Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

Ο ρόλος της Ειδικής Αγωγής σήμερα

Ευστράτιος Παπάνης, Αγνή Βίκη και Παναγιώτης Γιαβρίμης

Η Ειδική Αγωγή βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο. Επί δεκαετίες, κατά την προσπάθειά της να πιστοποιηθεί ως επιστήμη, αντιμε-τώπισε μια σειρά από προβλήματα μεθοδολογίας, ορολογίας και στόχων, ενώ παράλληλα ενηλικιωνόταν στις παρυφές της Παιδαγωγικής και της Ψυχολογίας. Τα περισσότερα από τα πορίσματά της σπάνια έβρισκαν την οδό προς τη σχολική τάξη και τα εφαρμοζόμενα προγράμματα ήταν θνησι-γενή, αποσπασματικά και αφερέγγυα. Εάν εξαιρέσει κάποιος ορισμένους πεφωτισμένους επιστήμονες, κανείς άλλος δε συνειδητοποίησε ότι η μόνη ασφαλής διέξοδος από το τέλμα ήταν και είναι η διεπιστημονικότητα και η ολόπλευρη συμμετοχή της κοινωνίας σε οποιαδήποτε απόπειρα ενσωμάτω-σης των ατόμων με αναπηρία, καθώς και η αποασυλοποίηση, όχι τόσο των δομών, όσο του νου από τα στερεότυπα και το φόβο για το διαφορετικό.
Αν και η πολυθρύλητη ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν έφερε τα α-ναμενόμενα αποτελέσματα, εντούτοις εμφύσησε μία αύρα αλλαγής στις κοινωνικές πολιτικές και επηρέασε τη στοχοθεσία της ειδικής αγωγής. Για μία ακόμα φορά η μεταβολή προς τα βελτίω ξεκίνησε από τις θετικές επι-στήμες, τη στιγμή που οι θεωρητικοί έριζαν για το εάν η σωστή ονομασία είναι «άτομα με ειδικές ανάγκες» ή «άτομα με αναπηρία» και οι δάσκαλοι, χωρίς επαρκή κατάρτιση και επιστημονικό υπόβαθρο, στρέφονταν προς την ειδική αγωγή, περισσότερο από ευσυνειδησία και φιλότιμο, παρά ακολου-θώντας κάποιο τεκμηριωμένο αναλυτικό πρόγραμμα.
Με βάση το Νόμο 2817/2000, άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανά-γκες θεωρούνται τα άτομα εκείνα που έχουν σημαντική δυσκολία μάθησης και προσαρμογής εξαιτίας σωματικών, διανοητικών, ψυχολογικών, συναι-σθηματικών και κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων (άρθρο 1, Παρ. 1). Στα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες παρέχεται ειδική εκπαίδευση, η οποία στο πλαίσιο των σκοπών της Α/θμιας, Β/θμιας και Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης επιδιώκει: α) την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, β) τη βελτίωση των ικανοτήτων και δεξιοτήτων, ώστε να καταστεί δυνατή η έ-νταξη και επανένταξή τους στο κοινό εκπαιδευτικό σύστημα και η συμβί-ωση με το κοινωνικό σύνολο, γ) την επαγγελματική τους κατάρτιση και τη συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία, δ) την αλληλοαποδοχή και την ισότιμη κοινωνική τους εξέλιξη (άρθρο 1, παρ. 6). Βάσει του Νόμου 2817/2000, οι μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες μπορεί να φοιτούν στα Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια (Τ.Ε.Ε.) Ειδικής Αγωγής Β΄ βαθμίδας, στα οποία η φοίτηση διαρκεί δύο τουλάχιστον σχολικά έτη σε κάθε κύκλο σπουδών ή στα Εργαστήρια Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαί-δευσης και Κατάρτισης (άρθρο 1, παρ.13). Στους αποφοίτους των Εργα-στηρίων Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης χορηγείται απολυτήριος τίτλος, ο οποίος τους εξασφαλίζει αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα.
Οι εργαζόμενοι στις δομές της ψυχικής υγείας, οι επιφορτισμένοι με τη σκληρή καθημερινότητα των ατόμων αυτών και οι δάσκαλοι, απογο-ητευμένοι από τα λιγοστά απτά αποτελέσματα, αρχικά αντιμετώπισαν με δυσπιστία τους νέους οραματισμούς, αλλά σε τελική ανάλυση ήταν αυτοί που θα επιφορτίζονταν το κοπιώδες έργο της επιτυχούς περάτωσης της ε-πανένταξης. Ταυτόχρονα, τα άτομα με αναπηρία, χωρισμένα τα ίδια σε δύο κατηγορίες, των προνομιούχων, που μπορούσαν να ανήκουν σε συλλόγους, να απολαμβάνουν επιδοματικές πολιτικές και να έχουν πρόσβαση σε προ-γράμματα και στα εγκαταλελειμμένα στη μοίρα τους σε δυσπρόσιτα χωριά και περιοχές, τα οποία ανέπτυξαν μια ιδιότυπη μορφή αυτό – περιθωριο-ποίησης: Περιχαρακώθηκαν πίσω από διαδικασίες, νόρμες και αποσχιστι-κές αντιλήψεις και απώλεσαν το καθάριο βλέμμα, που θα τους επέτρεπε να αντιληφθούν τη δύναμη και την επιτακτική ανάγκη για το καινοτόμο και επιστημονικά καταξιωμένο. Αναπτύσσοντας δυναμικές ανατροφοδότησης της αναπηρίας τους και τιμωρώντας την κοινωνία απέκοψαν πολλούς από τους συνδέσμους μαζί της.
Η Ειδική Αγωγή σήμερα πρέπει να αφομοιώσει δημιουργικά τα ε-πιστημονικά ευρήματα πολλών επιστημών: Της Κοινωνιολογίας, της Ψυ-χολογίας, της Παιδαγωγικής, της Ιατρικής και εν γένει της συστημικής προσέγγισης. Είναι πια καταφανές ότι η αναπηρία είναι εν πολλοίς φαινό-μενο κοινωνικό, μια μορφή παθογένειας, που ξεκινά από τον προγεννητικό, περιγεννητικό και μεταγεννητικό έλεγχο, επεκτείνεται στην οικογένεια και προσβάλλει σταδιακά το σχολείο, την κοινότητα, τα κοινωνικά δίκτυα, το κεφάλαιο μιας περιοχής και στο τέλος την κουλτούρα που διαμορφώνει τις αξίες, τις στάσεις και τις προκαταλήψεις. Ως τέτοιο, η αντιμετώπισή του αφορά μια καθολική ανατροπή: σε μακρο-επίπεδο επιτάσσει την απαξίωση πολιτικών, που οδηγούν στην «εξιλεωτική» και «καθαρτική» απομόνωση σε ιδρύματα και σε μικρο-επίπεδο επιβάλλει μια εσωτερική αλλαγή και έ-ναν ενεργητικότερο κοινωνικό ρόλο του ατόμου.
Η οικογένεια, που μέχρι σήμερα επωμιζόταν το βαρύτερο μερίδιο ευθύνης για την ανατροφή, εκπαίδευση, αποκατάσταση και βιοπορισμό του «ειδικού παιδιού», μετατρέπεται σε θεραπευτικό κύτταρο, συνυπεύθυνη μεν, αλλά και συνεπικουρούμενη από δημόσιους φορείς και από τις νέες τεχνολογίες κατά την πορεία του προς την προσωπική ολοκλήρωση. Όσο πρωιμότερη είναι η παρέμβαση, τόσο πιο αισιόδοξα θα είναι τα όρια και οι περιορισμοί που θέτει η αναπηρία. Οι γονείς καθίστανται κοινωνικοποιητι-κοί θύλακες, αρμόδιοι για την ομαλή μετάβαση και ένταξη του ανάπηρου παιδιού στην κοινωνία. Η γνώση είναι το κλειδί που θα υποσκελίσει τα ό-ποια εμπόδια: Μόλις συνειδητοποιηθεί η φύση της αναπηρίας και αρθούν τα αποτελέσματα των ψυχολογικών ματαιώσεων, πρώτο μέλημα είναι η ενημέρωσή τoυς για τις διεκπεραιωτικές διαδικασιών και για τους υφιστά-μενους πόρους υποστήριξης. Στο εξωτερικό το διαδίκτυο στέκεται πολύτι-μος αρωγός μέσω πλουσίων και κατατοπιστικών ιστοσελίδων, με συμβου-λές βήμα προς βήμα και με «ζωντανές» κοινότητες γονέων με παρόμοιες εμπειρίες. Η διαδραστικότητα της τεχνολογίας μπορεί να διασκεδάσει τον απομονωτισμό, τον πανικό και την απελπισία, που δημιουργούσε η γέννη-ση ενός «ειδικού παιδιού». Η γνώση και η εμπειρία, που μέχρι τώρα συσ-σωρευόταν σε περίκλειστα ιδρύματα κοινωνικής πρόνοιας, μεταφέρεται σε επίπεδο γειτονιάς, κοινοτικού διαμερίσματος, πόλης και οι πόλοι παρέμβα-σης στην πληροφορία πολλαπλασιάζονται. Η οικογένεια δεν ελπίζει πλέον ότι το «ειδικό παιδί» θα κοινωνικοποιηθεί από αυτή την ίδια ούτε εναποθέ-τει τις ελπίδες της σε μια πενιχρή οικονομική στήριξη από το κράτος. Αντί-θετα, αυξάνει την έκθεση του παιδιού σε κοινωνικές και μορφωτικές ε-μπειρίες από πολύ νωρίς, δεδομένου ότι η μάθηση πλέον δεν περιορίζεται στα πλαίσια του σχολείου, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του παιδιού. Το ειδικό σχολείο μετασχηματίζεται, για να ενσωματώ-σει τις εξελίξεις, και ακολουθώντας την τάση ανοίγεται προς τα εξωτερικά κοινωνικά ερεθίσματα, ενδυναμώνει τον εξατομικευμένο χαρακτήρα της διδασκαλίας του, δίνοντας έμφαση στα ταλέντα, στις ιδιαιτερότητες και στην προσωπικότητα του μαθητή. Η απόλυτη συνεργασία με την οικογέ-νεια θεωρείται δεδομένη, τόσο για την από κοινού ανάπτυξη της στοχοθε-σίας, όσο και για την παροχή συνεχούς εκπαίδευσης και μετά το πέρας των διδακτικών ωρών. Οι γονείς και ο δάσκαλος γίνονται οι συνοργανωτές του κατάλληλου αναλυτικού προγράμματος, που είναι εξωστρεφές, συστηματι-κό και ευέλικτο.
Ο αριθμός των μαθητών με αναπηρία που εισέρχονται και τελειώ-νουν επιτυχώς τη μεταλυκειακή εκπαίδευση αυξήθηκε σημαντικά τις τε-λευταίες δεκαετίες, αλλά, παρόλα αυτά, δε σημειώθηκε ανάλογη αύξηση στον αριθμό των ατόμων με αναπηρία, που επιτυγχάνουν στην αγορά ερ-γασίας.
Έρευνα το 1998 στις Η.Π.Α (Εθνικός Οργανισμός για τις αναπηρί-ες) κατέδειξε ότι μόνο το 32% των ατόμων αυτών είναι πλήρως ή μερικώς εργαζόμενα σε σύγκριση με το 81% των μη αναπήρων ατόμων. Το 65% των ανέργων με κάποιου είδους αναπηρία δήλωσαν στην ίδια έρευνα ότι θα επιθυμούσαν να εργάζονται. Εμπόδια στην προσπάθειά τους για αποκατά-σταση είναι τα ακατάλληλα υποστηρικτικά συστήματα, η έλλειψη επιτυχη-μένων προτύπων, η περιορισμένη πρόσβαση στην τεχνολογία και οι χαμη-λές προσδοκίες των ανθρώπων με τους οποίους αλληλεπιδρούν.
Οι μαθητές με αναπηρία αντιμετωπίζουν μοναδικές προκλήσεις κα-τά τη μετάβασή τους από το σχολείο στην αγορά εργασίας. Όπως και οι υπόλοιποι μαθητές, πρέπει να βρουν τρόπους να ανταποκριθούν στις απαι-τήσεις του κάθε επαγγέλματος και παράλληλα να επιδείξουν ικανότητες επικοινωνίας, επίλυσης προβλημάτων, λήψης αποφάσεων και ηγεσίας. Σε αντίθεση όμως με τους υπόλοιπους μαθητές πρέπει να έχουν πλήρη επί-γνωση των περιορισμών που επιβάλλει η αναπηρία τους και να βρουν υπο-στηρικτικό περιβάλλον, το οποίο θα συναινέσει να προσαρμοστεί στις ι-διαίτερες απαιτήσεις. Η μάθηση που στηρίζεται σε πραγματικά εργασιακά περιβάλλοντα μπορεί στις περιπτώσεις αυτές να αποδειχθεί πολύτιμη. Όσο νωρίτερα αρχίζει ο σχεδιασμός της σταδιοδρομίας (συνήθως από την αρχή του γυμνασίου), τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες απασχόλησης αργότερα. Έτσι, θα έχουν την ευχέρεια να αλλάξουν κατεύθυνση, καθώς αναπτύσσε-ται η αυτογνωσία, και να εξετάσουν την επιλογή μιας μακρόχρονης καριέ-ρας ή περισσοτέρων θέσεων εργασίας.
Η αλληλεπίδραση ακαδημαϊκής μελέτης και πρακτικής εργασιακής εμπειρίας μπορεί να αυξήσει τόσο τη γνώση αυτή καθαυτη, όσο και την προσωπική ανάπτυξη και επαγγελματική προετοιμασία. Συγκεκριμένα, η μάθηση που βασίζεται σε πραγματικά εργασιακά περιβάλλοντα, βοηθά το μαθητή:
- να διευκρινίσει τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά ενδιαφέροντά του,
- να καλύπτει ο ίδιος ένα μέρος των εξόδων του,
- να ανταλλάσσει την εργασιακή εμπειρία με βαθμούς στα μαθήμα-τα του σχολείου,
- να εφαρμόζει πρακτικά τις θεωρίες που διδάσκεται στο σχολείο,
- να αναπτύσσει δεξιότητες επικοινωνίας μέσω της αλληλεπίδρασης με συναδέλφους,
- να αναπτύσσει ικανότητες αναζήτησης εργασίας, σύνταξης βιο-γραφικού και συνοδευτικής επιστολής
- να αναπτύσσει τα κοινωνικά δίκτυα με εργοδότες, που θα τον βο-ηθήσουν στην αναζήτηση εργασίας μετά το σχολείο,
- να αποκτά πληροφορίες για οργανισμούς και προγράμματα πρό-νοιας,
- να αναγνωρίζει ποιες ιδιαίτερες ανάγκες πρόσβασης θα ανακα-λυφθούν ανάλογα με το επάγγελμα.
Οι υπηρεσίες, που πολλά σχολεία ειδικής αγωγής του εξωτερικού προσφέρουν στους μαθητές τους, είναι:
α) Καταιγισμός πληροφοριών σχετικά με τα επαγγέλματα από τους ίδιους τους επαγγελματίες, επισκέψεις στο χώρο της εργασίας και συζήτη-ση σχετικά με εργασιακά καθήκοντα, ακαδημαϊκές απαιτήσεις και δυνατό-τητες εξέλιξης.
β) Κυκλική απασχόληση σε όλες τις θέσεις εργασίας, που προσφέ-ρει κάθε επιχείρηση, για την εύρεση της καταλληλότερης.
γ) Σύμπραξη με επιχειρήσεις και οργανισμούς για την παροχή κοι-νών εκπαιδευτικών και επαγγελματικών προγραμμάτων.
δ) Συνεργατική μάθηση με πληθώρα μαθησιακών ευκαιριών. Οι βαθμοί στα μαθήματα αποκτώνται όχι μόνο με τον παραδοσιακό τρόπο, αλλά μέσω της συμμετοχής σε εξωσχολικές δραστηριότητες.
ε) Εκπαίδευση όλων των υποστηρικτικών οικογενειακών και φιλι-κών δικτύων: Οι γονείς και οι φίλοι μπορούν να αναδείξουν λεπτομέρειες, που κάνουν έκδηλα τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα των μαθητών με ανα-πηρία (π.χ. να αναφέρουν χόμπυ, αγαπημένες ασχολίες κ.λπ).
στ) Το πεδίο της πρόληψης έχει ευρύτερη εφαρμογή σε πρωτογενές επίπεδο, δηλαδή στο σχεδιασμό προγραμμάτων παρέμβασης σε μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα, με σκοπό τη μείωση της πιθανότητας εμφάνισης προ-βλημάτων. Η δευτερογενής πρόληψη αφορά παρέμβαση σε ομάδες υψηλού κινδύνου, ενώ η τριτογενής εστιάζει στη θεραπεία περιπτώσεων με δια-γνωσμένες διαταραχές. Οι προληπτικές παρεμβάσεις αποσκοπούν στην τροποποίηση του περιβάλλοντος, με σκοπό τη μείωση των αγχογόνων πα-ραγόντων και στην παρέμβαση σε ατομικό επίπεδο, ώστε ο μαθητής να α-ναπτύξει προσωπική επάρκεια και υψηλή αυτοεκτίμηση.
ζ) Στα σχολικά πλαίσια, η εφαρμογή της συμβουλευτικής περιλαμ-βάνει άμεσες υπηρεσίες προς το μαθητή, συνεργασία με τους δασκάλους και παρέμβαση στην ευρύτερη σχολική μονάδα. Όσο το επίπεδο παροχής υπηρεσιών γίνεται πιο έμμεσο, τόσο πιο προληπτική γίνεται η παρέμβαση. Tέλος, η συμβουλευτική συμβαδίζει με την επιθυμητή διεύρυνση του ρό-λου των σχολικών ψυχολόγων.
η) Με την εφαρμογή του θεσμού του επαγγελματικού προσανατο-λισμού επιδιώκεται η υπεύθυνη ενημέρωση του μαθητή για τις μεταγυμνα-σιακές σχολικές βαθμίδες και κατευθύνσεις, καθώς και για τους όρους και τις προϋποθέσεις εισόδου σε κάθε επάγγελμα, για τους όρους εργασίας - αμοιβής, για τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, για τις ανάγκες, δηλαδή, της οικονομίας σε έμψυχο δυναμικό και τις δυνατότητες εξέλιξης. Παράλ-ληλα, στόχο αποτελεί η παροχή βοήθειας στο μαθητή, για να αποκτήσει αυτογνωσία, έτσι ώστε να εκτιμήσει τις κλίσεις και δεξιότητές του (σωμα-τικές, νοητικές, συναισθηματικές, κοινωνικο-οικονομικές), να μπορέσει να αξιοποιήσει το πραγματικό του δυναμικό και να συνειδητοποιήσει τις δυ-νατότητες και αδυναμίες του, καθώς και τα πραγματικά του ενδιαφέροντα, τις φιλοδοξίες και γενικά τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για μια ορθή επιλογή. Ο επαγγελματικός προσανατολισμός ολοκληρώνεται με τη λήψη επαγγελματικής απόφασης με πλήρη συναίσθηση των επιπτώσεων, που συνεπάγεται αυτή.
Οι γονείς καθίσταται συνυπεύθυνοι για την επαγγελματική αποκατά-σταση του παιδιού με αναπηρία. Διευρύνουν τις μαθησιακές εμπειρίες πέρα από τα όρια του σχολείου, μεριμνούν για τους τρόπους προσπέλασης στα διάφορα επαγγελματικά περιβάλλοντα. Διευθετούν τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και προετοιμάζουν τις επαφές του μαθητή με τους υπευθύνους.
Οι καθηγητές επαγγελματικού προσανατολισμού πρέπει να ενθαρρύ-νουν τους μαθητές με αναπηρία να αναπτύξουν τη φαντασία τους, να έλ-θουν σε επαφή με την εργασιακή πραγματικότητα και κατόπιν να συνειδη-τοποιήσουν τους περιορισμούς που συνεπάγεται η αναπηρία. Παράλληλα, οφείλουν :
• Να παρέχουν πληροφορίες και να συναποφασίζουν για το κα-τάλληλο επάγγελμα.
• Να ανακαλύπτουν επαγγέλματα που μεγιστοποιούν τα ταλέντα του κάθε μαθητή και ελαχιστοποιούν τις αδυναμίες του.
• Να προσομοιώνουν περιβάλλοντα εργασίας και τέλος
• να δίνουν έμφαση στην απόκτηση καθημερινών πρακτικών δε-ξιοτήτων.
Ο επαγγελματικός προσανατολισμός στοχεύει στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των ατόμων με αναπηρία και στην κατά το δυνατόν οικο-νομική και κοινωνική αυτονομία τους. Η εύρεση και διατήρηση επαγγέλ-ματος ενισχύει το σεβασμό από τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας, αυξάνει την αυτοεκτίμηση και εμπεδώνει την αρχή των ίσων ευκαιριών, μόνον ε-φόσον γίνεται στα πλαίσια των κανόνων της αγοράς και απεκδύεται τον υποκριτικό μανδύα της κρατικής ελεημοσύνης. Οι εργοδότες πρέπει να συ-νειδητοποιήσουν ότι τα άτομα με αναπηρία μπορούν να είναι παραγωγικά και ότι η ανάληψη κοινωνικής ευθύνης αποβαίνει προς όφελος της επιχεί-ρησής τους και μπορεί να αποφέρει ηθικά και οικονομικά κέρδη. Χωρίς να παραγνωρίζεται η σκοπιμότητα της κρατικής επιδότησης, κυρίως για θέμα-τα προσβασιμότητας και διαμόρφωσης των χώρων, οι συγγραφείς πιστεύ-ουν ότι η αλλαγή της κουλτούρας και η ανάδειξη της επιχειρηματικής και-νοτομίας είναι η πολιτική, που θα αποφέρει τα μέγιστα. Πραγματικά, η με-ταβιομηχανική εποχή κατηγοριοποιεί το εργατικό δυναμικό βάσει της ικα-νότητάς τους να αφομοιώνουν τα κελεύσματα των νέων τεχνολογιών, της παγκοσμιοποιημένης πληροφορίας και της παραγωγής γνώσης. Οι ηλε-κτρονικοί υπολογιστές ήδη προσφέρουν πολυμεσικά περιβάλλοντα ειδικά διαμορφωμένα για άτομα με αναπηρία, που τα καθιστούν άξια να ανταγω-νιστούν οποιοδήποτε εργαζόμενο επί ίσοις όροις. Το άτομο με αναπηρία έχει πλέον τη δυνατότητα να εργάζεται ανεξάρτητα και αυτό αποτελεί μέ-τρο και κριτήριο του βαθμού κοινωνικής του ενσωμάτωσης.
Η ανεξαρτησία μπορεί να αξιολογηθεί με δείκτες, όπως: η εκτέλεση των απαιτήσεων της εργασίας μέσα σε λογικά χρονικά πλαίσια, η σταθερό-τητα και συστηματικότητα της απόδοσης, η εκπλήρωση των ποιοτικών στόχων, η επαγγελματικά αποδεκτή εμφάνιση και συμπεριφορά, η τήρηση του ωραρίου, η κατανόηση και εκτέλεση οδηγιών, η χρήση εργαλείων και μέσων, η τήρηση των κανόνων ασφαλείας, η προσαρμοστικότητα, η επίλυ-ση επαγγελματικών προβλημάτων, η αποδοχή της κριτικής και των επιση-μάνσεων για βελτίωση, οι κακές σχέσεις με προϊσταμένους, συναδέλφους και πελάτες, η λήψη αποφάσεων, η αυτογνωσία και αυτοαξιολόγηση και η επιθυμία για προσωπική εξέλιξη. Το άτομο με αναπηρία οφείλει να προ-σαρμοστεί στην κουλτούρα της επιχείρησης κι όχι να απαιτεί να την αλλά-ξει. Σταδιακά η εποπτεία, που ασκείται από τους εργαζόμενους στις δομές για άτομα με αναπηρία, πρέπει να περάσει στους εργοδότες, στους συνα-δέλφους, στην οικογένεια και τελικά στο ίδιο το άτομο.
Πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι τα σημαντικότερα προβλήματα, που εμφανίζονται στον εργασιακό χώρο, δεν αφορούν θέματα γνώσης του επαγγέλματος, αλλά κυρίως τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και το συναι-σθηματικό κλίμα. Εκπαίδευση από νεαρή ηλικία στις διαπροσωπικές σχέ-σεις εγγυάται μελλοντική επαγγελματική ασφάλεια και ηρεμία. Αντίθετα, η ανάπτυξη τέτοιων δεξιοτήτων μέσα σε προστατευμένα εργαστήρια επί μα-κρόν και η παραμονή σε ιδρύματα και εσωστρεφείς συλλόγους καλλιεργεί ανεπαρκείς και ανολοκλήρωτες συνθήκες, που ελάχιστη συνάφεια έχουν με τις πραγματικές. Με τον τρόπο αυτό το ανάπηρο άτομο παραμένει εξαρτη-μένο από την αρμόδια δομή, βιώνει έντονη μοναξιά στον εργασιακό χώρο, εσωτερικεύει το πέρασμα στην κοινωνία ως εχθρική και απειλητική διαδι-κασία, περιχαρακώνεται σε στερεότυπες μορφές συμπεριφοράς πυροδοτώ-ντας το φαύλο κύκλο του κοινωνικού αποκλεισμού. Τα συμπεράσματα αυ-τά γίνονται καθημερινό βίωμα όχι μόνο των ατόμων με αναπηρία, αλλά και των οικογενειών τους. Η επαγγελματική αποκατάσταση είναι ένας επικίν-δυνος Γολγοθάς και τα προβλήματα που ανακύπτουν δυσεπίλυτα: Οι αμοι-βές είναι υπερβολικά χαμηλές, οι δυνατότητες εξέλιξης ανύπαρκτες, η ερ-γασία χωρίς αυστηρή εποπτεία σπάνια, οι προσδοκίες για το όλο εγχείρημα απογοητευτικές, οι αριθμοί απολύσεων και παραιτήσεων υψηλοί, η καχυ-ποψία των εργοδοτών και η δυσπιστία των συναδέλφων υπερβολική και η κοινωνική αδιαφορία τερατώδης. Οι φιλοδοξίες των γονέων ατόμων με α-ναπηρία εξαρτώνται από τις γενικότερες στάσεις τους για την εργασία, την αναπηρία και τη διαχείριση των μηχανισμών άμυνας απέναντι στο «ειδικό» παιδί τους, από την κούραση και την ψυχική αναστάτωση που συνεπάγεται η διαρκής ενασχόληση με το ειδικό πρόβλημα, από τον αριθμό των αποτυ-χημένων προσπαθειών για εύρεση σταθερού επαγγέλματος, από το μορφω-τικό επίπεδο και την ηλικία τους, από το φύλο του παιδιού με αναπηρία, από τον αστικό ή αγροτικό χαρακτήρα της περιοχής, από την ποιότητα των κρατικών υποστηρικτικών προγραμμάτων και από τη συνεργασία τους με δασκάλους, εργαζόμενους στην ψυχική υγεία και τις αρμόδιες δομές. Όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία του ειδικού παιδιού, τόσο μικρότερες είναι οι φιλοδοξίες για επαγγελματική αποκατάσταση και τόσο αλλοιώνονται προς το αρνητικότερο οι κρίσεις και εκτιμήσεις των γονέων για την εξέλιξή του.
Όλες οι έρευνες συγκλίνουν στην άποψη ότι το κράτος οφείλει να εκπαιδεύσει ολόκληρη την κοινότητα, ώστε να μπορεί χωρίς φόβο να απο-δεχτεί το διαφορετικό και να μεριμνήσει, ώστε οι δάσκαλοι ειδικής αγωγής να αποκτήσουν την απαραίτητη εμπειρία και γνώση, για να θεραπεύσουν αποτελεσματικά το λειτούργημά τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: