Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2007

Η συμβολή της αιρετής Περιφερειακής Διοίκησης

Εισαγωγή




Ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχει διανύσει μακρόχρονη πορεία στην Ελλάδα και έχει συμβάλλει σημαντικά στην επιβίωση του ελληνικού πληθυσμού σε ιδιαίτερα δύσκολες ιστορικές περιόδους. Στην νεώτερη ελληνική κοινωνία αποτελεί θεσμό, που παρά τις περιορισμένες δικαιοδοσίες του απέναντι στο Κεντρικό Κράτος και τις εγγενείς αδυναμίες του, συνέβαλλε αποφασιστικά στην ανάδειξη των τοπικών προβλημάτων και στην συνηδειτοποίηση της ανάγκης για την άσκηση τοπικής πολιτικής ανάπτυξης. Ιδιαίτερα σημαντικός παρουσιάζεται για την τοπική ανάπτυξη των μη μητροπολιτικών περιοχών της χώρας, οι οποίες έχουν πληγεί από την ακραία εφαρμογή του πολικού μοντέλου ανάπτυξης στην μεταπολεμική Ελλάδα.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση σήμερα έχει μια σχετική πολιτικο-διοικητική αυτονομία να κάνει τις δικές της πολιτικές επιλογές, αλλά οι επιλογές αυτές δεν μπορεί να είναι απόλυτα αντίθετες από εκείνες του κεντρικού κράτους, διότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί δευτερεύον νομικό πρόσωπο μέσα στην κρατική οργάνωση (Σπύρος Φλογαϊτης, 1983).

Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), με βάση το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο (Ν. 2218, άρθρο 41) έχουν την αρμοδιότητα της «διοίκησης όλων των τοπικών υποθέσεων» στη γεωγραφική ζώνη της περιφέρειάς τους και την ανάληψη πρωτοβουλιών για την «προαγωγή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και των πολιτιστικών και πνευματικών ενδιαφερόντων των κατοίκων» αυτής της περιοχής.

Στην εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών παρατηρήθηκε προοδευτικά εξασθένιση του τοπικού χαρακτήρα των κοινωνικών αναγκών και γενικότερα των βιοτικών σχέσεων. Οι κοινωνικές ανάγκες και σχέσεις δεν είναι πια «τοπικές» με την παραδοσιακή έννοια, αλλά έχουν χαρακτήρα υπέρ ή διατοπικό, επαρχιακό, περιφερειακό, εθνικό ή και υπερεθνικό (Γ. Κασιμάτης, 1983).

Ο υπερτοπικός χαρακτήρας των παραπάνω αναγκών αντιμετωπίστηκε πολύ γρήγορα (1887) από τη δευτεροβάθμια Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, οπότε και θεσμοθετήθηκε ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με αιρετό νομαρχιακό συμβούλιο και διορισμένο Νομάρχη. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, ιδρύθηκε το νομαρχιακό ταμείο, έτσι ώστε να χρηματοδοτηθούν δημόσια έργα στο νομό. Όπως εντοπίζεται όμως στην βιβλιογραφία, οι διάφορες υπηρεσίες της νομαρχίας δεν οργανώθηκαν σε ενιαία διοικητική μονάδα, αλλά αναφέρονταν στο αντίστοιχο υπουργείο και στις κεντρικές υπηρεσίες. Τα νομαρχιακά συμβούλια δεν είχαν αποφασιστικές αρμοδιότητες και ταυτόχρονα ήταν μικρή η συμμετοχή των αιρετών εκπροσώπων (2 από τους 19). Έτσι, στα νομαρχιακά συμβούλια κυριαρχούσε η κρατική εκπροσώπηση και όχι η πολιτική, με τις νομαρχιακές αρχές να επιτελούν απλά διεκπεραιωτικό έργο με ελάχιστα περιθώρια για την ανάληψη πρωτοβουλιών (Α. Μακρυδημήτρης, 1999).

Συνεπώς, αυτή η μορφή Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα ούτε για το κράτος, αφού διαιωνιζόταν η εξάρτηση από το κέντρο και δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί αποκέντρωση, ούτε και για τους πολίτες, αφού δεν υπήρχε διοίκηση η οποία να ευαισθητοποιείται και να δραστηριοποιείται στην επίλυση των τοπικών προβλημάτων

.

Το 1994 ιδρύθηκε το νέο σύστημα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και έγινε προσπάθεια ανάδειξης της Περιφέρειας σε νέο πόλο του αποκεντρωτικού συστήματος με αντικειμενικό σκοπό την «διοίκηση των τοπικών υποθέσεων νομαρχιακού επιπέδου».

Παράλληλα με τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση αναπτύσσεται στο επίπεδο του νομού και η αποκεντρωμένη κρατική διοίκηση. Αντίστοιχα προς τον αιρετό Νομάρχη, ορίζεται και δρα ο Περιφερειακός Διευθυντής, οπότε παρουσιάζονται προβλήματα επικάλυψης αρμοδιοτήτων μεταξύ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, της Περιφερειακής Κρατικής Διοίκησης και της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης. (Α. Μακρυδημήτρης, 1999).

Η Περιφερειακή Διοίκηση θεσπίστηκε με βάση τη λογική να αποκεντρωθούν οι διοικητικές αρμοδιότητες του κράτους προκειμένου να εξυπηρετηθεί το ιδιαίτερο συμφέρον των κατοίκων για μία κρατική διοίκηση «κοντά στον πολίτη», αλλά και για να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον, μέσω της αποσυμφόρησης των κεντρικών υπηρεσιών, της προσαρμογής των εθνικών ρυθμίσεων και πολιτικών στις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και της ανατροφοδότησης του κέντρου με πληροφορίες, γνώμες και αιτήματα από την περιφέρεια. (Ν. – Κ. Χλέπας, 1999).

Στην αρχή, η αναβάθμιση της Περιφέρειας, μέσω του νέου θεσμού, αποτέλεσε βασικό πόλο για την ανασυγκρότηση της Περιφερειακής Διοίκησης, μεταβιβάζοντας αρμοδιότητες του κράτους στην περιφέρεια μέσω Προεδρικών Διαταγμάτων. Στη συνέχεια, όμως, η ενίσχυση των Περιφερειών καθυστέρησε να πραγματοποιηθεί ουσιαστικά, τα Περιφερειακά Συμβούλια, ενώ λαμβάνουν αποφάσεις πολιτικού χαρακτήρα, δεν προάγουν τη δημοκρατική αρχή, αφού τα μέλη αυτών των συμβουλίων δεν εκπροσωπούν την τοπική κοινωνία ως σύνολο, αλλά συγκεκριμένα εδαφικά αποσπάσματά της, το πελατειακό σύστημα κατανομής των έργων δεν φαίνεται να περιορίζεται ουσιαστικά μια και στο Περιφερειακό Συμβούλιο, το οποίο επέλεγε τα χρηματοδοτούμενα έργα, είχαν ισχυρή παρουσία οι εκπρόσωποι των ΟΤΑ και οι Νομάρχες της Περιφέρειας.. Εκφράζεται, ακόμη, ευθαρσώς η άποψη ότι δεν είναι δυνατό να καθοριστεί περιφερειακό συμφέρον από τη στιγμή που ο περιφερειάρχης δεν είναι αιρετό όργανο, δηλαδή δεν εκφράζει τη λαϊκή κυριαρχία στη συγκεκριμένη περιφέρεια, αλλά την αποκεντρωμένη διοικητική μονάδα (Ν. – Κ. Χλέπας, 1999).

Τα σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία του ‘α και β’ βαθμού Αυτοδιοίκησης και της Περιφερειακής Διοίκησης, η περιορισμένη αποτελεσματικότητα ως προς την επίτευξη των στόχων τους και η αδυναμία διάκρισης των ρόλων τους στην πράξη, καθιστούν σαφές ότι το υπάρχων θεσμικό πλαίσιο απαιτεί αλλαγές. Ο θεσμός της αιρετής αυτοδιοίκησης είναι, ίσως, η ευκαιρία διαμόρφωσης ενός πιο ορθολογικού συστήματος διοίκησης.

Τονίστηκε παραπάνω ότι γενική συνισταμένη των μεταρρυθμίσεων και του όλου προβληματισμού σχετικά με την Τοπική και την Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη και η εξασφάλιση καλύτερων όρων διαβίωσης και ανάπτυξης του τοπικού πληθυσμού. Οι σχετικές απόψεις, επομένως των πολιτών και η διερεύνηση του βαθμού στον οποίο είναι κοινωνοί του όλου προβληματισμού είναι βασικά θέματα προς διερεύνηση. Ιδιαίτερα ενδιαφέρει ο βαθμός ενημέρωσης περί του θεσμού της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης και οι απόψεις των πολιτών όχι μόνο στα αστικά κέντρα και στις μητροπολιτικές περιφέρειες όπου η πρόσβαση στην ενημέρωση και στα γεγονότα είναι αμεσότερη αλλά στις ακριτικές,, νησιωτικές και αγροτικές περιοχές, όπου, εκτός των άλλων, το μορφωτικό επίπεδο είναι χαμηλότερο, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες δημογραφικές ομάδες (γυναίκες μεγαλύτερων ηλικιών, κλπ).

Στα πλαίσια αυτά βασικός στόχος της έρευνας αυτής ήταν η διερεύνηση των σχετικών απόψεων των πολιτών του Νομού Λέσβου, που αποτελεί μια περιοχή με τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Βασική παράμετρος της παρούσας έρευνας ήταν η καταγραφή πληροφοριών για το βαθμό ενημέρωσης των κατοίκων του Νομού για το θεσμό του αιρετού άρχοντα Β’ βαθμού, όπως και των απόψεών τους σχετικά με την αποτελεσματικότητα των αιρετών σε σχέση με τους προηγουμένως διορισμένους νομαρχιακούς άρχοντες. Επίσης, στα πλαίσια της έρευνας βασική παράμετρος υπήρξε η διερεύνηση του βαθμού συμμετοχής στα κοινά, το οποίο χαρακτηρίζει, γενικά, τον Ελληνικό πληθυσμό. Τα κριτήρια με τα οποία οι πολίτες επέλεξαν τις Νομαρχιακές αρχές στις τελευταίες εκλογές ερευνήθηκαν ιδιαίτερα. Επιπλέον, ερευνητικός στόχος υπήρξε η διερεύνηση της προτίμησης των κατοίκων του Νομού για αιρετό ή διορισμένο Περιφερειάρχη, καθώς επίσης και αν οι κάτοικοι του Νομού δίνουν προτεραιότητα στους δημοκρατικούς θεσμούς ή αν, λόγω της φύσης των περιοχών, δίνουν έμφαση στα τοπικά προβλήματα που τους απασχολούν.







Μεθοδολογία




Για τη συλλογή των δεδομένων διεξήχθη πρωτογενής ποσοτική έρευνα με ερωτηματολόγιο, το οποίο περιλάμβανε 9 ερωτήσεις κλειστού τύπου. Η έρευνα οργανώθηκε τον Οκτώβριο 2005 και διενεργήθηκε το Νοέμβριο 2005. Οι συνεντεύξεις έγιναν τηλεφωνικά από έμπειρους ερευνητές. Το δείγμα ανήλθε σε 171 άτομα και επιλέχθηκε με δειγματοληψία σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο επιλέχθηκαν οι περιοχές της Αγιάσου, της Καλλονής, της Μυτιλήνης και της Μύρινας, συμπεριλαμβανομένων και των κατοίκων του Αγίου Ευστρατίου, με πιθανότητα ανάλογη του πληθυσμού τους. Στο δεύτερο στάδιο επιλέχθηκαν κάτοχοι τηλεφωνικών γραμμών με συστηματική δειγματοληψία. Επισημαίνεται ότι το δείγμα είναι σχετικά μικρό σε σχέση με τον ερευνητέο πληθυσμό, αλλά τα αποτελέσματα θεωρούνται αξιόπιστα λόγω της μεγάλης ομοιογένειας που παρουσιάζεται στον πληθυσμό ως προς τα διερευνώμενα χαρακτηριστικά. Για την επεξεργασία των δεδομένων πραγματοποιήθηκε μη παραμετρική ανάλυση, με την χρήση του test- χ².







Αποτελέσματα και συζήτηση




Από την ανάλυση των δεδομένων προκύπτει ότι η συντριπτική πλειονότητα (93,6 %) των κατοίκων του Νομού Λέσβου γνωρίζει ότι ο Νομάρχης είναι αιρετός (Πίνακας 1). Ελάχιστοι νομίζουν, λανθασμένα, ότι ο Νομάρχης είναι ακόμη διορισμένος από το Κράτος (1,8 %), ενώ είναι αξιοσημείωτο ότι το 5 % περίπου δεν γνωρίζει για το θεσμό (χ²=279,4, df=2, p=0,0)




Πίνακας 1

Βαθμός Γνώσης του τρόπου επιλογής του Νομάρχη




Γνωρίζετε αν ο Νομάρχης είναι εκλεγμένος ή διορισμένος από το Κράτος;
Αριθμός
Ποσοστό επί %

Είναι εκλεγμένος
160
93,6

Είναι διορισμένος
3
1,8

Δεν γνωρίζω
8
4,7

Σύνολο
171
100,0








Ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι παρουσιάστηκε ανομοιογένεια στις απαντήσεις των συμμετεχόντων σχετικά με την γνώση τους για τον θεσμό μεταξύ των διαφόρων επιπέδων μορφωτικού επιπέδου (Πίνακας 2). Ενώ το 96,8 % των ατόμων που έχουν ολοκληρώσει την Τριτοβάθμια εκπαίδευση και το 95,2 % που έχουν ολοκληρώσει την Δευτεροβάθμια γνωρίζουν ότι ο Νομάρχης είναι αιρετός, μόνο το 87% των ατόμων που έχουν ολοκληρώσει την Πρωτοβάθμια εκπαίδευση γνωρίζουν ότι ο Νομάρχης εκλέγεται ( x2= 11, 253, df=4, p= 0,024).

Επίσης, στατιστικά σημαντική διαφορά στην γνώση του πληθυσμού για το θεσμό παρουσιάζεται μεταξύ των επιμέρους ηλικιών (x2=34,390, df=22, p=0,045). Το 13,3% για τις ηλικίες 21- 25 και το 25% για τις ηλικίες 71 και πάνω που πιστεύουν ότι ο Νομάρχης είναι διορισμένος από το Κράτος. Πιθανώς, ορισμένα από τα άτομα ηλικίας 21- 25 δεν είχαν ψηφίσει στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές, ενώ τα άτομα ηλικίας 71 και πάνω φαίνεται να μην παρακολουθούν επαρκώς τις πολιτικές εξελίξεις.







Πίνακας 2

Βαθμός Γνώσης του τρόπου επιλογής του Νομάρχη κατά μορφωτικό επίπεδο




Μορφωτικό επίπεδο
Γνωρίζετε αν ο Νομάρχης είναι εκλεγμένος ή διορισμένος από το Κράτος;

Είναι εκλεγμένος
Είναι διορισμένος
Δεν γνωρίζω
Σύνολο

Πρωτοβάθμια εκπαίδευση
Συχνότητα
40
0
6
46

%
87,0%
0,0%
13,0%
100,0%

Δευτεροβάθμια εκπαίδευση
Συχνότητα
60
2
1
63

%
95,2%
3,2%
1,6%
100,0%

Τριτοβάθμια εκπαίδευση
Συχνότητα
60
1
1
62

%
96,8%
1,6%
1,6%
100,0%

Σύνολο
Συχνότητα
160
3
8
171



%
93,6%
1,8%
4,7%
100,0%





Τα σχετικά στοιχεία είναι κεντρικής σημασίας καθώς ο θεσμός της τοπικής ή της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, όπως άλλωστε και κάθε προσπάθεια ενίσχυσης τωνν δημοκρατικών θεσμών, για να πετύχει θα πρέπει να βασίζεται σε ενημερωμένους και συνηδειτοποιημένους πολίτες. Σε αντίθετη περίπτωση, η αποτελεσματικότητα της αιρετής διαδικασίας περιορίζεται αλλά και αυτή καθεαυτή ίσως η δημοκρατικότητά του θεσμού διαστρευλώνεται.

Το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού έχει ψηφίσει στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές (Πίνακας 3). Παρατηρείται δηλαδή υψηλή συμμετοχή (95,9 %) στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές, το οποίο φανερώνει το ενδιαφέρον των κατοίκων των ακριτικών περιοχών για τα κοινά και την ευαισθητοποίησή τους για το θέμα της αιρετής Αυτοδιοίκησης (x²=144,146, df=1, p=0,0). Η συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές και περιφερειακές εκλογές αποτελεί βασική αρχή της δημοκρατικής αποκέντρωσης ή της αλλιώς της δημοκρατικής τοπικής διακυβέρνησης. Μέσω της συμμετοχής των πολιτών η Τοπική Αυτοδιοίκηση καθίσταται περισσότερο υπεύθυνη απέναντι στις απόψεις των πολιτών και περισσόερο αποτελεσματική στην επίλυση των τοπικών και περιφερειακών προβλημάτων (H. Blair, 2000).




Πίνακας 3

Συμμετοχή στις προηγούμενες εκλογές




Ψηφίσατε στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές;
Αριθμός
Ποσοστό επί %

Ναι
164
95,9

Όχι
7
4,1

Σύνολο
171
100,0





Τα κριτήρια προτίμησης Νομαρχιακών αρχών βασίζονται σε μεγάλο ποσοστό (36,2%) στις προσωπικές ικανότητες και στα προσόντα των υποψηφίων, αλλά επίσης σημαντικό κριτήριο αποτελεί η κομματική ταυτότητα (22,7%) και οι προσωπικές σχέσεις των ατόμων με τους υποψηφίους (10,4%). Στα ατομικά επίπεδα εντοπίζεται η επιρροή των κοινωνικών δικτύων (συγγενείς και φίλοι), ενώ εντοπίζεται και ένα ποσοστό 1,9%, το οποίο ευθαρσώς δηλώνει ότι κριτήριο επιλογής Νομάρχη αποτέλεσε το προσωπικό συμφέρον- πελατειακές σχέσεις. Επιπλέον, το 20,3 % των κατοίκων επιλέγει Νομάρχη με διαφορετικά κριτήρια και το πιο συνηθισμένο από αυτά είναι η εικόνα του υποψηφίου (x²=73,8, df=5, p=0,0). Το παραπάνω εύρημα είναι γενικότερο σύγχρονο φαινόμενο το οποίο παρουσιάζεται και στις εθνικές εκλογές όπου πρόσωπα γνωστά ψηφίζονται όχι με πολιτικά κριτήρια, αλλά βάσει της αναγνωρισιμότητάς τους. Στο παγκόσμιο σκηνικό οι επικοινωνιακές δυνατότητες και η φυσική γοητεία υποσκελίζουν το υπόβαθρο και τις ικανότητες στην επιλογή του ηγέτη, όπως στην περίπτωση του Τόνι Μπλέρ σε σχέση με τον Γκόρντον Μπράουν στο Εργατικό Κόμμα ή του Ντ. Ντέιβις σε σχέση με τον Ντ. Κάμερον στο Συντηρητικό Κόμμα της Μεγάλης Βρεττανίας (Οικονομική Επιθεώρηση, 2005).Η προσωπική γνωριμία αποτελεί ίσως αναπόφευκτο παράγοντα επιλογής αρχών σε μια τοπική κοινωνία. Τα υπόλοιπα, όμως κριτήρια,, όπως το κομματικό κριτήριο ή η επιρροή από συγγενείς και φίλους, αποτελούν ένα αρνητικό στοιχείο για το θεσμό, το οποίο περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική σημασία της μεγάλης ενημέρωσης του εκλογικού σώματος περί τα κοινά ή της καθολικής σχεδόν συμμετοχής του στις τοπικές εκλογές, όπως προέκυψε από την έρευνα.




Πίνακας 4
Κριτήρια επιλογής Νομάρχη

Αν ψηφίσατε στις εκλογές, με ποια κριτήρια επιλέξατε Νομάρχη;
Αριθμός
Ποσοστό επί %

Τον γνώριζα προσωπικά
17
10,4

Ανήκει στην ίδια πολιτική παράταξη με εμένα
37
22,7

Γνώριζα τα προσόντα και τις ικανότητές του
59
36,2

Επηρεάστηκα από φίλους και συγγενείς
14
8,6

Προσωπικό συμφέρον
3
1,9

Άλλος λόγος
33
20,3

Σύνολο
163
100





Η εξέλιξη αυτή είναι συνυφασμένη με την γενικότερη υποχώρηση που παρατηρείται, τουλάχιστον στην Ελλάδα, στο βαθμό πολιτικοποίησης του πληθυσμού, ανάπτυξης πολιτικού διαλόγου και διαμόρφωσης ιδεολογίας, σε σχέση με τις προγενέστερες δεκαετίες.

Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας (Πίνακας 5) το 78,9 % των ερωτηθέντων θεωρεί ότι ο θεσμός του Νομάρχη είναι αποτελεσματικότερος τώρα που είναι αιρετός, ενώ παρουσιάστηκαν χαμηλά ποσοστά (7 %) στις απαντήσεις «όχι», «είναι το ίδιο» και «δεν ξέρω» (x²=265,42, df=3, p=0,0). Στο μεγαλύτερο μέρος οι κάτοικοι του Νομού θεωρούν επιτυχημένο το νέο θεσμό, γεγονός που πιθανώς προκρίνει και την ανάλογη αντίληψη για το θεσμό του αιρετού Περιφερειάρχη. Φυσικά, η άποψη για την αποτελεσματικότητα του Νομάρχη εξαρτάται άμεσα από την εμπειρία που αποκτάται από τον συγκεκριμένο τοπικό άρχοντα και τις Νομαρχιακές αρχές. Η μεγάλη, όμως, αναλογία αυτών που θεωρούν τον θεσμό αποτελεσματικότερο δίνει τη δυνατότητα κάποιας γενίκευσης του ευρήματος.



Πίνακας 5
Αποτελεσματικότητα του θεσμού του αιρετού Νομάρχη σε σχέση
με τον διορισμένο Νομάρχη

Πιστεύετε ότι ο θεσμός του Νομάρχη έχει γίνει αποτελεσματικότερος τώρα που ο Νομάρχης εκλέγεται;
Αριθμός
Ποσοστό επί %

Ναι
135
78,9

Όχι
12
7,0

Είναι το ίδιο
12
7,0

Δεν ξέρω
12
7,0

Σύνολο
171
100,0





Οι απαντήσεις για την αποτελεσματικότητα του αιρετού σε σχέση με τον διορισμένο Νομάρχη, δεν είναι ομοιογενείς για όλες τις ομάδες του πληθυσμού του Νομού Λέσβου. Παρουσιάζεται στατιστικώς σημαντική διαφορά στις απόψεις των συμμετεχόντων για την αποτελεσματικότητα του αιρετού Νομάρχη ανάλογα με το φύλο (x2= 9,182, df=3, p=0,027).Περισσότεροι άνδρες υποστηρίζουν ότι ο θεσμός είναι αποτελεσματικότερος τώρα που ο Νομάρχης είναι αιρετός, συγκριτικά με τις γυναίκες. Επίσης, ενώ το 76,9% των γυναικών θεωρεί αποτελεσματικότερο το θεσμό του αιρετού Νομάρχη, παρουσιάζεται ένα ποσοστό 12,1% των γυναικών, οι οποίες δεν γνωρίζουν αν ο νέος θεσμός έχει θετικότερες συνέπειες για το Νομό (Πίνακας 6).




Πίνακας 6

Αποτελεσματικότητα του αιρετού Νομάρχη σε σχέση με το θεσμό του διορισμένου

κατά φύλο






Φύλο
Πιστεύετε ότι ο θεσμός του Νομάρχη έχει γίνει αποτελεσματικότερος τώρα που ο Νομάρχης εκλέγεται;

Ναι
Όχι
Είναι το ίδιο
Δεν ξέρω
Σύνολο

Άνδρας
Συχνότητα
65
8
6
1
80

% ανά φύλο
81,3%
10,0%
7,5%
1,3%
100,0%

Γυναίκα
Συχνότητα
70
4
6
11
91

% ανά φύλο
76,9%
4,4%
6,6%
12,1%
100,0%

Σύνολο
Συχνότητα
135
12
12
12
171

% ανά φύλο
78,9
7,0%
7,0%
7,0%
100,0%





Το 84,2% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι επιθυμούν να εκλέγονται τα Περιφερειακά Συμβούλια και ο Περιφερειάρχης, ενώ το 9,4% δεν έχει ξεκάθαρη άποψη. Το 6,4 % προτιμούν τον θεσμό του διορισμένου Περιφερειάρχη και των Περιφερειακών Συμβουλίων. Η προτίμηση αυτή για την αιρετή διαδικασία είναι συνεπής με το προηγούμενο εύρημα, δηλαδή με την θεώρηση ως αποτελεσματικότερου του θεσμού του αιρετού Νομάρχη. Οι απαντήσεις του πληθυσμού δεν διαφοροποιούνται και παρουσιάζεται ομοιογένεια ανεξάρτητα με το φύλο, την περιοχή, το μορφωτικό επίπεδο και την ηλικία.




Πίνακας 7

Προτίμηση για αιρετά ή διορισμένα Περιφερειακά Συμβούλια και Περιφερειάρχη

Θ α επιθυμούσατε να εκλέγονται αντί να διορίζονται τα Περιφερειακά Συμβούλια και ο Περιφερειάρχης;
Αριθμός
Ποσοστό επί %

Ναι
144
84,2

Όχι
11
6,4

Δεν ξέρω
16
9,4

Σύνολο
171
100,0








Αναμένεται από τον αιρετό Περιφερειάρχη να έχει πληρέστερη γνώση των τοπικών προβλημάτων (43,1 %), δεδομένου ότι οι υποψήφιοι θα είναι από το Νομό, καθώς και να συμβάλλει στη βελτίωση των υποδομών των νησιών, όπως οδικά δίκτυα (32,6 %). Ως σημαντική παράμετρος συμβολής του αιρετού Περιφερειάρχη εντοπίζεται η τόνωση των δημοκρατικών θεσμών (18,7 %), ενώ σημαντικό εύρημα αποτελεί το γεγονός ότι οι κάτοικοι των νησιών Λήμνου και Αγ. Ευστρατίου θεωρούν ότι ο αιρετός Περιφερειάρχης θα συμβάλλει, πρωτίστως, στη βελτίωση των μεταφορών από και προς τα άλλα νησιά (x²=92,67, df=4, p=0,0). Αν και δεν παρουσιάζεται στατιστικώς σημαντική διαφορά στις απαντήσεις των επιμέρους περιοχών ως προς το συγκεκριμένο ερώτημα, χρειάζεται να τονιστεί ότι οι κάτοικοι των δύο αυτών νησιών αναμένουν από τον αιρετό Περιφερειάρχη τη βελτίωση των μεταφορών, γεγονός που εντοπίζει το έντονο πρόβλημα απομόνωσης αλλά και την ανάγκη σύνδεσης με την υπόλοιπη Ελλάδα. Η αναλογία των κατοίκων της Λέσβου που σαν κυριότερη συμβολή του θεσμού της αιρετής αυτοδιοίκησης θεωρούν την βελτίωση των δημοκρατικών θεσμών είναι η 3η σε μέγεθος, γεγονός που δείχνει όχι την υποβάθμιση της πολιτικής σημασίας του θεσμού αλλά την αγωνία τους θα έλεγε κανείς για τη λύση των ιδιαίτερα σημαντικών προβλημάτων του Νομού που ανάγονται κυρίως στις ελλιπείς υποδομές και στα προβλήματα που συνδέονται με τον νησιωτικό και ακριτικό χαρακτήρα του. Στα παραπάνω προβλήματα του Νομού, που χαρακτηρίζουν και ολόκληρη την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, δύνανται να προστεθούν η ιδιαίτερα δυσμενής δημογραφική διάρθρωση, οι περιορισμένες αναπτυξιακές δυνατότητες αυτής, η μονομερής οικονομική δραστηριότητα στη φθίνουσα γεωργία, στις κατασκευές και στο εμπόριο ως και η υψηλή συμμετοχή νεανικού αλλά μη παραγωγικού και αναπαραγωγικού πληθυσμού ( στρατιώτες, φοιτητές) στον συνολικό πληθυσμό (Κ. Ρόντος, 2004).




Πίνακας 8

Θέματα που αναμένεται να συμβάλλει ο θεσμός του αιρετού Περιφερειάρχη*

Σε ποια θέματα πιστεύετε ότι θα συμβάλλει ο θεσμός του αιρετού Περιφερειάρχη;
Αριθμός
Ποσοστό επί %

Βελτίωση των δημοκρατικών θεσμών
27
18,7

Βελτίωση των υποδομών του νησιού
47
32,6

Καλύτερη γνώση των τοπικών προβλημάτων
62
43,1

Βελτίωση των μεταφορών από/ προς τα νησιά
5
3,4

Άλλος λόγος
3
2,1

Σύνολο
144
100,0


*Απάντηση έδωσαν όσοι επιθυμούν τον θεσμό της αιρετής αυτοδιοίκησης




Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση των αποτελεσμάτων, πρέπει να τονιστεί ότι δεν παρουσιάστηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές στις απαντήσεις των κατοίκων των διαφόρων περιοχών για κανένα από τα ερωτήματα που τέθηκαν. Οι κάτοικοι του Νομού Λέσβου, σε όποια περιοχή και αν κατοικούν, αγροτική ή αστική, είναι το ίδιο ενημερωμένοι για το θεσμό του αιρετού νομάρχη, δεν έχουν διαφορετικές απόψεις για την αποτελεσματικότητα του θεσμού και επιθυμούν την αιρετή Περιφερειακή Διοίκηση. Οι απόψεις επομένως είναι ομοιογενείς σε όλη την έκταση του Νομού επειδή, όπως φαίνεται, και τα προβλήματα, είναι καθολικά και η λύση τους επιτακτική. Η εισαγωγή, δε, του θεσμού της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης φαίνεται μοναδική ευκαιρία για την καλύτερη αντιμετώπισή τους. Η ενίσχυση της περιφέρειας φαίνεται να απαιτείται προκειμένου να σχεδιαστεί και να πραγματοποιηθεί η περιφερειακή ανάπτυξη. Τα Περιφερειακά Ταμεία και η Περιφέρεια συγκεντρώνουν τα απαραίτητα δημογραφικά, κοινωνικά και οικονομικά μεγέθη, τα οποία είναι απαραίτητα για την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη (Α. Μακρυδημήτρης, 1999).

Η αναβάθμιση της Περιφερειακής Διοίκησης θα είναι ουσιαστική αν, με τον νέο θεσμό, πραγματοποιηθεί παράλληλα μεταφορά της σύγχρονης διοικητικής τεχνολογίας από το Κέντρο στην Περιφέρεια και αποκέντρωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των συγκοινωνιών και των μεθόδων λήψης αποφάσεων, ώστε το συγκεντρωτικό Κράτος να να λειτουργήσει με ένα πιο δημοκρατικό τρόπο (Γ. Μεταξάς, 1983).

Επίσης, η πραγματική ενίσχυση της περιφέρειας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης περιλαμβάνει και μεταφορά της οικονομικής εξουσίας, διότι πολιτική ανεξαρτησία υπάρχει εφόσον υπάρχει και οικονομική ανεξαρτησία. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση και κατ’ επέκταση η Περιφερειακή Διοίκηση, μπορεί να έχει και ρυθμιστικό ρόλο ακόμα και στον οικονομικό τομέα στην περιφέρεια, αφού στόχος είναι η αποκέντρωση, αλλά και να ασκήσει έλεγχο κοινωνικό και να συντονίσει τον προγραμματισμό (Μ. Νικολινάκος, 1983).

Επισημαίνεται, ακόμη, ότι προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος και οι αρμοδιότητες των μονάδων της Περιφερειακής Διοίκησης, και να επιτευχθεί η περιφερειακή ανάπτυξη, πρέπει να εξαλειφθεί το πρόβλημα της πολιτικής νομιμοποίησης και εκπροσώπησης. Η μεταρρύθμιση που απαιτείται είναι η θέσπιση της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, η οποία φαίνεται να είναι η καταλληλότερη για την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη αλλά και για την αποτελεσματικότερη διοίκηση των μητροπολιτικών περιοχών και την αντιμετώπιση του εθνικού προβλήματος στους ακριτικούς νομούς της χώρας (Α. Μακρυδημήτρης, 1999).

Επιπλέον, η Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση και η ανασύνθεση του Περιφερειακού Συμβουλίου σε άμεσα εκλεγμένο όργανο αναμένεται να συμβάλλει στην εξισορρόπηση των τοπικιστικών τάσεων που αναπτύσσονται από πολλές Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και ισχυρούς Δήμους, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η δημοκρατική αντιπροσώπευση της τοπικής κοινωνίας και των συμφερόντων της.

Τονίζεται στη βιβλιογραφία ότι μία μεταρρύθμιση προς αυτή την κατεύθυνση, θα επέβαλλε τη μείωση των αριθμών των ΟΤΑ, αλλά και των Περιφερειών, προκειμένου να μειωθεί το πλεόνασμα αντιπροσώπευσης που παρατηρείται στη χώρα μας (Ν. – Κ. Χλέπας, 1999). Πάγια, πάντως, άποψή μας είναι ότι η οποιαδήποτε νέα περιφερειοποίηση της χώρας ή νέος προσδιορισμός του αριθμού και των ορίων των ΟΤΑ, θα πρέπει να καθοριστεί με βάση αντικειμενικά κριτήρια καλύτερης οργάνωσης και δικαιότερης αντιπροσώπευσης και όχι με υποκειμενικά κομματικά ή οικονομικά κριτήρια. Η μεθοδολογία, δε, θα πρέπει να ακολουθεί τις αρχές της περιφερειακής επιστήμης, όπως αυτές ασκούνται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και όχι να υπαχθεί σε οποιαδήποτε σκοπιμότητα.

Τέλος, υποστηρίζεται ότι μία ενισχυμένη Τοπική αλλά και Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση θα διευρύνει την πολιτική συμμετοχή των πολιτών, διότι θα συμμετέχουν όχι μόνο στις τοπικές υποθέσεις αλλά και στις εθνικές υποθέσεις, οι οποίες έχουν τοπικές επιπτώσεις. Επίσης, ενισχύοντας το θεσμό της Αυτοδιοίκησης θα υποχωρήσει το αρχηγικό στοιχείο, αφού ο τοπικός ηγέτης θα λειτουργεί λιγότερο αρχηγικά στο στενότερο χώρο της περιφέρειας λόγω του έντονου κοινωνικού ελέγχου (Γ.Μεταξάς, 1983).

Αυτό το επίπεδο Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, το οποίο αποτελεί μία διεθνή τάση, φαίνεται να ανταποκρίνεται στις κοινωνικο- οικονομικές συνθήκες της τωρινής εποχής, στο γενικό αίτημα και στην εθνική αναγκαιότητα της ισόρροπης περιφερειακής ανάπτυξης (Α.Μακρυδημήτρης, 1999). Σε ανάλογες μεταρρυθμίσεις που αφορούν την διοίκηση των οικονομικών υποθέσεων, όπως στην γειτονική Ιταλία, αναμένεται ότι η Περιφέρεια, ως ενδιάμεσο επίπεδο διοίκησης, θα συνεχίσει να δέχεται κατευθυντήριες γραμμές από το Κέντρο, αλλά παράλληλα θα έχει τη δυνατότητα να παίρνει αποφάσεις και να λειτουργεί περισσότερο ανεξάρτητα. Το περιφερειακό επίπεδο αποτελεί συνδετικό κρίκο μεταξύ των κεντρικών και των τοπικών μονάδων διοίκησης και ο ρόλος του είναι σημαντικός στο να συνεργάζεται, να ενημερώνει και να επιβλέπει τις τοπικές λειτουργίες. (F.P. Cerase & P. De Vivo, 2000)







Συμπεράσματα







Τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας βρίσκονται σε συμφωνία με τις απόψεις και τις προτάσεις πολλών μελετητών. Έχει υποστηριχθεί από πολλούς ότι η Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση ίσως αποτελέσει λύση για πολλά προβλήματα. Αυτή η άποψη βρίσκει σύμφωνους τους κατοίκους του Νομού Λέσβου, αφού η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού επιθυμεί τη θέσπιση της Αιρετής Περιφερειακής Διοίκησης, λαβάνοντας ως δεδομένο ότι τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα απαιτούν λύσεις όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε τοπικό- περιφερειακό επίπεδο.

Η ενημέρωση του πληθυσμού σχετικά με τους βασικούς θεσμούς της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, αλλά η δραστηριοποίηση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αλλά και των κοινωνικών και ακαδημαϊκών φορέων, θα πρέπει να ενταθεί προκειμένου να βελτιωθεί η ενημέρωση ορισμένων ομάδων του πληθυσμού (γυναίκες μεγάλης ηλικίας, νέοι) για την εξέλιξη του θεσμού, αλλά και να τονιστεί η σπουδαιότητά του, ιδιαίτερα για την τοπική ανάπτυξη.

Η συμμετοχή στις τελευταίες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές είναι μεγάλη στο Νομό, γεγονός που δείχνει το ενδιαφέρον του πληθυσμού για τα κοινά, αλλά η επιλογή των Νομαρχιακών Αρχόντων βασίζεται, σε επικίνδυνα μεγάλο βαθμό, σε κομματικά κριτήρια, σε προσωπικές γνωριμίες, σε επιρροές από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον , στο προφίλ του υποψήφιου και σε προσωπικό συμφέρον ( βλέπε πελατειακές σχέσεις). Ως βασικότερο κριτήριο προτίμησης θέτει το πολιτικό (δηλαδή τα προσόντα και τις ικανότητες) μόνο το 36,2% του πληθυσμού. Το φαινόμενο αυτό, δηλαδή η επιλογή με υποκειμενικά κριτήρια και η υποχώρηση της επιλογής των «αρίστων», είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό καθώς διαστρεβλώνει τους δημοκρατικούς θεσμούς και επομένως μειώνει την αξία και την ουσιαστική αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεων προς την ενίσχυσή τους, όπως είναι και ο θεσμός της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης. Φυσικά, το φαινόμενο αυτό δεν αφορά μόνο τον πληθυσμό που ερευνήθηκε, αλλά ισχύει γενικότερα στις σύγχρονες κοινωνίες και έχει σύνθετα και πολυσχιδή αίτια που παραπέμπουν σε βαθύτερα πολιτικά και κοινωνικά αίτια. Η μελέτη του φαινομένου θα πρέπει να ενταθεί προκειμένου να τεθούν οι βάσεις μιας αποτελεσματικής αντιμετώπισής του, που φαίνεται ότι θα πρέπει να έχει ως άξονες την ανάπτυξη της παιδείας και ενός κοινωνικού και πολιτικού οράματος ως και την επανίδρυση ενός αξιόπιστου Κράτους, στοιχεία που φαίνεται να παρουσιάζουν ελλείμματα στις σύγχρονες κοινωνίες

Παρά τα προβλήματα που βιώνει η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, οι πολίτες της ακριτικής Λέσβου θεωρούν ότι ο θεσμός είναι αποτελεσματικότερος τώρα που ο Νομάρχης είναι αιρετός. Περεταίρω έρευνα θα διερευνήσει αν οι πολίτες θεωρούν αποτελεσματικότερο το θεσμό επειδή εκφράζει απόλυτα τη λαϊκή βούληση ή έχει βελτιώσει το νομό ή ακόμη επειδή έχει συμβάλλει στην αποκεντρωτική διαδικασία. Η προτίμηση αυτή των πολιτών δηλώνει, πιθανώς, την επιθυμία τους για ενεργό συμμετοχή στα κοινά, καθώς επίσης και την επιθυμία να συμμετέχουν οι ίδιοι την τοπική πολιτική κατάσταση, η οποία τους αφορά άμεσα. Άλλωστε, η ελληνική κοινωνία διακρίνεται για τη μακρά παράδοση που έχει στους θεσμούς της αιρετής αυτοδιοίκησης από την αρχαιότητα. Για το θεσμό, πάντως, της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης φαίνεται να θεωρούν τα τοπικά προβλήματα ως τον τομέα στον οποίο πιστεύουν ότι θα συμβάλλει περισσότερο ο νέος θεσμός, σε σχέση με την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών.

Πράγματι, οι πολίτες πιστεύουν ότι οι εκλεγμένες περιφερειακές αρχές θα έχουν καλύτερη γνώση των τοπικών προβλημάτων και αναμένουν ο νέος θεσμός, αν εισαχθεί, να συμβάλλει στη λύση τους. Οι κάτοικοι του Νομού Λέσβου ενδιαφέρονται περισσότερο για μία αιρετή διοίκηση «κοντά στον πολίτη», έτσι ώστε να έχει βαρύτητα ο λόγος τους και να συμμετέχουν άμεσα στη διαμόρφωση των δράσεων, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής τους και να αναπτυχθεί ουσιαστικά ο νομός.

Με βάση όλα τα παραπάνω, φαίνεται ότι η ακριτική Ελλάδα, αν μας επιτρέπεται η γενίκευση από την μελέτη ενός βασικού εκφραστή της, είναι έτοιμη να δεχθεί το θεσμό της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης. Ταυτόχρονα, ο νέος θεσμός φαίνεται να έχει ωριμάσει μετά την θητεία της αιρετής νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, όπως προκύπτει τουλάχιστον από τα αποτελέσματα στον ακριτικό νομό της Λέσβου. Συνεπώς, όπως προτείνεται από πολλούς μελετητές και ταυτόχρονα βρίσκει σύμφωνους τους κατοίκους του νομού Λέσβου, πρέπει τα Περιφερειακά Συμβούλια και ο Περιφερειάρχης να είναι αιρετά όργανα, προκειμένου να ενισχυθεί και να αναπτυχθεί ουσιαστικά η περιφέρεια, αλλά και να ενισχυθεί η αποκεντρωτική διαδικασία και η αποσυμφόρηση των κεντρικών κρατικών υπηρεσιών. Με αυτόν τον τρόπο οι κρατικές υπηρεσίες, κεντρικές ή αποκεντρωμένες, θα λειτουργήσουν πιο αποτελεσματικά για τον πολίτη αλλά και για το κράτος το ίδιο. Η έρευνα πάντως θα πρέπει να συνεχιστεί σε ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο και σε βάθος χαρακτηριστικών για ασφαλέστερα και πληρέστερα συμπεράσματα.







Βιβλιογραφία




Blair Harry, 2000, «Participation and Accountability at the Periphery: Democratic Local Governance in Six Countries», World Development, Vol. 28, No. 1, USA

Francesco P. Cerase and Paola De Vivo, 2000, «Shifts in autonomy, responsibility and control from centre to periphery in public administration: the case of the ministry of finance in Italy», Scandinavian Journal of Management, Volume 16, Issue 4.




Meny, Y. and Thoenig, J.C., 1989, «Politiques publiques», Presses Universitaires, Paris.




Κασιμάτης Γιώργος, 1983, «Τοπική Αυτοδιοίκηση και Συνταγματικά Πλαίσια», στο «Τοπική Αυτοδιοίκηση και Κοινωνικός Μετασχηματισμός,,Δημόσια συζήτηση», Ελληνική Εταιρεία Κοινωνικών Επιστημών, Εκδόσεις Αιχμή, Αθήνα.




Μακρυδημήτρης, Αντώνης 1999, «Διοίκηση και Κοινωνία, Η δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα», Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα.




Μεταξάς Γιάννης, 1983, «Η Πολιτική λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης», στο «Τοπική Αυτοδιοίκηση και Κοινωνικός Μετασχηματισμός,, Δημόσια συζήτηση», Ελληνική Εταιρεία Κοινωνικών Επιστημών, Εκδόσεις Αιχμή, Αθήνα.




Νικολινάκος Μάριος,, 1983, «Κοινωνικός Μετασχηματισμός και Τοπική Αυτοδιοίκηση, Η οικονομική διάσταση», στο «Τοπική Αυτοδιοίκηση και Κοινωνικός Μετασχηματισμός,, Δημόσια συζήτηση», Ελληνική Εταιρεία Κοινωνικών Επιστημών, Εκδόσεις Αιχμή, Αθήνα.

Οικονομική Επιθεώρηση, 2005, «Πολιτική και στυλ», επιλογή άρθρων από το Economist, τεύχος 821, τόμος 72ος .




Ρόντος Κ. 2004, «Δημογραφικές εξελίξεις, περιφερειακές ιδιαιτερότητες και πρότυπα ανάπτυξης της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου» στο «Στρατηγικές αναπτυξης σε λιγότερο ευνοημένες περιοχές», επιμέλεια Ι. Σπιλάνη, Θ. Ιωσηφίδη και Α. Κίζου, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα.




Φλογαΐτης Σπύρος, 1983, «Η Τοπική Αυτοδιοίκηση σαν διοικητικός θεσμός», στο «Τοπική Αυτοδιοίκηση και Κοινωνικός Μετασχηματισμός,, Δημόσια συζήτηση», Ελληνική Εταιρεία Κοινωνικών Επιστημών, Εκδόσεις Αιχμή, Αθήνα.




Χλέπας, Ν.- Κ, 1999, «Ο Διαλεκτικός Ανταγωνισμός της Αποκέντρωσης με την Αυτοδιοίκηση», στο «Η Τοπική Διοίκηση στην Ελλάδα», Τόμος 23, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα- Κομοτηνή

Δεν υπάρχουν σχόλια: