Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Πολιτικές και Δράσεις τοπικής ανάπτυξης

Ευστράτιος Παπάνης και Μυρσίνη Ρουμελιώτου

Αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι οι πολιτικές της τοπικής ανάπτυξης θα πρέπει να εναρμονίζονται και να ακολουθούν τα πρότυπα των πολιτικών μιας ολοκληρωμένης ανάπτυξης. Βασική συνθήκη για την ευόδωση του παραπάνω στόχου είναι ο καλός συντονισμός και η άρτια οργάνωση των δράσεων της τοπικής κοινότητας.

H Ladd (1994) ταξινομεί τις στρατηγικές ανάπτυξης σε τρεις βασικές κατηγορίες: σε εκείνες που δίνουν έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα (pure people-oriented), σε αυτές που βασίζονται κυρίως στον τόπο (place-oriented) και στις στρατηγικές που συνδυάζουν και τους δύο παράγοντες. Η πρώτη κατηγορία στρατηγικών στοχεύει στην παροχή βοήθειας και στήριξης στους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής τους και εστιάζεται κυρίως στην αύξηση του ανθρώπινου κεφαλαίου και της κινητικότητας. Η δεύτερη κατηγορία επιχειρεί να βελτιώσει το φυσικό τοπίο της περιοχής-στόχου ή να την ανανεώσει οικονομικά με νέες επενδύσεις και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Η τελευταία κατηγορία συνδυάζει τους δύο προαναφερθέντες στόχους αξιοποιώντας τους τοπικούς πόρους για να βοηθήσει τους ευάλωτους κατοίκους της περιοχής ή τις υποβαθμισμένες γειτονιές της.

Ωστόσο οι πολιτικές της τοπικής ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα πολύπλοκες, γιατί δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις δράσεις των τοπικών φορέων και την ιδιωτική πρωτοβουλία του πληθυσμού μιας περιοχής, αλλά και από άλλους παράγοντες (π.χ. κυβερνητικές παρεμβάσεις), που επηρεάζουν σημαντικά τις διαδικασίες της εξέλιξης και προόδου μιας περιοχής.

Σύμφωνα με τον Ψυχοπαίδη Κ.,(1982), «πολλά προβλήματα που οριοθετούνται σε τοπικό επίπεδο ρυθμίζονται συνήθως στα πλαίσια κατευθείαν παρεμβάσεων της κεντρικής πολιτικής και διοικητικής εξουσίας και έτσι το σύστημα ρυθμίσεων νομιμοποιείται από ένα εκτεταμένο πλέγμα παραδοσιακών πολιτικών σχέσεων που εμποδίζουν σε τοπικό και γενικό επίπεδο την έκφραση μιας οργανωμένης και εσωτερικά δομημένης πολιτικής βούλησης».

Αναλυτικά παρουσιάζονται στον πίνακα 2 όλες οι πολιτικές και δράσεις της τοπικής ανάπτυξης (ΟΟΣΑ, 1986).


Πίνακας 2: Οι πολιτικές της τοπικής ανάπτυξης

Σαφώς καθορισμένοι σκοποί της τοπικής οικονομικής ανάπτυξης
Επίλυση των προβλημάτων χρηματοδότησης και παροχής υπηρεσιών. Χρηματοδοτική βοήθεια σε επιχειρηματίες
Σκοποί της τοπικής και κοινοτικής ανάπτυξης
Ανάδειξη επιχειρηματιών Κατάρτιση και εκπαίδευση
Κλαδικοί σκοποί
Ανάπτυξη της γεωργίας Ενίσχυση των τοπικών βιομηχανιών
Συνολική οικονομική ανάπτυξη
Βιομηχανική πολιτική Τεχνολογική πολιτική Εμπορική πολιτική Μακροοικονομικές πολιτικές

Ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων
Πολιτικές για βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας Εκπαιδευτική πολιτική
Άλλοι σκοποί των κρατικών πολιτικών
Πολιτική υδάτινων πόρων Πολιτική υποδομών και επικοινωνιών

Ο Quévit (1986), διατύπωσε την άποψη ότι η αποτελεσματικότητα των δράσεων για την τοπική ανάπτυξη εξαρτάται σημαντικά από τη συνεργασία των φορέων στο θέμα της ουσιαστικής και αποτελεσματικής λήψης αποφάσεων. Έτσι το αποτέλεσμα της δημόσιας δράσης εξαρτάται σημαντικά από την κουλτούρα του φορέα και τον ξεχωριστό ρόλο που διαδραματίζει ο κάθε φορέας από την πλευρά του.

Ο ΟΟΣΑ (1986), προτείνει μια σειρά από ενέργειες που έχουν ως στόχο την προώθηση νέων στρατηγικών και πολιτικών τοπικής ανάπτυξης, καθώς και των ενεργειών της τοπικής αυτοδιοίκησης:

Έλεγχος των ενεργειών που αφορούν το χώρο και έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα σχέδια της ενδογενούς ανάπτυξης.
Συντονισμός ενεργειών των διαφόρων τομέων της κρατικής διοίκησης, έτσι ώστε να μη δημιουργηθούν συγκρούσεις ανάμεσα στους σκοπούς και στα μέτρα της πολιτικής για την τοπική ανάπτυξη.
Δημιουργία επενδύσεων σε υπηρεσίες και τομείς που υπερβαίνουν τις αρμοδιότητες που υπάρχουν σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, αλλά που είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της τοπικής ενδογενούς ανάπτυξης.
Καθορισμός των γενικών στόχων και της συνολικής στρατηγικής της ανάπτυξης, με τέτοιο τρόπο ώστε οι πολιτικές της ενδογενούς ανάπτυξης να μπορέσουν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά.
Τέλος, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη διαδικασία υλοποίησης προγραμμάτων για την τοπική ανάπτυξη. Η πολιτική της τοπικής ανάπτυξης πέρα από τα γενικότερα περιβάλλοντα (κοινωνικά, πολιτιστικά κ.τ.λ.), που θα πρέπει να λάβει υπόψη, καλείται να εστιάσει και σε ένα πρόγραμμα πολιτικής ειδικά σχεδιασμένο, ώστε να μπορεί να υλοποιηθεί για κάθε μία από τις περιοχές στις οποίες πρόκειται να εφαρμοστεί το ονομαζόμενο bottom-up ή επαγωγικό μοντέλο τοπικής ανάπτυξης.

Σύμφωνοι μ’αυτή τη μορφή τοπικής ανάπτυξης παρουσιάζονται οι Friedmann και Weaver C. (1979), Weaver C. (1981), που πρεσβεύουν ότι οι λειτουργίες της τοπικής κοινωνίας θα πρέπει να προσανατολίζονται προς την ικανοποίηση των βασικών αναγκών (basic needs). Οι ανάγκες αυτές προκύπτουν μέσα από την τοπική συγκρότηση και στη βάση αυτή οριοθετούν μια εναλλακτική «εκ των κάτω» προοπτική κοινωνικής ανάπτυξης (Stoehr, W./ Taylor, D.R.F. 1981). Η προβληματική όμως που προκύπτει από το «εκ των κάτω» μοντέλο ανάπτυξης εστιάζεται στο γεγονός ότι η «τοπική ανάγκη» δεν προκύπτει άμεσα, αλλά συγκροτείται ως έκφραση ενός ιδιότυπου καταμερισμού της εργασίας, όπου υπεισέρχεται η διαφοροποίηση μεταξύ δομικών στοιχείων εθνικής και τοπικής κοινωνίας και όπου αντίστοιχα, σε τοπικό επίπεδο, προκύπτουν διαρθρωτικά στοιχεία, τα οποία απαιτούν είτε εθνική, είτε τοπική ρύθμιση, ανάλογα πάντα με το βαθμό εκσυγχρονισμού και τις ιδιαιτερότητες της κοινωνίας (Ψυχοπαίδης Κ, 1989).

Οι Coffey και Polese (1985), προτείνουν ένα μοντέλο προγραμματισμού τοπικής ανάπτυξης με σκοπό τον καλύτερο σχεδιασμό και την πιστότερη υλοποίησή της.

Συνεπώς, τοπική ανάπτυξη μπορεί να θεωρηθεί η διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης και διαρθρωτικών αλλαγών, η οποία οδηγεί σε βελτίωση του επιπέδου ζωής του τοπικού πληθυσμού και έχει οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτικο-διοικητική διάσταση. Οι δράσεις που αναπτύσσονται έχουν τέτοια μορφή, ώστε να αντιμετωπίζουν την κάθε χωρική ενότητα με διαφορετικό τρόπο, σύμφωνα με το επίπεδο ανάπτυξης της τοπικής οικονομίας, της δομής και λειτουργίας του παραγωγικού συστήματος, της αγοράς εργασίας και των χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν την τοπική κουλτούρα (Barquero, 1991).

Ένας από τους βασικότερους μηχανισμούς της προώθησής της, είναι η καλή και αποτελεσματική οργάνωση των οικονομικών πόρων του εκάστοτε χωρικού πλαισίου με κύριο στόχο την ανταγωνιστικότητα των τοπικών προϊόντων, τόσο στις αγορές του εσωτερικού της χώρας, όσο και στις παγκόσμιες.

Τις τελευταίες δεκαετίες η χώρα μας έγινε κοινωνός των πλουσίων παροχών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μέσω των οικονομικών πακέτων στήριξης, τα οποία αφορούσαν μια πληθώρα δράσεων και ενεργειών. Τα πρώτα χρόνια μετά την ένταξη, όταν άρχισαν να εισρέουν τα κοινοτικά κονδύλια, ήταν εμφανής η ανικανότητα της Ελλάδας να απορροφήσει το 100% των χρημάτων και να καταρτίσει τεκμηριωμένες μελέτες, που θα δικαιολογούσαν την ευρωπαϊκή στήριξη. Η κατάσταση βελτιώθηκε σταδιακά, χωρίς όμως να επιτευχθεί το ιδεατό επίπεδο της ολικής αξιοποίησης των χρηματοδοτήσεων. Τα περιθώρια περαιτέρω στήριξης στενεύουν ακόμα περισσότερο με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα πολλών νέων χωρών με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ανάπτυξη της Ελλάδας. Πολλοί βλέπουν με δέος τις επιχορηγήσεις να καταργούνται, τις επιδοτήσεις προϊόντων να αναστέλλονται, το δε εθνικό κεφάλαιο θα πρέπει να αναλάβει το σύνολο των ευθυνών. Άλλοι θεωρούν ότι η είσοδος των νέων χωρών αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία επενδύσεων με την εξάπλωση των ελληνικών επιχειρήσεων σε παρθένες αγορές.

Το βασικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν μόνο η αδυναμία της να κατανοήσει πλήρως την Ευρωπαϊκή οικονομική κουλτούρα, αλλά και να κατευθύνει τα κονδύλια σε αναπτυξιακά έργα με πολλαπλασιαστικά οφέλη. Αυτό αντικατοπτρίστηκε στην ποιότητα και το είδος των έργων, που τελικά ολοκληρώθηκαν, αλλά και στη δυσπραγία των αρμόδιων να εκταμιεύσουν τα απαιτούμενα ποσά. Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα στράφηκε στην εκτέλεση έργων υποδομής-κατασκευή οδικών δικτύων, αθλητικών εγκαταστάσεων, συγκοινωνιακών φορέων, τα οποία, όσο χρήσιμα κι αν είναι, τονίζουν απλώς την ελλειμματικότητα της πατρίδας μας σε αναπτυξιακό όραμα: όσα έπρεπε να είχαν γίνει τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70 μεταφέρθηκαν ως επείγουσες προτεραιότητες τη δεκαετία του ’90 και έγιναν πραγματικότητα μέσα από έναν ορυμαγδό γραφειοκρατικών διαδικασιών, πολιτικών αντεγκλήσεων και οικονομικών ατασθαλιών.

Το πρόβλημα, όμως, είναι ευρύτερο. Οι μελέτες και ο σχεδιασμός των έργων, που απορρόφησαν τις ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις, αναλώθηκαν κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, πολλές φορές υπό αποικιοκρατικούς όρους, αγνοώντας τόσο την περιφέρεια, όσο και τους τελικούς αποδέκτες, δηλαδή τους πολίτες. Το υπερτροφικό κέντρο διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο, η επαρχιακή δυναμική συρρικνώθηκε, η παραγωγή στηρίχθηκε στο νοσηρό καθεστώς των επιδοτήσεων, που απογυμνωμένο από τον επενδυτικό χαρακτήρα του παρουσιάστηκε από τις κυβερνήσεις ως πρωτοβουλία στήριξης των αγροτών και ως φιλολαϊκή παρέμβαση. Κι όμως τα χρήματα αυτά δόθηκαν από την Ε.E. για την ανασυγκρότηση των καλλιεργειών, την καθετοποίηση της παραγωγής και τη μετεξέλιξη του αγροτικού προϊόντος σε σύγχρονη και κερδοφόρα μορφή επιχειρηματικότητας. Όλα αυτά πολύ απέχουν της πραγματικότητας. Η τιμή του λαδιού αντικατοπτρίζει απόλυτα την οδυνηρή κατάσταση: ένα προϊόν που ξεκινά με χαμηλότατη τιμή παραγωγού, που η ποιότητα και η βιολογική του αξία θα μπορούσε με την κατάλληλη πολιτική και διαφήμιση να εξελιχθεί σε αστείρευτη πλουτοπαραγωγική πηγή για τους κατοίκους του Αιγαίου, ακροβατεί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, πληττόμενο από την έλλειψη πολιτικής βούλησης και ανικανότητας των αγροτών να κατανοήσουν την αξία του. Οι μικροκαλλιέργειες, η ανεπαρκής τυποποίηση και η ανυπαρξία ανταγωνιστικότητας το καταδικάζουν σε ένα συνεχώς αυξανόμενο μαρασμό, με τεράστιες συνέπειες στην απασχόληση και την εργατική αποψίλωση των νησιών.

Η Ευρωπαϊκή πολιτική δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Τα αναπτυξιακά προγράμματά της, σχεδιασμένα από την κεντρική διοίκηση των Βρυξελλών και απευθυνόμενα ομογενοποιημένα σε κράτη με ετερόκλητες ανάγκες και προοπτικές, αποξενώθηκαν από τις πραγματικές επιδιώξεις των πολιτών και μέσα από ένα κυκεώνα γραφειοκρατικών διαδικασιών σπανίως καταλήγουν στους άμεσα ενδιαφερομένους. Το μειονέκτημα των ιεραρχικών συστημάτων διοίκησης, όπως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η ακαμψία, η αδυναμία της ροής πληροφοριών και η μετάλλαξη των αρχικών στόχων, λόγω των πολυδιαυλικών οδών μεταβίβασης των εντολών. Το «παραγωγικό» μοντέλο τοπικής ανάπτυξης στερείται ευελιξίας, είναι χρονοβόρο και αγνοεί τις ανάγκες των πολιτών, οχυρωμένο πίσω από την τυπολατρεία, τον όγκο των απαιτούμενων εγγράφων και την άβυσσο των διεκπεραιωτικών ενεργειών. Συνολικώς θεωρούμενο αντιστρατεύεται όλες τις αρχές της νέας οικονομίας, της εξέλιξης και της αειφόρου στρατηγικής ανάπτυξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: