Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Πορίσματα έρευνας για την επιλογή επαγγέλματος

Αγνή Βίκη και Ευστράτιος Παπάνης

6.1. Παράγοντες επιλογής επαγγέλματος και συσχετίσεις

6.1.1. Η ηλικία ως παράγοντας και κριτήριο επιλογής επαγγέλματος

Ως προς την ηλικία κατά την οποία οι μαθητές σκέφτονται για πρώτη φορά το επάγγελμα που θέλουν να ακολουθήσουν αξιοπρόσεκτες διαπιστώσεις είναι οι εξής:
Οι περισσότεροι μαθητές προβληματίζονται για το επιθυμητό επάγγελμα για πρώτη φορά στην ηλικία των 10-12 ετών. Τα αγόρια όμως διαφοροποιούνται από τα κορίτσια, με το ότι σκέφτονται νωρίτερα το μελλοντικό τους επάγγελμα. Η αντίστοιχη υπόθεσή μας επαληθεύτηκε στο θέμα αυτό εν μέρει, αφού οι περισσότεροι μαθητές παρουσιάζονται να προβληματίζονται στο τέλος της παιδικής ηλικίας για το μελλοντικό τους επάγγελμα.
Η βαθμολογία της προηγούμενης τάξης φαίνεται να επηρεάζει το χρόνο κατά τον οποίο οι μαθητές σκέφτηκαν για πρώτη φορά το επιθυμητό επάγγελμα. Έτσι μαθητές με μεγαλύτερη βαθμολογία παρουσιάζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό να έχουν σκεφτεί πολύ νωρίς το επάγγελμα που επιθυμούν απ’ ό,τι οι μαθητές με χαμηλότερη βαθμολογία.
Η μόρφωση του πατέρα αλλά και της μητέρας φαίνεται επίσης να παίζει ρόλο, αφού μαθητές με γονείς υψηλού μορφωτικού επιπέδου σκέφτονται νωρίτερα (κάτω των 9 ετών) το επάγγελμα που επιθυμούν σε σχέση με τους μαθητές που οι γονείς τους έχουν χαμηλό μορφωτικό επίπεδο.
Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας σχετίζεται με το χρόνο κατά τον οποίο οι μαθητές ασχολήθηκαν για πρώτη φορά με το επάγγελμα που θα ήθελαν να ακολουθήσουν. Συγκεκριμένα, οι μαθητές με υψηλό οικογενειακό εισόδημα ασχολήθηκαν για πρώτη φορά με το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν σε πολύ πρώιμη ηλικία (αντίθετα προς τους μαθητές με χαμηλό οικογενειακό εισόδημα).
Το επάγγελμα του πατέρα φαίνεται να έχει σχέση με την ηλικία κατά την οποία τα παιδιά ασχολήθηκαν για πρώτη φορά με το επάγγελμα που θα ήθελαν να ακολουθήσουν. Οι μαθητές με πατέρα σε κατηγορίες επαγγελμάτων, όπως «Ιατρικά», «Ανώτερα Οικονομικά - Εμπορικά» και ανώτερα για το μέσο πολίτη επαγγέλματα, έχουν σκεφτεί σε πολύ μικρή ηλικία για πρώτη φορά το επάγγελμα που επιθυμούν. Αντίθετα, μαθητές με πατέρα σε κατηγορίες επαγγελμάτων «Μικρής Εξειδίκευσης» και τα παρόμοια, φαίνεται να σκέφτονται αργότερα το επάγγελμα που θέλουν να ακολουθήσουν.

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, οι μαθητές που έχουν υψηλή βαθμολογία, υψηλό μορφωτικό και επαγγελματικό επίπεδο γονέων και υψηλό οικογενειακό εισόδημα ασχολήθηκαν με το επάγγελμα που θα ήθελαν να ακολουθήσουν για πρώτη φορά σε αρκετά πρώιμη ηλικία. Οι διαπιστώσεις αυτές επικυρώνουν παρόμοιες διαπιστώσεις κυρίως του Κ. Μάνου, ο οποίος συνοπτικά αναφέρει ότι κατά την προεφηβική ηλικία αλλά και την πρώτη εφηβική γίνεται δοκιμαστική εκλογή επαγγελμάτων, ενώ η πραγματική εκλογή γίνεται κατά την εφηβική ηλικία. Επισημαίνει μάλιστα ότι κατά την περίοδο «των δοκιμαστικών εκλογών» την «επαγγελματική εκλογή» καθορίζουν τα ενδιαφέροντα, αργότερα οι ικανότητες και τέλος οι αξίες και οι σκοποί που διαμορφώνουν οι έφηβοι (Μάνος 2000, 254).
Πάντως στις δικές μας διαπιστώσεις είναι φανερή μια μικρή χρονική μετάθεση της πρώτης σκέψης για το επιθυμητό επάγγελμα, ή της δοκιμαστικής επιλογής, κατά 1-2 χρόνια σε πρώιμες ηλικίες.



6.1.2. Το επάγγελμα αρεσκείας: εξέλιξη και συσχετίσεις


Όσον αφορά το επάγγελμα που άρεσε κατά καιρούς στους μαθητές (πρώτη επιλογή από τις τρεις) παρουσιάζεται διαφοροποίηση ανάμεσα στα αγόρια και τα κορίτσια. Τα κορίτσια δείχνουν μεγαλύτερη προτίμηση σε επαγγέλματα, όπως «Εκπαιδευτικά & Πολιτιστικά», «Ιατρικά», «Ανώτερα Καλλιτεχνικά», «Παραϊατρικά» και «Κοινωνικής προσφοράς». Αντίθετα, τα αγόρια κλίνουν σε επαγγέλματα «Ιατρικά», «Στρατιωτικά - Αστυνομικά» απλά και ανώτερα, «Ανώτερα Μεταφορών», «Εκπαιδευτικά & Πολιτιστικά», «Φυσικής Αγωγής», «Απλά Μηχανολογικά» και «Σύγχρονης Τεχνολογίας».
Όπως και σε άλλες προηγούμενες έρευνες (Σιδηροπούλου – Δημακάκου 1995, Karmaς, Kostaki, Dragona 1990, Mullis & Mullis 1997, Erez, Borochov & Manheim 1989) παρατηρείται διαφοροποίηση επαγγελματικών προτιμήσεων. Όμως στην παρούσα έρευνα τα κορίτσια παρουσιάζονται να προτιμούν επιπλέον τα ιατρικά επαγγέλματα περισσότερο από ό,τι σε άλλες έρευνες, ενώ τα αγόρια, τα επαγγέλματα που σχετίζονται με τη φυσική αγωγή και την τεχνολογία. Τα ευρήματα αυτά της έρευνάς μας είναι σύμφωνα με τις νέες τάσεις της κοινωνίας, όπου η γυναίκα παρουσιάζεται πολύ περισσότερο απελευθερωμένη και ικανή για δύσκολα και με μακροχρόνια σπουδή επαγγέλματα και όπου η τεχνολογία έχει επικρατήσει σε συνάρτηση, κατά τα φαινόμενα, περισσότερο με το ανδρικό φύλο.
Οι μαθητές παρουσιάζονται σε μικρότερες ηλικίες να σκέφτονται ως επιθυμητά, επαγγέλματα «Μικρής Εξειδίκευσης Παροχής Υπηρεσιών», «Επιστημονικά Δομικών Έργων» και «Φυσικής αγωγής». Αντίθετα, σε μεγαλύτερες ηλικίες σκέφτονται επαγγέλματα, όπως «Ψυχοκοινωνικά», «Επιστημονικά Μηχανολογικά» και «Ανώτερα Μεταφορών».
Τα παραπάνω αποτελούν ένα απόλυτα νέο εύρημα της έρευνάς μας, τουλάχιστο σε ό,τι αφορά τα συγκεκριμένα επαγγέλματα, αφού στις έρευνες που εξετάστηκαν στην αρχή δεν αναφέρονταν παρόμοιες διαπιστώσεις.
Η βαθμολογία της προηγούμενης τάξης φαίνεται να αποτελεί παράγοντα διαφοροποίησης των επαγγελματικών επιλογών των μαθητών, καθότι υψηλή βαθμολογία σχετίζεται με τάσεις για επιλογές Ανώτερων Επιστημονικών επαγγελμάτων (Νομική, Ιατρική, Φυσικές επιστήμες, Χημεία), ενώ μικρότερη βαθμολογία με τάσεις για Απλά επαγγέλματα (Μηχανολογικά, Μικρής Εξειδίκευσης Παροχής Υπηρεσιών και Κοινωνικής προσφοράς, όπως κομμώτρια, βρεφοκόμος, οδοκαθαριστής κ.λπ.). Αναμενόμενο είναι ότι οι μαθητές με πολύ καλή βαθμολογία οδηγούνται σε επαγγέλματα υψηλού επιπέδου, αντίθετα από τους μαθητές με χαμηλή επίδοση που επιλέγουν κατώτερα επαγγέλματα. Τη συσχέτιση αυτή ενισχύουν και τα συμπεράσματα μιας παλαιότερης έρευνας (Ιωαν. Μαρκαντώνη 1961).
Η μόρφωση του πατέρα αλλά και της μητέρας σε ό,τι αφορά το επίπεδο (π.χ. επιστημονικό υψηλό και χαμηλό ή χειρωνακτικό κ.λπ.) παίζει σημαντικό ρόλο στις επιθυμίες και στις αποφάσεις των νέων και φαίνεται βασικά να ακολουθείται μια αντιστοιχία. Παιδιά με γονείς υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου τείνουν να επιλέγουν επιστημονικά επαγγέλματα διαφόρων ειδικοτήτων και «Ανώτερα Καλλιτεχνικά». Παιδιά με πατέρα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου τείνουν να επιλέγουν επαγγέλματα «Μικρής Εξειδίκευσης Παροχής Υπηρεσιών» και Απλά (Στρατιωτικά - Αστυνομικά και Μηχανολογικά).
Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας αποτελεί σημαντικό παράγοντα στις επαγγελματικές προτιμήσεις των μαθητών. Συγκεκριμένα: Μαθητές υψηλής οικονομικής προέλευσης προτιμούν επαγγέλματα επιστημονικά διαφόρων ειδικοτήτων (και κυρίως «Φυσικών Επιστημών», «Νομικής» και «Δομικών έργων»). Αντίθετα, μαθητές χαμηλής οικονομικής προέλευσης επιθυμούν επαγγέλματα απλά και ολιγόχρονης εξειδίκευσης. Το τελευταίο σχετίζεται προφανώς με οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μαθητές και με την άμεση επαγγελματική αποκατάσταση που εξασφαλίζουν τα παραπάνω επαγγέλματα.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις (σχετικά με τη μόρφωση των γονέων αλλά και την οικονομική κατάσταση της οικογένειας) συμπίπτουν με δεδομένα προηγούμενων ερευνών (Κιντής 1980, Κασιμάτη 1980, Φραγκουδάκη 1985) τα οποία και ενισχύουν.
Ως προς το επάγγελμα του πατέρα διαπιστώθηκε ότι επαγγέλματα μη επιστημονικά, όπως τα «Απλά Μηχανολογικά», προτιμώνται από μαθητές με επάγγελμα πατέρα αντίστοιχου επιπέδου και ελάχιστα από μαθητές με πατέρα που έχει επιστημονικό επάγγελμα. Είναι άξιο προσοχής ότι αρκετοί μαθητές προτιμούν επαγγέλματα παρόμοια με εκείνα των πατέρων τους. Για παράδειγμα, στην έρευνά μας, διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορίες «Απλά Μηχανολογικά», «Εκπαιδευτικά και Πολιτιστικά», «Απλά Στρατιωτικά - Αστυνομικά», «Ιατρικά» προτιμώνται από μαθητές (10.4%, 33.6%, 31.5%, 22.6% αντίστοιχα) με επάγγελμα πατέρα στην ίδια κατηγορία.
Ο τόπος διαμονής των μαθητών σχετίζεται με τις επαγγελματικές προτιμήσεις τους, αφού οι μαθητές που κατοικούν σε περιοχές με μικρό πληθυσμό (κάτω των 20.000) δηλώνουν μεγαλύτερη προτίμηση για «Απλά Στρατιωτικά - Αστυνομικά» επαγγέλματα από ό,τι για «Επιστημονικά Νομικά» επαγγέλματα.
Ως προς τον τύπο σχολείου (Γυμνάσιο – Λύκειο / ΤΕΕ) διαπιστώνεται, γενικά, ότι τα επιστημονικά επαγγέλματα έχουν αυξημένη παρουσία στο προφίλ του Γενικού Λυκείου, γεγονός που εναρμονίζεται πλήρως με το περιεχόμενο των σπουδών και τις προοπτικές που αυτό καθορίζει. Ακόμη είναι φανερή η τάση των μαθητών των ΤΕΕ να προτιμούν απλά επαγγέλματα και επαγγέλματα αμεσότερης αποκατάστασης.
Και σ’ αυτό το σημείο η έρευνά μας επικυρώνει, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, εμπειρικές διαπιστώσεις προηγούμενων ερευνών (Jenson & Kirchner 1955, Argyle 1989, Δημητρόπουλος 1994, Παναγιωτόπουλος 1988, Κασσωτάκης 1991, κ. ά.), όπως αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην εισαγωγή.



6.2. Η οριστική επιλογή επαγγέλματος


Στο δείγμα μας παρουσιάζονται να έχουν οριστικά αποφασίσει για το μελλοντικό τους επάγγελμα το 54.8% των μαθητών. Μάλιστα, τα αγόρια έχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό αποφασίσει για το μελλοντικό τους επάγγελμα απ’ ό,τι τα κορίτσια. Η διαπίστωσή μας αυτή είναι αντίθετη απ’ ό,τι σχετική διαπίστωση σε έρευνα του Δημητρόπουλου κ. ά. (1985), η οποία όμως γίνεται σε περιορισμένο δείγμα (αντίθετα προς το δικό μας δείγμα).
Είναι φανερό ότι στην ηλικία των 14-18 ετών (ηλικία του δείγματος της έρευνάς μας) ο ένας στους δύο περίπου μαθητές φαίνεται να έχει λάβει μια μάλλον οριστική απόφαση για το μελλοντικό του επάγγελμα. Με την πρόοδο της ηλικίας (16.5 και άνω) το ποσοστό είναι μεγαλύτερο (60.7%), ενώ στις πρώτες ηλικίες του δείγματος (12-14) είναι μικρότερο (45.3%).
Τα παραπάνω ευρήματα ενισχύουν τα δεδομένα της έρευνας του Κ. Μάνου (1987), με κάποια αξιοπρόσεκτη διαφοροποίηση για την ηλικία των 12-14 ετών, για την οποία στην έρευνά μας έχουμε την πρωτότυπη διαπίστωση της οριστικής επιλογής από ένα σημαντικό ποσοστό. Τα ευρήματα αυτά όμως παρουσιάζονται προς αντίστοιχα ευρήματα της έρευνας του Δημητρόπουλου κ. ά. (1985) όπου μόνο 30% των μαθητών (και μάλιστα του λυκείου) έχουν οριστικά αποφασίσει για το μελλοντικό τους επάγγελμα.
Παρόμοια είναι η συσχέτιση και ως προς τον τύπο σχολείου, όπου οι μαθητές των ΤΕΕ παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ποσοστό οριστικής επιλογής επαγγέλματος. Η διαπίστωση αυτή παρουσιάζεται σύμφωνη με το γεγονός ότι οι μαθητές των ΤΕΕ ακολουθούν αυτή την κατεύθυνση ακριβώς λόγω του ότι σχετίζεται με συγκεκριμένες επαγγελματικές κατευθύνσεις αλλά και λόγω μεγαλύτερης σε αρκετές περιπτώσεις ηλικίας.
Η βαθμολογία της προηγούμενης τάξης του μαθητή είναι αποκαλυπτική σε σχέση με την τελική - οριστική απόφαση για το είδος επαγγέλματος. Και συγκεκριμένα: Το ποσοστό των μαθητών που έχουν αποφασίσει για το μελλοντικό τους επάγγελμα είναι μεγαλύτερο (64.2%) στους μαθητές που έχουν χαμηλή βαθμολογία (10-12), απ’ ό,τι είναι στους μαθητές με πολύ καλή και άριστη βαθμολογία (46.5% με βαθμολογία 18.1 – 20). Οι διαπιστώσεις αυτές οδηγούν στο ερμηνευτικό συμπέρασμα, ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η επίδοση του μαθητή τόσο δυσκολεύεται να αποφασίσει για το μελλοντικό του επάγγελμα. Η συσχέτιση αυτή μπορεί να οφείλεται σε δυσκολίες για λήψη απόφασης, μπορεί να οφείλεται όμως και στο ότι οι καλοί μαθητές με βάση την προοπτική που θέτουν στον εαυτό τους, κατά φυσικό τρόπο, για σπουδές, αναβάλλουν τη λήψη απόφασης. Όμως, εδώ, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι σε άλλη έρευνα (Δημητρόπουλος κ.ά. 1985) οι καλοί στην επίδοση μαθητές παρουσιάζονται να έχουν οριστικά αποφασίσει για το μελλοντικό τους επάγγελμα σε μεγαλύτερο ποσοστό.

Οι παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν την οριστική επιλογή επαγγέλματος είναι η κλίση, το κοινωνικό γόητρο και η σταθερή επαγγελματική εξέλιξη. Αυτό σημαίνει ότι, οι μαθητές που δίνουν ιδιαίτερη σημασία στους παράγοντες αυτούς, ενισχύονται από τους ίδιους αυτούς παράγοντες στη λήψη οριστικής επαγγελματικής απόφασης.
Παρόμοιες διαπιστώσεις και κυρίως ως προς την κλίση και το κοινωνικό γόητρο έχουν γίνει και από άλλους ερευνητές (Δημητρόπουλος 1986, Μουστάκα – Κασιμάτη 1984, Flouri κ.ά.1990, Karma, Kostaki, Dragona 1990).

Άλλοι παράγοντες τους οποίους οι μαθητές εκτιμούν ως σημαντικούς σ’ ένα επάγγελμα ή σε μια εργασία καθαυτά (ανεξάρτητα από το ποια εργασία πρόκειται να κάνουν οι ίδιοι οι μαθητές στο μέλλον), είναι η σταθερότητα και ασφάλεια της εργασίας και η αντιστοιχία της προς τα ενδιαφέροντά τους. Και τα δύο αυτά φαίνεται να επηρεάζουν θετικά τη λήψη οριστικής επαγγελματικής απόφασης.





6.2.1. Επαγγέλματα οριστικής επιλογής, συσχετίσεις και παράγοντες


Ως προς το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν οι μαθητές, το φύλο φαίνεται να αποτελεί κριτήριο διαφοροποίησής τους ως εξής: Τα αγόρια επιλέγουν επαγγέλματα «Σύγχρονης Τεχνολογίας και Πληροφόρησης» ή «Ανώτερα Μεταφορών» και «Επιστημονικά Μηχανολογικά». Είναι φανερό ότι, η επαγγελματική δομή της κοινωνίας και η επαγγελματική διακίνηση επηρεάζει σημαντικά τις επαγγελματικές προτιμήσεις των μαθητών. Εξελίξεις που σημειώνονται στην τεχνολογία δημιουργώντας νέα επαγγέλματα, όπως είναι αυτά της τεχνολογίας και πληροφόρησης, φαίνεται ότι δεν αφήνουν ανεπηρέαστα τα αγόρια που τα προτιμούν και μάλιστα σε πρώτη κλίμακα. Αντίθετα, τα κορίτσια επιλέγουν επαγγέλματα «Εκπαιδευτικά-Πολιτιστικά», «Κοινωνικής προσφοράς», «Ιατρικά» αλλά και «Παραϊατρικά». Στο σημείο αυτό φαίνεται να επαληθεύεται απόλυτα η υπόθεσή μας, ότι δηλαδή, τα κορίτσια επιλέγουν διαφορετικούς επαγγελματικούς τομείς και επαγγέλματα από τα αγόρια, αφού «η διαφορετική ιδιοσυγκρασία των δυο φύλων οδηγεί σε προτίμηση διαφορετικών επαγγελμάτων» (Μάνος 2000, 255). Σύμφωνα και με την άποψη της Gilligan, η διαφοροποίηση αυτή έχει σχέση με τις εμπειρίες των φύλων που είναι διαφορετικές και η οποία, όπως είναι γνωστό, τονίζει τη διαφορετική οπτική γωνία με την οποία βλέπουν τα πράγματα οι γυναίκες σε συνάρτηση με τις διαφορετικές τους εμπειρίες (πβ. Πουρκός 1997).
Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός, ότι τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια, προτιμούν στον ίδιο βαθμό τα «Απλά Στρατιωτικά - Αστυνομικά» επαγγέλματα. Στο σημείο αυτό διαπιστώνεται ότι ο ρόλος των δύο φύλων σιγά-σιγά αλλάζει και αυτή η αλλαγή αφορά περισσότερο τις γυναίκες. Ένας αριθμός γυναικών φαίνεται να καταλαμβάνει επαγγέλματα στα οποία παραδοσιακά κυριαρχούσαν οι άνδρες, όπως είναι ο στρατός και η αστυνομία. Στο σημείο αυτό της έρευνάς μας είναι απαραίτητο να τονιστεί η έντονη παρουσία των στρατιωτικών – αστυνομικών επαγγελμάτων στις προτιμήσεις των μαθητών από ό,τι σε προηγούμενες έρευνες.
Ως προς την ηλικία διαπιστώνεται ότι οι μαθητές μικρότερης ηλικίας επιλέγουν επαγγέλματα επιστημονικά και γενικά «Ανώτερου επιπέδου» (γιατρός, καλλιτέχνης κ.λπ.), ενώ όσο προχωρεί η ηλικία οι επιλογές αναφέρονται σε περισσότερο ρεαλιστικά και προσιτά επαγγέλματα (σχετικά με την οικονομία, την κοινωνική προσφορά κ.λπ.). Και εδώ επαληθεύεται η υπόθεσή μας σχετικά με την επιλογή επαγγέλματος και την ηλικία. Τα παιδιά σε μικρότερες ηλικίες γοητεύονται από ορισμένα επαγγέλματα, είτε λόγω της άμεσης ανάγκης με την οποία σχετίζεται η λειτουργικότητά τους, είτε λόγω της σχέσης τους με την τέχνη γενικότερα, στα πλαίσια της οποίας προβάλλεται και γίνεται κανείς ευκολότερα γνωστός. Όσο, όμως, προχωρεί το άτομο στην ηλικία, εκτιμώντας τους διάφορους παράγοντες και τις προϋποθέσεις του (οικονομικούς πόρους, ικανότητες - δεξιότητες κ.λπ.), «προσγειώνεται» σε επαγγέλματα που μπορεί το ίδιο να προσεγγίσει. Εδώ πρόκειται για διαπίστωση η οποία επιβεβαιώνει και δεδομένα προηγούμενων ερευνητών (Κάντας & Χαντζή 1994).
Έχει επισημανθεί ότι οι αρχικές σκέψεις των εφήβων, σε πολλές περιπτώσεις, «μεταβάλλονται και γίνονται νέες προσαρμογές» (Μάνος 1986, 253). Και όπως αναφέρεται αλλού (Μιχαηλίδη –Νουάρου 1987), οι έφηβοι αρχικά επιλέγουν επαγγέλματα εκκεντρικά για να εντυπωσιάσουν τους άλλους ή δείχνουν υπερβολική φαντασία στην επιλογή τους. Με την πάροδο της ηλικίας, όμως, προτιμούν συνηθισμένα επαγγέλματα και δείχνουν περισσότερο ρεαλισμό. Ο Winicott (2000), επίσης, αναφέρει ότι ένα από τα συναρπαστικά χαρακτηριστικά των εφήβων, αγοριών και κοριτσιών, είναι ο ιδεαλισμός τους. Γενικά, τονίζει ότι οι έφηβοι δεν έχουν ακόμα εξοικειωθεί με την απογοήτευση και παρουσιάζονται με ιδιαίτερη ελευθερία στη διαμόρφωση ιδανικών στόχων και σχεδίων.
Η βαθμολογία της προηγούμενης τάξης (σχολική επίδοση) φαίνεται να σχετίζεται με την επιλογή επαγγέλματος. Μαθητές με υψηλή βαθμολογία επιλέγουν επαγγέλματα επιστημονικά (Νομικά, Ιατρικά, Φυσικών Επιστημών και Χημικής Βιομηχανίας), ενώ μαθητές με μικρότερη βαθμολογία επιλέγουν επαγγέλματα μη επιστημονικά για τα οποία δε χρειάζεται να έχουν υψηλή βαθμολογία (Απλά Μηχανολογικά και γενικά Μικρής Εξειδίκευσης).
Και εδώ επιβεβαιώνεται η υπόθεσή μας όσον αφορά τη σχολική επίδοση και το ρόλο της στην επιλογή επαγγέλματος του εφήβου. Μάλιστα, θα μπορούσαμε να συσχετίσουμε την υψηλή βαθμολογία με την υψηλή αυτοεκτίμηση, πράγμα που κάνει τους καλούς μαθητές να αισθάνονται περισσότερο σίγουροι για τον εαυτό τους και να επιλέγουν επιστημονικά επαγγέλματα σε αντίθεση με τους μαθητές χαμηλής βαθμολογίας (πβ. και αντίστοιχες διαπιστώσεις στην έρευνα του Δημητρόπουλου κ. ά. 1985).
Το μορφωτικό επίπεδο των γονέων επηρεάζει την προτίμηση και την επαγγελματική απόφαση των μαθητών. Και συγκεκριμένα: Μαθητές με γονείς υψηλού μορφωτικού επιπέδου επιλέγουν επαγγέλματα του ίδιου επιπέδου (επιστημονικά Νομικά, Ιατρικά, Δομικών έργων κ.λπ.), ενώ μαθητές με γονείς χαμηλού μορφωτικού επιπέδου επιλέγουν επαγγέλματα αντίστοιχου επιπέδου (Μικρής Εξειδίκευσης, Απλά Μηχανολογικά κ.λπ.).
H έρευνά μας επικυρώνει σχετικές επισημάνσεις αλλά και εμπειρικές διαπιστώσεις προηγούμενων ερευνών (Moser 1952, Φραγκουδάκη 1985) που αφορούν το μορφωτικό επίπεδο των γονέων αλλά και το επίπεδο επαγγελματικής προτίμησης των εφήβων, το οποίο είναι ανάλογο με το μορφωτικό επίπεδο των γονέων.
Αλλά και η οικονομική κατάσταση της οικογένειας επηρεάζει την επιλογή επαγγέλματος των μαθητών. Έτσι, μαθητές υψηλής οικονομικής προέλευσης προτιμούν και επιλέγουν επαγγέλματα επιστημονικά (Νομικά και Ιατρικά), «Ανώτερα Μεταφορών» και «Σύγχρονης Τεχνολογίας», ενώ μαθητές χαμηλής οικονομικής προέλευσης επιλέγουν επαγγέλματα απλά και μη επιστημονικά, όπως «Μηχανολογικά», «Μικρής Εξειδίκευσης Παροχής Υπηρεσιών» και «Στρατιωτικά – Αστυνομικά».
Στο σημείο αυτό επαληθεύεται, επίσης, η αντίστοιχη υπόθεσή μας, αφού το οικονομικό επίπεδο της οικογένειας αποτελεί παράγοντα διαφοροποίησης των επιλογών των μαθητών στις επαγγελματικές τους προτιμήσεις.
Το επάγγελμα του πατέρα φαίνεται να παίζει ρόλο στην επαγγελματική επιλογή του παιδιού. Συγκεκριμένα, επαγγέλματα μη επιστημονικά επιλέγονται από μαθητές των οποίων ο πατέρας ασκεί μη επιστημονικό επάγγελμα και πολύ λιγότερο από μαθητές με πατέρα που έχει επιστημονικό επάγγελμα. Αντίθετα, επαγγέλματα επιστημονικά επιλέγονται από μαθητές των οποίων ο πατέρας ασκεί επιστημονικό επάγγελμα. Ειδικότερα, σημειώνεται, ότι παιδιά με πατέρα σε επαγγέλματα, όπως «Ιατρικά», «Εκπαιδευτικά και Πολιτιστικά», «Ανώτερα Οικονομικά και Εμπορικά», «Απλά Στρατιωτικά», «Απλά Μηχανολογικά» επιλέγουν συνήθως επάγγελμα αντίστοιχο προς αυτό του πατέρα τους. Και εδώ η υπόθεσή μας επαληθεύεται σχεδόν απόλυτα, αφού το επάγγελμα του πατέρα επηρεάζει την επιλογή επαγγέλματος των νέων. Οι έφηβοι ακολουθούν συνήθως επαγγέλματα παρόμοια με αυτά των πατέρων τους.
Τα παραπάνω ευρήματα (σχετικά με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας και το επάγγελμα των γονέων) συμπίπτουν με δεδομένα προηγούμενων ερευνών (Vigod 1972, Παπάς 1989, Ψαχαρόπουλος - Καζαμίας 1985, Schiamberg and Chong - Hee Chin 1987, Παπακωνσταντίνου 1981, Πάντα 1988) τα οποία και ενισχύουν.
Ο τύπος σχολείου φαίνεται να επηρεάζει την επιλογή επαγγέλματος, αφού είναι φανερή η τάση των μαθητών που φοιτούν στα ΤΕΕ να επιλέγουν γενικά απλά επαγγέλματα και επαγγέλματα άμεσης ζήτησης και σύγχρονης τεχνολογίας.
Ο τόπος διαμονής παίζει ρόλο και στην οριστική απόφαση επιλογής επαγγέλματος: Αναλυτικότερα, οι μαθητές που κατοικούν σε κωμοπόλεις και ημιαστικές περιοχές δηλώνουν σε μεγαλύτερο ποσοστό ότι έχουν αποφασίσει να ακολουθήσουν τα «Απλά Στρατιωτικά – Αστυνομικά» επαγγέλματα. Αντίθετα, σύγχρονα τεχνολογικά επαγγέλματα, όπως «Μηχανογράφησης και Πληροφόρησης», έχουν αποφασίσει να ακολουθήσουν οι μαθητές που προέρχονται κυρίως από μεγάλα αστικά κέντρα. Οι τελευταίες διαπιστώσεις επαληθεύουν παρόμοιες διαπιστώσεις (έρευνες των Δημητρόπουλου κ. ά. 1994 και Kostaki 1990).

Εκτός από τους παραπάνω παράγοντες με τους οποίους σχετίζεται η επιλογή συγκεκριμένων επαγγελμάτων από τους μαθητές, η επιλογή αυτή φαίνεται να επηρεάζεται λιγότερο ή περισσότερο και από άλλα κριτήρια - κίνητρα. Τέτοια κριτήρια είναι τα χρήματα, το κοινωνικό γόητρο, η συνέχιση της παράδοσης, η επιθυμία των γονέων αλλά και ο ελεύθερος χρόνος, τα οποία και επηρεάζουν κυρίως την επιλογή εκείνων που κατευθύνονται σε απλά συνήθως επαγγέλματα, όπως «Μηχανολογικά» και «Ηλεκτρολογικά – Ηλεκτρονικά». Για τους μαθητές που κατευθύνονται στα «Παραϊατρικά» επαγγέλματα, σημαντικά κριτήρια παρουσιάζονται να είναι τα «χρήματα» και το «κοινωνικό γόητρο». Για αυτούς που ακολουθούν τα «Απλά Στρατιωτικά – Αστυνομικά» κυρίως επαγγέλματα, σημαντικά είναι τα κριτήρια «συνέχιση της επαγγελματικής οικογενειακής παράδοσης», «επιθυμία γονέων» και «ελεύθερος χρόνος», ενώ για τα «Ανώτερα Στρατιωτικά – Αστυνομικά», «Μεταφορών» και «Ενημέρωσης – Πληροφόρησης» παίζει ρόλο η «σταθερή επαγγελματική εξέλιξη». Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των «Ψυχοκοινωνικών» επαγγελμάτων για τα οποία, τόσο τα «χρήματα» και το «κοινωνικό γόητρο» όσο και η «συνέχιση της επαγγελματικής παράδοσης», η «επιθυμία των γονέων» και ο «ελεύθερος χρόνος» δε φαίνεται να παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στην προτίμηση των μαθητών. Η «σταθερή επαγγελματική εξέλιξη» παρουσιάζεται αξιοπρόσεκτο κριτήριο για όσους επιλέγουν επαγγέλματα ανώτερα (Μεταφορών ή Στρατιωτικά – Αστυνομικά) και «Ενημέρωσης – Πληροφόρησης». Κανένα από τα παραπάνω κριτήρια δε φαίνεται να παίζει ιδιαίτερο ρόλο για την προτίμηση των «Εκπαιδευτικών – Πολιτιστικών» επαγγελμάτων.
Η ποικιλία που παρουσιάζεται ανάμεσα στο επάγγελμα που έχει κανείς αποφασίσει να ακολουθήσει και στα αναφερθέντα κριτήρια, θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως συνάρτηση του κορεσμού όλων σχεδόν των επαγγελμάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια παραπέρα ποικιλία και σχεδόν ανεξάρτητη ή αυθαίρετη και υποκειμενική κάθε φορά συσχέτιση επαγγελματικής απόφασης και σημασίας που αποδίδεται στα διάφορα κριτήρια.

Αλλά και άλλα ειδικότερα κριτήρια φαίνεται να λαμβάνονται υπόψη από τους μαθητές στην επιλογή ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος. Αξιοπρόσεκτη είναι η περίπτωση των «Παραϊατρικών» επαγγελμάτων, που επιλέγονται από μαθητές που θεωρούν σημαντικό το κριτήριο «καλές συνθήκες εργασίας» και το κριτήριο «σταθερότητα - ασφάλεια» στο επάγγελμα. Για την επιλογή των επαγγελμάτων που ανήκουν στα «Ανώτερα Μεταφορών» φαίνεται να θεωρούνται σημαντικά τα κριτήρια «ευκαιρίες προαγωγής» και «ανταπόκρισης στα ενδιαφέροντα», πράγμα για το οποίο είναι δύσκολο να υπάρξει κάποια ερμηνεία. Επίσης, αξιοπρόσεκτη είναι η περίπτωση των «Ψυχοκοινωνικών» επαγγελμάτων, που επιλέγονται από μαθητές οι οποίοι θεωρούν περισσότερο σημαντική την «ανταπόκριση («ταίριασμα») του επαγγέλματος με τα ενδιαφέροντά τους». Επισημαίνεται, ακόμη, το γεγονός ότι το κριτήριο «ευκαιρίες προαγωγής» θεωρείται λιγότερο σημαντικό από μαθητές που επιλέγουν διάφορα Επιστημονικά και «Εκπαιδευτικά – Πολιτιστικά» επαγγέλματα. Η τάση αυτή θα μπορούσε να συσχετιστεί με τη σύγχρονη νοοτροπία των φορέων αυτών των επαγγελμάτων και η οποία ως γνωστό είναι αντίθετη προς αντίστοιχες παλαιότερες τάσεις στις οποίες σε συνάρτηση με την επαγγελματική εξέλιξη – προαγωγή ασκούσε ιδιαίτερο γόητρο κάποιος τίτλος (πβ. την περίπτωση του παλαιού τίτλου Γυμνασιάρχης – Λυκειάρχης).

Το κριτήριο της παραμονής κοντά στην οικογένεια για σπουδές λαμβάνεται υπόψη από μαθητές κυρίως απλών επαγγελμάτων και επαγγελμάτων μικρής εξειδίκευσης, ενώ το κριτήριο της παρώθησης από συγγενικό άτομο και το κριτήριο της άμεσης αποκατάστασης και ασφάλειας, από μαθητές που επιλέγουν «Στρατιωτικά-Αστυνομικά» επαγγέλματα. Το κριτήριο καταξίωση στον οικογενειακό περίγυρο φαίνεται να παίζει ρόλο στους μαθητές που επιλέγουν «Ιατρικά» και «Ανώτερα Στρατιωτικά» επαγγέλματα. Για την επιλογή των επαγγελμάτων «Ενημέρωσης και Πληροφόρησης» φαίνεται να παίζουν ρόλο τα κριτήρια απόκτηση οικονομικής αυτάρκειας και επαγγελματική ικανοποίηση, η οποία παρουσιάζεται να αποτελεί κριτήριο και για όσους μαθητές επιλέγουν τα «Ψυχοκοινωνικά» επαγγέλματα.

Άξια ιδιαίτερης προσοχής είναι η συσχέτιση που παρουσιάζεται ανάμεσα στα επαγγέλματα τελικής επιλογής και στην υπευθυνότητα κατά την εργασία. Οι μαθητές συνδυάζουν τα ανώτερα και επιστημονικά επαγγέλματα με πολλές ευθύνες, οι οποίες φαίνεται να αποτελούν και κίνητρο για την επιλογή αυτών των επαγγελμάτων.
Σε συνάρτηση με την προτίμηση τομέα (ιδιωτικό ή δημόσιο), οι μαθητές επιλέγουν τελικά επαγγέλματα επιστημονικά ή γενικά ανώτερα στα οποία η ιδιωτική πρωτοβουλία φαίνεται να αποτελεί κριτήριο επιλογής. Αντίθετα, ο δημόσιος τομέας φαίνεται να αποτελεί κριτήριο για την επιλογή επαγγελμάτων όχι μόνο απλών αλλά και ανώτερων (π.χ. Στρατιωτικά - Αστυνομικά).
Η τάση αυτή μπορεί να ερμηνευτεί σε σχέση με το γνωστό για τη νοοτροπία του μέσου Έλληνα κριτήριο της σταθερότητας – σιγουριάς του μισθού.
Η υπόθεσή μας σε σχέση με τα παραπάνω δεν επαληθεύεται απόλυτα. Διάφοροι παράγοντες και συσχετισμοί κριτηρίων φαίνεται να διαφοροποιούν τα πράγματα (πβ. και την πρόσφατη διαπίστωση από σχετικό ερώτημα σε έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου όπου στο δημόσιο τομέα προβλέπει να εργαστεί το 44.49% των μαθητών, ενώ στον ιδιωτικό τομέα το 68.35%). (Βλ. Λακασάς 2002).
Στο σημείο αυτό χρειάζεται να επισημανθεί, ακόμη, η διαφοροποίηση που παρατηρείται σε σχέση με παλαιότερες έρευνες (Karmas κ.ά. 1990, Μακρή 1994) όπου ήταν φανερή η προτίμηση του δημόσιου τομέα σε συνδυασμό με το σταθερό εισόδημα.

Οι παραπάνω επισημάνσεις είναι γενικά αναμενόμενες, αν λάβει κανείς υπόψη γενικότερα γνωστά δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας, και έρχονται να επαληθεύσουν διαπιστώσεις και τάσεις που παρουσιάστηκαν και σε άλλες απαντήσεις ερωτημάτων (κυρίως σε σχέση με τα Ψυχοκοινωνικά επαγγέλματα).






6.2.2. Εκτίμηση των ικανοτήτων των μαθητών για το επάγγελμα επιλογής



Ως προς την βεβαιότητα των μαθητών σχετικά με τις ικανότητές τους για το επιθυμητό επάγγελμα αξιοπρόσεκτες διαπιστώσεις είναι οι εξής: Τα αγόρια παρουσιάζουν μεγαλύτερο ποσοστό σε υψηλότερο βαθμό βεβαιότητας από ό,τι τα κορίτσια (30.8% έναντι 22.6%), ενώ τα κορίτσια παρουσιάζουν μεγαλύτερο ποσοστό σε επαρκή (49.1%) και μέτρια (15.6%) εκτίμηση των ικανοτήτων τους. Το εύρημα αυτό παρουσιάζεται σύμφωνο με ευρήματα και επισημάνσεις ερευνών με την αυτοεκτίμηση των νέων, όπου τα αγόρια παρουσιάζονται περισσότερο σίγουρα για τον εαυτό τους από ό,τι τα κορίτσια (Λεονταρή 1998, Μακρή 2001, Χατζηχρήστου/ Hopf, 1992).
Η βαθμολογία της προηγούμενης τάξης παίζει επίσης ρόλο στην εκτίμηση των ικανοτήτων των νέων για το επιλεγμένο επάγγελμα. Συγκεκριμένα: Η υψηλότερη βαθμολογία ενός μαθητή συμπίπτει με περισσότερη βεβαιότητα για τις ικανότητές του ως προς το επάγγελμα που έχει αποφασίσει να ακολουθήσει. Αξιοπρόσεκτο είναι το εύρημα ότι, μαθητές με κάπως μεγαλύτερη βαθμολογία έχουν εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους σε απλώς «επαρκή βαθμό», ενώ μαθητές χαμηλότερης βαθμολογίας έχουν σε «μεγάλο βαθμό» εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους. Αυτό θα μπορούσε (αν υποτεθεί ότι δε σχετίζεται με τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου επαγγέλματος που έχουν επιλέξει) να εξηγηθεί και ως μια μειωμένη ικανότητα ρεαλιστικής κρίσης και αυτοεκτίμησης των τελευταίων, αφού, ενώ έχουν χαμηλότερη βαθμολογία, παρουσιάζουν σε μεγαλύτερο βαθμό εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους για το αντίστοιχο επάγγελμα. Αντίθετα, οι μαθητές με υψηλότερη βαθμολογία χαρακτηρίζονται από μετριοφροσύνη και επιφυλακτικότητα.
Η μόρφωση της μητέρας σχετίζεται με την εκτίμηση των ικανοτήτων του νέου για το επιλεγμένο επάγγελμα. Αναλυτικότερα, χαμηλό μορφωτικό επίπεδο της μητέρας συνδέεται με απαντήσεις «μέτριας» βεβαιότητας και με δηλώσεις για ανικανότητα εκτίμησης («Δεν ξέρω»), ενώ το «μέσο» και «πάνω» μορφωτικό επίπεδο της μητέρας οδηγεί σε εκτίμηση «επάρκειας» των ικανοτήτων στις περισσότερες περιπτώσεις.
Οι διαφοροποιήσεις αυτές είναι αξιοπρόσεκτες και θα μπορούσαν να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας άλλης αποκλειστικής στο θέμα αυτό έρευνας σε βάθος, πολύ περισσότερο που η μόρφωση του πατέρα δεν έδωσε καμιά σχετική διαφοροποίηση.
Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας φαίνεται να αποτελεί σημαντικό παράγοντα βεβαιότητας για την ύπαρξη ικανοτήτων σχετικών με το επιλεγμένο επάγγελμα, αφού το υψηλότερο του μέσου μηνιαίο εισόδημα σχετίζεται με εκτίμηση των ικανοτήτων σε «επαρκή» και σε «μεγάλο» βαθμό.
Για τις παραπάνω διαπιστώσεις και κυρίως σχετικά με τη βαθμολογία, τη μόρφωση της μητέρας και την οικονομική κατάσταση της οικογένειας τα ευρήματα της παρούσας έρευνας, είναι σε σχέση με προηγούμενες παρόμοιες έρευνες, πρωτότυπα και μοναδικά.









6.2.3. Εκτίμηση της πιθανότητας παραμονής στο επιλεγμένο επάγγελμα


Εδώ πρόκειται για το θέμα της σταθερότητας και εμμονής σε μια επαγγελματική κατεύθυνση ή σε μια αντίστοιχη απόφαση. Με άλλα λόγια, από τους μαθητές ζητήθηκε να εκτιμήσουν τη βεβαιότητα ή σιγουριά παραμονής τους στο επιλεγμένο επάγγελμα. Οι σχετικές διαπιστώσεις είναι οι εξής: Η πιθανότητα επαγγελματικής αλλαγής παρουσιάζεται μεγαλύτερη στα κορίτσια, στους μαθητές με χαμηλότερη βαθμολογία και με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο γονέων αλλά και με χαμηλότερη οικονομική και επαγγελματική οικογενειακή κατάσταση.
Είναι φανερό ότι, η αβεβαιότητα παραμονής στο επιλεγμένο επάγγελμα βρίσκεται σε κάποια συνάρτηση με τον παράγοντα φύλο αλλά και με το γενικότερο κοινωνικό - μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο της οικογένειας.
Και αυτά τα ευρήματα της έρευνά μας είναι νέα, αφού στις έρευνες που εξετάστηκαν δεν αναφέρονταν παρόμοια θεματολογία ή διαπιστώσεις.



6.3. Επαγγελματικές προτιμήσεις των μαθητών γενικά


Σχετικά με τις κυριότερες επαγγελματικές προτιμήσεις των μαθητών, από την έρευνά μας φάνηκε ότι τα επαγγέλματα που προτιμούν σε πρώτη σειρά είναι κυρίως επιστημονικά επαγγέλματα («Εκπαιδευτικά και Πολιτιστικά», «Ιατρικά» συνολικά 84%) και ακολουθούν τα «Απλά Στρατιωτικά - Αστυνομικά» και τα «Καλλιτεχνικά». Επαγγέλματα που προτιμούν ελάχιστα οι μαθητές είναι τα «Εκκλησιαστικά», τα «Απλά Ηλεκτρολογικά και Ηλεκτρονικά», τα επαγγέλματα «Σχεδίασης Σύγχρονων Τεχνολογιών», τα «Βιομηχανίας Τροφίμων και Ποτών» κ.λπ.
Στο σημείο αυτό επαληθεύεται η υπόθεσή μας, αφού οι μαθητές προτιμούν επαγγέλματα επιστημονικού επιπέδου, δηλαδή, επαγγέλματα που προσδίδουν κύρος ακόμα και όταν γνωρίζουν από πριν ότι κάποια από αυτά τα επαγγέλματα έχουν κορεστεί (π.χ. εκπαιδευτικά) ή περνούν (κάποια μεγάλη ή μικρή) κρίση. Είναι φανερό, όμως, ότι το κοινωνικό γόητρο κάποιων επαγγελμάτων ασκεί μεγαλύτερη επιρροή στις προτιμήσεις των εφήβων, παρά την ενδεχόμενη ή και πολύ πιθανή ανεργία. Έτσι, πολύ εύστοχα, παρατηρεί ο Κ. Μάνος (2000, 257): «Οι νέοι προτιμούν επαγγέλματα που τους δίνουν αίγλη και τους συγκλονίζουν, ανεξάρτητα από την ικανότητα που απαιτείται ή τις ευκαιρίες που υπάρχουν γι’ αυτά. Επίσης θέλουν επαγγέλματα που τους ανυψώνουν το γόητρο, έστω κι αν αυτά τα επαγγέλματα τους προσφέρουν λιγότερα χρήματα από τα επαγγέλματα με το μικρότερο γόητρο».

Από τα σχετικά δεδομένα συγκρινόμενα με τα δεδομένα της τελικής επιλογής διαπιστώνεται ακόμη μια ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη μετατόπιση και αλλαγή των επαγγελματικών προτιμήσεων και επιθυμιών των μαθητών προς επαγγέλματα που είναι γι’ αυτούς ενδεχομένως περισσότερο προσιτά (πιθανώς λόγω αναντιστοιχίας απαιτήσεων των επαγγελμάτων και της σχολικής επίδοσης των μαθητών).

Το φύλο παρουσιάζεται ως παράγοντας διαφοροποίησης των προτιμήσεων των μαθητών, αφού τα αγόρια τείνουν περισσότερο να προτιμούν επαγγέλματα σύγχρονης «Τεχνολογίας – Πληροφορικής» και «Φυσικής αγωγής», ενώ τα κορίτσια «Εκπαιδευτικά» και «Ψυχοκοινωνικά». Η διαφοροποίηση αυτή ισχύει και στο θέμα της απόφασης επιλογής επαγγέλματος.
Σημειώνεται ότι, και αυτά τα ευρήματα ενισχύουν, σε γενικές γραμμές, δεδομένα άλλων προηγούμενων ερευνών ως προς τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια, δε συμπίπτουν όμως απόλυτα ως προς τα συγκεκριμένα επαγγέλματα (Παπάς 1989, Karma, Kostaki, Dragona 1990).
Σχετικά με τις προτιμήσεις επαγγελμάτων σε συνάρτηση με το επάγγελμα του πατέρα οι μαθητές, ανεξάρτητα από την απόφασή τους, παρουσιάζουν δύο βασικές τάσεις: Η μία σχετίζεται με προτιμήσεις επαγγελμάτων όμοιων με αυτά των πατέρων τους, η άλλη αναφέρεται στην προτίμηση επαγγελμάτων που βρίσκονται σε ανώτερο επίπεδο από αυτό του πατέρα στην ίδια συνήθως αλλά και σε άλλη κατεύθυνση. Ασθενέστερη είναι μια τρίτη τάση μαθητών με πατέρα σε ανώτερα επαγγέλματα (π.χ. Οικονομικά – Εμπορικά), οι οποίοι φαίνεται να προτιμούν, επίσης, ανώτερα, διαφορετικά, όμως, επαγγέλματα (π.χ. Φυσικών Επιστημών και Χημικής Βιομηχανίας).
Με κριτήριο τον τύπο σχολείου οι μαθητές παρουσιάζονται σύμφωνοι με την επιλογή της κατεύθυνσης που ήδη έχουν πάρει (Γενικό Λύκειο ή ΤΕΕ), αφού οι προτιμήσεις τους σχετίζονται με επαγγέλματα που αντιστοιχούν στην επιλογή αυτή.
Η διαπίστωσή μας αυτή είναι σύμφωνη με σχετικές επισημάνσεις ή διαπιστώσεις άλλων ερευνών (Παπαϊωάννου 1989, Εργολάβος 1986).
Τα κριτήρια που παίζουν ρόλο στις κυριότερες επαγγελματικές προτιμήσεις των μαθητών, ανεξάρτητα από την απόφασή τους, ποικίλλουν. Στους μαθητές που προτιμούν τα «Ανώτερα Οικονομικά – Εμπορικά» επαγγέλματα, φαίνεται να κυριαρχούν τα κριτήρια «χρήματα» και «κοινωνικό γόητρο», ενώ στους μαθητές που προτιμούν τα «Ψυχοκοινωνικά» επαγγέλματα, κυριαρχεί το κριτήριο «κλίση» και σ’ αυτούς που προτιμούν τα «Παραϊατρικά» επαγγέλματα, τα κυρίαρχα κριτήρια είναι τόσο η «κλίση» όσο και τα «χρήματα». Τα κριτήρια «συνέχιση της παράδοσης» και «επιθυμία γονέων» κυριαρχούν στους μαθητές που προτιμούν απλά επαγγέλματα (Μηχανολογικά ή Στρατιωτικά), ενώ τα κριτήρια «ελεύθερος χρόνος» και «πιθανότητες επιτυχίας» φαίνεται να κυριαρχούν στους μαθητές που προτιμούν περισσότερο τα «Ανώτερα Οικονομικά – Εμπορικά» επαγγέλματα. Είναι φανερό ότι, από τις παραπάνω συσχετίσεις, κάποιες τάσεις είναι ουσιαστικές, πολύ περισσότερο που παρουσιάζονται κατά τον ίδιο τρόπο και σε παρόμοια ερωτήματα (π.χ. Ψυχοκοινωνικά επαγγέλματα). Ακόμη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι και το ποσοστό των μαθητών, που έχουν πατέρα γιατρό και δηλώνουν την απόφασή τους να ακολουθήσουν το επάγγελμά του, παρουσιάζουν, όμως, ως λόγο προτίμησης όχι τη συνέχιση της παράδοσης κ.λπ., αλλά την κλίση τους.

Οι κυριότερες επαγγελματικές προτιμήσεις των μαθητών σχετίζονται με τη σημασία που δίνουν σε ορισμένους παράγοντες που αφορούν ένα επάγγελμα. Η περίπτωση των κριτηρίων «καλές συνθήκες εργασίας» και «σταθερότητα - ασφάλεια» στην εργασία, εκτιμώνται ως σημαντικά από τους μαθητές που προτιμούν επαγγέλματα, όπως τα «Παραϊατρικά» και τα «Μικρής Εξειδίκευσης». Ο παράγοντας «χρήματα» κυριαρχεί και εδώ στους μαθητές που προτιμούν «Απλά Μηχανολογικά» αλλά και «Ανώτερα Οικονομικά – Εμπορικά» επαγγέλματα. Τέλος, τα κριτήρια «ευκαιρίες προαγωγής» και «ανταπόκριση στα ενδιαφέροντα» φαίνεται να κυριαρχούν στους μαθητές που προτιμούν επαγγέλματα σύγχρονα Τεχνολογικά. Και εδώ είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του κριτηρίου «ανταπόκριση στα ενδιαφέροντα» που εκτιμάται ως κυρίαρχο από τους μαθητές οι οποίοι προτιμούν τα «Ψυχοκοινωνικά επαγγέλματα».

Όσον αφορά την αλλαγή προτίμησης ή απόφασης των μαθητών για κάποιο επάγγελμα φαίνεται ότι αρκετοί μαθητές (περίπου 35% με υπεροχή των αγοριών) αλλάζουν προτίμηση τρεις (3) φορές. Μάλιστα, από πολλούς μαθητές η ηλικία των 13 ετών δηλώνεται ως η ηλικία εκείνη κατά την οποία κάνουν την τελευταία αλλαγή απόφασης.
Και αυτό το εύρημα ενισχύει παρόμοια δεδομένα και επισημάνσεις άλλων ερευνητών (βλ. Σόφτη – Μπεσμπέα 1983) με κάποια διαφοροποίηση ως προς τη συχνότητα αλλαγής επαγγελματικών προτιμήσεων.




6.3.1. Επιλογή επαγγέλματος και άλλες επαγγελματικές προτιμήσεις και συσχετίσεις

Ως προς τις ώρες εργασίας φαίνεται ότι το πρωινό ωράριο προτιμάται από μεγάλο ποσοστό μαθητών με κάποια υπεροχή των κοριτσιών, ενώ το βραδινό ωράριο προτιμάται περισσότερο από τα αγόρια. Η προτίμηση αυτή των αγοριών μπορεί να συσχετιστεί με τη μεγαλύτερη ελευθερία που αποδίδεται από την ελληνική, τουλάχιστο, κοινωνία στο ανδρικό φύλο.
Ακόμη, μαθητές με υψηλή βαθμολογία προτιμούν σε μεγαλύτερο ποσοστό το «πρωινό ωράριο» (75.4%) απ’ ό,τι οι μαθητές με χαμηλή βαθμολογία. Το «βραδινό» και «απογευματινό» ωράριο το επιλέγουν σε μεγαλύτερο ποσοστό μαθητές με χαμηλή βαθμολογία και μαθητές των ΤΕΕ. Αυτό μπορεί να συσχετιστεί με την πιθανότητα προοπτικής για την οποία και δείχνουν ότι έχουν προετοιμαστεί.

Ως προς την άδεια - απουσία από την εργασία ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών επιθυμεί τρίμηνη διάρκεια. Η στάση όμως των μαθητών διαφοροποιείται εν μέρει σε σχέση με το φύλο. Τα αγόρια κάπως περισσότερο από τα κορίτσια (46.2% έναντι 40.8%) προτιμούν η άδειά τους να διαρκεί τρεις (3) μήνες. Στις κατηγορίες «1 μήνα» και «2-3 βδομάδες» τα κορίτσια υπερτερούν από τα αγόρια (κατά 3% περίπου). Οι προτιμήσεις αυτές βρίσκονται σε συνάρτηση με τις προτιμήσεις τους για επαγγέλματα στα οποία η άδεια φθάνει μέχρι και 3 μήνες, όπως είναι τα «Εκπαιδευτικά» επαγγέλματα που, όπως διαπιστώθηκε στις αντίστοιχες ερωτήσεις, δηλώνονται σε μεγάλο ποσοστό, τόσο από τα αγόρια όσο και από τα κορίτσια. Ο περιορισμένος αριθμός των κοριτσιών, που δηλώνει και περιορισμένο χρόνο άδειας -διακοπών, αντιστοιχεί προφανώς στα κορίτσια εκείνα που έχουν επιλέξει ή σκέφτονται να επιλέξουν επαγγέλματα με περιορισμένη διάρκεια άδειας - διακοπών.
Οι προτιμήσεις των μαθητών για τη διάρκεια της άδειας – απουσίας από την εργασία διαφοροποιούνται σε σχέση με την ηλικία τους. Μαθητές μικρής ηλικίας (12-14.5 ετών) προτιμούν (49.5%) να έχουν άδεια μεγάλης διάρκειας (3 μήνες), σε αντίθεση με τους μαθητές μεγαλύτερης ηλικίας (14.5-16.5 ετών, 41.5%). Το ποσοστό μειώνεται (39.5%) στους μαθητές μεγαλύτερης ηλικίας (16.5 ετών και άνω). Οι μικρότεροι στην ηλικία μαθητές δείχνουν ότι επιθυμούν μεγαλύτερο χρόνο άδειας - διακοπών, πράγμα που σχετίζεται μάλλον με μια απερίσκεπτη τοποθέτησή τους. Η ίδια όμως επιπόλαια επιθυμία παρουσιάζεται κατ’ αναλογία και στις άλλες ηλικίες.
Η μόρφωση του πατέρα φαίνεται να διαφοροποιεί τους μαθητές στις προτιμήσεις τους ως προς την άδεια – απουσία από την εργασία τους. Μαθητές με πατέρα υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου προτιμούν να έχουν άδεια - διακοπές «2-3 μήνες» ή «δεν τους ενδιαφέρει» η διάρκεια. Οι μαθητές που επιλέγουν τις κατηγορίες «2-3 βδομάδες» και «1 μήνα» σχετίζονται με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο πατέρα. Τα ίδια ισχύουν και για τη μόρφωση της μητέρας με τη διαφορά ότι η κατηγορία «Αδιάφορο» επιλέγεται από παιδιά με μητέρα χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου.
Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας διαφοροποιεί τη στάση των μαθητών απέναντι στη χρονική διάρκεια της άδειας - διακοπών, αφού το υψηλότερο του μέσου μηνιαίο εισόδημα σχετίζεται με προτίμηση άδειας - διακοπών μεγάλης χρονικής διάρκειας (2-3 μήνες).
Αλλά και το επάγγελμα του πατέρα αποτελεί σημαντικό παράγοντα επιλογής των μαθητών. Συγκεκριμένα, μαθητές με επάγγελμα πατέρα στην κατηγορία «Εκπαιδευτικά & Πολιτιστικά» προτιμούν μεγάλης διάρκειας διακοπές (2-3 μήνες) σε ποσοστό 83.1%. Στο σύνολο όμως του δείγματος η προτίμηση αυτή περιορίζεται (67.1%).
Αξιομνημόνευτη είναι η διαπίστωση ότι οι μαθητές που μένουν σε μεγάλα αστικά κέντρα δηλώνουν την επιθυμία τους για μεγαλύτερο χρόνο άδειας από ό,τι τα παιδιά άλλων περιοχών. Είναι φανερή εδώ η ανάγκη φυγής από τις μεγαλουπόλεις, πράγμα που συνηθίζεται και συνδυάζεται με τις διακοπές.
Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις που αφορούν το ωράριο εργασίας αλλά και τη διάρκεια της άδειας - διακοπών που επιθυμούν οι μαθητές σε σχέση με την επιλογή επαγγέλματος, αποτελούν πρωτότυπα ευρήματα αναφορικά προς παρόμοιες έρευνες.




6.3.2. Ιδιαίτερες προτιμήσεις - κριτήρια και επιλογή επαγγέλματος των μαθητών


Οι τάσεις που παρουσιάστηκαν σχετικά με τα κριτήρια «σταθερό εισόδημα» ή «δυνατότητα μεγάλων κερδών» ως προς το μελλοντικό επάγγελμα των μαθητών αποκαλύπτουν, ότι οι μαθητές και των δύο φύλων στην συντριπτική πλειοψηφία τους, προτιμούν εργασία με σταθερό εισόδημα. Το περιορισμένο ποσοστό που διακινδυνεύει και προτιμά εργασία με δυνατότητα μεγάλων κερδών είναι υπερδιπλάσιο στα αγόρια απ’ ό,τι στα κορίτσια. Αυτό είναι μάλλον σύμφωνο προς τη νοοτροπία της Ελληνίδας να παραμένει σε παραδοσιακά πλαίσια και να μην διακινδυνεύει καταστάσεις και επιθυμίες. Έτσι επικυρώνεται με την έρευνά μας η επισήμανση ότι τα κορίτσια γενικότερα δείχνουν προτίμηση για επαγγέλματα που τους εξασφαλίζουν κάτι μόνιμο (Μάνος 2000) και σταθερό που σε άλλες έρευνες έχει συσχετιστεί με το δημόσιο τομέα (Δουλκέρη 1990, Kostaki 1990).
Αξιόλογη είναι η διαπίστωση ότι η «εργασία με σταθερό εισόδημα» προτιμάται σε μεγάλο ποσοστό τόσο από μαθητές χαμηλής βαθμολογίας, (βαθμ. 10-12, 85,4%) όσο και από μαθητές υψηλής βαθμολογίας (βαθμ.18,1-20, 76,3%) με κάποια όχι ανάξια λόγου υπεροχή του ποσοστού των χαμηλόβαθμων μαθητών. Στην κατηγορία «κάτι άλλο» η διαφορά μεταξύ υψηλόβαθμων και χαμηλόβαθμων μαθητών μειώνεται κάπως, υπερέχουν όμως στην προτίμηση αυτής της κατηγορίας οι υψηλόβαθμοι. Η διαφοροποίηση αυτή θα μπορούσε να ερμηνευτεί σε σχέση με την τάση των υψηλόβαθμων μαθητών να ξεφύγουν από ορισμένα επαγγελματικά και οικονομικά στερεότυπα, όπως είναι το σταθερό εισόδημα ή η δυνατότητα μεγάλων κερδών από το επάγγελμα.
Το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των γονέων σχετίζεται με την προτίμηση των παιδιών τους - μαθητών για εργασία με «σταθερό εισόδημα», πράγμα που σημαίνει μάλλον ότι οι μαθητές αυτοί νιώθουν ή εκτιμούν την ανάγκη εξασφάλισης, στα πλαίσια της μελλοντικής εργασίας τους, ενός σταθερού πόρου ζωής.
Η εργασία με «σταθερό εισόδημα» προτιμάται και από τα παιδιά οικογενειών με χαμηλότερο οικονομικό - οικογενειακό επίπεδο, πράγμα που έρχεται σύμφωνο και με άλλες σχετικές ερευνητικές διαπιστώσεις, όπως αυτές εκτέθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια (π.χ. Γεώργας, Μπεζεβέγκης, Γιαννίτσας 1991). Έχει σημασία ότι μαθητές με υψηλό οικογενειακό εισόδημα παρουσιάζονται να προτιμούν τη δυνατότητα για μεγάλα κέρδη ή να αποφεύγουν τα γνωστά οικονομικά στερεότυπα (προτίμηση «κάτι άλλο»). Είναι αναμενόμενο, εν μέρει, οι μαθητές που προέρχονται από οικογένειες με υψηλό εισόδημα να προτιμούν τη δυνατότητα των μεγάλων κερδών στον ιδιωτικό τομέα, και όχι το δημόσιο τομέα που παρέχει σταθερό αλλά όχι υψηλό εισόδημα.
Το επάγγελμα του πατέρα παρουσιάζεται επίσης καθοριστικό για τις προτιμήσεις των μαθητών. Σε όλες σχεδόν τις κατηγορίες των επαγγελμάτων του πατέρα, τα παιδιά προτιμούν, σε μεγάλο ποσοστό, εργασία με «σταθερό εισόδημα» (με την εξής ιεράρχηση συχνότητας: «Απλά Ηλεκτρολογικά - Ηλεκτρονικά» 89.8%, «Απλά Μηχανολογικά» 86.6%, «Απλά Στρατιωτικά - Αστυνομικά» 85.4%, «Μικρής Εξειδίκευσης Παροχής Υπηρεσιών» 85.3%, «Επεξεργασίας Πρώτων Υλών και Κατασκευών» 84.4%, «Γραφείου και Ασφαλιστικά» 81.5%, «Εκπαιδευτικά και Πολιτιστικά» 81.4% κ.λπ.). Το κριτήριο της δυνατότητας των μεγάλων κερδών λαμβάνουν υπόψη πολύ λιγότεροι συγκριτικά μαθητές (με την εξής σειρά: «Ιατρικά» 25.8%, «Απλά Οικονομικά και Εμπορικά» 23.7%, «Ανώτερα Οικονομικά και Εμπορικά» 20.8%, «Απλά Μεταφορών» 19.7%, και «Απλά Γεωτεχνικά» 16.2%).
Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών ελάχιστα επηρεάζεται από το κριτήριο «μεγάλα κέρδη» στην επιλογή επαγγέλματος, με κάποιες εξαιρέσεις των παιδιών με επάγγελμα πατέρα γιατρό, οικονομολόγο και έμπορο και μάλιστα, στην τελευταία περίπτωση, σχεδόν ανεξάρτητα από το ανώτερο (επιστημονικό) ή μη επίπεδο.
Ο παράγοντας «ασφάλεια και μονιμότητα» είναι ισχυρός στις επαγγελματικές επιλογές των νέων τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό, ίσως, αποτελεί γνώρισμα της ελληνικής κοινωνίας με τις περιορισμένες δυνατότητες και ευκαιρίες επιλογών που προσφέρει. Ο ιδιωτικός τομέας θεωρείται ακόμα γενικά ανασφαλής για την ατομική σταδιοδρομία. (Karmas et al. 1990, Κοντογιαννοπούλου - Πολυδωρίδη 1995).

Άλλωστε το κριτήριο «δυνατότητα μεγάλων κερδών» προτιμάται από μαθητές που θεωρούν σημαντικά τα «χρήματα» και τις «ευκαιρίες προαγωγής» στο επάγγελμα, αντίθετα προς εκείνους που προτιμούν «εργασία με σταθερό εισόδημα» και που θεωρούν περισσότερο σημαντική τη «σταθερότητα και την ασφάλεια» σ’ ένα επάγγελμα.
Τα ευρήματα αυτά συμπίπτουν σε γενικές γραμμές με παρόμοια ευρήματα προηγούμενων ερευνών (Karmas et al. 1990, Κοντογιαννοπούλου – Πολυδωρίδη 1995, Γκαρή, Χριστακοπούλου, Μυλωνάς 1996) και επαληθεύουν γενικά την αντίστοιχη υπόθεσή μας.




6.3.3. Επαγγελματικά κριτήρια, απόψεις και θέσεις των μαθητών


Στην έρευνά μας θεωρήθηκε σκόπιμο να τεθούν στους μαθητές (στα πλαίσια του ερωτηματολογίου) και ορισμένα κριτήρια ή απόψεις που αφορούν την επαγγελματική ζωή και που είναι γενικότερα γνωστά στην καθημερινή κοινωνική ζωή (π.χ. «ποιος είναι επιτυχημένος επαγγελματικά»), προκειμένου να διαπιστωθούν οι θέσεις των μαθητών. Από τη στατιστική επεξεργασία προέκυψαν ορισμένες σημαντικές διαπιστώσεις, ως εξής:
Το φύλο διαφοροποιεί τους μαθητές απέναντι σε διάφορα ερωτήματα – θέματα που τέθηκαν. Συγκεκριμένα: Τα αγόρια θεωρούν περισσότερο από τα κορίτσια ότι, επαγγελματικά επιτυχημένος είναι όποιος βγάζει πολλά χρήματα, προτιμούν ριψοκίνδυνη αλλά επικερδή εργασία και ακόμη προτιμούν να είναι μόνοι στην εργασία και δηλώνουν ότι η χειρωνακτική εργασία είναι γι’ αυτούς κατώτερη από την πνευματική. Αντίθετα, τα κορίτσια παρουσιάζονται να προτιμούν, περισσότερο απ’ ό,τι τα αγόρια, την εργασία με ανθρώπους παρά με μηχανές και ακόμη τον εσωτερικό χώρο εργασίας αλλά και την ποικιλία στην εργασία.
Τα πορίσματα αυτά αποτελούν νέα ευρήματα και επαληθεύουν την υπόθεσή μας ότι οι συνθήκες εργασίας παίζουν ρόλο στην επιλογή επαγγέλματος (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα κορίτσια).
Τα κορίτσια δίνουν περισσότερη σημασία στην «κλίση» προς κάποιο επάγγελμα και στην «πιθανότητα επιτυχίας», αντίθετα από τα αγόρια, που δίνουν περισσότερη σημασία στη «συνέχιση της παράδοσης», στα «χρήματα» και στον «ελεύθερο χρόνο». Οι διαπιστώσεις μας αυτές διαφέρουν από εκείνες της έρευνας της Σόφτη -Μπεσμπέα (1983), όπου τα δύο φύλα τοποθετούνται εξίσου απέναντι στο κριτήριο «χρήματα» κ.λπ.
Για τα αγόρια παίζουν περισσότερο ρόλο, εκτός από τα παραπάνω (χρήματα κ.λπ.), και οι «ευκαιρίες προαγωγής», αντίθετα, για τα κορίτσια έχουν σημασία οι «καλές συνθήκες εργασίας», η «ασφάλεια και η ικανοποίηση των ενδιαφερόντων τους» και γενικά η «ικανοποίηση από το επάγγελμά» τους.
Οι διαπιστώσεις αυτές συμπίπτουν σε γενικές γραμμές με ευρήματα προηγούμενων ερευνών (Μακρίδου – Τέττερη 1985, Δημητρόπουλος 1986, Kostaki 1990, Mullet, Neto Henry 1992) τα οποία και επιβεβαιώνουν.
Αλλά και η βαθμολογία της προηγούμενης τάξης φαίνεται να παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση των μαθητών απέναντι σε διάφορα ερωτήματα – θέματα. Συγκεκριμένα: Οι υψηλόβαθμοι μαθητές προτιμούν τον ιδιωτικό τομέα και περισσότερες ευθύνες στην επαγγελματική τους εργασία, δίνουν λιγότερη σημασία στη συνέχιση της επαγγελματικής παράδοσης, στις επιθυμίες των γονέων τους, στον ελεύθερο χρόνο και στα χρήματα και περισσότερη σημασία στην κλίση και στην αντιστοιχία της εργασίας με τα ενδιαφέροντά τους, αντίθετα από τους χαμηλόβαθμους μαθητές.
Γενικά, οι καλοί στην επίδοση μαθητές διαφοροποιούνται στην επιθυμία τους για περισσότερη επαγγελματική καταξίωση και δίνουν λιγότερη σημασία στο να παραμείνουν κοντά στην οικογένεια, απ’ ό,τι οι συμμαθητές τους με χαμηλότερη βαθμολογία. Τα ευρήματα αυτά, είναι νέα στην έρευνά μας, σε σχέση με προηγούμενες παρόμοιες έρευνες.
Ο τόπος διαμονής των μαθητών σχετίζεται με την προτίμηση εργασίας με ευθύνες αλλά μόνο για τους μαθητές που προέρχονται από περιοχές με τους λιγότερους κατοίκους. Η διαπίστωση μπορεί να συσχετιστεί με το ότι οι μαθητές από τις ολιγάριθμες περιοχές (αγροτικές κ.λπ.) καλούνται, συνήθως, από μικρή ηλικία να συμμετάσχουν στις εργασίες και τις υπευθυνότητες της οικογενειακής ζωής.

Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη είναι η συσχέτιση που βρέθηκε ανάμεσα στους μαθητές των πόλεων και των μεγάλων αστικών κέντρων και στη σημασία για διατήρηση της παράδοσης στην επιλογή επαγγέλματος, αντίθετα προς τους μαθητές που διαμένουν σε χωριά και κωμοπόλεις. Θα μπορούσε κανείς τη διαπίστωση αυτή να τη συσχετίσει με την τάση που παρατηρείται, συνήθως, στους κατοίκους περιοχών ολιγάριθμου πληθυσμού να θέλουν να παρουσιάζονται σύγχρονοι και ξένοι σε παραδοσιακές μορφές ζωής, αντίθετα προς την τάση των ανθρώπων των αστικών κέντρων (να θέλουν να διατηρούν ό,τι σχετίζεται με τις παραδοσιακές μορφές ζωής). Παρόμοια είναι και η διαπίστωση η οποία σχετίζεται με τη σημασία που δίνουν οι μαθητές στην επιθυμία των γονέων κατά την επιλογή του επαγγέλματός τους, αφού οι μαθητές των πόλεων και των μεγάλων αστικών κέντρων δηλώνουν ότι λαμβάνουν περισσότερο υπόψη τις επιθυμίες των γονέων τους, απ’ ό,τι οι μαθητές των χωριών και των μικρών πόλεων.
Οι συσχετίσεις που βρέθηκαν, με βάση το κριτήριο παραμονή κοντά στην οικογένεια για σπουδές, είναι σημαντικές για τους μαθητές που διαμένουν σε ολιγάριθμες περιοχές αλλά και σε ιδιαίτερα πολυάριθμες περιοχές. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με την επιμονή των μαθητών που διαμένουν στις περιοχές αυτές να κάνουν τις σπουδές τους σε ιδρύματα της αντίστοιχης περιοχής, ίσως για λόγους οικονομικούς. Οι οικονομικοί λόγοι παίζουν πάντως για τους μαθητές των ολιγάριθμων περιοχών οπωσδήποτε κάποιο ρόλο στην επιλογή του επαγγέλματός τους.
Τέλος, το κριτήριο της ικανοποίησης από το επάγγελμα παίζει ρόλο στην επιλογή επαγγέλματος των μαθητών σε μικρότερο βαθμό γι’ αυτούς από ολιγάριθμες περιοχές με αυξανόμενη τη σημασία του παράλληλα προς την αύξηση του πληθυσμού του τόπου διαμονής τους.

Ο τύπος σχολείου διαφοροποιεί επίσης τους μαθητές στη στάση τους απέναντι στα παραπάνω κριτήρια. Συγκεκριμένα: Οι μαθητές των Γενικών Λυκείων εξαρτούν την επιλογή επαγγέλματος από τις πιθανότητες επιτυχίας στην επιθυμητή κατεύθυνση, δε συμφωνούν ότι η χειρωνακτική εργασία είναι κατώτερη από την πνευματική, προτιμούν εργασία με ανθρώπους και με ποικιλία, εργασία που να τους ικανοποιεί (αρέσει) και με πολλές ευθύνες. Οι μαθητές των ΤΕΕ φαίνεται να συσχετίζουν την επαγγελματική επιτυχία με το οικονομικό κέρδος, να προτιμούν εργασία σε εσωτερικούς χώρους και με λιγότερες ευθύνες. Εξάλλου, οι μαθητές Γυμνασίου χαρακτηρίζονται περισσότερο για την εξάρτηση της επιλογής επαγγέλματος από τις πιθανότητες επιτυχίας στην επιθυμητή κατεύθυνση, την προτίμησή τους για εργασία με ανθρώπους, αλλά και την προτίμηση επικερδούς και ριψοκίνδυνης εργασίας και, ακόμη, την προτίμηση άδειας-διακοπών μεγάλης διάρκειας. Οι παραπάνω τάσεις ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες της ηλικίας (π.χ. οι μαθητές Γυμνασίου) και ακόμη του επιπέδου και κυρίως της κατεύθυνσης που έχουν ήδη επιλέξει (π.χ. οι μαθητές των ΤΕΕ).
Ως προς τα κριτήρια ή τους παράγοντες επηρεασμού της επιλογής επαγγέλματος, αξίζει να επισημανθούν ακόμη τα εξής: Οι μαθητές των ΤΕΕ φαίνεται να εξαρτούν την επαγγελματική τους επιλογή κυρίως από τις οικονομικές απολαβές. Αντίθετα, οι μαθητές των Γενικών Λυκείων από την κλίση και την ανταπόκριση του επαγγέλματος στα ενδιαφέροντά τους. Οι μαθητές των Γυμνασίων διαφοροποιούνται κυρίως με την τάση που τους χαρακτηρίζει να είναι προσκολλημένοι στην οικογένεια. Πρόκειται για τάση που προσιδιάζει στην ηλικία και στο επίπεδο φοίτησης. Με βάση τα παραπάνω, είναι ακόμη φανερή η πραγματική – οικονομική τάση των μαθητών των ΤΕΕ, αντίθετα προς τους μαθητές των Γενικών λυκείων, στους οποίους κυριαρχεί το κάπως ιδεαλιστικό στοιχείο – κριτήριο των ατομικών ενδιαφερόντων.
Τα παραπάνω ευρήματα είναι, επίσης, νέα σε σχέση με τη θεματολογία προηγούμενων ερευνών.

Ένα επιπλέον κριτήριο που φαίνεται να διαφοροποιεί τους μαθητές στα διάφορα ερωτήματα – θέματα επαγγελματικής υφής είναι το επάγγελμα του πατέρα.
Συγκεκριμένα: Οι μαθητές με γονείς σε Απλά επαγγέλματα («Ηλεκτρολογικά - Ηλεκτρονικά», «Στρατιωτικά – Αστυνομικά») προτιμούν περισσότερο το δημόσιο τομέα, αντίθετα προς τους μαθητές με γονείς σε Ανώτερα επαγγέλματα (κυρίως «Ιατρικά» και «Οικονομικά – Εμπορικά»).
Πρόκειται για δεδομένα που ενισχύουν αντίστοιχα πορίσματα άλλης σχετικής έρευνας (Γεώργας, Μπεζεβέγκης & Γιαννίτσας 1991).
Οι μαθητές που προτιμούν «εργασία με πολλές ευθύνες» προέρχονται από γονείς σε «Ανώτερα Εμπορικά και Οικονομικά» επαγγέλματα, αντίθετα προς τους μαθητές που προτιμούν «εργασία με λίγες ευθύνες» και προέρχονται από γονείς σε κατώτερα επαγγέλματα (απλά επαγγέλματα και επαγγέλματα Μεταφορών).
Σημαντική είναι, ακόμη, η διαπίστωση που αφορά την «οικονομική βοήθεια της οικογένειας για σπουδές». Μαθητές με γονείς σε απλά επαγγέλματα παρουσιάζονται να λαμβάνουν υπόψη τους περισσότερο αυτό το κριτήριο στην επιλογή του επαγγέλματός τους, από ό,τι οι μαθητές με πατέρα σε ανώτερα επαγγέλματα ή σε επαγγέλματα με σταθερές αποδοχές, όπως άλλωστε είναι και αναμενόμενο.
Ακόμη, αξίζει να σημειωθεί, ότι, με την άποψη «επαγγελματικά επιτυχημένος είναι όποιος βγάζει πολλά χρήματα», παρουσιάζονται να συμφωνούν περισσότερο οι μαθητές με γονείς σε επαγγέλματα Απλά («Γεωτεχνικά», «Μεταφορών» κ.λπ.), αντίθετα προς τους μαθητές με γονείς σε Ανώτερα επαγγέλματα («Εκπαιδευτικά», «Ιατρικά» κ.λπ.).
Αξιοπρόσεκτη είναι, επίσης, η διαπίστωση που αφορά το κριτήριο συνέχιση της παράδοσης και της σημασίας του στην επιλογή επαγγέλματος, το οποίο φαίνεται να παίζει ρόλο περισσότερο σε μαθητές με πατέρα σε απλά επαγγέλματα και λιγότερο σε μαθητές με πατέρα σε ανώτερα επαγγέλματα. Αυτό μπορεί να ερμηνευτεί με μια μεγαλύτερη ευελιξία και ανεξαρτησία από παραδοσιακά δεδομένα και κριτήρια που φαίνεται να κυριαρχεί περισσότερο στα ανώτερα κοινωνικο - οικονομικά στρώματα.
Παρόμοιες είναι οι τάσεις που αφορούν το κριτήριο της επιθυμίας των γονέων και της σημασίας της στην επιλογή επαγγέλματος των παιδιών.
Αλλά και το κριτήριο αδυναμία βοήθειας της οικογένειας σε σπουδές έχει κατά τον ίδιο τρόπο σημασία στην επιλογή επαγγέλματος. Οι μαθητές με πατέρα σε επαγγέλματα απλά, παρουσιάζονται να λαμβάνουν υπόψη τους περισσότερο αυτό το κριτήριο στην επαγγελματική τους επιλογή, από ό,τι οι μαθητές με πατέρα σε ανώτερα επαγγέλματα ή σε επαγγέλματα με σταθερές αποδοχές.
Το κριτήριο επαγγελματική ικανοποίηση φαίνεται να παίζει μικρό ρόλο στην επιλογή επαγγέλματος των μαθητών με πατέρα σε ανώτερα αλλά και σε απλά επαγγέλματα. Ιδιαίτερο ρόλο φαίνεται να έχει το κριτήριο αυτό στους μαθητές με πατέρα σε ανώτερα οικονομικά και εμπορικά επαγγέλματα.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις αποτελούν, επίσης, νέα – πρωτότυπα ευρήματα της έρευνάς μας σε σχέση με προηγούμενες παρόμοιες έρευνες.


6.4. Δυσχέρειες στην επιλογή επαγγέλματος και προοπτικές


6.4.1. Αιτίες διστακτικότητας στην απόφαση επιλογής επαγγέλματος

Οι κυριότερες αιτίες που κάνουν διστακτικούς τους νέους της έρευνάς μας στην επιλογή επαγγέλματος παρουσιάζονται με την εξής ιεράρχηση συχνότητας:
1). Η επίδοση και η βαθμολογία χαμηλού ή ανεπαρκούς επιπέδου.
2). Οι οικονομικές απολαβές και το ωράριο εργασίας.
3). Τα μαθήματα στο λύκειο και η αλλαγή συστήματος.
4). Η ανεργία και ο κορεσμός κάποιων επαγγελμάτων.
5).Οι κίνδυνοι και οι δυσκολίες που σχετίζονται με τις απαιτήσεις (προφανώς)
κάποιου επιθυμητού επαγγέλματος.
6). Η αβεβαιότητα για το μέλλον γενικά.
7). Η έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης για τα επαγγέλματα.
Στο τελευταίο σημείο αναφέρονται και οι Α. Κυπριωτάκης και Γ. Παπαγεωργίου (1999, 101) κάνοντας συγκεκριμένα λόγο για «ελλιπή γνώση και πληροφόρηση των απαιτήσεων ενός επαγγέλματος». Έχει όμως σημασία να αναφερθούν και άλλες δύσκολες πτυχές, κατά τη γνώμη των παραπάνω ειδικών, οι οποίοι σημειώνουν, συνοψίζοντας τα αίτια των δυσκολιών στην επαγγελματική επιλογή ως εξής:
«1. Βιώματα από την πρώιμη παιδική ηλικία με δυσμενή επίδραση στον ψυχικό κόσμο του παιδιού, όπως είναι και οι απογοητεύσεις, οι αποθαρρύνσεις, η διαφορετικότητα-ετερότητα, εξαιτίας αισθητηριακών ανεπαρκειών και έλλειψης σωματικής αρτιμέλειας. 2. Ελλιπής αυτογνωσία και χαμηλή αυτοεκτίμηση. 3. Έλλειψη πρώιμης υποστηρικτικής παρέμβασης, όπου και όταν χρειάζεται, καθώς και λαθεμένες μορφές αγωγής και 4. Επαγγελματική ανωριμότητα».

Σε μια συνολική θεώρηση των παραπάνω είναι φανερό, ότι η χαμηλή σχολική επίδοση αλλά και οι απολαβές και οι συνθήκες εργασίας αποτελούν πρωταρχικούς λόγους διστακτικότητας στην επιλογή επαγγέλματος. Αν μάλιστα συνδυάσει κανείς τη χαμηλή σχολική επίδοση με τα μαθήματα στο λύκειο και την αλλαγή στο εκπαιδευτικό - εξεταστικό σύστημα ως επίκαιρους πρωταρχικούς για τους μαθητές παράγοντες στη διστακτικότητα κατά τη λήψη επαγγελματικής απόφασης, θα πρέπει να επισημάνει τις ιδιαίτερα αρνητικές ψυχολογικά επιπτώσεις που είχαν οι τελευταίες αλλαγές στην εκπαίδευση και στο θέμα του επαγγελματικού προσανατολισμού αρκετών μαθητών. Το πρόβλημα της ανεργίας και ο κορεσμός ορισμένων επαγγελμάτων σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια πληροφόρησης είναι πορίσματα, σύμφωνα με επισημάνσεις προηγούμενων ερευνών (Κάντας 1986), με επιπλέον την αξιοπρόσεκτη διαφοροποίηση του παράγοντα που σχετίζεται με τις τελευταίες αλλαγές του εκπαιδευτικού - εξεταστικού συστήματος. Όπως, όμως, θα φανεί και από τα αμέσως επόμενα, η ιεράρχηση των δυσχερειών στην επιλογή επαγγέλματος σχετίζεται με τις επίκαιρες, κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, αλλαγές στο εκπαιδευτικό - εξεταστικό σύστημα. Στο σημείο αυτό η ανεργία, που αφορά έναν μονιμότερο και όχι επίκαιρο για τους μαθητές παράγοντα, έρχεται τέταρτη, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, παρόμοιων ερωτημάτων σε αντίστοιχες έρευνες, καταλαμβάνει την πρώτη θέση.
Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις οι κριτικές που ασκούνται για ουσιαστικά κριτήρια μάθησης και εκπαίδευσης και για τη «σπουδαιότητα του πλαισίου στην εκπαίδευση και τη μάθηση» παίρνουν εμπειρική επαλήθευση και δικαίωση (πβ. Πουρκός 1997, 275 κ.ε.).
Με βάση τον τύπο σχολείου οι μαθητές φαίνεται να διαφοροποιούνται, αφού τα προβλήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας, τις απολαβές και γενικά την επαγγελματική αποκατάσταση απασχολούν περισσότερο τους μαθητές των Γενικών Λυκείων και των ΤΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι, τόσο η ηλικία όσο και το επίπεδο φοίτησης των μαθητών, βρίσκονται σε συνάρτηση με τα επικείμενα προβλήματα της επαγγελματικής απασχόλησής τους.
Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η διστακτικότητα στην επιλογή επαγγέλματος διαφοροποιείται και με βάση το φύλο. Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται εντονότερη στα κορίτσια. Η τάση αυτή γίνεται περισσότερο αξιοπρόσεκτη, όταν ληφθεί υπόψη η μειωμένη πιθανότητα παραμονής στο επιλεγμένο επάγγελμα από την πλευρά των κοριτσιών. Θα μπορούσε κανείς εδώ να επισημάνει μια κάπως δυσχερέστερη θέση της γυναίκας, έναντι του άντρα, σε ό,τι αφορά την επαγγελματική προοπτική της στην ελληνική κοινωνία.

6.4.2. Μελλοντικό επάγγελμα και ανησυχίες των μαθητών


Σχετικά με το τι απασχολεί περισσότερο τους μαθητές στο μελλοντικό τους επάγγελμα, φαίνεται ότι οι περισσότεροι μαθητές (94% περίπου) προβληματίζονται για την «άμεση επαγγελματική τους αποκατάσταση» και τις απολαβές» («χρήματα») που θα κερδίζουν από το μελλοντικό τους επάγγελμα (με ποσοστό 49,9% και 44,2% αντίστοιχα). Σε τρίτη κλίμακα έρχεται το θέμα της «ανταπόκρισης στις δυσκολίες-απαιτήσεις του επαγγέλματος» (με εντονότερο τον προβληματισμό στους μαθητές Γυμνασίων και ΤΕΕ). Ακολουθούν «διάφορες επισημάνσεις για αρνητικές πτυχές στο επάγγελμα» και τίθεται, στη συνέχεια, το θέμα της «ικανοποίησης από το επάγγελμα» που θα ακολουθήσουν (εντονότερα μάλιστα από τους μαθητές των Γενικών Λυκείων σε σχέση με τους μαθητές των ΤΕΕ).
Αξίζει να προσεχθεί η διαφοροποίηση που παρατηρείται ανάμεσα στα δύο φύλα, αφού τα κορίτσια δείχνουν εντονότερο προβληματισμό για την «άμεση επαγγελματική αποκατάστασή τους», τις «συνθήκες εργασίας» και τις «απαιτήσεις του επαγγέλματος», όπως φάνηκε και από σχετικά ερωτήματα που αναλύθηκαν παραπάνω. Αντίθετα, τα αγόρια παρουσιάζονται να ανησυχούν περισσότερο για τις «απολαβές» από το μελλοντικό τους επάγγελμα.
Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές είναι φανερό, ότι οι μαθητές βασανίζονται από τη μάστιγα της ανεργίας που αποτελεί ένα γενικότερο πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών. Πέρα από αυτό παρουσιάζονται, όχι σε μικρό ποσοστό, επηρεασμένοι από το χρησιμοθηρικό πνεύμα της εποχής με το να περιορίζουν τους προβληματισμούς και τις αξίες τους στον οικονομικό παράγοντα. Το τελευταίο ισχύει περισσότερο για τα αγόρια, όπως φαίνεται από άλλες συνάφειες αυτής της έρευνας. «Οι σημερινοί έφηβοι, ακόμα και εκείνοι τους οποίους χαρακτηρίζει ο ιδεαλισμός έχουν συχνά μια προσγειωμένη αντίληψη για τη ζωή και την τάση να διαλέγουν το μελλοντικό τους επάγγελμα με κριτήρια καθαρώς οικονομικά» (Μιχαηλίδη - Νουάρου 1987, 147).
Οι επισημάνσεις αυτές έρχονται να ενισχύσουν παρόμοιες διαπιστώσεις προηγούμενων ερευνών (Κάντας 1987, Flouris et al. 1990).

Από τη συσχέτιση των ιδιαίτερων ανησυχιών των μαθητών ως προς το μελλοντικό τους επάγγελμα και τη σημασία που δίνουν σε ορισμένους παράγοντες στην εργασία, προκύπτει ότι ο «ελεύθερος χρόνος» εκτιμάται ως το πλέον κυρίαρχο κριτήριο τόσο σε συνάρτηση με τα «χρήματα» όσο και σε συνάρτηση με τις «καλές συνθήκες εργασίας» και τη «σταθερότητα – ασφάλεια» στην εργασία. Το κριτήριο της «επαγγελματικής εξέλιξης» έρχεται δεύτερο και συνδυάζεται με τις «καλές συνθήκες εργασίας» και με την «ανταπόκριση του επαγγέλματος στα ενδιαφέροντα των μαθητών».
Τέλος, ενδιαφέρουσες είναι ακόμη οι συσχετίσεις που αφορούν τις ιδιαίτερες ανησυχίες των μαθητών ως προς το μελλοντικό τους επάγγελμα και τους λόγους επιλογής. Συγκεκριμένα, οι μαθητές που φαίνεται να ενδιαφέρονται για την «κοινωνική απήχηση του επαγγέλματος», δίνουν και ιδιαίτερη σημασία στην «καταξίωση στον οικογενειακό περίγυρο». Από την άλλη μεριά, οι μαθητές που δε φαίνεται να προβληματίζονται για το μελλοντικό τους επάγγελμα, δε δίνουν και σημασία στο κριτήριο «επαγγελματική ικανοποίηση».


6.4.3. Επιλογή επαγγέλματος και παράγοντες επηρεασμού της

Ως προς το ερώτημα κατά πόσο η επιλογή επαγγέλματος και οι αντίστοιχοι στόχοι επηρεάζονται από τις πιθανότητες επιτυχίας οι μαθητές παρουσιάζονται αρκετά αισιόδοξοι. Προέκυψε μάλιστα διαφορά ανάμεσα στο φύλο, αφού τα κορίτσια, στην επιλογή επαγγέλματός τους, επηρεάζονται περισσότερο από ό,τι τα αγόρια από τις πιθανότητες επιτυχίας τους.
Και στο σημείο αυτό επαληθεύεται η αντίστοιχη υπόθεσή μας και μάλιστα σε συνάρτηση με το φύλο.
Αξιοπρόσεκτη είναι ακόμη η διαπίστωση ότι, οι μαθητές που έχουν οριστικά αποφασίσει για το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν, τείνουν να επηρεάζονται λιγότερο από τις πιθανότητες επιτυχίας τους σ’ αυτό.
Ως προς την ηλικία παρατηρείται ότι, οι μαθητές μικρής ηλικίας (12-14.5 ετών) δηλώνουν ότι «δεν ξέρουν» κατά πόσο η επιλογή του επαγγέλματός τους θα επηρεάζονταν από τις πιθανότητες επιτυχίας τους, σε αντίθεση με τους μαθητές μεγαλύτερης ηλικίας (14.5-16.5 ετών), συσχέτιση που είναι αναμενόμενη.
Άξια προσοχής είναι, ακόμη, η τάση συσχέτισης της μεγαλύτερης σχολικής επίδοσης με την απόφαση και την πιθανότητα επιτυχίας των επαγγελματικών στόχων των μαθητών.
Αξιοσημείωτη είναι, επίσης, η τάση που παρουσιάζεται στους μαθητές με μητέρα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου να δηλώνουν αμφιβολία («Δεν μπορώ να ξέρω») ως προς τον επηρεασμό της επιλογής επαγγέλματός τους από τις πιθανότητες επιτυχίας τους.
Τέλος, η οικονομική κατάσταση της οικογένειας επηρεάζει το βαθμό βεβαιότητας για επιτυχία. Μαθητές χαμηλού οικογενειακού εισοδήματος παρουσιάζονται λιγότερο βέβαιοι για την επαγγελματική επιτυχία τους, αντίθετα προς τους μαθητές από εύπορες οικογένειες που δηλώνουν μεγάλη έως πολύ μεγάλη βεβαιότητα για επιτυχία.

Αλλά και η λήψη οριστικής απόφασης για κάποιο επάγγελμα φαίνεται να επηρεάζεται από την εκτίμηση των πιθανοτήτων επιτυχίας σ’ αυτό. Όσο λιγότερο επηρεάζεται αυτή, τόσο ευκολότερα κάνει κανείς την οριστική επαγγελματική επιλογή του. Αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί τουλάχιστο σε ορισμένες περιπτώσεις ως επιπολαιότητα.

6.5. Ανεπιθύμητα επαγγέλματα και αιτιολογήσεις απόρριψης


Θεωρήθηκε ακόμη σκόπιμο να τεθεί συγκεκριμένα το ερώτημα αν υπάρχει κάποιο επάγγελμα που δε θα ήθελαν ποτέ να το ασκήσουν οι μαθητές και ποιο. Η στατιστική επεξεργασία έδειξε ότι, οι δηλώσεις των μαθητών στο θέμα αυτό δεν υπήρξαν ιδιαίτερα αποκαλυπτικές. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί σε συνάρτηση με την απειρία των μαθητών λόγω ηλικίας, αφού στις μεγαλύτερες κάπως ηλικίες υπάρχουν αναφορές σε ανεπιθύμητα στη βάση τους επαγγέλματα (π.χ. επαγγέλματα εταιρισμού) ή σε επαγγέλματα που συνδυάζονται με συγκεκριμένα μειονεκτήματα, όπως «Ιατρικά» (αποστροφή προς τα αίματα), «Εκκλησιαστικά» (πρόβλημα περιβολής κ.λπ.), «Επιστημονικά Νομικά» (δύσκολη επαγγελματική αποκατάσταση, ανεργία δικηγόρων) κ.λπ. Αντίθετα, μαθητές μικρότερης ηλικίας παρουσιάζουν επιφυλακτικότητα απέναντι σε επαγγέλματα, όπως «Ανώτερα Καλλιτεχνικά» (προφανώς σε συνάρτηση με την επιθυμία των γονέων, σύμφωνα και με τα παρακάτω) και «Απλά» επαγγέλματα (Δομικών Έργων και Γεωτεχνικά) για διάφορους λόγους.
Σε σχέση με το φύλο παρατηρείται διαφοροποίηση ανάμεσα στα αγόρια και στα κορίτσια. Συγκεκριμένα, τα αγόρια τείνουν έντονα να απορρίπτουν όλα τα χαρακτηριζόμενα ως απλά επαγγέλματα (Γεωτεχνικά, Δομικών έργων, Μικρής εξειδίκευσης). Είναι φανερή η τάση των αγοριών για επαγγελματική κοινωνική κινητικότητα προς τα ανώτερα στρώματα. Αντίθετα, τα κορίτσια απορρίπτουν περισσότερο επαγγέλματα, όπως τα «Ιατρικά» (λόγω μακρόχρονης διάρκειας σπουδών και δυσάρεστων συνθηκών – πτυχών ασχολίας) και τα «Εκπαιδευτικά – Πολιτιστικά» (λόγω κορεσμού), αλλά και τα «Ανώτερα Καλλιτεχνικά» (λόγω έλλειψης ικανοτήτων), σύμφωνα με αντίστοιχες δηλώσεις.
Η βαθμολογία φαίνεται να αποτελεί κριτήριο διαφοροποίησης των μαθητών, αφού μαθητές με υψηλή βαθμολογία παρουσιάζονται απορριπτικοί για Ανώτερα επαγγέλματα (προς τα οποία προφανώς κατευθύνονται), όπως τα «Καλλιτεχνικά» και τα «Εκπαιδευτικά - Πολιτιστικά». Οι μαθητές με μικρότερη βαθμολογία παρουσιάζονται περισσότερο απορριπτικοί για συγκεκριμένα επαγγέλματα, όπως «επαγγέλματα εταιρισμού», «Απλά Στρατιωτικά – Αστυνομικά» και «Εκκλησιαστικά».
Ακόμη, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των γονέων και η χαμηλή οικονομική κατάσταση της οικογένειας φαίνεται να αποτελούν για τους μαθητές παράγοντα απόρριψης - αποφυγής των απλών επαγγελμάτων. Η τάση που συνδυάζεται με απόρριψη ορισμένων κατηγοριών των επιστημονικών επαγγελμάτων (κυρίως Νομικών, Εκπαιδευτικών) από μαθητές με γονείς υψηλού μορφωτικού επιπέδου και με καλή οικονομική - οικογενειακή κατάσταση, μπορεί να ερμηνευτεί σε συνάρτηση με την επιθυμία να ξεφύγουν από συνηθισμένα γι’ αυτούς επαγγελματικά πλαίσια.
Αξιομνημόνευτες είναι και οι διαπιστώσεις της συσχέτισης τόπου διαμονής και αποστροφής προς ορισμένα επαγγέλματα. Αυτή είναι μεγαλύτερη μεταξύ περιοχών ολιγάριθμων κατοίκων και «Απλών Γεωτεχνικών» επαγγελμάτων, μεταξύ μικρών αστικών κέντρων και «Εκπαιδευτικών – Πολιτιστικών» επαγγελμάτων και μεταξύ μεγάλων αστικών κέντρων και επαγγελμάτων «Μικρής Εξειδίκευσης Παροχής Υπηρεσιών». Και εδώ φαίνεται η τάση μετακίνησης προς επαγγέλματα ανώτερα από πλευρά κοινωνικοοικονομική σε σχέση με το επίπεδο και την περιοχή διαμονής των μαθητών.

Τα κριτήρια προτιμήσεων στην επιλογή επαγγέλματος, σε συνάρτηση με δηλώσεις για το ανεπιθύμητο επάγγελμα, αφήνουν να διαγραφούν δυο τάσεις που αφορούν επιστημονικά επαγγέλματα. Το κριτήριο «σταθερό εισόδημα» οδηγεί στην αποφυγή καθιερωμένων επιστημονικών επαγγελμάτων (π.χ. γιατρός) αλλά και νέων επαγγελμάτων. Αντίθετα, το κριτήριο «μεγάλα κέρδη» οδηγεί περισσότερο στην αποφυγή παραδοσιακών ανώτερων (υπαλληλικών) επαγγελμάτων.
Σημειώνεται ότι τα ευρήματα αυτά είναι νέα και πρωτότυπα σε σχέση με προηγούμενες έρευνες.

Ως προς τις αιτιολογήσεις απόρριψης των επαγγελμάτων στα οποία αναφέρθηκαν οι μαθητές, θα είχε κανείς να παρατηρήσει τα εξής: Η κατηγορία αιτιολόγησης «αντιπάθεια, δυσαρέσκεια/δυσφορία και φόβος» σχετίζεται με επαγγέλματα, όπως «επαγγέλματα εταιρισμού», «Ιατρικά» και «Επιστημονικά Νομικά».
Οι δυσκολίες άσκησης ενός επαγγέλματος επισημάνθηκαν από τους μαθητές για επαγγέλματα, όπως «Απλά» (Μεταφορών, Στρατιωτικά - Αστυνομικά και Δομικών έργων).
Τέλος, την αβεβαιότητα στην αποκατάσταση επεσήμαναν οι μαθητές στην αποστροφή τους για επαγγέλματα «Εκπαιδευτικά – Πολιτιστικά» αλλά, πολύ λιγότερο, και για «Ιατρικά».
Τα παραπάνω ευρήματα (σχετικά με τις δυσκολίες άσκησης των επαγγελμάτων και την αβεβαιότητα στην αποκατάσταση) αποτελούν, επίσης, νέες – πρωτότυπες διαπιστώσεις της παρούσας έρευνας σε σχέση με παρόμοιες προηγούμενες έρευνες.
Το κριτήριο έλλειψη κοινωνικού γοήτρου φαίνεται να αποτελεί βάση – αιτία απόρριψης επαγγελμάτων «Μικρής Εξειδίκευσης Παροχής Υπηρεσιών» για περίπου ¼ των μαθητών, όπως και η έλλειψη κλίσης και ικανότητας για επαγγέλματα «Εκπαιδευτικά – Πολιτιστικά» και «Καλλιτεχνικά».
Τα παραπάνω κριτήρια σχετίζονται σε αρκετά σημεία με παρόμοιες αναφορές προηγούμενων ερευνών (βλ. ενδεικτικά Farmer et al.1998).


6.6. Επαγγελματικά κριτήρια – παράγοντες και ομαδοποιήσεις των μαθητών του δείγματος


Οι εννέα ομάδες που προέκυψαν από την ανάλυση συστάδων μπορούν να συνοψιστούν με βάση τις παρατηρούμενες τάσεις ως εξής: Φιλελεύθερες τάσεις παρουσιάζουν τρεις (3) ομάδες που συμπίπτουν ως προς την αντίθεσή τους σε θέματα παράδοσης στην επιλογή επαγγέλματος και επιθυμίας των γονέων, αλλά διαφοροποιούνται στα παρακάτω κριτήρια: Η πρώτη αφορά κορίτσια με άριστη βαθμολογία που δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην κλίση. Η δεύτερη αφορά αγόρια και κορίτσια με γονείς μέσου έως ανώτερου μορφωτικού επιπέδου που δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα χρήματα και στο κοινωνικό γόητρο. Η τρίτη αφορά αγόρια από ευκατάστατες οικογένειες που χαρακτηρίζονται από αδιαφορία για την επαγγελματική επιτυχία και το χρήμα.

Ακραία τοποθέτηση παρουσιάζουν τέσσερις (4) ομάδες που διαφοροποιούνται ως εξής: Οι δύο θετικές ομάδες συμπίπτουν στην επιθυμία τους για εργασία με ποικιλία, ταξίδια κ.λπ. αλλά και στην επίδοσή τους (μέση ως χαμηλή). Όμως, οι ομάδες αυτές διαφοροποιούνται στο ότι στη μια περίπτωση πρόκειται για κορίτσια που προσανατολίζονται σε παραϊατρικά επαγγέλματα, στην άλλη κυρίως για αγόρια που προσανατολίζονται σε απλά μηχανολογικά επαγγέλματα και προέρχονται από οικογένειες χαμηλού οικονομικού και μορφωτικού επιπέδου και από ολιγάριθμες περιοχές. Η τρίτη ομάδα έχει αρνητική (ακραία) τοποθέτηση απέναντι σε παραδοσιακά κριτήρια και αποτελείται από κορίτσια που προσανατολίζονται προς εκπαιδευτικά επαγγέλματα. Η τέταρτη χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα ωφελιμιστικές τάσεις (χρήματα, κοινωνικό γόητρο) αλλά και προοδευτικές τάσεις και αποτελείται από μαθητές χαμηλής επίδοσης.

Οι δύο (2) υπόλοιπες ομάδες χαρακτηρίζονται από στάση επιφυλακτικότητας και αβεβαιότητας. Αφορούν κυρίως τα αγόρια και διαφοροποιούνται καθότι στη μια περίπτωση έχουν χαμηλή βαθμολογία και είναι αναποφάσιστοι ως προς το μελλοντικό τους επάγγελμα, στην άλλη περίπτωση παρουσιάζονται με αβεβαιότητα απέναντι στα κριτήρια επιλογής ενός επαγγέλματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: