Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2007

Η ανεργία στην Ευρώπη

Κώστας Ρόντος, Ευστράτιος Παπάνης, Αγγελική Λουίζου

Περίληψη

Κρίσιμο ερευνητικό ερώτημα αλλά και κριτήριο αξιολόγησης και χωρικής ομαδοποίησης αποτελεί η σχετική ευαισθησία/ευπάθεια της ανεργίας της κάθε Χώρας-Μέλους στην αντίστοιχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβανομένης ως σύνολο ή αλλιώς ο βαθμός αντίδρασης της κάθε Χώρας-Μέλους στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ εθνικής- κοινοτικής απασχόλησης επιχειρείται συνήθως με μια σειρά ποσοτικών μεθόδων, όπως είναι οι τεχνικές Box-Jenkins, OLS Regression, κλπ. Στην παρούσα εισήγηση με την εφαρμογή γραμμικών μοντέλων παλινδρόμησης προκύπτει ομαδοποίηση των Χωρών– Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο η ανεργία, που παρουσιάζει η κάθε μία Χώρα, αποκλίνει από τις κοινοτικές τάσεις, όπως επίσης και διάκριση αυτών σε όσες παρουσιάζουν μεγάλη ή μικρή συγκέντρωση ανέργων σε σχέση με τον κοινοτικό μέσο όρο. Με δεδομένο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παίρνει κεντρικά ισχυρότατα μέτρα μείωσης της ανεργίας, οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των Χωρών-Μελών δύνανται να εκληφθούν και ως αμφισβήτηση της δυνατότητας των κοινοτικών πολιτικών να επηρεάσουν θετικά και σε σημαντικό βαθμό την ανεργία σε Χώρες –Μέλη με υψηλά επίπεδα ανεργίας ή σε τελευταία ανάλυση, ως αμφισβήτηση της δυνατότητας Χωρών με μειονεκτήματα να πετύχουν τα κοινοτικά επίπεδα απασχόλησης. Ενδιαφέρον έχει να διερευνηθεί αν η ομάδα Χωρών που δεν αντιδρά ιδιαίτερα στις κοινοτικές τάσεις, αποτελεί, επίσης, την ομάδα με μικρό πληθυσμό, μικρή πολιτική επιρροή ή με γεωγραφική απομάκρυνση από τα κοινοτικά κέντρα αποφάσεων. Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των κοινοτικών και εθνικών τάσεων, ως προς την ανεργία, οδηγούν σε διαφοροποιήσεις και στην πολιτική που θα πρέπει να εφαρμοστεί για την αντιμετώπιση ιδιαίτερων προβλημάτων των επιμέρους Χωρών και επομένως τα συμπεράσματα της μεθόδου δύνανται να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο λήψης αποφάσεων στον ευαίσθητο τομέα της ανεργίας και της απασχόλησης.

Εισαγωγή

Η ανεργία είναι ένα σύνθετο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο και εξελίσσεται σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί μιλάνε για κίνδυνο μαζικής ανεργίας και προβλέπεται να αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές μάστιγες του 21ου αιώνα. Οι προβλέψεις για το μέγεθος της ανεργίας είναι απαισιόδοξες από μεγάλο αριθμό ερευνητών. Ο J. Rifkin (1995) προβλέπει ότι στο μέλλον τίποτε δεν θα θυμίζει τις σημερινές συνθήκες στις αγορές εργασίας.

Μεγάλη συμβολή στη διόγκωση του προβλήματος της ανεργίας έχουν οι διαρθρωτικοί παράγοντες που βιώνουν οι σύγχρονες κοινωνίες, όπως η μετάβαση προς την μεταβιομηχανική κοινωνία, η διεθνοποίηση της οικονομίας και η χρήση της νέας τεχνολογίας (Κ. Ρόντος, 1997, Κ. Ρόντος, 2004).

Ως βασική παράμετρος των διεθνών εξελίξεων θεωρείται η ταχύτατη τριτογενοποίηση της διεθνούς οικονομίας, η μετάβαση δηλαδή προς τη μεταβιομηχανική κοινωνία (P. Buigues and A. Sapir, 1993). Στα πλαίσια της μετάβασης προς την κυριαρχία των υπηρεσιών, της διεθνοποίησης αυτών και της ανάπτυξή τους ως προωθητικών κλάδων της ανάπτυξης, προβλέπονται μεγάλες διαρθρωτικές μεταβολές στην οικονομία των χωρών και πιθανώς μείωση της απασχόλησης.

Όσοι θεωρούν σημαντικό παράγοντα προσδιορισμού της περιφερειακής απασχόλησης την παγκόσμια τάση διεθνοποίησης της οικονομίας, ισχυρίζονται ότι η ανάπτυξη των εσωτερικών αγορών, η απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, η συνεχής διεύρυνση των υπερεθνικών οργανισμών, κλπ., δίνουν νέους ρόλους στις περιφέρειες του κόσμου με ανεξέλεγκτες συνέπειες στην απασχόληση. Η εξέλιξη αυτή προβλέπεται να ευνοήσει μάλλον τις ήδη ανεπτυγμένες περιοχές, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζονται ταχύτερα στις νέες συνθήκες.

Οι τεχνολογικές μεταβολές συντελούν σε δραστικές αλλαγές των παραγωγικών κλάδων που οδήγησαν ως τώρα στην ανάπτυξη. Οι επιχειρήσεις που θέλουν να ξεφύγουν από την κρίση εφαρμόζουν νέες τεχνολογίες στην παραγωγική διαδικασία και αναζητούν νέα προϊόντα και αγορές. Η διαδικασία αυτή οδηγεί σταθερά στην εγκατάλειψη παραγωγικών συντελεστών που χρησιμοποιούσαν στο παρελθόν, ως και περιοχών που ήταν εγκατεστημένες. Η πολιτική αυτή οδηγεί σταθερά σε διαδικασίες επανεγκατάστασης, δηλαδή σε εγκατάλειψη μιας περιοχής, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η μακροχρόνια ανεργία διαρθρωτικής μορφής, από την οποία πλήττονται κυρίως οι νέοι, οι γυναίκες και όσοι μειονεκτούν εκπαιδευτικά (D. Lyon, 1994).

Επίσης φαίνεται ότι οι παραδοσιακές πολιτικές απασχόλησης τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε επιμέρους χώρες δεν αποδίδουν (P. Meadows, 1996). Όπως εντοπίζεται και στην ελληνική βιβλιογραφία, “η ανεργία αυξάνεται, τα εισοδήματα του κεφαλαίου διογκώνονται χωρίς να βελτιώνεται παράλληλα ούτε η παραγωγή και η απασχόληση, ούτε ακόμη λιγότερο η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομικών συστημάτων” (Κ.Βεργόπουλος, 2006). Οι δράσεις που έχουν πραγματοποιηθεί περιορίζονται στην απλή κατάρτιση των ανέργων ή σε οποιαδήποτε άλλη μεμονωμένη ενέργεια, και δεν προσανατολίζονται προς ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα απασχόλησης. Πολλές φορές εφαρμόζονται “πυροσβεστικές” και μη ορθολογικές λύσεις για αύξηση της απασχόλησης, οι οποίες όμως, δεν λύνουν το πρόβλημα της ανεργίας, αλλά αντίθετα το συσκοτίζουν περισσότερο. Για παράδειγμα, η ελαστικοποίηση της εργασίας (συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μερική απασχόληση, κ.ά) δεν συμβάλλει ουσιαστικά στη μείωση του προβλήματος, εφόσον μετά τη λήξη των συμβάσεων τα άτομα επανέρχονται στην κατάσταση ανεργίας και εφόσον δεν παρέχονται κίνητρα στους εργαζομένους προκειμένου να μειώσουν το ωράριό τους ή να πάρουν πρόωρη συνταξιοδότηση (F. Modigliani et al, 1998)

Επιπλέον, η ισχύουσα νομοθεσία, η οποία εξασφαλίζει μεγάλη αποζημίωση στα άτομα που απολύουν οι επιχειρήσεις, έχει συμβάλλει στη μείωση των προσλήψεων. Αν για παράδειγμα, αυξηθεί η παραγωγή κάποιας επιχείρησης και χρειάζεται περισσότερο εργατικό δυναμικό, δεν προσλαμβάνει νέους υπαλλήλους αλλά τα άτομα που ήδη απασχολούνται στην επιχείρηση εργάζονται υπερωρίες. Με αυτόν τον τρόπο οι επιχειρήσεις επιτυγχάνουν να μην αυξάνεται το εργατικό δυναμικό τους και ταυτόχρονα να μην ξοδεύουν επιπλέον πόρους για την εκπαίδευση νέων υπαλλήλων (F. Modigliani et al, 1998).

Παράλληλα, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν σημαντικούς πόρους σε επιδόματα ανεργίας, με αποτέλεσμα οι άνεργοι, λαμβάνοντας αυτό το επίδομα, να μην επιθυμούν να βρουν απασχόληση. Αυτή η τακτική αυξάνει τα ποσοστά της αεργίας και ταυτόχρονα αφαιρεί τη δυνατότητα από αυτές τις χώρες να επενδύσουν αυτό το χρηματικό ποσό σε επιχειρήσεις ή σε φορείς και να αυξηθούν οι θέσεις εργασίας (T. M. Davidson and J. Pottiez, 1998).

Για να εντοπιστούν οι προσδιοριστικοί παράγοντες του φαινομένου στις σημερινές συνθήκες, οι οποίοι φαίνεται να διαφοροποιούνται και να επηρεάζονται από το σημερινό οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι στην Ευρώπη απαιτείται, αρχικά, μια αντικειμενική μέτρηση του μεγέθους της ανεργίας και συγκρότηση ομοιογενών περιοχών, προς διευκόλυνση και υποστήριξη μιας πιο αποτελεσματικής πολιτικής. Στα πλαίσια των αναγκών αυτών, η παρούσα έρευνα αποσκοπεί στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της κοινοτικής ανεργίας και των εθνικών επιπέδων ανεργίας και στον προσδιορισμό ομάδων χωρών οι οποίες δεν αντιδρούν ιδιαίτερα ή αντιδρούν έντονα στις κοινοτικές τάσεις ανεργίας, δηλαδή επηρεάζονται σημαντικά από αυτές. Η μέθοδος, επίσης, παρέχει τη δυνατότητα προσδιορισμού ομάδων χωρών, όπου η ανεργία κινείται ανεξάρτητα από τις κοινοτικές τάσεις. Πρόσθετο στόχο της έρευνας αποτελεί η διερεύνηση της ομοιογένειας των χωρών κάθε ομάδας ως προς το μέγεθος, την πολιτική επιρροή ή την γεωγραφική απομάκρυνση από τα κοινοτικά κέντρα αποφάσεων.

Συζήτηση και Συμπεράσματα

Η ανεργία αποτελεί ένα σύνθετο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο και η ερμηνεία του απαιτεί εξειδικευμένη στατιστική και ποιοτική ανάλυση. Η πολυπλοκότητα γίνεται μεγαλύτερη όταν εμπλέκεται ο χωρικός παράγοντας, καθώς οι περιοχές (χώρες, περιφέρειες, κλπ) που δεν προσαρμόζονται εύκολα, στις κάθε φορά νέες διεθνείς συνθήκες, πλήττονται περισσότερο. Η ανεργία των Χωρών- Μελών διαφοροποιείται από τη συνολική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρουσιάζει διαφορετικές τάσεις εξέλιξης.

Η ανεργία κινείται σε τρία επίπεδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια ομάδα χωρών παρουσιάζει χαμηλή ανεργία (κυρίως Παλαιές Χώρες Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης αλλά και ορισμένες νέες, όπως Μάλτα, Κύπρος, Εσθονία, Σλοβενία) και μια δεύτερη κυμαίνεται στα κοινοτικά επίπεδα (Νέες χώρες, Παλιές της Νότιας Ευρώπης, οι ισχυρές χώρες της Γερμανίας και της Γαλλίας). Σε πολύ υψηλά επίπεδα κινούνται οι δύο νέες χώρες της Πολωνίας (17,5 %) και της Σλοβακίας (16,3 %) μέχρι και τον Αύγουστο του 2005. Αξίζει να τονιστεί ότι σε εφτά από τις δέκα νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η ανεργία αποκλιμακώνεται σημαντικά και γρήγορα, γεγονός που δείχνει σημαντική επίδραση των κοινοτικών πολιτικών απασχόλησης.

Στις ισχυρές/ ανεπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ανεργία κινείται τελείως ανεξάρτητα από την κοινοτική (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Σουηδία) ή η τελευταία επιδρά λίγο στο εθνικό μέγεθος (Γερμανία, Ολλανδία). Μικρή επίδραση έχει η κοινοτική ανεργία και στο μέγεθος της Πορτογαλίας και της Σλοβενίας πιθανώς για διαφορετικούς λόγους. Στις υπόλοιπες νέες χώρες, όπως και στις παλιές χώρες της Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης, η μεταβλητότητα της ανεργίας ερμηνεύεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από το κοινοτικό μέγεθος. Στην τελευταία αυτή ομάδα, έξι νέες χώρες, ανάμεσά τους η Ελλάδα, η Ισπανία, το Λουξεμβούργο, η Φινλανδία, κλπ αντιδρούν πολύ έντονα στις κοινοτικές μεταβολές. Μεγάλη συσσώρευση ανέργων σε σχέση με τα μέσα κοινοτικά επίπεδα παρουσιάζουν οι λιγότερο ισχυρές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (Λουξεμβούργο, Αυστρία, Βέλγιο, Ουγγαρία, Κύπρος).

Παράλληλα, παρατηρείται ότι οι οικονομίες των επιμέρους χωρών διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους. Πιθανά αίτια είναι η ικανότητα εσωτερίκευσης των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους πολίτες της κάθε χώρας, η διαπραγμάτευση των μισθών και τα μέτρα που λαμβάνονται κατά της ανεργίας. Από τη μία, υπάρχει η αντίληψη ότι η σταθερότητα και η σκληρή νομοθεσία, αναφορικά με τα επαγγελματικά δικαιώματα, ευνοεί τους απασχολούμενους, ενώ από την άλλη πιστεύεται ότι η πολύ σκληρή νομοθεσία και οι θεσμοί, που είναι σταθεροί, αντιστρατεύονται της ευελιξίας. Παρατηρείται, όμως, ότι οι χώρες που παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα απασχόλησης δεν είναι εκείνες που έχουν καλύτερους θεσμούς, αλλά αυτές που αντιδρούν πιο εύκολα στις αλλαγές.

Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών στην απόδοση της οικονομίας τους και στη δυνατότητα επίδρασης στην απασχόληση προκύπτει και από τον βαθμό που αυτές έχουν πετύχει τους κεντρικούς αντικειμενικούς στόχους που έχει θέσει η Ε.Ε και τους οποίους πρέπει να υλοποιήσουν οι Χώρες- Μέλη μέχρι το έτος 2010. Οι στόχοι αυτοί είναι οι εξής: το συνολικό ποσοστό απασχόλησης πρέπει να φτάσει στο 70%, το ποσοστό των απασχολούμενων γυναικών στο 60% και η απασχόληση των εργαζομένων 55 έως 64 ετών στο 50%. Μέχρι το έτος 2005 τρεις χώρες (η Δανία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο) έχουν καταφέρει να πραγματοποιήσουν και τους τρεις αυτούς στόχους.

Οι επιδώσεις των επιμέρους χωρών ως προς τους στόχους αυτούς είναι συμβατές σε σημαντικό βαθμό με την ανάλυση που προέκυψε από την παρούσα εφαρμογή. Οι χώρες που έχουν συνολική απασχόληση πάνω από 70% είναι η Δανία, η Ολλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο και ακολουθούν η Ισπανία, το Βέλγιο, η Ελλάδα , η Σλοβακία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Ιταλία ,η Μάλτα και η Πολωνία με ποσοστό συνολικής απασχόλησης μεταξύ του 60% και 70%. Χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης, με πολύ μεγάλη απόκλιση, παρουσιάζουν η Ρουμανία και η Πολωνία. Η απασχόληση των γυναικών ανέρχεται στο 60% για τη Σουηδία, Δανία, Ολλανδία, Φινλανδία, Βρετανία, Αυστρία, Πορτογαλία και Κύπρο. Αντιθέτως, οι χώρες που έχουν ποσοστό γυναικείας απασχόλησης κάτω από 50% είναι η Βουλγαρία, η Ισπανία , η Πολωνία, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Μάλτα, ενώ οι υπόλοιπες χώρες βρίσκονται μεταξύ του 50% και 60%. Τον τρίτο στόχο έχουν καταφέρει να υλοποιήσουν η Σουηδία, η Δανία, η Βρετανία , Εσθονία , η Πορτογαλία και η Κύπρος, ενώ υπολείπονται το Λουξεμβούργο, η Ουγγαρία, το Βέλγιο, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Σλοβενία, οι οποίες έχουν ποσοστό απασχόλησης εργαζομένων 55 έως 64 ετών χαμηλότερο από 30%.

Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει και ένα ποσοστό απασχόλησης που οφείλεται στην παραοικονομία. Αν και η παραοικονομία προσφέρει θέσεις εργασίας, αυτές δεν μπορούν να καταγραφούν και να συνυπολογιστούν στο ποσοστό απασχόλησης, αλλά είναι εφικτό να μετρηθεί περίπου το ποσοστό της παραοικονομίας. Η χώρα, η οποία έχει την μικρότερη παραοικονομία είναι η Αυστρία, 9,8% του εθνικού ακαθαρίστου προϊόντος της, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό το παρουσιάζει η Ελλάδα με 28,1% και η Ιταλία με 27,9%.

Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των εθνικών τάσεων, ως προς την ανεργία και την απασχόληση, οδηγούν σε διαφοροποιήσεις και στις πολιτικές που θα πρέπει να εφαρμοστούν για την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων προβλημάτων των επιμέρους Χωρών- Μελών. Ένα θέμα στο οποίο θα πρέπει να εστιάσει η ανάλυση και η πολιτική είναι οι μεταναστευτικές ροές από τις νέες χώρες , οι οποίες ενδεχομένως ενισχύουν την τάση για αύξηση της ανεργίας στις παλιές χώρες, όπως συμβαίνει στην Κεντρική Ευρώπη. Θα πρέπει να διερευνηθεί, δηλαδή, το μέγεθος της εισροής μεταναστών προς τις χώρες αυτές που πραγματοποιείται, μετά την διεύρυνση, από γειτονικές νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιδεινώνει το πρόβλημα της ανεργίας, όπως διαπιστώθηκε από την παρούσα ανάλυση. Η σημασία τέτοιων ροών μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας και γενικότερα στον κεντροευρωπαϊκό χώρο εντοπίζεται σε αρκετές μελέτες (S. Akkoyunlu, 2001, J. Rutkowski, 1996, S. Scarpetta, 1995)). Επιπλέον, οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών-μελών θα πρέπει να επικεντρωθούν στις διαδικασίες μετεγκατάστασης δραστηριοτήτων μέσα στην Ευρώπη, δηλαδή στην κινητικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου, καθώς επίσης και στον βαθμό εισαγωγής της ελαστικοποίησης της εργασίας, η οποία μειώνει παροδικά τα ποσοστά της ανεργίας, αλλά στην ουσία ανακυκλώνει το πρόβλημα.

Ο βαθμός της επιτυχούς και ταχείας μετάβασης στην κοινωνία των υπηρεσιών και η απορρόφηση της νέας τεχνολογίας επίσης είναι σημαντικοί παράγοντες στους οποίους πρέπει να δώσουν έμφαση οι πολιτικές απασχόλησης. Ως απάντηση στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό θα μπορούσε να είναι η ποιοτική αναβάθμιση της αγοράς εργασίας (μέσω της εκπαίδευσης και της επιμόρφωσης) και της παραγωγής. Η βελτίωση της ποιότητας των αγαθών και των υπηρεσιών στις χώρες της Ε.Ε θα μπορούσε να αποτελέσει την απάντηση στο εξαιρετικά χαμηλό κόστος παραγωγής των χωρών του τρίτου κόσμου, οι οποίες δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στην απασχόληση των ανεπτυγμένων χωρών. Ως επιτυχές παράδειγμα αναφέρεται η τουρκική κλωστοϋφαντουργία, η οποία αντιμετωπίζει τον ανταγωνισμό από τις εισαγωγές φτηνών κινέζικων προϊόντων στρεφόμενη στην αγορά του ακριβού ενδύματος, κίνηση που αύξησε τις εξαγωγές της κατά 7,5 % στο πρώτο εννεάμηνο του 2005 (Οικονομική Επιθεώρηση, 2005)

Επιπλέον, η πολιτική θα πρέπει να προσανατολιστεί προς την κατεύθυνση ενίσχυσης των οικονομιών των Χωρών- Μελών, μέσα από μια σειρά μέτρων προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, όπως είναι η μείωση των φορολογικών συντελεστών, η σταθερότης της οικονομίας, η διατήρηση του νομοθετικού πλαισίου, κ. ά. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας, μέσα από την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης και την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αυτής ( G.M Agiomirgianakis et al, 2004,H.P. Lankes and A.J. Venables, 1996). Επίσης, τα επιτυχημένα μοντέλα της Σουηδίας και της Ιρλανδίας παραπέμπουν σε πολιτικές στηριγμένες στη διατήρηση του κοινωνικού κράτους και στην καθιέρωση της κοινωνικής ειρήνης και θα πρέπει να προσεχθούν.

Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στους στόχους που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίοι αποτυπώνονται είτε σε ποσοτικούς είτε σε ποιοτικούς δείκτες. Παρουσιάζεται, όμως, μία σχετική δυσκολία στον ακριβή ορισμό των ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της κάθε Χώρας- Μέλους. Για παράδειγμα, αν σε μία χώρα φτωχός ορίζεται εκείνος που έχει μηνιαίο εισόδημα κάτω από 600 Ε, είναι πιθανό σε κάποια άλλη χώρα, την Πολωνία για παράδειγμα, τα άτομα με το ίδιο εισόδημα να θεωρούνται ως μεσαία τάξη ή ακόμα και εύποροι. Συνεπώς, πρέπει να διεξαχθούν περεταίρω έρευνες, οι οποίες να συνδυάζουν ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, καθώς επίσης και συγκριτικές μελέτες οι οποίες θα διερευνούν τις σχετικές έννοιες με γνώμονα τη συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων μεταξύ των χωρών.

Βιβλιογραφία

Agiomisgianakis G. M., Asteriou D., Papathoma K. 2004, “The Determinants of Foreign Direct Investment: A panel Data Study for the OECD Countries” in Tsoukis C. and Biswas T. (eds), “Aspects of Globalization: Macroeconomic and Capital Market Linkages in the Integrated World Economy, Kluwer Academic Publishers, USA.

Akkoyunlu S. 2000, “One Europe or Several?”, Second Annual Conference at the University of Sussex, 21-22 September.

Black W. and Slatter D.G., 1975 “Regional and National Variations in Employment and Unemployment - Northern Ireland: A case study”, Scottish journal of Political Economy, v.2.2

Buigues P. and Sapir A. 1993, “Market Services and European integration: issues and challenges”, European Economy, No3, Belgium

Clark G.L., 1978 “The Relationship between Canadian National and Regional Unemployment: Implications for a full Employment Policy “, Discussion paper D 78-12, Department of City and Regional planning, Harvard University, Cambridge.

Davidson T. M. and. Pottiez J. M 1998, “An end to unemployment in Europe: from breakdown to breakthrough”, Technology in Society, Volume 20, Issue 4, pages 407- 419.

Draper N. R. and Smith H. 1966, “Applied Regression Analysis”, John Wiler and Sons, USA

G.L. Clark, 1979, “Predicting the regional impact of A full employment policy in Canada : A Box - Jenkins Approach”, Economic Geography, vol. 55, No3.

Johnson R. J., 1979, “On the Relationship between Regional and National Unemployment Trends”, Regional Studies, vol 13.

Lankes H. P and A. J. Venables, 1996, Foreign Direct Investments in Economics Transition : The Changing Patterns of Investments, Economic of Transition, 4.

Lyon D., 1994, “Information Society : Issues and Illusions”, Polity Press, U.K

Meadows P. 1996, “Work Out - or Work in? Contributions to the debate on the future of work”, Rowntree Foundation, York Publishing Services, York, G.B.

Modigliani F., Fitoussi J. P., Moro B., Snower D., Solow R., Steinherr A. and Labini P. S., 1998 “An economists' Manifesto on unemployment in the European Union”, Journal of Income Distribution, Volume 8, Issue 2, Pages 163-187

Rifkin J. 1995, “The End of Work”, G.P. Putnam’s Sons, New York.

Rutkowsky J. 1996, “Changes in the Wage Structure during Economic Transition in Central and Eastern Europe”, Technical paper, no 340, World Bank, Washington D.C.

Scarpetta S. 1995, “Spatial Variations in Unemployment in Central and Eastern Europe: Underlying Reasons and Labour Market Policy Options”, in The Regional Dimensions of Unemployment in Transition Countries, Paris, OECD/CCET.

Βεργόπουλος Κ. 2006, «Νέοι τα μεγαλύτερα θύματα της ευρω-ανεργίας», ανάλυση στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 12 Μαρτίου.

Οικονομική Επιθεώρηση, 2005, Business File, τ. Δεκεμβρίου.

Ρόντος Κ. 1997, «Περιφερειακή ανεργία- νέα τεχνολογία και τοπική πρωτοβουλία», εισήγηση στο 4ο Εθνικό Συνέδριο του Regional Science Association, με θέμα «Η περιφερειακή πολιτική της Ελλάδος προς τον 21ο αιώνα», Αθήνα, 9-10 Μαΐου.

Ρόντος Κ. 2004 «Η ανεργία στην Ελλάδα 1088-1999: Εθνικές τάσεις και περιφερειακές διαφοροποιήσεις, Διοίκηση και Οικονομία, τ.1, Εξαμηνιαία Επιστημονική Επιθεώρηση, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.

Ρόντος Κ., 1995, “Περιφερειακή Διάρθρωση των υπηρεσιών στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση” στο “Διεπιστημονικές προσεγγίσεις στον Περιφερειακό Σχεδιασμό”, Επιμέλεια Κ. Κουτσοπούλου, Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο και Regional Science Association – Greek Sector.

Ρόντος Κ., 1996, “Περιφερειακή Απασχόληση, Προγράμματα στήριξης των νέων και τοπική πρωτοβουλία - Μία στατιστική προσέγγιση της απασχόλησης στην Ελλάδα”, Εκδόσεις Δ.Ε.Π.Ε.Κ.Ε.Π Μοσχάτου, Αθήνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: