Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2007

Η επίδραση του οικογενειακού περιβάλλοντος και του φύλου των μαθητών στη διαμόρφωση επαγγελματικών τύπων κατά την εφηβεία. Εμπειρική πανελλαδική έρευν

Αγνή Βίκη και Ευστράτιος Παπάνης

Abstract
The aim of the present study is to examine the effect of various demographic factors, such as «gender», «financial status», «place of residence» and «parent’s employment status» of student’s professional personality types. 2.100 student’s from all over Greece were administered the «AIST test of General Interest», which was standardized for Greek population. The results established the dominant effect of gender on all professional types and indicated that the remaining demographic factors had a strong impact only in correlation with societal changes in Greece.

Λέξεις κλειδιά: Επαγγελματικός προσανατολισμός, Τεστ «Δομής Γενικών Ενδιαφερόντων» (AIST) των Bergman/Eder, Δημογραφικά χαρακτηριστικά μαθητών, Επαγγελματικοί τύποι.

0. Θεωρητική Επισκόπηση
Η επιλογή επαγγέλματος είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, η οποία κατά τους Ginzberg et al. (1951), μπορεί να διακριθεί σε εξελικτικά στάδια. Κατά την παιδική ηλικία βαρύνουσα σημασία έχει το φαντασιακό επίπεδο και η προσομοίωση επαγγελμάτων κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Οι οικογενειακές επιρροές, η ταύτιση με το γονέα του ίδιου φύλου και η εγκαθίδρυση «ανδρικών» ή «γυναικείων» στερεοτύπων είναι εμφανείς, ενώ αργότερα οι προτιμήσεις των παιδιών μπορούν να επηρεαστούν από τη δυναμική της παρέας. Στην εφηβική ηλικία έμφαση δίνεται στις ατομικές δεξιότητες/ικανότητες και αξίες, ενώ αργότερα κατά τη ρεαλιστική φάση αίρεται ο υποκειμενισμός αυτός και το βάρος μετατοπίζεται σε περισσότερο αντικειμενικά κριτήρια, όπως οι οικονομικές απολαβές και η κοινωνική καταξίωση που προσφέρει ένα επάγγελμα, το ενδεχόμενο αυτοαπασχόλησης και οι προοπτικές που συνοδεύουν μια επαγγελματική προτίμηση.
Η τελική επαγγελματική επιλογή είναι ουσιαστικά ένα είδος ισορροπίας ανάμεσα στην εσωτερίκευση των προσωπικών ικανοτήτων και της αυτοαντίληψης και των εξωτερικών αντικειμενικών συνθηκών που χαρακτηρίζουν την αγορά εργασίας. Το δυναμικό αυτό σύστημα επηρεάζεται από τους αυτοπροσδιορισμούς και ετεροκαθορισμούς των μαθητών και από τα δημογραφικά στοιχεία της οικογένειας καταγωγής (Penick & Jepsen, 1992).
Αν και οι Mortimer et al. (1992), θεωρούν ότι το μορφωτικό επίπεδο των γονέων είναι ο καθοριστικότερος παράγοντας επιρροής, δεν παραγνωρίζουν ότι το οικονομικό επίπεδο των γονέων μπορεί να διαμορφώσει τις στάσεις των εφήβων απέναντι στο επάγγελμα και ιδιαίτερα των κοριτσιών. Η εξήγηση που δίνουν εστιάζεται στις περιορισμένες ευκαιρίες εξέλιξης που παρέχουν οι φτωχές οικογένειες στα κορίτσια. Αντίθετα, πολλοί γονείς προσπαθούν να ενισχύσουν τα αγόρια, ώστε να επιλέξουν επάγγελμα που θα τους προσφέρει ευκαιρίες κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης. Παράλληλα, γονείς με χαμηλό οικονομικό επίπεδο ενδεχομένως να διαιωνίζουν στερεότυπα τα οποία δεν μπορούν να αποδεσμεύσουν τα κορίτσια από τη φροντίδα του σπιτιού. Εφόσον αυτά ισχύουν, κορίτσια προερχόμενα από οικογένειες στα όρια φτώχειας δεν μπορούν να ελπίζουν σε οικονομική στήριξη από τους γονείς τους.
Κατά τη Lease (2003), οι γονείς από ανώτερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα προβάλουν τις φιλοδοξίες τους στα παιδιά τους και μπορούν να χρηματοδοτούν μακροχρόνιες σπουδές, που οδηγούν σε μεταπτυχιακούς τίτλους. Στην περίπτωση αυτή οι κοινωνικές προσδοκίες είναι υψηλότερες.
Από πολλούς ερευνητές, Έλληνες και ξένους, επισημαίνεται ότι όσο υψηλότερο είναι το κοινωνικό - οικονομικό επίπεδο της οικογένειας, τόσο υψηλότερες είναι οι επαγγελματικές φιλοδοξίες των νέων (Vigod 1972, Μπρούσαλης 1977, Dillard & Perrin 1980, Ψαχαρόπουλος & Καζαμίας 1985, Farmer 1985, Hannah & Kahn 1989, Vitsilaki & Soroniatis 1995). Ο Vigod μάλιστα τονίζει ότι είναι σπάνιο φαινόμενο να συναντήσουμε ένα έφηβο που να φιλοδοξεί να ασκήσει επάγγελμα κατώτερο σε κοινωνικό γόητρο από εκείνο των γονέων του.
Άλλοι ειδικοί θεωρούν ότι η κοινωνική τάξη από την οποία προέρχεται ένα παιδί καθορίζει τις επιρροές που θα δεχτεί αλλά και τα κριτήρια επιλογής και την τελική επαγγελματική του απόφαση (Miller 1978, Falkowski & Falk 1983, Φραγκουδάκη 1985, Κοντογιαννοπούλου - Πολυδωρίδη 1985, Καλογήρου 1986, Μαλικιώση - Λοΐζου 1987, Watson & Stead, 1994).
Ο Human (1956), σε έρευνά του διαπίστωσε ότι οι επαγγελματικές προσδοκίες των εφήβων ποικίλουν ανάλογα με την κοινωνική τους καταγωγή. Δηλαδή, τα παιδιά που ανήκουν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις προτιμούν, συνήθως, επαγγέλματα που μπορούν να ικανοποιήσουν βαθύτερα προσωπικά ενδιαφέροντα. Αντίθετα, άτομα που προέρχονται από αγροτικά - εργατικά στρώματα, ενδιαφέρονται για επαγγέλματα που εξασφαλίζουν καλύτερες αμοιβές και επαγγελματική ασφάλεια.
Σε άλλη έρευνα (Woodbury 1966, στο Kidd et al. 1980), φάνηκε ότι παιδιά που προέρχονταν από υψηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα προτιμούσαν επαγγέλματα που σχετίζονταν με τη Διοίκηση (ηγετικές θέσεις), ενώ παιδιά που προέρχονταν από τη μεσαία τάξη, προτιμούσαν στόχους που σχετίζονταν με την επαγγελματική σταθεροποίησή τους και γενικά την απόδοση στην εργασία τους. Τέλος, παιδιά των κατώτερων κοινωνικά τάξεων προτιμούσαν επαγγέλματα που τους παρείχαν οικονομικές απολαβές, ασφάλεια, ποικιλία και δημιουργικότητα.
Οι Hannah και Kahn (1989), σε έρευνά τους, σε μαθητές λυκείων του Καναδά, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα κορίτσια με προέλευση υψηλού κοινωνικού επιπέδου επιλέγουν επαγγέλματα υψηλού κοινωνικού γοήτρου και «ανδρικά» επαγγέλματα συχνότερα από ό,τι τα κορίτσια με προέλευση από χαμηλό κοινωνικό επίπεδο.
Το εισόδημα βρίσκεται σε άμεση σχέση με το επίπεδο μόρφωσης, αλλά και με το επάγγελμα των γονέων. (Κοντογιαννοπούλου-Πολυδωρίδη 1985, Ψαχαρόπουλος & Καζαμίας 1985, Τριλιανός 1988). Οι Betz και Fitzgerald (1987) όμως, υποστηρίζουν ότι αυτό που διαφοροποιεί την επίδοση στα μαθήματα και γενικότερα στα επαγγελματικά σχέδια των νέων, είναι το μορφωτικό επίπεδο των γονέων και όχι η οικονομική ευχέρεια.
Ο Βάμβουκας (1982), αναφερόμενος στην επιλογή επαγγέλματος του δασκάλου σημειώνει ότι, όσο πιο χαμηλό είναι το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας, τόσο πιο νωρίς οι έφηβοι επιλέγουν το επάγγελμα του δασκάλου που θεωρείται χαμηλού κοινωνικού κύρους. Και αντίστροφα: όσο πιο υψηλό είναι το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας τόσο δυσκολότερα και αργότερα παίρνει κανείς την απόφαση να γίνει δάσκαλος.
Σύμφωνα με τον Lent και τους συνεργάτες του (1994), η κοινωνικοοικονομική θέση της οικογένειας αλλά και η εθνικότητα επηρεάζουν τις επαγγελματικές φιλοδοξίες των μαθητών λυκείου, την επαγγελματική τους συμπεριφορά και τη σταθερότητα του επαγγέλματος.
Ο Valadez (1998), θεωρεί ότι η επίδραση του κοινωνικού-οικονομικού επιπέδου της οικογένειας στην επιλογή επαγγέλματος έχει υπερεκτιμηθεί. Ο Saltiel (1988), συνηγορώντας διαπιστώνει ότι καθοριστικοί παράγοντες είναι το «φύλο» και οι «σημαντικοί άλλοι» και όχι το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της οικογένειας καταγωγής.
Οι Mullis et.al. (1998), o Holland (1962) και ο Hansen (1984), θεωρούν ότι το επάγγελμα των γονέων διαμορφώνει τα ενδιαφέροντα των μαθητών. Μαθητές με γονείς που εργάζονταν ως ανειδίκευτοι εργάτες είχαν υψηλότερες βαθμολογίες στο «ρεαλιστικό» επαγγελματικό τύπο, ενώ μαθητές με γονείς που εργάζονταν σε επαγγέλματα που απαιτούσαν εξειδικευμένες γνώσεις, είχαν υψηλότερες βαθμολογίες στον «καλλιτεχνικό», «κοινωνικό» και «συμβατικό» τύπο. Με την πάροδο της ηλικίας τους οι μαθητές με γονείς σε ανώτερα επαγγέλματα απολάμβαναν πιο διευρυμένες επαγγελματικές επιλογές, ήταν περισσότερο ευέλικτοι και προσαρμόσιμοι στην αγορά εργασίας. Οι ερευνητές συμπέραναν ότι οι γονείς με ανώτερα επαγγέλματα ενθάρρυναν πολύ περισσότερο τα παιδιά τους, παρείχαν περισσότερη αυτονομία και ενίσχυαν τις επιλογές τους.
Ένα φαινόμενο που δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής είναι η ραγδαία διείσδυση των γυναικών στην αγορά εργασίας, η οποία έχει επηρεάσει τη διαμόρφωση προτύπων και επαγγελματικών τύπων των νέων, δεδομένου ότι πλέον τα επαγγελματικά πρότυπα αντλούνται και από τους δυο γονείς: Οι κόρες των απασχολούμενων γυναικών έχουν υψηλότερη ακαδημαϊκή επίδοση, μεγαλύτερη επαγγελματική επιτυχία, περισσότερες μη παραδοσιακές επαγγελματικές επιλογές και μεγαλύτερη αφοσίωση στο επάγγελμα που επιλέγουν. Τα κορίτσια αυτά είναι πιο ανεξάρτητα, πιο διεκδικητικά, με σταθερότερες απόψεις και παρουσιάζουν μεγαλύτερες βαθμολογίες στον «κοινωνικό» επαγγελματικό τύπο.
Η απασχόληση της μητέρας δρα ευεργετικά στις επαγγελματικές επιλογές των αγοριών, όταν προέρχονται από οικογένεια εργατικής τάξης, αλλά κάτι τέτοιο δεν ίσχυε για οικογένειες με μέσο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Η απασχόληση του πατέρα φαίνεται να επιδρά εξίσου σημαντικά και για αγόρια και για κορίτσια.
Στις έρευνες που αναφέρθηκαν υπάρχει αρκετή σύμπτωση απόψεων. Η κοινωνική και οικονομική κατάσταση της οικογένειας επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις επαγγελματικές προτιμήσεις των νέων. Οι επιδράσεις αυτές βρίσκονται σε συνάρτηση με το μορφωτικό επίπεδο των γονέων και με τις σχολικές επιδόσεις των ίδιων των νέων. Αυτά φαίνεται να ισχύουν όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και γενικότερα, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις.
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας στην επαγγελματική επιλογή του εφήβου είναι ο τόπος διαμονής, ενδεικτικός πολλές φορές και της κοινωνικοοικονομικής θέσης της οικογένειας. Καθορίζει τις εκπαιδευτικές - επαγγελματικές ευκαιρίες που δίνονται στον έφηβο, άλλοτε με την έκθεσή του σε πληθώρα εκπαιδευτικών - επαγγελματικών επιλογών και άλλοτε με τον περιορισμό τους.
Οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες, που προσφέρονται στα παιδιά, που προέρχονται από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, διαφοροποιούνται σημαντικά. Οι σοβαρότερες διαφορές παρατηρούνται μεταξύ των νέων που ζουν σε αστικά κέντρα από τη μια μεριά και σε αγροτικές περιοχές από την άλλη. Η διαφοροποίηση των ευκαιριών, πάντως, έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια εξαιτίας των μέτρων ενίσχυσης της υπαίθρου, ωστόσο εξακολουθούν να υφίστανται. Τα παιδιά που ζουν σε απομακρυσμένες από τα αστικά κέντρα περιοχές, εμφανίζουν μικρότερες επιδόσεις και τα ποσοστά εισαγωγής τους στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι μικρότερα (Δημητρόπουλος κ.ά. 1994, Τομπαΐδης 1982, στηριζόμενος σε γαλλική έρευνα).
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από αρκετές εμπειρικές έρευνες που καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο τόπος διαμονής των μαθητών επηρεάζει θετικά ή αρνητικά το ποσοστό σχολικής φοίτησης καθώς και το πνευματικό τους επίπεδο, (Τομπαΐδης, 1982). Οι Middleton και Grigg (1959), ερεύνησαν κατά πόσο ο τόπος διαμονής και φοίτησης των μαθητών επηρεάζει τις εκπαιδευτικές - επαγγελματικές τους φιλοδοξίες και διαπίστωσαν ότι τα παιδιά της πόλης είχαν υψηλότερες επιδιώξεις. Αυτό, όμως, ίσχυε μόνο για τα αγόρια και όχι για τα κορίτσια, για τα οποία δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφοροποίηση. Αναφέρεται μάλιστα ότι, από τα παιδιά που ζούσαν σε αγροτικές περιοχές, 64% επιθυμούσε να εισαχθεί στο πανεπιστήμιο, ενώ από τα παιδιά που ζούσαν σε πόλη, την επιθυμία αυτή προσέγγιζε το 77%.
Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι τα παιδιά της υπαίθρου δεν ενθαρρύνονται επαρκώς ώστε να επιδιώξουν ανώτερες σπουδές και τα ποσοστά παρακολούθησης ακόμη και σχολείων ΤΕΕ είναι μικρότερα. Βρέθηκε, μάλιστα, ότι η απόσταση του τόπου διαμονής από το σχολείο φοίτησης παίζει καθοριστικό ρόλο στο ποσοστό φοίτησης, και πολλές φορές η σχολική υποδομή και το σχολείο γενικότερα ως θεσμός λειτουργεί αποτρεπτικά για τα παιδιά αγροτικών οικογενειών (Μυλωνάς, 1982).
Κατά το Δημητρόπουλο κ.ά. (1994), τα παιδιά της επαρχίας ενθαρρύνονται, λιγότερο για συνέχιση σπουδών. Μάλιστα, διαπιστώθηκε ότι οι μητέρες τους προτρέπουν περισσότερο για συνέχιση ανώτερων σπουδών από ό,τι οι πατέρες.
Σύμφωνα με τον Κιντή (1980), οι φοιτητές από τις αγροτικές περιοχές σπουδάζουν κυρίως στις παιδαγωγικές ακαδημίες και στις πολιτικές και οικονομικές επιστήμες, ενώ οι φοιτητές από αστικές περιοχές προτιμούν επαγγέλματα υψηλότερου κύρους.
Μάλιστα η Kostaki (1990), με βάση έρευνά της στην Ελλάδα, επισημαίνει μια έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στις αστικές και αγροτικές περιοχές. Το αστικό περιβάλλον της Αθήνας παρουσιάζει πλουσιότερη δομή επαγγελματικών προτύπων (μοντέλων), ενώ οι αγροτικές περιοχές και οι μικρές πόλεις έχουν αγορά εργασίας με απλούστερη δομή και σύνθεση. Επαγγέλματα, όπως αυτά του δημοσίου υπαλλήλου και του οικονομολόγου, ελκύουν περισσότερο τους Αθηναίους μαθητές. Από τους εφήβους που θέλουν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι, το 85,4% ζει στην Αθήνα και από εκείνους που θέλουν να σπουδάσουν οικονομικά, 80,9% διαμένει επίσης στην Αθήνα. Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού προτιμάται περισσότερο από εφήβους όλης της χώρας εκτός της πρωτεύουσας, ενώ η εργασία γραφείου προτιμάται από τους Αθηναίους εφήβους. Τα προαναφερθέντα δεδομένα έχουν ιστορική πλέον αξία, δεδομένου ότι την τελευταία δεκαετία οι συσχετισμοί αυτοί έχουν μεταβληθεί.
Στην Ιαπωνία, οι μαθητές σχολείων αγροτικών περιοχών δεν έχουν την ίδια επιτυχία στις εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια, αλλά ούτε και τις ίδιες ευκαιρίες εργασίας, που έχουν οι συνομήλικοί τους στις μεγάλες πόλεις της χώρας (Okano, 1995).
Επισημαίνεται ακόμη (Falkowski & Falk 1983), ότι η αγροτική καταγωγή είναι περισσότερο πιθανό να προσανατολίζει τις εφήβους στο σπίτι και στην οικογένεια, παρά σ’ ένα συγκεκριμένο επάγγελμα και μάλιστα υψηλού κύρους.
Με την ιδιαίτερη και ραγδαία ανάπτυξη, της συγκοινωνίας και επικοινωνίας (πβ. τη χρήση τηλεόρασης, του διαδυκτίου και της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης κ.λπ.), κατά τα τελευταία χρόνια, οι παρατηρούμενες μέχρι τώρα διαφοροποιημένες επιδράσεις του τόπου διαμονής στην επίδοση και στις επαγγελματικές προοπτικές θα πρέπει να έχουν σε κάποιο μικρό, ή και μεγάλο βαθμό, μειωθεί.

1. Σκοπός της έρευνας
Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να εξετάσει την επίδραση του φύλου των μαθητών, του οικονομικού επιπέδου της οικογένειας καταγωγής, του τόπου διαμονής και των αλληλεπιδράσεών τους στη διαμόρφωση επαγγελματικών τύπων των μαθητών. Γίνεται μια προσπάθεια ανάδειξης των δημογραφικών αυτών παραγόντων ως κριτήρια επιλογής επαγγέλματος με δεδομένα από τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων βασίστηκε σε τριπαραγοντικές αναλύσεις μεταβλητών και σε δεδομένα που προέκυψαν από τη χρήση της δοκιμασίας «Δομής Γενικών Ενδιαφερόντων» (ΑIST) των Bergman-Eder.
Οι ανεξάρτητες μεταβλητές ήταν:
- Φύλο (κατηγορίες: αγόρι - κορίτσι)
- Οικονομικό επίπεδο οικογένειας (κατηγορίες: έως 600 ευρώ, 600-1.200 ευρώ, 1.201-1.800, 1.801-2.400, 2.401-3.000, > από 3.000 ευρώ)
- Τόπος διαμονής (κατηγορίες: έως 2.000 κατοίκους, 2.001-20.000, 20.001-50.000, 50.001- 100.000, πάνω από 100.000, Αττική- Θεσσαλονίκη).
- Επαγγελματική κατάσταση των γονέων (κατηγορίες: πλήρης απασχόληση, περιστασιακή απασχόληση, άνεργος, συνταξιούχος, οικιακά - μόνο για γυναίκες-, δε ζει).

2. Μεθοδολογία
2.1 Δείγμα
Το δείγμα της έρευνας απαρτίστηκε από 2.100 μαθητές εκ των οποίων 1.260 ήταν μαθητές Λυκείου και 840 μαθητές Γυμνασίου. Οι μαθητές συνολικά προέρχονταν από 48 δημόσια Γυμνάσια και 60 Λύκεια της χώρας. Από κάθε Λύκειο επιλέχθηκαν 21 μαθητές 7 από κάθε τάξη, μετά από κλήρωση. Από κάθε Γυμνάσιο επιλέχθηκαν 14 μαθητές 7 από τη Β΄ και 7 από τη Γ΄ Γυμνασίου.
Οι μαθητές του δείγματος των Λυκείων επιλέχθηκαν από 48 Γενικά Λύκεια και 12 Τεχνικά - Επαγγελματικά. Οι μαθητές προέρχονταν από αστικό, ημιαστικό και αγροτικό περιβάλλον.

2.2 Μέσα συλλογής των δεδομένων
Στην παρούσα έρευνα χρησιμοποιήθηκε η δοκιμασία των Bergman- Eder (AIST) που μεταφράστηκε από τη γερμανική με σκοπό να γίνει στάθμιση σε ελληνικό δείγμα. Η επιλογή έγινε με βάση τα κριτήρια της μικρότερης διάρκειας εφαρμογής και της καταλληλότητας για τους Έλληνες μαθητές.
Η αξιοπιστία του ερωτηματολογίου ήταν εξαιρετικά υψηλή (Cronbach’s apha: 0.924> 0.072).
2.3 Διαδικασία συλλογής δεδομένων
Η δοκιμασία Δομής των Γενικών Ενδιαφερόντων (AIST) χορηγήθηκε σε τμήματα και τάξεις και συμπληρώθηκε επί τόπου. Ο χρόνος συμπλήρωσής του ήταν κατά μέσο όρο 15 λεπτά. Με άδεια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας επισκεφθήκαμε τα επιλεγμένα σχολεία και η χορήγηση του τεστ έγινε σε προκαθορισμένη ημέρα και ώρα, αφού είχε προηγηθεί συνεννόηση με τους Διευθυντές των σχολείων. Επιπρόσθετες διευκρινίσεις δίνονταν όπου χρειάζονταν κάθε φορά. Ιδιαίτερα τονίστηκε το ότι πουθενά δε χρειάζονταν να γραφεί όνομα ή κάποιο συγκεκριμένο προσωπικό στοιχείο.
2.4 Περιγραφή Δοκιμασίας AIST
Η δοκιμασία Δομής των Γενικών Ενδιαφερόντων (AIST) βασίζεται στην τυπολογική θεωρία του Holland για την επαγγελματική επιλογή. Αποτελείται από 60 ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής τύπου Likert. Ο Holland θεωρεί την επαγγελματική επιλογή ως μια διαδικασία κατά την οποία το άτομο αναζητά ένα επαγγελματικό περιβάλλον που ανταποκρίνεται περισσότερο στο δικό του τύπο προσωπικότητας.
Η περιγραφή των επαγγελματικών ενδιαφερόντων ενός ατόμου αποτελεί ταυτόχρονα και περιγραφή της προσωπικότητας του ατόμου αυτού. Κι αυτό, γιατί τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα είναι μια επιμέρους διάσταση αυτού που καλείται προσωπικότητα (Κρίβας 1987, Ηλιάδης 1988).
Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή τα περισσότερα άτομα θα μπορούσαν να ταξινομηθούν στους εξής έξι (6) τύπους προσωπικότητας: Ρεαλιστικός, Ερευνητικός - Διανοητικός, Κοινωνικός, Συμβατικός, Επιχειρηματικός και Καλλιτεχνικός. (Holland, 1985). Ο Holland υποστηρίζει, ακόμη ότι κάθε άτομο κατευθύνεται στα διάφορα επαγγέλματα ανάλογα με τον προσανατολισμό της προσωπικότητάς του (Κάντας & Χαντζή 1991, Meier 1991, Farmer et al. 1998).
Οι τύποι προσωπικότητας έχουν διαφορετικά ενδιαφέροντα και ικανότητες στην εργασία. Τα περισσότερα άτομα μπορούν να κατηγοριοποιούνται σε έναν από τους έξι τύπους προσωπικότητας, που αναφέρονται παραπάνω, και τείνουν να διαμορφώνουν συνθήκες εργασίας που ταιριάζουν στην προσωπικότητά τους (Μαρκουλής 1981, Κρίβας 1987, Δημητρόπουλος 1994).
Ο J. Holland περιέγραψε ένα διάγραμμα τύπων πάνω στο οποίο μπορούν να χαρτογραφηθούν όλα τα είδη επαγγελμάτων και όλοι οι τύποι προσωπικότητας.
Γενικά, η θεωρία του είναι σαφής και ευκολόχρηστη και διευκολύνει το έργο του επαγγελματικού προσανατολισμού (Δημητρόπουλος, 1994).
Παραδείγματα ερωτήσεων του AIST είναι:
Παρακαλώ γράψτε το βαθμό του ενδιαφέροντός σας εδώ (1= καθόλου-5=πολύ)

- Το να επιβλέπει κανείς την τήρηση αρχών, κανόνων.
- Το να φτιάχνει ηλεκτρικές συσκευές και εγκαταστάσεις.
- Το να αναπτύσσει ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή.

3. Αποτελέσματα
Η επίδραση των ανεξάρτητων μεταβλητών «φύλο», «οικονομικό επίπεδο οικογένειας» και «τόπος διαμονής» στη διαμόρφωση των επαγγελματικών τύπων εξετάστηκε με τη χρήση τριπαραγοντικών αναλύσεων διασποράς (πίνακες 1-6), ώστε να καταγραφεί τόσο η επίδραση της κάθε μιας μεταβλητής ξεχωριστά, όσο και οι αλληλεπιδράσεις τους. Η επιρροή της επαγγελματικής κατάστασης του πατέρα και της μητέρας στις επαγγελματικές κλίσεις διερευνήθηκε ξεχωριστά με τη χρήση μονοπαραγοντικής ανάλυσης διασποράς.
Ο «κοινωνικός» τύπος συγκέντρωσε το μεγαλύτερο μέσο όρο (33.46 με τυπική απόκλιση 7.83) ακολουθούμενος από τον «επιχειρηματικό» (30.09 με τ.α. 7.48), τον «ερευνητικό/διανοητικό» (28.41 με τ.α. 8.4) τον «καλλιτεχνικό» τύπο (27.94 με τ.α. 8.17), τον «ρεαλιστικό / πρακτικό» (26.07 με τ.α. 8.34) και τέλος τον «συμβατικό» (24.7 με τ.α. 7.2).
Παρατηρήθηκε ότι το φύλο επιδρά στατιστικώς σημαντικά (p< 0.05) στη διαμόρφωση του «ρεαλιστικού - πρακτικού» (F 138,15 df 1 p 0.000), του «ερευνητικού – διανοητικού» (F 21.31 df 1 p 0.000), του «καλλιτεχνικού» (F 114.53 df 1 p 0.000), του «επιχειρηματικού» επαγγελματικού τύπου (F 11.22 df 1 p 0.001) και του «κοινωνικού» (F 196.32 df 1 p 0.000), αλλά όχι στη διαμόρφωση του «συμβατικού» (F 0.121 df 1 p 0.728). Τα αγόρια υπερτερούν στο «ρεαλιστικό-πρακτικό» τύπο και στον «ερευνητικό-διανοητικό», ενώ τα κορίτσια έχουν σημαντικά υψηλότερες βαθμολογίες στον «καλλιτεχνικό» και «κοινωνικό» επαγγελματικό τύπο. Μικρότερες διαφοροποιήσεις υπέρ των κοριτσιών παρουσιάζονται στον «επιχειρηματικό» και «συμβατικό» τύπο. Συγκεκριμένα, οι μαθητές παρουσιάζουν υψηλότερο σκορ έναντι των μαθητριών στον παράγοντα «ρεαλιστικός/πρακτικός» (μέσος όρος αγοριών 29.77 με τυπική απόκλιση 7.85 και μ.ο. κοριτσιών 22.86 με τυπική απόκλιση 7.97), στον «ερευνητικό/διανοητικό» (μ.ο. 29.81 με τυπική απόκλιση 8.05 για τα αγόρια και 27.19 με τυπική απόκλιση 8.5 για τα κορίτσια), ενώ τα κορίτσια υπερτερούν των αγοριών στους παράγοντες «καλλιτεχνικός», «κοινωνικός» και «επιχειρηματικός». Τέλος σχεδόν ίσους μέσους όρους εμφανίζουν αγόρια και κορίτσια στον παράγοντα «συμβατικός» (24.97 και 24.63 αντίστοιχα).
Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας επιδρά στατιστικώς σημαντικά στη διαμόρφωση του «ερευνητικού - διανοητικού» τύπου (F 2.98 df 5 p 0.037) και του «επιχειρηματικού» (F 2.824 df 5 p 0.001) (πίνακες 2 και 4). Η κυριότερη διαφοροποίηση στους μέσους όρους παρατηρείται στους μαθητές από οικογένειες με εισοδήματα από 1.500 ευρώ και πάνω, οι οποίοι εμφανίζουν υψηλότερες βαθμολογίες στον «ερευνητικό» και «επιχειρηματικό» επαγγελματικό τύπο.
Ο τόπος διαμονής επηρεάζει τη διαμόρφωση του «ρεαλιστικού - πρακτικού» (F 5.435 df 5 p 0.000) του «ερευνητικού - διανοητικού» (F 3.461 df 5 p 0.004) και του «συμβατικού» τύπου (F 4.178 df 5 p 0.001) (πίνακες 1-6). Οι μαθητές που ζουν σε χωριά και επαρχιακές πόλεις μέχρι 50.000 κατοίκους έχουν συστηματικά υψηλότερες βαθμολογίες στον «ρεαλιστικό», «ερευνητικό» και «συμβατικό» επαγγελματικό τύπο σε σύγκριση με τους μαθητές που κατοικούν σε πόλεις με μεγαλύτερο πληθυσμό.
Στο μοντέλο ανάλυσης βασικές είναι οι διπαραγοντικές αλληλεπιδράσεις φύλο* οικονομική κατάσταση, φύλο* τόπος διαμονής, οικονομική κατάσταση * τόπος διαμονής και οι τριπαραγοντικές αλληλεπιδράσεις φύλο* οικονομική κατάσταση * τόπος διαμονής. Διαπιστώθηκε ότι η αλληλεπίδραση του φύλου και τόπου διαμονής επηρεάζει στατιστικώς σημαντικά τη διαμόρφωση του ρεαλιστικού- πρακτικού επαγγελματικού τύπου (F 2.814 df 5 p 0.043). Η επισκόπηση των μέσων όρων υποδεικνύει ότι τα αγόρια που ζουν σε περιοχές από 2.000 έως 50.000 κατοίκους έχουν πολύ υψηλότερες βαθμολογίες σε σύγκριση με τα κορίτσια όσον αφορά στον «ρεαλιστικό - πρακτικό» τύπο (γράφημα 1). Οι υπόλοιπες αλληλεπιδράσεις δεν είναι στατιστικώς σημαντικές (πίνακες 1-6).
Η επαγγελματική κατάσταση του πατέρα (εργάζεται κανονικά, εργάζεται πότε πότε, είναι άνεργος ή συνταξιούχος, εργάζεται στο σπίτι και δεν ζει) επηρεάζει σε στατιστικώς σημαντικό βαθμό τη διαμόρφωση του «επιχειρηματικού» επαγγελματικού τύπου, όπως φαίνεται στη μονοπαραγοντική ανάλυση διασποράς (F 2.454 df 5 p 0.032) (πίνακας 7), ενώ δεν επηρεάζει τη διαμόρφωση των υπόλοιπων επαγγελματικών τύπων p>0.05. Μεγαλύτεροι μέσοι όροι επιχειρηματικότητας εμφανίζονται όταν ο πατέρας δε ζει ή εργάζεται κανονικά, ενώ μικρότεροι όταν εργάζεται στο σπίτι, όταν είναι άνεργος ή εργάζεται περιστασιακά (γράφημα 2). Η διπαραγοντική ανάλυση διασποράς φύλο*επαγγελματική κατάσταση του πατέρα με εξαρτημένη μεταβλητή τις βαθμολογίες του «επιχειρηματικού» επαγγελματικού τύπου κατέδειξε ότι δεν υπάρχουν στατιστικώς σημαντικές διαφοροποιήσεις στους μέσους όρους αγοριών και κοριτσιών (F 0.278 df 4 p 0.892). Δηλαδή η επαγγελματική κατάσταση του πατέρα επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο μαθητές και μαθήτριες.
Η επαγγελματική κατάσταση της μητέρας επηρεάζει σε στατιστικώς σημαντικό βαθμό τη διαμόρφωση του «ρεαλιστικού - πρακτικού» επαγγελματικού τύπου, όπως φαίνεται στη μονοπαραγοντική ανάλυση διασποράς (F 2.456 df 5 p 0.032) (πίνακας 8), ενώ δεν επηρεάζει τη διαμόρφωση των υπόλοιπων επαγγελματικών τύπων p>0.05. Μεγαλύτεροι μέσοι όροι ρεαλιστικότητας εμφανίζονται όταν η μητέρα είναι άνεργη ή εργάζεται στο σπίτι και μικρότερη εάν είναι συνταξιούχος (γράφημα 3). Αγόρια και κορίτσια επηρεάζονται κατά τον ίδιο τρόπο (F 1.239 df 5 p 0.288).
4. Συμπεράσματα
Η παρούσα έρευνα επικαιροποιεί πορίσματα σχετικών ελληνικών μελετών, που αναλύουν την επίδραση διαφόρων δημογραφικών μεταβλητών στη διαμόρφωση επαγγελματικών τύπων και κλίσεων μαθητών. Το πανελλαδικό δείγμα, το οποίο συμμετείχε, μας επιτρέπει να εξαγάγουμε το συμπέρασμα ότι οι μεγάλες κοινωνικές ανισότητες, που είχαν καταγραφεί σε έρευνες προηγούμενων δεκαετιών, έχουν πλέον αμβλυνθεί και δεν επηρεάζουν με συστηματικό τρόπο την επαγγελματική πορεία των Ελλήνων μαθητών. Είναι εξάλλου γενικά παραδεκτό ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων ανήκουν πλέον στη μέση τάξη, αν και τα τελευταία χρόνια αυξάνεται επικίνδυνα το ποσοστό των νοικοκυριών κάτω από τα όρια της φτώχειας (< 600 ευρώ) στις αστικές κυρίως περιοχές της χώρας. Πραγματικά, οι δραματικές αλλαγές στη φύση και στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποιημένης αγοράς εργασίας, η ρευστότητα σχετικά με την ασφάλεια και αποκατάσταση που προσφέρουν οι επαγγελματικές επιλογές, η αβεβαιότητα ανάμεσα στην εξειδίκευση και την πολυπραγμοσύνη, η εισροή εργατικού δυναμικού από ξένες χώρες, η άστοχη εναλλαγή εξεταστικών μεθόδων για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η καταβαράθρωση της τεχνικής εκπαίδευσης και παράλληλα η αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος να καθιερώσει ένα αξιόπιστο σύστημα επαγγελματικού προσανατολισμού, έχουν επιβάλλει ένα θολό τοπίο με αρνητικές συνέπειες στη σωστή και συνειδητοποιημένη επιλογή επαγγέλματος. Είναι προφανές ότι βαρύνοντα ρόλο στη σύγχρονη αγορά εργασίας παίζουν τα κοινωνικά δίκτυα της οικογένειας, από το βάθος και εύρος των οποίων πολλές φορές καθορίζονται οι ευκαιρίες επαγγελματικής αποκατάστασης. Οι πιέσεις που δέχονται οι νέοι σήμερα από την ανεργία, τα πενιχρά εισοδήματα και την απαξίωση των παραδοσιακών επαγγελμάτων, στερούν τη δυνατότητα επιλογής επαγγέλματος και τους στρέφουν προς στόχους εύκολου πλουτισμού, φήμης και κοινωνικής αποδοχής. Η επιλογή επαγγέλματος δε συσχετίζεται πια με προσωπικές ικανότητες, ούτε εξαρτάται από το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της οικογένειας. Τα κοινωνικά δίκτυα που θα έχει την ευκαιρία να αναπτύξει ο νέος, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα είναι αυτά που θα του παρέξουν ευκαιρίες για επαγγελματική αποκατάσταση. Δεν πρέπει να παραγνωριστεί η σημασία της παραοικονομίας, η οποία οδηγεί στην πολυαπασχόληση, ούτως ώστε να εξασφαλιστούν τα προς το ζην. Τέλος η μαζικοποίηση της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η ίδρυση πανεπιστημίων σε πολλές περιοχές της χώρας έχει εξαλείψει τις διαφορές των προηγούμενων δεκαετιών, ως προς τις μορφωτικές ευκαιρίες.
Αυτό που παραμένει αμετάβλητο είναι η επίδραση του φύλου στη διαμόρφωση επαγγελματικών τύπων, που επιτείνει το διαχωρισμό των επαγγελμάτων σε «ανδρικά και γυναικεία», παρά την κοινωνική αναβάθμιση του γυναικείου ρόλου κατά τα τελευταία χρόνια. Τα αγόρια εξακολουθούν να τείνουν προς το «ρεαλιστικό-πρακτικό» επαγγελματικό τύπο, ειδικά σε χωριά και πόλεις μέχρι 50.000 κατοίκους, όπου το αίτημα για άμεση επαγγελματική αποκατάσταση σε αγροτικές και κτηνοτροφικές ασχολίες ή σε απλά επιτηδεύματα είναι πιεστικότερο. Ταυτόχρονα, οι μαθητές παρουσιάζουν υψηλότερες βαθμολογίες στον «ερευνητικό-διανοητικό» επαγγελματικό τύπο, γεγονός που μπορεί να εξηγεί τα συντριπτικά μεγαλύτερα ποσοστά των ανδρών σε διευθυντικές θέσεις και επαγγέλματα κύρους. Η γυναικεία χειραφέτηση αντικατοπτρίζεται στην εξίσωση των δύο φύλων, όσον αφορά τις βαθμολογίες στο «συμβατικό» επαγγελματικό τύπο. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι το δείγμα μας αποτελείται από εφήβους, οι οποίοι κατεξοχήν αποστρέφονται την συμβατικότητα. Οι μαθήτριες διαιωνίζοντας τα στερεότυπα του γυναικείου ρόλου ρέπουν προς τον «καλλιτεχνικό» και «κοινωνικό» επαγγελματικό τύπο.
Σημαντικό είναι το εύρημα ότι πλέον έχουν αρθεί οι διαφυλικές διαφοροποιήσεις όσον αφορά την τάση για επιχειρηματικότητα, δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ μαθητών και μαθητριών. Είναι γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία οι Ευρωπαϊκές πολιτικές απασχόλησης εμφατικά έστρεψαν το ενδιαφέρον τους προς την ενίσχυση της γυναικείας επιχειρηματικότητας, δημιουργώντας ένα θετικό κλίμα για τις άνεργες γυναίκες. Οι πολιτικές όμως αυτές είναι απλά επιδοματικού χαρακτήρα και δεν έχουν ακόμα εσωτερικευτεί από τις Ελληνίδες μητέρες. Ενδεχομένως η νέα γενιά επηρεασμένη από την επαγγελματική ανασφάλεια να συνειδητοποιεί ότι η μονιμότητα μιας δημόσιας θέσης δεν αποτελεί πανάκεια και στρέφεται σε επαγγελματικές λύσεις με μεγαλύτερο ρίσκο.
Η επιχειρηματικότητα επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση της οικογένειας και το ίδιο ισχύει για τον «ερευνητικό-διανοητικό» τύπο. Μαθητές που προέρχονται από ανώτερα οικονομικά στρώματα ή από γονείς που έχουν πλήρη απασχόληση τείνουν προς τον «επιχειρηματικό» και «ερευνητικό» επαγγελματικό τύπο, ενώ οι μέσες βαθμολογίες προς τους τύπους αυτούς είναι χαμηλότερες, όταν τα εισοδήματα είναι ανεπαρκή ή ο πατέρας εργάζεται περιστασιακά.
Κάποιοι ερευνητές συσχετίζουν τον τόπο διαμονής με τη διαμόρφωση επαγγελματικών τύπων. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια έμμεση επιρροή, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα η διαφοροποίηση προέρχεται από τον πλούτο και την ποικιλία ερεθισμάτων, που προσφέρουν ορισμένοι τόποι διαμονής έναντι των άλλων. Η προγενέστερη ελληνική βιβλιογραφία ανέφερε ότι οι μητροπολιτικές περιφέρειες Αττικής και Θεσσαλονίκης προσέφεραν τον κατάλληλο πολιτισμικό και κοινωνικό περίγυρο που μπορούσε να διαμορφώσει ολοκληρωμένες προσωπικότητες, όσον αφορά τα μαθησιακά ερεθίσματα. Άποψη των συγγραφέων όμως είναι ότι μαθητές που προέρχονται από επαρχιακές πρωτεύουσες δέχονται πιο ισορροπημένα ερεθίσματα, τα οποία διαμορφώνουν ανάλογους επαγγελματικούς τύπους.
Παλιότερα ένας νέος είχε περισσότερες ευκαιρίες αποκατάστασης σε αστικό περιβάλλον. Η εσωτερική μετανάστευση των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60 αποδυνάμωσε το εργατικό δυναμικό στην επαρχία και έστρεψε χιλιάδες νέους στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών και Θεσσαλονίκης, όπου η προσφορά εργατικών χεριών είναι πολύ περισσότερη από τη ζήτηση. Αντίθετα, σε επαρχιακές πρωτεύουσες υπάρχει ανάγκη για επιστήμονες με εξειδικευμένες γνώσεις, αλλά μικρή προσφορά εργατικού δυναμικού αναλόγων προσόντων. Στην έρευνά μας ο τόπος διαμονής επηρεάζει εκτός από το «ρεαλιστικό-πρακτικό» τύπο, που αναφέραμε και τη διαμόρφωση του «ερευνητικού-διανοητικού» και του «συμβατικού» τύπου. Η κύρια όμως διαφοροποίηση προέρχεται από μαθητές που ζουν σε επαρχιακές πόλεις σε αντίθεση με αυτούς που κατοικούν σε Αττική – Θεσσαλονίκη, εύρημα που συνάδει με την προηγούμενη διαπίστωσή μας για τα παιδιά που προέρχονται από επαρχιακές πρωτεύουσες.
Αν και θα περίμενε κανείς ότι η επαγγελματική κατάσταση του πατέρα και της μητέρας θα επιδρούσε καταλυτικά στις επαγγελματικές κλίσεις, φαίνεται ότι τελικά η εργασιακή κατάσταση του πατέρα επηρεάζει κυρίως την τάση για επιχειρηματικότητα και της μητέρας τη διαμόρφωση του «ρεαλιστικού-πρακτικού» επαγγελματικού τύπου.
Οι επαγγελματικές κλίσεις των μαθητών είναι ένα σύνθετο κράμα ψυχολογικών και κοινωνικών αλληλοσυσχετίσεων. Η εξέταση των επιμέρους μεταβλητών, ειδικά όταν δεν λαμβάνεται υπόψη η συνεξάρτησή τους από άλλους παράγοντες, μπορεί να καταδείξει την κυρίαρχη τάση, αλλά αδυνατεί να καθορίσει αιτιακές σχέσεις. Είναι επίκαιρο λοιπόν το αίτημα για μια μετααναλυτική προσέγγιση των ελληνικών ερευνών υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην αγορά εργασίας.
5. Παράρτημα πινάκων

Πίνακας 1: Τριπαραγοντική ανάλυση διασποράς φύλο*οικονομική κατάσταση * τόπος διαμονής
Εξαρτημένη Μεταβλητή: ρεαλιστικός - πρακτικός

Πηγή διασποράς Άθροισμα Τετραγώνων Βαθμοί ελευθερίας Μέσο Τετράγωνο Τιμή F Sig.
φύλο 7881,049 1 7881,049 138,151 ,000
οικονομική κατάσταση 505,645 5 101,129 1,773 ,115
τόπος διαμονής 1550,188 5 310,038 5,435 ,000
φύλο* οικονομική κατάσταση 390,360 5 78,072 1,369 ,233
φύλο* διαμονή 593,859 5 118,772 2,814 ,043
οικονομική κατάσταση* διαμονή 1603,608 25 64,144 1,124 ,304
φύλο* οικονομική κατάσταση *διαμονή 748,117 24 31,172 ,546 ,964


Πίνακας 2: Τριπαραγοντική ανάλυση διασποράς φύλο*οικονομική κατάσταση * τόπος διαμονής
Εξαρτημένη Μεταβλητή: ερευνητικός-διανοητικός

Πηγή διασποράς Άθροισμα Τετραγώνων Βαθμοί Ελευθερίας Μέσο Τετράγωνο Τιμή F Sig.
φύλο 1468,027 1 1468,027 21,312 ,000
οικονομική κατάσταση 656,718 5 131,344 2,987 ,037
τόπος διαμονής 1192,086 5 238,417 3,461 ,004
φύλο* οικονομική κατάσταση 113,957 5 22,791 ,331 ,895
φύλο* διαμονή 206,946 5 41,389 ,601 ,699
οικονομική κατάσταση.* διαμονή 2367,925 25 94,717 1,375 ,102
φύλο* οικονομική κατάσταση *διαμονή. 1109,497 24 46,229 ,671 ,883

Πίνακας 3: Τριπαραγοντική ανάλυση διασποράς φύλο*οικονομική κατάσταση * τόπος διαμονής
Εξαρτημένη Μεταβλητή: καλλιτεχνικός

Πηγή διασποράς Άθροισμα
Τετραγώνων Βαθμοί
Ελευθερίας Μέσο Τετράγωνο Τιμή F Sig.
φύλο 6735,270 1 6735,270 114,530 ,000
οικονομική κατάσταση 191,983 5 38,397 ,653 ,659
τόπος διαμονής 90,938 5 18,188 ,309 ,908
φύλο* οικονομική κατάσταση 95,177 5 19,035 ,324 ,899
φύλο* διαμονή 261,348 5 52,270 ,889 ,488
οικονομική κατάσταση* διαμονή 1208,317 25 48,333 ,822 ,717
φύλο* οικονομική κατάσταση *διαμονή 875,546 24 36,481 ,620 ,923
Πίνακας 4: Τριπαραγοντική ανάλυση διασποράς φύλο*οικονομική κατάσταση * τόπος διαμονής
Εξαρτημένη Μεταβλητή: επιχειρηματικός

Πηγή διασποράς Άθροισμα Τετραγώνων Βαθμοί Ελευθερίας Μέσο Τετράγωνο Τιμή F Sig.
φύλο 622,475 1 622,475 11,222 ,001
οικονομική κατάσταση 783,168 5 156,634 2,824 ,015
τόπος διαμονής 365,667 5 73,133 1,318 ,253
φύλο* οικονομική κατάσταση 59,010 5 11,802 ,213 ,957
φύλο* διαμονή 284,971 5 56,994 1,027 ,400
οικονομική κατάσταση* διαμονή 1378,543 25 55,142 ,994 ,471
φύλο* οικονομική κατάσταση *διαμονή 846,183 24 35,258 ,636 ,912

Πίνακας 5: Τριπαραγοντική ανάλυση διασποράς φύλο*οικονομική κατάσταση * τόπος διαμονής
Εξαρτημένη Μεταβλητή: συμβατικός

Πηγή διασποράς Άθροισμα Τετραγώνων Βαθμοί Ελευθερίας Μέσο Τετράγωνο Τιμή F Sig.
φύλο 6,273 1 6,273 ,121 ,728
οικονομική κατάσταση 182,743 5 36,549 ,705 ,619
τόπος διαμονής 1082,244 5 216,449 4,178 ,001
φύλο* οικονομική κατάσταση 223,148 5 44,630 ,861 ,506
φύλο* διαμονή 232,932 5 46,586 ,899 ,481
οικονομική κατάσταση.* διαμονή 1143,210 25 45,728 ,883 ,632
φύλο* οικονομική κατάσταση *διαμονή. 879,451 24 36,644 ,707 ,849

Πίνακας 6: Τριπαραγοντική ανάλυση διασποράς φύλο*οικονομική κατάσταση * τόπος διαμονής
Εξαρτημένη Μεταβλητή: κοινωνικός

Πηγή διασποράς Άθροισμα
Τετραγώνων Βαθμοί Ελευθερίας Μέσο Τετράγωνο Τιμή F Sig.
φύλο 9731,334 1 9731,334 196,326 ,000
οικονομική κατάσταση 259,672 5 51,934 1,048 ,388
τόπος διαμονής 116,739 5 23,348 ,471 ,798
φύλο* οικονομική κατάσταση 331,386 5 66,277 1,337 ,246
φύλο* διαμονή 422,963 5 84,593 1,707 ,130
οικονομική κατάσταση.* διαμονή 1272,334 25 50,893 1,027 ,426
φύλο* οικονομική κατάσταση *διαμονή 492,464 24 20,519 ,414 ,995


Γράφημα 1. Μέσοι όροι αλληλεπίδρασης φύλου * τόπου διαμονής
Εξαρτημένη μεταβλητή: ρεαλιστικός-πρακτικός



Γράφημα 2: Επίδραση επαγγελματικής κατάστασης πατέρα στους μέσους όρους βαθμολογίας του «επιχειρηματικού» επαγγελματικού τύπου


Πίνακας 7: Μονοπαραγοντική ανάλυση διασποράς- Επίδραση επαγγελματικής κατάστασης πατέρα στη διαμόρφωση επαγγελματικών τύπων μαθητών

Άθροισμα Τετραγώνων Βαθμοί
Ελευθερίας Μέσα
Τετράγωνα Τιμή F sig
ρεαλιστικός-
πρακτικός 683,910 5 136,782 1,968 ,080
ερευνητικός-διανοητικός 533,492 5 106,698 1,512 ,183
καλλιτεχνικός 134,382 5 26,876 ,402 ,848
κοινωνικός 209,801 5 41,960 ,683 ,636
επιχειρηματικός 684,919 5 136,984 2,454 ,032
συμβατικός 534,546 5 106,909 2,267 ,047




Γράφημα 3: Επίδραση επαγγελματικής κατάστασης μητέρας στους μέσους όρους βαθμολογίας του ρεαλιστικού επαγγελματικού τύπου


Πίνακας 8: Μονοπαραγοντική ανάλυση διασποράς- Επίδραση επαγγελματικής κατάστασης μητέρας στη διαμόρφωση επαγγελματικών τύπων μαθητών

Άθροισμα Τετραγώνων Βαθμοί Ελευθερίας Μέσα
Τετράγωνα Τιμή F sig
ρεαλιστικός-πρακτικός 852,612 5 170,522 2,456 ,032
ερευνητικός-διανοητικός 102,516 5 20,503 ,290 ,919
καλλιτεχνικός 578,071 5 115,614 1,733 ,124
κοινωνικός 403,761 5 80,752 1,316 ,254
επιχειρηματικός 131,546 5 26,309 ,469 ,800
συμβατικός 401,058 5 80,212 1,548 ,172

7. Βιβλιογραφία
Βάμβουκας, Μ. (1982) Κίνητρα του διδασκαλικού επαγγέλματος, Ηράκλειο, εκδ. συγγρ.
Betz, N. & Fitzgerald, F. (1987) The career psychology of women, Orlando, Academic Press.
Cook, J. & Simbayi, L. (1998) «The effects of gender and sex role identity on occupational sex role stereotypes held by White South African high school pupils», Journal of Vocational Behavior, 53, 274-280.
Dillard, J. & Perrin, D. (1980) «Puerto Rican, Black and Anglo adolescents career aspirations, expectations, and maturity», Vocational Guidance Quarterly, 28(4), 313-321.
Δημητρόπουλος, Ε.Γ., Θεοδοσίου, Δ., Παπαδημητρίου, Α. & Παπαθανασίου, Π. (1994) Οι προτιμήσεις των νέων για σπουδές και επάγγελμα, Αθήνα, Γρηγόρη.
Falkowski, K. & Falk, W. (1983) «Homemaking as an occupational plan: Evidence from a national longitudinal study», Journal of Vocational Behavior, 22, 227- 242.
Farmer, S. (1985) «A model of career and achievement motivation for women and men», Journal of Counseling Psychology, 32, 363-390.
Farmer, H., Rottela, S., Anderson, C. & Wardrop, J. (1998) «Gender differences in science, math, and technology careers: Prestige level and Holland interest type», Journal of Vocational Behavior, 53, 73-96.
Ginzberg, E. et al. (1951) Occupational choice: an Approach to a General Theory, New York, Columbia University Press.
Ginzberg, E. (1972) «Towards a theory of occupational choice: A restatement», Vocational Guidance Quarterly, 20, 169-176.
Hannah, J. & Kahn, S. (1989) «The relationship of socioeconomic status and gender to the occupational choices of grade 12 students», Journal of Vocational Behavior, 34, 161-178.
Hansen, J.C. (1984) The measurement of vocational interests:Issues and future directions. In S. D. Brown & R. W. Lent (Eds.), Handbook of Counselling Psychology (99-136), New York, Wiley.
Holland, J. L. (1962) «Some explorations of a theory of vocational choice: I. One-and two year longitudinal studies», Psychological Monographs 76/26, no 545, 135-142.
Holland, J. L. (1985) Making vocational choices: A theory of vocational personalities and work environments, (2nd ed.) Englewood Cliffs, N. Jersey, Prentice Hall.
Human, H. (1956) «The relationship of social status and vocational interests», Journal of Counseling Psychology, 3(1), 12-16.
Καλογήρου, Κ. (1986) «Μια ιστορική ανασκόπηση της εξέλιξης του θεσμού «Προσανατολισμός - Συμβουλευτική» στην Ελλάδα», Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 1, 12-25.
Κάντας, Α. & Χαντζή, Α. (1991) Ψυχολογία της εργασίας. Θεωρίες επαγγελματικής ανάπτυξης: Στοιχεία συμβουλευτικής, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
Κασιμάτη, Κ. (1986) Επιλογή επαγγέλματος. Μύθος ή πραγματικότητα; Αθήνα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.
Κασσωτάκης, Μ. (1981) Η επίδοση των μαθητών μέσης εκπαιδεύσεως σε σχέση με το επάγγελμα και το μορφωτικό επίπεδο του πατέρα, το οικογενειακό εισόδημα και την περιοχή έδρας του σχολείου τους, Εργαστήριο Πειραματικής Παιδαγωγικής Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα.
Kidd, J., Knasel, E. & Super, D. (1980) Work salience and work values: Their dimensions, assessment and significance. NISEC: Bayfordbuty House.
Κιντής, Α. (1980) Η ανώτατη παιδεία στην Ελλάδα, Αθήνα, Gutenberg.
Κοντογιαννοπούλου – Πολυδωρίδη, Γ. (1985) «Ο εξισωτικός και αναπαραγωγικός ρόλος του εκπαιδευτικού συστήματος: Ανάλυση με στόχο τη διαμόρφωση θεωρητικού ερευνητικού πλαισίου», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 56, 105-128.
Kostaki, A. (1990) The Occupational choices of Greek youth: An empirical analysis of the contribution of information and socioeconomic variables, Athens.
Lease, S. (2003) «Testing a model of men’s nontraditional occupational choices», Career Development Quarterly, March, 18- 38.
Μαλικιώση – Λοΐζου, Μ. (1987) «Συμβουλευτική - προγραμματισμός στην αγωγή του σήμερα στο σχολείο, στο σπίτι, στην κοινωνία», Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 5-6, 95-101.
Meier, S. (1991) «Vocational behavior, 1988-1990: Vocational choice, decision -making, career development interventions, and assessment», Journal of Vocational Behavior, 39, 131-181.
Middleton, R. & Grigg, C. M. (1959) «Rural - urban differences in aspirations», Rural Sociology, 24, 347-354.
Miller, J.C. (1978) Η εφαρμογή του σχολικού - επαγγελματικού προσανατολισμού, Αθήνα, Ο.Ε.Δ.Β.
Mortimer, J. et. al. (1992) Influences on Adolescent’s Vocational Development. Berkeley, CA: National Center for Research in Vocational Education.
Μπρούσαλης, Κ. (1977) Επαγγελματικός προσανατολισμός, Αθήνα, Ορόσημο.
Μυλωνάς, Θ. (1982) «Η αναπαραγωγή των κοινωνικών τάξεων μέσα από τους σχολικούς μηχανισμούς», Λόγος και Πράξη, 13-14, 12-23.
Mullis, A. & Mullis, R. (1997) «Vocational interests of adolescents: Relationships between self - esteem and locus of control», Psychological Reports, 81, 1363-1371.
Mullis, R., Mullis, A. & Gerwels, D. (1998) «The stability of adolescence career interests», Adolescence, Fall, 39-46.
Okano, K. (1995) «Rational decision making and school - based job referrals for high school students in Japan», Sociology of Education, 68, 31-47.
Παπακωνσταντίνου, Π. (1981) «Η ανισότητα στην ελληνική υποχρεωτική εκπαίδευση: Σχολική επιτυχία και κοινωνική προέλευση», Ο Πολίτης, 44, 46-51.
Penick, N. & Jepsen, D. (1992) «Family Functioning and Adolescent Career Development», Career Development Quarterly, 40(4), 208-222.
Saltiel, J. (1988) «The Wisconsin model of status attainment and the occupational choice process», Work and Occupations, 15, 334-355.
Τομπαΐδης, Δ. (1982) Η ισότητα ευκαιριών στην εκπαίδευση, Αθήνα, Γρηγόρης.
Τριλιανός, Θ. (1988) Η παρώθηση ή πως καλλιεργείται στο μαθητή η έφεση για μάθηση, Αθήνα, Λύχνος.
Φραγκουδάκη, Α. (1985) Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, Αθήνα, Παπαζήσης.
Ψαχαρόπουλος, Γ. & Καζαμίας, Α. (1985) Παιδεία και ανάπτυξη στην Ελλάδα. Κοινωνική και οικονομική μελέτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Αθήνα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.
Valadez, J. (1998) «Applying to college: Race, class and gender differences», Professional School Counseling, 1, 14-20.
Vigod, Z. (1972) «The relationship between occupational choice and parental occupation», Alberta Journal of Educational Research, 18, 287-294.
Vitsilaki – Soroniati, C. (1995) Dimensions of family socialization and the achievement motivation of adolescents: An empirical study. IV European Congress of Psychology, Athens.
Watson, M. & Stead, G. (1994) «A longitudinal study of career decidedness among White South African high school students», Journal of Vocational Behavior, 45, 261-269.

Δεν υπάρχουν σχόλια: