας εκτιμούν αυτοί οι άλλοι.
Τελικά, αν πάψουμε να συγχέουμε τα όρια της αυτοπεποίθησης, την σχηματισμένη δηλαδή εικόνα των ικανοτήτων μας με τα όρια της αυτοεκτίμησης, που ορίζεται ως η εσωτερική μας εικόνα της ηθικής μας αξίας, θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι κοινωνικά διαφορετικοί, σε ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, ρόλοι και στερεότυπα μπορεί να παράγουν και διαφορετικές «αισθήσεις ηθικών αξιών» σε άτομα διαφορετικού φύλου, ιδίως στις κρίσιμες εφηβικές ηλικίες.

Οι τομείς της αυτοεκτίμησης που έχουν να «κάνουν» περισσότερο με σύνολα μικρότερα, σταθερά και περισσότερο ελεγχόμενα όπως ο εαυτός (ενδοπροσωπική), η οικογένεια (οικογενειακή) και το σχολείο (σχολική – εργασιακή), παρουσιάζουν μεγαλύτερες επιδόσεις σε σχέση με τομείς που έχουν να «κάνουν» με ευρύτερα, ελάχιστα ελεγχόμενα και ασταθή σύνολα (κοινωνική και εξωτερικής εμφάνιση).
Η παραπάνω διαπίστωση έρχεται να επιβεβαιώσει τα δεδομένα του δείγματος στάθμισης της Κλίμακας. Ο «Γενικευμένος Άλλος» του Mead φαίνεται να επιδρά λιγότερο θετικά από τους «Σημαντικούς άλλους» του Rosenberg στη διαμόρφωση της αντίληψης αλλά και της εκτίμησης των ατόμων για τον εαυτό τους.
Το στενό οικογενειακό περιβάλλον, το αρκετά γνωστό σχολικό και σίγουρα ο εαυτός τους δίνουν περισσότερες ευκαιρίες επιβεβαίωσης, ταύτισης, επανεξέτασης και επαναξιολόγησης στάσεων, συμμόρφωσης από την κοινωνία και τις νεολαιίστικες παρέες και σχέσεις. Γι’ αυτό τα ηθικά διλήμματα και οι προσωπικές φιλοδοξίες, παρ’ ότι μπαίνουν εντονότερα στους πρώτους τομείς που αναφέρθηκαν, έχουν περισσότερες δυνατότητες να εξελιχθούν θετικά για τον έφηβο.


Η ίδια η οικογένεια μπορεί να επιδράσει πολύ υποστηρικτικά στην αυτοεκτίμηση των μελών της και έχει τους λόγους να το κάνει. Στους τομείς που η αυτοεκτίμηση φιλτράρεται από περισσότερο άκαμπτους κανόνες, το άγχος και η αβεβαιότητα της ποιότητας των ενεργειών του εφήβου μεγαλώνει. Άλλωστε είναι ένας χώρος στον οποίο δρα ταυτόχρονα και σαν οντότητα αλλά και σαν μάζα. Η διπλή αυτή ιδιότητα διαθέτει και κριτήρια διαφορετικά στα οποία πολλές φορές υπάρχει σύγχυση. Η κοινωνία (με τη συμμετοχή του ιδίου του εφήβου ως μέρος της) κρίνει σκληρά το άτομο. Είναι λοιπόν δυνατό ο έφηβος να αυτοεκτιμάται χρησιμοποιώντας ο ίδιος στον εαυτό του αυτά τα άκαμπτα κριτήρια.
Ο W. James, προσδιόρισε την αυτοεκτίμηση, ως το εξαγόμενο πηλίκο ενός λόγου, του οποίου ο αριθμητής εμπεριέχει το σύνολο των επιτυχιών του ατόμου στο συγκεκριμένο τομέα και ο παρονομαστής το σύνολο των προσδοκιών του. Αν δεχθούμε την παραπάνω «μαθηματική» προσέγγισή του μπορούμε να αιτιολογήσουμε ευκολότερα το εξαγόμενο συμπέρασμα που εξετάζουμε.
Στους τομείς που οι έφηβοι παρουσιάζουν μεγαλύτερες επιδόσεις (ενδοπροσωπικός, σχολικός και οικογενειακός), ο αριθμητής του κλάσματος, δηλαδή οι επιτυχίες του εφήβου, έχει αυξημένες δυνατότητες να είναι μεγαλύτερος. Οι ευκαιρίες επιτυχίας που συχνά δίδονται από τον εαυτό, το σχολείο και την οικογένεια είναι σαφώς περισσότερες από τις ευκαιρίες στην ανταγωνιστική σύγχρονη κοινωνία.
Από την άλλη οι προσδοκίες που υπάρχουν(παρονομαστής) από τον ίδιο τον εαυτό, την οικογένεια και το σχολείο σπάνια ξεπερνούν το επίπεδο των προσδοκιών της κοινωνίας. Υπάρχει η εντύπωση, που αποτυπώνεται και στην παρουσίαση των δεδομένων της έρευνας που προηγήθηκε, ότι η νεοελληνική οικογένεια βάζοντας στη σχολική επιτυχία των παιδιών της πολύ υψηλές προσδοκίες, «υπερβαίνει τα εσκαμμένα».
Δεν είναι λανθασμένη διαπίστωση ότι: «Συχνά υπογραμμίζεται ο «διαστρεβλωτικός και ουτοπικός χαρακτήρας» που έχει για τους Έλληνες η επίδοση – σχολική ή άλλη – των παιδιών τους. Η προεξόφληση της επιτυχίας των παιδιών είναι τόσο φυσική και είναι τόσο μεγάλη η σημασία που της αποδίδεται, ώστε οι απογοητευμένοι γονείς να θεωρούν την αποτυχία σαν μια «φοβερή προδοσία» παρά μια συνάρτηση των πραγματικών δυνατοτήτων του παιδιού τους ( Βασιλείου 1966)» (Θ. Δραγώνα: «Η αντίληψη του εαυτού και οι διαφορές των φύλων»).

Κατά πόσο όμως αυτές οι υπερβολικές απαιτήσεις της οικογένειας ξεπερνούν τις απαιτήσεις της κοινωνίας; Οι σύγχρονες ανταγωνιστικές κοινωνικές δομές αντανακλούν όλη τους τη βιαιότητα στα υποσυστήματά τους, ένα από τα οποία είναι και η οικογένεια. Η κοινωνία είναι που δημιουργεί τις απάνθρωπες απαιτήσεις για τους νέους και η οικογένεια αυτή που «τρέχει» για να ανταποκριθεί άμεσα σ’ αυτές, ξεπερνώντας ελάχιστες μόνο φορές την κοινωνία. Το «ελάχιστες» δεν είναι σχηματικός προσδιορισμός, αλλά ουσία γιατί οι κοινωνικές –γνωστικές, οικονομικές - απαιτήσεις είναι αυτές που αλλάζουν αρχικά ( οι οικονομικές δομές κυριαρχούν απόλυτα στο μετασχηματισμό της). Τα δεδομένα του παρονομαστή, λοιπόν, δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν. Στη σύγκριση των κλασμάτων με κοινούς λίγο – πολύ παρονομαστές μεγαλύτερο, φυσικά, θα ήταν αυτό με τον μεγαλύτερο αριθμητή. Γι’ αυτό και οι τομείς της ενδοπροσωπικής, οικογενειακής και σχολικής αυτοεκτίμησης δικαιολογούνται να εμφανίζουν μεγαλύτερες επιδόσεις, χωρίς, βέβαια, να παραγνωρίζονται και επιμέρους εξαιρέσεις.

Τα αγόρια της εφηβείας συγκλίνουν, περισσότερο μεταξύ τους από τα κορίτσια στο πώς αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους.
Από τις τοποθετήσεις που δόθηκαν προέκυψε μια βασική διαπίστωση που αφορά γενικότερα χαρακτηριστικά των φύλων. Από τους 5 τομείς αυτοαντίληψης που εξετάζονται στην παρούσα, στους 4 οι απαντήσεις των αγοριών κυμάνθηκαν σε μικρότερο εύρος από τις απαντήσεις των κοριτσιών. Οι διαφορές του εύρους που σημειώθηκαν άγγιξαν σε 2 περιπτώσεις (κοινωνική, οικογενειακή) το διπλάσιο, ενώ και στις άλλες δυο ( ενδοπροσωπική, σχολική) η διαφορά ήταν σημαντική. Το μέσο εύρος των απαντήσεων των αγοριών φθάνει το 18,4, ενώ των κοριτσιών στο 25,4. Μόνο σε ένα τομέα (εξωτερικής εμφάνισης) τα αγόρια υστερούν οριακά (23 – 26).
Οι απαντήσεις των αγοριών του δείγματος παρουσιάζονται με πιο μεγάλη συνοχή και ομοιομορφία. Αυτό εξάγεται από το εύρος των απαντήσεών τους, συγκριτικά με το εύρος των απαντήσεων των κοριτσιών που συμμετείχαν στην έρευνα. Από τις 50 προτάσεις της κλίμακας τα αγόρια απάντησαν στις 26 σχηματίζοντας λόγο μεγαλύτερο ή ίσο του 11/15. Η μεγαλύτερη απόκλιση για τα αγόρια σημειώθηκε στον τομέα της εξωτερικής εμφάνισης και η σχεδόν απόλυτη σύγκλιση στον τομέα της ενδοπροσωπικής αυτοεκτίμησης (στις 8 από τις 9 θέσεις), όπου έχουν συγκεντρώσει και την υψηλότερη επίδοση.
Οι επιδόσεις των κοριτσιών κατά τομέα, αλλά και οι απαντήσεις χωριστά παρουσίασαν πολύ συχνά διχοτόμηση με επιλογές συχνά πολύ αντίθετες. Ακόμη συχνά υπήρξε τριχοτόμηση των επιλογών και κάλυψη όλου του φάσματος των απαντήσεων σχεδόν ισόποσα. Από τις 50 προτάσεις της κλίμακας τα κορίτσια πλησίασαν πολύ στις 20. Η μεγαλύτερη σύγκλιση παρουσιάστηκε στον τομέα της σχολικής αυτοεκτίμησης και η μικρότερη στον οικογενειακό τομέα.
Η παραπάνω διαπίστωση είναι πιθανό να περικλείει μια δυναμική αντίδρασης από τη μεριά των εφήβων κοριτσιών. Αν λειτουργούσαν σχεδόν ομοιόμορφα πάνω τους τα κοινωνικά στερεότυπα θα είχαμε και σχεδόν ομοιόμορφες τοποθετήσεις. Δεν είναι το αγόρι που θα προσπαθήσει να συγκρουστεί μ’ αυτά, είτε σε επίπεδο εαυτού είτε σε επίπεδο οικογένειας.
Αυτό προετοιμάζεται, αποδέχεται και διαδραματίζει ρόλους δυναμικούς και κυρίαρχους. Η σύγκρουση, στην προκειμένη περίπτωση έρχεται από το άλλο φύλο, που έχει ήδη μπει ισότιμα στην παραγωγική διαδικασία και εκπαιδεύεται πλέον σε ρόλους με αντίθετα χαρακτηριστικά. Η επερχόμενη σύγκρουση, πιθανώς, και να διαφοροποιεί τόσο τις τοποθετήσεις των κοριτσιών του δείγματος.

Άλλες παρατηρήσεις / προτάσεις
Άξιες παρατήρησης και παραπέρα μελέτης εκτιμώνται:
-Η τοποθέτηση των κοριτσιών (7/15), πως έχουν υπάρξει φορές που έχει σκεφτεί να εγκαταλείψει την οικογένειά της, σε σχέση με το αντίθετο (11/15) των αγοριών και το πώς βιώνονται παρόμοιες καταστάσεις σε οικογένειες με παιδιά κι από τα δυο φύλα..
-Η αντίφαση που αναδύεται μέσα από τις τοποθετήσεις:
Ό,τι έχω καταφέρει είναι αποτέλεσμα των προσωπικών μου επιλογών (25/30).
Οι άνθρωποι της οικογένειάς μου έχουν υπερβολικές απαιτήσεις από εμένα και με οδηγούν στο να κάνω πράγματα μόνο και μόνο για να τους ικανοποιήσω (12/30). Η τομή των δυο συνόλων αφορά, τουλάχιστο, στο 25% του δείγματος. Σε ποιο βαθμό οι οικογενειακές απαιτήσεις, από επιβαλλόμενες μετατρέπονται σε ενδογενείς; Πόσο σταθερή είναι μια τέτοια μετατροπή;

-Πιστεύω ότι όταν ανακαλύπτεται ο πραγματικός μου εαυτός προκαλώ αντιπάθειες (11/30). Με σαφείς αρνητικές απαντήσεις των 15 από τους 30 εφήβους, μια τέτοια τοποθέτηση αξιολογείται ως ανησυχητική.

Δεν υπάρχουν σχόλια: