Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Η τεχνική - επαγγελματική εκπαίδευση

Αγνή Βίκη και Ευστράτιος Παπάνης

Οι μαθητές που επιλέγουν τα Τ.Ε.Λ. και οι λόγοι αυτής της επιλογής

Το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας εφαρμόζει δύο κατευθύνσεις σπουδών για τους απόφοιτους γυμνασίων, τη γενική και την τεχνική - επαγγελματική εκπαίδευση. Ο χωρισμός αυτός δε φαίνεται να είναι χωρίς προβλήματα. Και συγκεκριμένα: Ορισμένοι βλέπουν, από τη μια μεριά, την τεχνική - επαγγελματική εκπαίδευση απογυμνωμένη από γνώσεις γενικές με κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο και προσαρμοσμένη στις ανάγκες της αγοράς, από την άλλη, τη γενική εκπαίδευση «ξεκομένη από το πραγματικό κοινωνικό είναι και γίγνεσθαι (να) εμμένει σε κενές θεωρητικολογίες, εγκυκλοπαιδισμούς και ηθικοπλαστικά περιεχόμενα» (Παπαϊωάννου 1989, 176).
Την παραπάνω κριτική, που γίνεται από θεωρητική εκπαιδευτική αλλά και πολιτισμική δεοντολογική άποψη, έρχονται να συμπληρώσουν τα πορίσματα ορισμένων ερευνών με επισημάνσεις που αφορούν τα δεδομένα της πράξης. Διαπιστώσεις αρκετών ερευνών αναφέρουν ότι, μαθητές και γονείς επιθυμούν ανώτατες σπουδές και μάλιστα για επαγγέλματα υψηλού κοινωνικού γοήτρου. Για να το επιτύχουν αυτό οι έφηβοι χρειάζεται να ακολουθήσουν το γενικό λύκειο, γιατί αυτός κυρίως ο τύπος σχολείου οδηγεί σε πανεπιστημιακές σπουδές. Όπως έχει εμπειρικά διαπιστωθεί (έρευνα της Σιδηροπούλου – Δημακάκου 1993α, σε ένα αρκετά εκτεταμένο δείγμα γονέων, σε περιορισμένες όμως περιοχές της χώρας), η ελληνική κοινωνία υπερεκτιμά τις σπουδές στο πανεπιστήμιο και υποτιμά τα τεχνικά επαγγέλματα (βλ. και Τσολακίδου 1997), όπως σημειώθηκε και παραπάνω (κεφ. 2.1.1).

Πέρα από τις διαπιστώσεις ερευνών, είναι γενικότερα γνωστό ότι, οι περισσότεροι μαθητές στην Ελλάδα, σταθερά και με επιμονή προτιμούν το γενικό λύκειο. Μάλιστα σε σύγκριση με άλλες χώρες, έχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό μαθητών που φοιτούν στο γενικό λύκειο. Πιθανότατα παραδοσιακοί είναι οι λόγοι που τους ωθούν σ’ αυτή την επιλογή. Στη χώρα μας επικρατεί η αντίληψη ότι παιδεία προσφέρουν μόνο τα γενικά λύκεια. Η αντίληψη αυτή συνοδεύεται από την κοινωνική προκατάληψη για τα μη υπαλληλικά επαγγέλματα. Πολύ δύσκολα ένας έφηβος θα ακολουθήσει ένα επάγγελμα που δεν προϋποθέτει πανεπιστημιακές σπουδές ή που δεν οδηγεί σε μια δημόσια υπηρεσία. Οι περισσότεροι από τους νέους που κάνουν ανώτατες σπουδές, αποβλέπουν στην κατάληψη μιας δημόσιας - μόνιμης θέσης. Τα παιδιά που οι γονείς τους (ιδιαίτερα ο πατέρας) τυχαίνει να είναι πτυχιούχοι ανώτατων σχολών, «πρέπει» κι αυτά να πάρουν κάποιο πτυχίο. Είναι αναγκασμένα έμμεσα από την οικογένεια, να ακολουθήσουν μια πορεία, πολλές φορές διαφορετική, από τις ικανότητες και τα ενδιαφέροντά τους. Άλλος λόγος, για τον οποίο οι έφηβοι ακολουθούν τη γενική εκπαίδευση, είναι η κατάσταση που επικρατεί στην τεχνική - επαγγελματική εκπαίδευση. Αφενός τα τεχνικά μέσα και ο σύγχρονος εξοπλισμός είναι ανύπαρκτα ή υποτυπώδη, αφετέρου απουσιάζει η οργάνωση που υποτίθεται ότι υπάρχει στη γενική εκπαίδευση και το προσωπικό, πολλές φορές, δεν έχει την κατάλληλη παιδαγωγική - επιστημονική κατάρτιση. Ίσως και για τους παραπάνω λόγους, οι μαθητές με αρκετές ικανότητες θεωρούν υποτιμητικό να φοιτούν σε τεχνικά σχολεία. Συγκεκριμένα, σε έρευνα με δείγμα 823 μαθητές διαπιστώθηκε ότι οι λόγοι που οι μαθητές αποφεύγουν τα τεχνικά λύκεια ήταν: α) Μέσα από αυτό τον τύπο σχολείου θα δυσκολευτούν να εισαχθούν σε μια ανώτατη σχολή (72%). β) Οι απόφοιτοι των λυκείων αυτών δεν έχουν κοινωνική εκτίμηση (41%). γ) Ο φόβος της ανεργίας (18%). δ) Οι γονείς των μαθητών δε θέλουν τα παιδιά τους να ακολουθήσουν αυτή την κατεύθυνση (10%) (Εργολάβος 1986).
Σε διάφορες έρευνες διαπιστώθηκαν ακόμη τα εξής: Ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών και γονέων θεωρεί ότι τα Τ.Ε.Λ. είναι ανοργάνωτα και έχουν κακή φήμη (Δημητρόπουλος 1990) και ότι η προσέλευση σε αυτά θα ήταν πολύ λιγότερη, αν δε δινόταν το κίνητρο της εισαγωγής στα Τ.Ε.Ι. άνευ εξετάσεων σε ποσοστό μέχρι 35% (Δημητρόπουλος 1994γ).
Σε έρευνα των Παπά και Ψαχαρόπουλου (1990) μελετήθηκαν το 1985-86 οι επιθυμίες 482 τελειόφοιτων γενικών λυκείων των Αθηνών. Διαπιστώθηκε ότι 86% των μαθητών της γ΄ λυκείου ήθελε να σπουδάσει σε Α.Ε.Ι. και μόνο 5% σε Τ.Ε.Ι.
Ο Τσουκαλάς (1987) μάλιστα, αναφέρει ότι η τάση του Έλληνα για μόρφωση εκδηλώνεται από τον 19ο αιώνα. Επισημαίνει ότι το πτυχίο, έχει μια ιδιάζουσα κοινωνική λειτουργία και αποτελεί μέσο, τόσο για κοινωνική αναγνώριση, όσο και για οικονομική εξασφάλιση.

Χαρακτηριστικές, σε σχέση με τα παραπάνω, είναι οι διαπιστώσεις και άλλων ερευνών ότι, το γενικό λύκειο είναι το σχολείο που οδηγεί στα Α.Ε.Ι. Το τεχνικό - επαγγελματικό λύκειο, αντίθετα, εκπληρώνει κάποιες από τις φιλοδοξίες των γονέων που δεν έχουν τα οικονομικά μέσα να στείλουν τα παιδιά τους στα Α.Ε.Ι., δηλαδή, εκείνων που ανήκουν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Έτσι κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες ωθούν τους λιγότερο προνομιούχους προς τα σχολεία αυτά, ανεξάρτητα πολλές φορές από τις ικανότητες των παιδιών (Χουρδάκη 1985, Κασσωτάκης 1990).
Από έρευνα σε μαθητές δημοτικού σχολείου και γυμνασίου, καθώς και στις οικογένειες από τις οποίες προέρχονται (Μπασλής 1983), προέκυψε ότι, το τεχνικό λύκειο το επέλεξαν αποκλειστικά μαθητές εργατικής προέλευσης. Οι γονείς ανώτερης κοινωνικής τάξης δήλωσαν ως αποκλειστική προτίμηση το γενικό λύκειο. Αλλά και γονείς από την εργατική τάξη (80%), προτιμούσαν το γενικό λύκειο. Το τεχνικό λύκειο δεν έχει καταξιωθεί στη συνείδηση ούτε των μαθητών, ούτε των γονέων τους. Οι μαθητές αντιλαμβάνονται ότι οι φιλοδοξίες τους για συνέχιση των σπουδών στα Α.Ε.Ι. μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο αν ακολουθήσουν το γενικό λύκειο. Πρόκειται, βέβαια, για διαπιστώσεις που προέρχονται από ένα μάλλον ανεπαρκές για τη σοβαρότητα αυτών των θεμάτων δείγμα (278 μαθητές δημοτικού και γυμνασίου).
Όμως, είναι πολλαπλές οι επισημάνσεις που γίνονται για το θέμα αυτό. Έτσι, άλλοι ειδικοί τονίζουν ότι, όσοι βλέπουν την εκπαίδευση ως μέσο κοινωνικής ανόδου, οδηγούνται αναπόφευκτα στο γενικό λύκειο από έλλειψη εμπιστοσύνης προς το τεχνικό λύκειο. Αλλά, ακόμα και όσοι μαθητές και γονείς εργατικής προέλευσης δήλωσαν προτίμηση του τεχνικού λυκείου, είχαν ως αιτία, είτε το ότι οι φιλοδοξίες τους δεν έφταναν μέχρι το πανεπιστήμιο, είτε το ότι υπήρχαν άλλοι παράγοντες (οικονομικοί, οικογενειακοί), ανασχετικοί για την πραγματοποίηση αυτών των φιλοδοξιών (Κασιμάτη, Πιλαφτζόγλου, Τσακίρης 1984).

Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτες είναι οι διαπιστώσεις άλλης έρευνας (Σιδηροπούλου - Δημακάκου 1991) από την οποία προκύπτει ότι, σχεδόν όλοι οι γονείς (ποσοστό 98,4%) φιλοδοξούν να συνεχίσουν τα παιδιά τους τις σπουδές τους μετά το γυμνάσιο. Συγκεκριμένα, ποσοστό 63,2% των γονέων επιθυμεί τη φοίτηση του παιδιού τους στο γενικό λύκειο, 18,8% στο τεχνικό επαγγελματικό λύκειο, 11,3% στο ενιαίο πολυκλαδικό λύκειο και μόνο 6,7% στην τεχνική επαγγελματική σχολή. Παρατηρήθηκε μάλιστα ότι, μεγαλύτερη προτίμηση στο Τ.Ε.Λ. και στην Τ.Ε.Σ. έχουν οι πατέρες, οι χαμηλού εκπαιδευτικού και οικονομικού επιπέδου γονείς και οι μη εργαζόμενες μητέρες. Η τάση των γονέων αυτών για τη φοίτηση των παιδιών τους στα Τ.Ε.Λ. είναι αποτέλεσμα της επιθυμίας τους για γρήγορη επαγγελματική αποκατάσταση των παιδιών τους, αφού οι ίδιοι λόγω της οικονομικής τους κατάστασης δε μπορούν να αντεπεξέλθουν στα έξοδα μακροχρόνιων σπουδών. Η άποψη που έχουν οι Έλληνες γονείς για το Τ.Ε.Λ. είναι ότι πρόκειται για ένα θεσμό υποβαθμισμένο, τόσο από πλευράς εκπαιδευτικής αποτελεσματικότητας όσο και από πλευράς γενικότερου εκπαιδευτικού πλαισίου.
Αλλά και από την περιορισμένη σε χώρο (Τ.Ε.Λ. του νομού Θεσσαλονίκης και των γειτονικών νομών) έρευνα του Αποστολίδη και συν. (1989) διαπιστώθηκε ότι, οι μαθητές που έχουν τους λιγότερο μορφωμένους γονείς, προτίμησαν τα Τ.Ε.Λ. σε ποσοστό 71,7%, για να εξασφαλιστούν επαγγελματικά. Επίσης τα αγόρια, σε μεγαλύτερο ποσοστό από τα κορίτσια, προτίμησαν τα Τ.Ε.Λ. για επαγγελματική ειδίκευση.
Σε παρόμοια πορίσματα κατέληξε και η έρευνα του Κόκκου (1982) που έδειξε ότι 49,4% των μαθητών των Τ.Ε.Λ. έχουν πατέρα αγρότη ή εργάτη, ενώ μόλις 0,2% έχουν ελεύθερο επαγγελματία ή απόφοιτο Α.Ε.Ι.

Όσον αφορά τον τόπο κατοικίας, οι κάτοικοι των ολιγάριθμων περιοχών προτιμούν για τα παιδιά τους τα Τ.Ε.Λ. σε μεγαλύτερο ποσοστό απ’ ό,τι οι κάτοικοι αστικών κέντρων (Αποστολίδη και συν. 1989, Σιδηροπούλου - Δημακάκου 1993α).
Από έρευνα στην περιοχή των Αθηνών προέκυψε ότι, μόνο 5% των μαθητών γενικών λυκείων επιθυμούν να σπουδάσουν στα Τ.Ε.Ι. Σημαντικός αριθμός απ’ αυτούς που εισάγονται σ’ αυτά, προσπαθούν τον επόμενο χρόνο να επιτύχουν σε πανεπιστημιακές σχολές του εσωτερικού ή εξωτερικού, λόγω έλλειψης κοινωνικής καταξίωσης των Τ.Ε.Ι. (Δημητρόπουλος 1990). Αλλά και από τους τελειόφοιτους των Τ.Ε.Ι. διαπιστώθηκε ότι, οι μισοί σχεδόν σκόπευαν μετά την αποφοίτησή τους να συνεχίσουν σπουδές στα Α.Ε.Ι. (Karmas, Kostaki, Dragona 1990).
Έχει ακόμη διαπιστωθεί σχετικά ότι, το Τ.Ε.Λ. προσελκύει κυρίως απόφοιτους γυμνασίου που έχουν χαμηλή επίδοση και απόφοιτους γενικού λυκείου που απέτυχαν να εισαχθούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (Παναγιωτοπούλου 1988, Κασσωτάκης 1991).
Έτσι, φαίνεται να αληθεύει η άποψη ότι τα παιδιά που επιλέγουν το Τ.Ε.Λ. είναι παιδιά ενός «κατώτερου Θεού», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δημητρόπουλος (1994γ, 49).

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, ο διαχωρισμός της εκπαίδευσης σε γενική και τεχνική-επαγγελματική, ανταποκρίνεται στο διαχωρισμό μεταξύ «πνευματικής» και «χειρωνακτικής» εργασίας, διαχωρισμός ο οποίος συνεχίζει να παρουσιάζεται με αρκετή οξύτητα από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα, όπως σημειώθηκε και στην εισαγωγή. Η έλλειψη κάποιων έντονων συνδετικών στοιχείων στη δομή των σπουδών μεταξύ των δύο κατευθύνσεων (πβ. την αναφορά του Σ. Παπαϊωάννου σε «διαπαιδαγωγική» γνώση και διαδικασία, 1989, 176) οξύνει περισσότερο το πρόβλημα της αντίθεσης μεταξύ των κατευθύνσεων αυτών και συντελεί στη δημιουργία εκπαιδευτικού μονόδρομου, προς τη γενική κατεύθυνση με την παράλληλη υποτίμηση και αποφυγή της τεχνικής-επαγγελματικής από τη συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών. Στο φαινόμενο αυτό, που φαίνεται να σχετίζεται με μια σταθερή αντίστοιχη νοοτροπία, το εκπαιδευτικό σύστημα, τουλάχιστον ως σήμερα, δεν μπόρεσε να φέρει διαφορετικό αποτέλεσμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: