Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Κοινωνικό Κεφάλαιο και Κοινωνική Ανάπτυξη

Ευστράτιος Παπάνης, Μυρσίνη Ρουμελιώτου και Παναγιώτης Γιαβρίμης (Θέματα Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης, Μυτιλήνη 2007)

Τα τελευταία είκοσι χρόνια το κοινωνικό κεφάλαιο συνδέθηκε με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, ξεπερνώντας τις αγκυλώσεις του Φορντισμού, του Τεϋλορισμού και του Κεϋνσιανισμού, που επί δεκαετίες επηρέασαν την κοινωνιολογική και οικονομική θεώρηση και αποσυνέδεσαν την οικονομική πρόοδο από την κοινωνία. Η έννοια της τοπικής ανάπτυξης και της επιχειρηματικότητας, όπως ορίστηκε από τα ρεύματα αυτά, δεν είχε καμιά σχέση με τα κοινωνικά δίκτυα και με παράγοντες που δεν καθορίζονταν ασφυκτικά από την καθετοποίηση της παραγωγής μεγάλης κλίμακας, από την ιεραρχική οργάνωση της αγοράς και των εταιριών, από τον ασφυκτικό έλεγχο των μέσων παραγωγής και τελικά από την ανισοκατανομή του πλούτου. Η επιχείρηση για να αναπτυχθεί έπρεπε να αυτονομηθεί από το περιβάλλον μέσα στο οποίο δρούσε, και τελικά να το διαμορφώσει. Οι κρατικές πολιτικές αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση σταθερού κλίματος, που θα επέτρεπε στις επιχειρήσεις να γιγαντωθούν, να προσελκύσουν νέες επενδύσεις, φτηνό κόστος και μεγιστοποίηση των κερδών. Ολόκληρη η μεταπολεμική περίοδος στιγματίστηκε από το μοντέλο αυτό και οδήγησε τους ίδιους τους εμπνευστές του σε αδιέξοδο, εφόσον αγνόησαν τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαντολογικές επιπτώσεις των ενεργειών τους.

Σήμερα, όρος-κλειδί για την ανάπτυξη είναι η προσαρμοστικότητα. Η πολυδιάσπαση της αγοράς και η μεταβλητότητά της, η αθρόα εισαγωγή νέων τεχνολογιών, το εντεινόμενο μεταναστευτικό ρεύμα, το αίτημα για δικαιότερο επιμερισμό των αγαθών και οι αντινομίες των πολιτικών στις αναπτυσσόμενες αλλά και τις βιομηχανικές χώρες έφεραν στο προσκήνιο έννοιες που θα γεφύρωναν το χάσμα ανάμεσα στον απόλυτο φιλελευθερισμό και την ολόπλευρη κοινωνική ανάπτυξη. Έγινε σταδιακά αντιληπτό ότι η αποκέντρωση των μονάδων παραγωγής, η εξειδίκευση και η διαρκής κατάρτιση των εργαζομένων, η συμμετοχή τους στην κουλτούρα της εταιρίας και η συνεργασία με μικρομεσαίες τοπικές επιχειρήσεις θα μείωναν το κόστος και θα διασφάλιζαν την ποιότητα των αγαθών ή των υπηρεσιών που παρείχαν. Η παγκοσμιοποίηση επέβαλε την αναδιοργάνωση της δομής των επιχειρήσεων, οι οποίες έπρεπε πλέον να αναπροσαρμόσουν τη φιλοσοφία, τους στόχους, τη διοίκηση και, κυρίως, τη σχέση τους με τα κοινωνικά συστήματα μέσα στα οποία λειτουργούσαν. Δίκτυα συνεργασιών έκαναν σταδιακά την εμφάνισή τους και η κοινωνική οικονομία θα έπαιρνε τη σκυτάλη της ανάπτυξης. Η συνδιαλλαγή των επιχειρήσεων με την κοινωνία και η συμφιλίωσή τους με τους τοπικούς φορείς μπορούσε να επιτευχθεί μέσω του κοινωνικού κεφαλαίου, το οποίο εξασφάλιζε τη σύζευξη των οικονομικών στόχων με τις κοινωνικές επιταγές για εμπιστοσύνη και συμμετοχικότητα. Παράλληλα, το κοινωνικό κεφάλαιο δρούσε ως καταλύτης για το ανθρώπινο και φυσικό κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας πόρους για αειφόρο και μακροχρόνια ανάπτυξη.

Η συσχέτιση του κοινωνικού κεφαλαίου με την οικονομική και – κατά συνέπεια – με την κοινωνική ανάπτυξη μπορεί να γίνει ευκολότερα καταληπτή εφόσον ταυτιστεί με το αίτημα για ποιότητα, συνεργασία, προσαρμοστικότητα, ολόπλευρη συμμετοχικότητα και διαρκή πρόοδο, εμπιστοσύνη, δημοκρατικές κανονιστικές ρυθμίσεις και πρόσβαση στην πληροφορία, παράγοντες που αποτελούν την «εκ των ουκ άνευ» συνθήκη για τη βιωσιμότητα των κοινωνιών και των επιχειρήσεων. Το κοινωνικό κεφάλαιο, σύμφωνα με τις θεωρίες που προαναφέρθηκαν, ευνοεί τη διάχυση των παραγόντων αυτών, φέρνοντας πολλαπλασιαστικά οφέλη και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στα συστήματα που το διαθέτουν και αποστερώντας τα εχέγγυα της ευημερίας σε κοινωνικές ομάδες που δεν το έχουν καλλιεργήσει. Η ανάπτυξη δικτύων μεταξύ προσώπων, αλλά κυρίως μεταξύ οργανισμών και φορέων συλλογικής δράσης, αναδομεί ποιοτικά το κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι, καθώς μετασχηματίζει τις στάσεις των πολιτών και το αίσθημα κοινωνικής ευθύνης. Σύμφωνα με έρευνες των Sabel (1988), Streeck (1992), Cooke & Morgan (1998), η συνυπευθυνότητα και η αγαστή συνεργασία των δημόσιων και ιδιωτικών οργανισμών κάνει αποτελεσματικότερα τα μέτρα για κοινωνική και τοπική ανάπτυξη.

Η συνεργασία μεταξύ εργαζομένων, εργοδοτών και εθελοντικών ομάδων για τη λήψη αποφάσεων σε ζητήματα που τους αφορούν οδηγούν σύμφωνα με τον Sabel (1988) σε ένα «δημοκρατικό πειραματισμό», που αποτελεί θετικό παράδειγμα για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και ενισχύει την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας (Τσομπάνογλου, 2004). Μέσω του κοινωνικού κεφαλαίου εκφράζονται μορφές κοινωνικής οργάνωσης, δίκτυα, θεσμοί συμμετοχής και κοινωνικής εμπιστοσύνης σε τοπικό επίπεδο, δρώντας σε συνεργασία για αμοιβαίο όφελος του τόπου. Η κοινωνική αλληλεγγύη και εμπιστοσύνη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το σχηματισμό κοινωνικού κεφαλαίου και συνεπώς την άρση του κοινωνικού αποκλεισμού και την επιτάχυνση της κοινωνικής ανάπτυξης (Τσομπάνογλου, 2004).

Ο Triligia (2001) επισημαίνει ότι η παγκοσμιοποίηση έχει υποβαθμίσει τον τοπικό χαρακτήρα της παραγωγής, δίνοντας τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να μειώνουν το κόστος, μετακινούμενες σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Στην πραγματικότητα, όμως, οι εταιρίες μπορούν να εξασφαλίσουν καλύτερες συνθήκες ανάπτυξης, εφόσον ενσωματώσουν στις διαδικασίες τους τα τοπικά χαρακτηριστικά της περιοχής στην οποία εγκαθίστανται, εναρμονιζόμενες με τις πολιτισμικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητές τους. Κατ’ αναλογία, μία περιοχή θα μεγιστοποιήσει τα οφέλη της μόνο εάν διαθέτει ισχυρό κοινωνικό κεφάλαιο, το οποίο θα αποτελέσει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα στο σύγχρονο περιβάλλον και κινητήριο μοχλό ανάπτυξης. Η παγκοσμιοποίηση, η εξέλιξη των επικοινωνιών και της κοινωνίας της πληροφορίας επιταχύνει τη διαδικασία αυτή, αλλά ταυτόχρονα εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ περιφερειών, οι οποίες μπορούν να επιβιώσουν εκμεταλλευόμενες το κοινωνικό κεφάλαιό τους. Κοινωνίες που πάσχουν από εσωστρέφεια, ασθενή δίκτυα των μελών τους, έλλειψη καινοτομικότητας και αδυναμία εσωτερίκευσης των μηχανισμών της εξέλιξης (εν ολίγοις χαμηλό κοινωνικό κεφάλαιο), θα αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της υπανάπτυξης, του οικονομικού μαρασμού και της ερημοποίησης. Έρευνες (Foley & Edwards, 1999) έχουν τεκμηριώσει συσχετίσεις του κοινωνικού κεφαλαίου μιας περιοχής με το δείκτη γονιμότητας, θνησιμότητας, την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας, της παραβατικότητας και της καταλληλότητας των πολιτικών και των στρατηγικών ανάπτυξης. Περισσότερο από όλα, οι κοινωνίες αυτές θα αναγκαστούν να αντιμετωπίσουν την συνεπακόλουθη ελάττωση του γνωστικού κεφαλαίου, την τελμάτωση των πληροφοριακών συστημάτων τους και την ανικανότητα διάχυσης των κοινωνικών αγαθών.

Κατά τον Coleman (1990), το κοινωνικό κεφάλαιο μιας περιοχής μπορεί να ενισχυθεί ή να μειωθεί, καθώς αποτελεί το αποτέλεσμα όλων των συμμετοχικών διαδικασιών της και των δικτύων (θρησκευτικών, πολιτικών, οικογενειακών, εθελοντικών κλπ), που ενεργοποιούνται στα όριά της. Η διαθεσιμότητα των δικτύων αυτών και η εγκαθίδρυση συλλογικής κουλτούρας μέσω της αμοιβαιότητας και της εμπιστοσύνης είναι καθοριστική για την κοινωνική ανάπτυξη, αλλά ανεπαρκής, εάν οι πολιτικές δράσεις δεν συντείνουν στην αξιοποίηση τους. Επομένως, η σχέση κοινωνικού κεφαλαίου και κοινωνικής ανάπτυξης δεν είναι άμεση, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη πολιτειακών θεσμών και κρατικών βουλήσεων, που ευνοούν την ανάδειξή της και κινητοποιούν τις περιφερειακές και τοπικές δυνάμεις. Η εναρμόνιση των δύο αυτών παραγόντων θα ενισχύσει την παραγωγή συλλογικής γνώσης και κουλτούρας και θα προσδώσει την αναγκαία αυτονομία για άσκηση περιφερειακών πολιτικών, που θα ευνοήσουν την κοινωνική ανάπτυξη.

Οι αρχές της κοινωνικής ανάπτυξης σήμερα μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα: ανάπτυξη των πολιτών, έμφαση στη γνώση προσαρμοσμένη σε ανάγκες και στοχοθεσίες, προσαρμοστικότητα και αξιολόγηση. Η ανάπτυξη των πολιτών θεωρείται ως βασική προϋπόθεση της κοινωνικής ανάπτυξης, γιατί οι άνθρωποι είναι οι τελικοί αποδέκτες της προόδου. Ταυτόχρονα, η προσωπική εξέλιξη των μελών μιας κοινότητας εγγυάται τη διαρκή κοινωνική ανάπτυξη. Έχει αποδειχθεί ότι η αναφορά σε γενικές και αόριστες ανάγκες και η αδιαφορία για τις φυσικές ανάγκες των ανθρώπων δεν μπορεί να αποτελέσει μοχλό κοινωνικής εξέλιξης. Η αίσθηση της αυτοεκτίμησης που προκύπτει από τη συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες θεμελιώνει και αναπαράγει την κοινωνική ανάπτυξη.

Η γνώση συσχετίζεται με την ανάπτυξη της κοινωνίας, δεδομένου ότι καθιστά τις ατομικές και ομαδικές επιλογές πιο συνειδητές. Οι κοινότητες μπορούν να εκπαιδευθούν στο να θέτουν σαφείς και ρεαλιστικούς στόχους, να σχεδιάζουν προγράμματα υλοποίησής τους και να γίνονται όσο το δυνατόν περισσότερο αυτάρκεις. Η γνώση απελευθερώνει από την εξάρτηση από εξωτερικούς πόρους και δίνει πρόσβαση σε ζωτικές πληροφορίες.

Σύμφωνα με τη γνωστική προσέγγιση σχεδιασμού κοινωνικής ανάπτυξης, οι διαδικασίες δεν αποτελούνται από διαδοχικά στάδια αλλά από επικαλυπτόμενες παρεμβάσεις, που σχεδιάζονται από ειδικούς αλλά και τους επωφελούμενους (Uphoff, 1986). Σύμφωνα με τον Salmen (1987), η κοινωνική ανάπτυξη απαιτεί τη συμμετοχή όλων στην προσπάθεια βελτίωσης της ποιότητας ζωής και της κοινωνικής αυτονομίας. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να προηγηθεί ανάλυση αναγκών και να τεθούν σαφείς στόχοι. Η ευκρίνεια των σκοπών, η γνώση της μεθοδολογίας και η επιστημονική επεξεργασία των δεδομένων είναι οι προϋποθέσεις αποτελεσματικότητας των στρατηγικών. Η κοινωνική ανάπτυξη προάγει τη συνειδητοποίηση των πολιτών. Ανασκευάζει πεπαλαιωμένες και μη λειτουργικές απόψεις, αυξάνει την ευαισθησία όσον αφορά το περιβάλλον, τους πόρους, τη διαφορετικότητα και τις κοινωνικές ομάδες. Η επιτυχία ενός σχεδίου κοινωνικής ανάπτυξης ενισχύει την αυτοπεποίθηση και ανατροφοδοτεί τη δράση. Οι συνέπειές της πρέπει να αξιολογούνται βάσει αντικειμενικών και μετρήσιμων κριτηρίων. Η αξιολόγηση μπορεί να εφαρμοστεί στο τελευταίο στάδιο εφαρμογής ενός στρατηγικού σχεδίου ή και κατά τη διάρκειά του και δεν έχει μόνο ελεγκτικό χαρακτήρα, αλλά χρησιμεύει περισσότερο ως κατανόηση του επιτελεσθέντος έργου. Τέλος, η κοινωνική ανάπτυξη είναι αρκετά περίπλοκη, ώστε να αποτελεί αντικείμενο μίας μόνο επιστήμης. Για να γίνει εφικτή, πρέπει να ακολουθηθεί η διεπιστημονική μέθοδος.

Εμπόδια στην πορεία για κοινωνική ανάπτυξη μπορούν να σταθούν τα ήθη και τα έθιμα μιας περιοχής και, πάνω από όλα, η κουλτούρα και η νοοτροπία των μελών μιας κοινότητας. Είναι απαραίτητο πριν την έναρξη οποιασδήποτε τέτοιας προσπάθειας να προηγηθεί η οικοδόμηση κλίματος εμπιστοσύνης και θέλησης για αλλαγή. Έχει παρατηρηθεί ότι οι κάτοικοι των υποανάπτυκτων περιοχών καταφεύγουν σε ένα είδος μοιρολατρίας όσον αφορά την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Επειδή οι προσπάθειες για ατομική πρόοδο μέσα σ’ ένα αρνητικό περιβάλλον είναι τις περισσότερες φορές ανεπιτυχείς και αποσπασματικές, μαθαίνουν να θεωρούν ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει σε κοινωνικό επίπεδο. Έχοντας εμπεδώσει εξαρτητικές συμπεριφορές και απασχολημένοι με τις διαρκείς βιοτικές τους ανάγκες, δεν τολμούν να αναλάβουν πρωτοβουλία, γιατί η κουλτούρα της κοινωνίας τους αποθαρρύνει.

Ο αναλφαβητισμός, η έλλειψη μορφωτικών ευκαιριών, οι πελατειακές σχέσεις κράτους-πολίτη και οι συγκρούσεις μεταξύ κοινωνικών ομάδων μπορούν να αρθούν με την επαναδόμηση κοινωνικών δεξιοτήτων και την καλλιέργεια του κοινωνικού κεφαλαίου. Ουσιαστικά, το κοινωνικό κεφάλαιο θα ενεργοποιήσει το ανθρώπινο και πολιτισμικό δυναμικό που μπορεί να υπάρχει σε λανθάνουσα κατάσταση, θα εξαλείψει τη δυσπιστία και θα αντικαταστήσει τους θεσμούς που η ένδεια και η υπανάπτυξη έχουν μεταλλάξει.

Υπό το πρίσμα αυτό, το κοινωνικό κεφάλαιο έχει συνδεθεί με μια σειρά μεταβλητών που είναι σύμφυτες με την κοινωνική ανάπτυξη, όπως η οικονομία, η εκπαίδευση, η υγεία, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η κοινωνία της γνώσης, η εγκληματικότητα, το περιβάλλον, η γειτονιά.

Το 1956 τα Ηνωμένα Έθνη όρισαν την κοινοτική ανάπτυξη ως μια διαδικασία κατά την οποία οι προσπάθειες των πολιτών συντονίζονται με αυτές του κράτους, με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κοινοτήτων, όσον αφορά την ποιότητα ζωής, τον πολιτιστικό, οικονομικό και κοινωνικό τομέα. Η φιλοσοφία εστιάζει στην ενσωμάτωση των κοινοτήτων και στη συμμετοχή τους στις εθνικές δραστηριότητες και στην πρόοδο. Στους σύγχρονους ορισμούς, η έννοια του κράτους, αν και δεσπόζουσα, τείνει να απωλέσει μέρος της βαρύτητάς της και αντικαθίσταται από την τοπική πρωτοβουλία. Ο Campfens (1997) επισημαίνει ότι στη σημερινή εποχή το κράτος πρόνοιας, ειδικά στα δυτικά κράτη, περιορίζεται και αντικαθίσταται από τη συνυπευθυνότητα των πολιτών και την αυτοδιαχείριση των κοινοτήτων και ότι παράλληλα με την παγκοσμιοποίηση, ενδυναμώνονται οι τάσεις για απαγκίστρωση από την κεντρική κρατική εξουσία, με ταυτόχρονη ανάδειξη της τοπικότητας. Εξίσου σημαντικό είναι το φαινόμενο του εθελοντισμού, της αναβίωσης κοινωνικών κινημάτων, της αποδοχής της πολυπολιτισμικότητας και της κοινωνικής συνειδητοποίησης, τόσο στις Δυτικές, όσο και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, ως συνέπεια των καταστροφικών αποτελεσμάτων που είχαν οι δομικές διαρθρωτικές αλλαγές, που επιχειρήθηκαν από τους θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού. Αυτές κατέληξαν στην ένταση των ανισοτήτων και διεύρυναν το χάσμα μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Όλα τα παραπάνω έδωσαν νέα ώθηση στην κοινωνιολογική σκέψη, η οποία κλήθηκε να διατυπώσει τις αρχές βάσει των οποίων οι καινούριες αξίες θα άρουν τις αντινομίες σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Marsden (1988) θεωρεί ότι δεν μπορεί κανείς να αναμένει κοινωνική ανάπτυξη, εάν πρώτα δεν εδραιωθεί η κοινοτική.

Η νέα αυτή προοπτική δεν άλλαξε ριζικά τις τοπικές στρατηγικές, οι οποίες πλέον δίνουν έμφαση στην άρση του κοινωνικού αποκλεισμού, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στη συμμετοχική δημοκρατία. Κύριο αίτημα της εποχής είναι η πλουραλιστική εκπαίδευση, η ευελιξία και η προσαρμογή σε ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο περιβάλλον. Πρώτο μέλημα της κοινοτικής ανάπτυξης εξακολουθεί να είναι η πάταξη των κοινωνικών ανισοτήτων και η ενσωμάτωση των αποκλεισμένων ομάδων. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται σύγχρονοι εμπειρικοί δείκτες, που αποτελούν τη βάση για τη χάραξη στρατηγικών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: