Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

Το χρονικό της αυτοεκτίμησης

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΝΗΣ

Βρεφική και παιδική ηλικία

Κάθε έμβιο ον, αλλά πολύ περισσότερο ο άνθρωπος, επιζητεί να αφήσει τα χνάρια του στον πλανήτη και να λαξεύσει τη μαρτυρία του στο γλυπτό της ιστορίας. Ποθεί να αναχθεί από ένα ασήμαντο συμβάν σε ένα αδιάψευστο γεγονός. Αγωνίζεται να καταστήσει πασιφανή στις κατοπινές γενεές τα απολιθώματα της πορείας του και αγωνιά να διατρανώσει τα συστατικά της προσωπικότητάς του υπερβαίνοντας την φρίκη του μηδενός.
Πριν καν ξεφύγουμε από τον καταναγκασμό της αδυνασίας, σχεδόν από το πρώτο έτος της ζωής, αποκτάμε ταυτότητα του Εγώ. Αντιλαμβανόμαστε έκπληκτοι ότι δεν είμαστε τα πάντα και πως ό,τι κρατάμε στο χέρι δεν είναι προέκταση του εαυτού μας. Αυτό οι ψυχολόγοι το επικροτούν ως αναπτυξιακό άλμα. Θα πρέπει να είναι μεθυστική – τουλάχιστον στα αρχικά της στάδια- η συνειδητοποίηση ότι είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους, από τα αντικείμενα και τις καταστάσεις. Το τέλος της αισθησιοκινητικής περιόδου σηματοδοτεί την αρχή της ατομικότητας, μια παρακαταθήκη η οποία θα δυναστεύει τις πράξεις μας μέχρι το τέλος και πολύ πέρα από αυτό. Έξαφνα ένα σημείο αναφοράς, ένας βράχος στο μέσον της αοριστίας, ένα ζύγι με το οποίο θα κρίνουμε τα πάντα. Ακόμα και η αλληλουχία των χρονικών σημείων αποκτά νόημα μέσα από την επίπλαστη σταθερότητα του διαφοροποιητικού Εγώ. Η αυτοεκτίμηση την περίοδο αυτή ταυτίζεται με την υπέρβαση των ωδινών της επιβίωσης. Εκδηλώνεται μέσα από τα γεμάτα ικανοποίηση χαμόγελα των βρεφών, που στερούμενα επικοινωνιακής αξίας, καθρεφτίζουν τον κορεσμό από την τροφή, την πληρότητα από στοργή, την κατασίγαση των αναγκών. Κάθε μέσο επιστρατεύεται, για να τραβήξει την προσοχή των ενηλίκων, που θα του καλύψουν την ολοκληρωτική ανημποριά και εξάρτηση. Τα γοερά κλάματα, το διατρητικό βλέμμα, οι χαριτωμένες κινήσεις διδάσκουν τη μητέρα – το πρότυπο όλων των κατοπινών σχέσεων – πώς να το αγαπά. Από την επιδοκιμασία ή την απόρριψή της κρίνεται το παιχνίδι της μελλοντικής αυτοεκτίμησης, που σε εκείνη την φάση δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το δικαίωμα της συνέχειας στη ζωή. Η προσκόλληση προς το πρόσωπο αυτό επιβεβαιώνει ή διακυβεύει την κατοπινή αίσθηση της αξίας και καθορίζει το ύφος της. Αν η μορφή της μητέρας προβάλλει ως αυστηρή, απαγορευτική, αποξενωμένη ή υπερπροστατευτική, αποστασιοποιημένη και χωρίς πηγαίο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του παιδιού, τότε η ασχημάτιστη αυτοεκτίμηση καθηλώνεται. Δίχως κίνητρα για την ενεργοποίηση των δεξιοτήτων του, στερούμενο της αυτενέργειας και πρωτοβουλίας, το βρέφος θα καταπνίξει τις τάσεις του για εξερεύνηση του κόσμου, θα καταστείλει το έμφυτο πάθος του για δράση και θα περιορίσει τις ορμές του, ώστε να διασφαλίσει την τόσο αμφίβολη αγάπη της. Η πολιτική αυτή θα εξελιχθεί σε μάθηση και θα αναπαράγεται σε όλες τις μετέπειτα σχέσεις: Η υποταγή σε κανόνες, σε πρόσωπα και καταστάσεις και η μεταβίβαση των ευθυνών θα εγγυάται την αποδοχή των σημαντικών άλλων. Η καταρράκωση της αυτοεκτίμησης θα είναι τότε μη αναστρέψιμη. Αντίθετα, η μητέρα, που το ένστικτό της θα την οδηγήσει στην ελεγχόμενη παροχή ελευθεριών, που θα την αναγάγει σε λιμένα ασφάλειας στις περιπλανήσεις του βρέφους και σε πηγή θαλπωρής μετά τον κάματο των περιπετειών του, αυτή, που θα ενισχύει και θα επιβραβεύει κάθε νέα του κατάκτηση, αλλά παράλληλα θα του διδάσκει τα όρια των δυνατοτήτων του, θα αποδειχθεί προμαχώνας και στηλοβάτης της αυτοεκτίμησής, υποσυνείδητη σύμμαχος και αρωγός στις τολμηρές σταυροφορίες του και αναφορά για όλες τις μελλοντικούς συναισθηματικούς δεσμούς
Με το ψέλλισμα των πρώτων μορφημάτων ο άνθρωπος διαδηλώνει την διαφορετικότητά του από όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα. Η εγκαθίδρυση της γλώσσας γίνεται έναυσμα του συμβολισμού, απαρχή της αποδέσμευσης από τα μπουντρούμια της αντικειμενικής πραγματικότητας, δυνατότητα αποστασιοποίησης από τον εαυτό, διδασκαλία για το πώς να διασκεδάζει τις χρονικότητες και να εντρυφεί στο αφανέρωτο από τις αισθήσεις. Μαθητής της υπέρβασης και ασκητής του πρωτοδοκίμαστου ξεμακραίνει διστακτικά εκείνη την περίοδο στα μονοπάτια του μύθου. Το παραμύθι- η παρηγοριά- εδραιώνεται στη σκέψη του και τον αποπλανεί σε διαστάσεις ονειρικές. Η λογική έχει εξοριστεί από τον τόπο αυτό. Γευσιγνώστης του αφύσικου και των απίθανων καταλήξεων, θηρευτής γνώσης ενορατικής, μη εχούσης χρείαν αποδείξεων, τυχοδιώκτης συγκινήσεων, που μόνο με το συναίσθημα είναι δυνατόν να τις υποψιαστεί. Γιατί ο μυθικός κόσμος των πρώτων ετών της ζωής απαξιώνει το προβλέψιμο, υιοθετεί το αλλόκοτο, προσωποποιεί το άψυχο και κάνει εφικτό το απροσπέλαστο. Είναι το βασίλειο του υποσυνειδήτου, τα Ηλύσια Πεδία των αναμνήσεων, που ,ως ενήλικας, ποτέ δεν θα ξαναθυμηθεί, των αποχρώσεων που θα καταπιεί η λησμοσύνη, των δονήσεων που δεν θα πάλλουν άλλη φορά την καρδιά. Αποδεκατισμένα σκιρτήματα, φωνές αγαπημένες όσων με περισσή συγκίνηση διηγήθηκαν ιστορίες, εικόνες φευγαλέες και συγχορδίες αισθημάτων, που ποτέ πια δεν θα ξανανιώσει, παρά μόνο εάν τρελλαθεί ή υπερκεράσει τις συμβατικότητες.
Η αυτοεκτίμηση στα πρώτα έτη της ζωής αποκτάται μέσω της ταύτισης με τους ήρωες των παραμυθιών και με την εσωτερίκευση των συμβολισμών και των ουτοπικών παραστάσεων. Το παιδί πρέπει να γίνει ο νοερός συνοδοιπόρος του βασιλόπουλου, που αντιμάχεται τα στοιχειά του κόσμου, για να φέρει λίγο από τ’ αθάνατο νερό στην αγαπημένη του. Πρέπει να διαπραγματευτεί με ξωτικά, να κοιμηθεί σε παγωμένα μέλαθρα, να γητευτεί από νεράιδες και να αφουγκραστεί τους ήχους του δάσους. Να προσωποποιήσει τα άψυχα, να συνομιλήσει με αντικείμενα, να υπερβεί τους φυσικούς νόμους και να πλάσει έναν δικό του κόσμο, όπου μια κοιμισμένη πριγκίπισσα πάντα θα το καρτερεί.
Έτσι εξελίσσεται ο ανθρώπινος νους, ακροπατώντας σε δύο κόσμους, που για τους τυφλώττοντες είναι μόνο αντιφατικοί . Αλλά ο σύγχρονος τρόπος ζωής, παρά τις δεκαετίες της ψυχανάλυσης, το αγνοεί. Τα ριζώματα αυτά, όμως, τα σκοπίμως λεηλατημένα από τον εμπειρισμό, τα εσκεμμένα κλειδωμένα στις κρύπτες του χρόνου, τα απωθημένα λοιδωρούμενα διά τραυματικών μομφών, ενσκήπτουν σαν λαίλαπα στις παραζάλες του βίου χλευάζοντας τις αντιστάσεις της λογικής, παραβιάζοντας τις κερκόπορτες της αντικειμενικότητας και προσθέτοντας στα δεινά του θετικισμού την έννοια της ψυχοπαθολογίας. Το πρόβλημα του σημερινού συστήματος αξιών είναι ότι παράγει και προάγει νευρωσικούς ανθρώπους, ενώ τα κριτήρια επιτυχίας που επιβάλλει, εκφυλλίζουν την έννοια της αυτοεκτίμησης: ωφελιμότερο είναι να διαβεί κανείς τις συμπληγάδες τσακισμένος, αλλά αυτόνομος, παρά να συνεχίσει γεμάτος έπαρση το ταξίδι προς ένα τόπο, στον οποίο το χρυσόμαλλο δέρας έχει προ πολλού απομυθοποιηθεί.
Η ‘μιμητική’ αυτοεκτίμηση θα ξεδιπλωθεί μέσα από το συμβολικό παιχνίδι, κατά τη διάρκεια του οποίου, το παιδί θα υποδυθεί όλους τους ρόλους, που έχει βιώσει, είτε φαντασιακά είτε στο οικογενειακό περιβάλλον. Θα γίνει η στοργική μητέρα της κούκλας ή ο τιμωρός του, ο τρομερός πολέμαρχος ή ο ικανός αθλητής, το αδύναμο παιδάκι ή ο ανίκητος προστάτης των αναξιοπαθούντων. Είναι ακόμα νωρίς να μιλάμε για ενιαία αυτοεκτίμηση. Περισσότερο πρόκειται για έναν κερματισμό της σε πολλαπλές αυτοεικόνες, πριν την κρίσιμη περίοδο, που θα ανασυντεθούν σε μια με μονιμότερα και λειτουργικότερα χαρακτηριστικά.
Οι πρώτες απαγορεύσεις με την είσοδο στη νηπιακή ηλικία από γονείς και αργότερα τους δασκάλους στέλνουν ξεκάθαρο το μήνυμα για το ποιος θέτει τους κανόνες και ποιος χειρίζεται τις ελευθερίες. Η αντίδραση σε αυτό τον καινοφανή περιορισμό θα κρίνει τη διαμόρφωση της αυριανής αυτοεκτίμησης. Το παιδί, που θα εγκλιματιστεί ανώδυνα στο πρωτόγνωρο τοπίο, θα αναπτύξει αυτοεκτίμηση κοινωνικοποίησης ή κομφορμισμού, ενώ εκείνο ,που θα το βιώσει ως απειλή θα οδηγηθεί στην απόρριψη, την περιθωριοποίηση ή την επαναστατικότητα.
Στη σχολική ηλικία, καθώς το παιδί αρχίζει να συναναστρέφεται και με άλλους ανθρώπους εκτός από αυτούς του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος, πολλοί νέοι παράγοντες αλληλεπιδρούν, οριοθετώντας την αυτοεκτίμηση. Σε αυτή την φάση της ζωής του, αξιολογείται σε επιμέρους τομείς, όπως στις σχέσεις με τους συνομηλίκους, στην πνευματική απόδοση, στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς. Το παιδί καλείται να ανακαλύψει και να εκμεταλλευτεί τις πραγματικές του ικανότητες γεγονός που επηρεάζει την διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης του.
Η πάροδος των ετών συνοδεύεται από παντοειδείς προκλήσεις και το φέρνει αντιμέτωπο με επιτυχίες αλλά και αποτυχίες. Έτσι έχει την δυνατότητα να ανακαλύψει το μέγεθος των δεξιοτήτων του σε διάφορους τομείς. Οι προηγούμενες εμπειρίες του, όσον αφορά στην αντιμετώπιση και αποδοχή από το περιβάλλον του θα παίξουν σημαντικό ρόλο στο πώς θα αντιλαμβάνεται τις διάφορες καταστάσεις και στο πώς θα αξιολογεί την κάθε ευκαιρία που θα του παρουσιάζεται. Υπάρχουν όμως και κάποιες ανεξέλεγκτες παράμετροι, που μπορούν να επηρεάσουν την διαδικασία αυτή, όπως η ευχέρεια στο να δημιουργεί προσωπικές σχέσεις, κάποια ματαίωση από ένα αγαπημένο πρόσωπο ή η αφαίρεση δύναμης ( για παράδειγμα, αν το παιδί έχει απειληθεί ή κακοποιηθεί κάποια στιγμή στην ζωή του). Τα συναισθήματα ντροπής, αυτο-κατηγορίας ή αναξιότητας, που μια τέτοια κατάσταση μπορεί να προκαλέσει, μπερδεύουν το παιδί και δρουν ανασταλτικά στην διαδικασία διαμόρφωσης της αυτοεκτίμησής του.
Αν τα παιδιά της πρώιμης παιδικής ηλικίας ερωτηθούν για το πώς αξιολογούν τον εαυτό τους οι απαντήσεις τους μπορεί να ποικίλουν από μέρα σε μέρα. Εφόσον έχουν πετύχει υψηλή βαθμολογία σε κάποιο μάθημα πρόσφατα και ο δάσκαλος τα έχει επιδοκιμάσει, αν έχουν κερδίσει σε κάποιο αθλητικό αγώνα επευφημούμενα από τους γνωστούς τους, θα απαντήσουν ότι είναι πολύ καλοί. Αν για κάποιο λόγο η επίδοσή τους σε μία και μόνο δοκιμασία είναι χαμηλή, η αυτοαξιολόγησή τους είναι αρνητική. Επομένως, γενικές ερωτήσεις, όπως ‘ είσαι καλός μαθητής’, ‘είσαι καλό παιδί’, ‘σε αγαπούν οι γονείς σου’, εξαρτώνται αποκλειστικά από τις πιο πρόσφατες εμπειρίες. Είναι ακόμη αδύνατον να θεωρήσουν τον εαυτό τους συνολικά, γιατί δεν έχουν την ικανότητα της αποστασιοποίησης.
Δεν είναι τυχαίο βέβαια, που το κράτος πρόωρα κόπτεται να κάνει φανερή την παρουσία του στην όλη διαδικασία. Όταν η παρέμβαση γίνεται στο στάδιο αυτό, είναι καταλυτική. Εραστής του αλυτρωτισμού των συνειδήσεων, απομονωμένο μέσα στα κάστρα της διαφθοράς, που εξ ορισμού το συνοδεύει, μετονώμασε σε δημοκρατία την τυραννία της μάζας, σε έννομη τάξη την υποταγή, σε πρότυπο την μετριότητα. Κονιορτοποιώντας την φυσική τάση του ατόμου για αυτονομία εισήλασε βρυχώμενο σε κάθε έκφανση της παιδευτικής διαδικασίας καθορίζοντας το περιεχόμενο της μάθησης, αυθαιρετώντας στη μεθοδολογία της και ασελγώντας πάνω στους κοινωνούς της. Σαν αιμοσταγής εκδορέας των συνειδήσεων, άλλοτε επικαλούμενο εικονικές απειλές και άλλοτε προφασιζόμενο το γενικό συμφέρον, προσετερίστηκε την παιδαγωγική , εκβιομηχάνισε τα πορίσματά της, χρηματοδότησε επιλεκτικά τους αργυραμοιβούς της και μεταμόρφωσε την εξέλιξη σε αναχρονισμό. Οι σύγχρονες θεραπαινίδες των επιστημών, ως μοιχαλίδες, καλύπτουν την ανομία τους συνωμοτώντας με τους κρατούντες, αποδεικνύοντας τα αυταπόδεικτα και αναμασώντας τα ήδη ειπωμένα. Ενσωματωμένα παράσιτα στις δομές της εξουσίας, εξαγορασμένοι γελωτοποιοί του πνεύματος, σαν ξενιστές απομυζούν την πιο δυσεύρετη αμβροσία- την ελευθερία της σκέψης. Κάποιος θα υποψιαζόταν πως όλα αυτά γίνονται βάσει ενός σατανικού σχεδίου. Όμως, στο βάθος, αυτός που στο μέτωπό του έχει σκαλίσει την αποδοχή της ματαιότητας μπορεί να διακρίνει να ακτινοβολεί το μέγεθος της αφέλειας και της ηλιθιότητας τους.
Εάν μια παράμετρος της αυτοεκτίμησης είναι η επιτυχία, τότε υψηλή αυτοεκτίμηση θα αποκτήσουν όχι εκείνα τα παιδιά, που θα συμβιβαστούν με την επιχειρούμενη προεξόφληση των ορίων τους μέσα από το σχολείο, όντας καλοί μαθητές ούτε εκείνα που θα αντιδράσουν βίαια. Το σύστημα ή ενσωματώνει ή περιθωριοποιεί τους διαφωνούντες. Όσα όμως θα καταφέρουν να διαπραγματευτούν, εξαργυρώνοντας τις υποχωρήσεις με ανεξαρτησία, αυτά θα μεθέξουν και της γνώσης και της ικανότητας για προσαρμογή.
Η κατάσταση αλλάζει δραστικά κατά την περίοδο της λανθάνουσας σεξουαλικότητας, στις ηλικίες από 7-13 ετών και αργότερα με την εμφάνιση της εφηβείας. Τα παιδιά αυτής της ηλικίας διακατέχονται από μια ανείπωτη δίψα για ζωή, από ενθουσιασμό για τις εκδηλώσεις της και μια αισιοδοξία, που πολλές φορές είναι ψευδεπίγραφη. Αν κατά τα προηγούμενα χρόνια οι γονείς αποτελούσαν το μέτρο σύγκρισης των αυτοαξιολογήσεών τους, και οι δάσκαλοι διεκδικούσαν για λίγο το ρόλο αυτό, είναι οι παιδικές ομάδες και οι θέσεις των παιδιών στην ιεραρχία της, που πλέον καθορίζουν την αυτοεικόνα. Το στάδιο αυτό χαρακτηρίζεται από παγίωση των νοητικών δομών, από πειραματισμούς με το συγκεκριμένο και την τοποχρονική πραγματικότητα, από διαδικασίες κοινωνικοποίησης και εσωτερίκευσης των ερεθισμάτων μέσω των αναπαραστάσεων και της κατηγοριοποίησης. Η αυτοεκτίμηση πλέον έχει μεγαλύτερο πλαίσιο αναφοράς για να καθοριστεί. Η εγωκεντρική ηθικότητα εξελίσσεται και αυτή περνώντας από την αρχή της ηδονής και το φόβο της τιμωρίας στο σχηματισμό και αποδοχή κανόνων, που σταδιακά ξεφεύγουν από τον εαυτό και ολοένα και περισσότερο αναφέρονται στον άλλο. Η συναισθηματική νοημοσύνη εξελίσσεται, επιτρέποντας στο άτομο να αναλύει και τα δικά του αισθήματα, αλλά και να καταλαβαίνει τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των άλλων. Η ηθική γίνεται αυτόνομη και οι ηθικοί κανόνες δεν υπαγορεύονται από την κοινωνία, αλλά εκπορεύονται από την συνείδηση. Όλα προειδοποιούν για την επερχόμενη αναγέννηση. Τα πάντα προιδεάζουν για την απαρχή της νόησης που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα, τον άνθρωπο από τους ανθρώπους : την αφαιρετική σκέψη.
Τα παιδία της προ-εφηβικής περιόδου μπορούν να δώσουν ακριβείς απαντήσεις, όσον αφορά την αυτοαξιολόγησή τους. Συνήθως ο στίβος στον οποίο δοκιμάζεται η αυτοεκτίμηση είναι:
- Ο ακαδημαικός, δηλαδή οι επιδόσεις στο σχολείο.
- Ο αθλητικός, δηλαδή ο κινητικός συντονισμός του σώματος και τα αθλήματα.
- Η εξωτερική εμφάνιση, δηλαδή πόσο ελκυστικά είναι στα άλλα παιδιά.
- Η δημοτικότητα, δηλαδή πόσο δημοφιλή είναι στους συνομιλήκους και σπανιότερα στους ενηλίκους.
- Η συμπεριφορά, δηλαδή πόσο αυτοέλεγχο διαθέτουν και πόσο συνεπή είναι.
Οι πίστεις τους για τις αποδόσεις τους στους παραπάνω τομείς δεν είναι ικανές από μόνες τους να εγκαθιδρύσουν την αυτοεκτίμηση. Μεγάλη σημασία έχει και το πόσο σημαντικός είναι για το παιδί ο καθένας από αυτούς και η επακόλουθη ασυμφωνία ή ισορροπία. Για παράδειγμα, εάν ένα παιδί είναι καλό στα αθλητικά και ο αθλητισμός έχει βαρύνουσα σημασία στη ζωή του, τότε η αυτοεκτίμησή του είναι υψηλή. Εάν δεν είναι ικανός αθλητής, αλλά ο αθλητισμός είναι ήσσονος σημασίας, τότε πάλι η αυτοεκτίμησή του μπορεί να είναι υψηλή, αντλώντας ερείσματα από κάποιον άλλο τομέα. Το πραγματικό πρόβλημα προκύπτει, εάν ένας τομέας είναι σημαντικός για το παιδί, αλλά οι επιδόσεις του σε αυτόν χαμηλές. Υπάρχουν μεγάλες διαφυλικές διαφορές σχετικά με την σημασία αυτών των τομέων. Έτσι τα κορίτσια δίνουν έμφαση στον τομέα της εξωτερικής εμφάνισης, ενώ τα αγόρια στην δημοτικότητα και στα αθλητικά. Αυτά καθορίζονται περισσότερο από τις αξίες και τις προσδοκίες του περιβάλλοντος. Κάθε παιδί διαθέτει δική του ιδιοσυγκρασία και είναι αυτή που διαμορφώνει την σχέση τομέα- επίδοσης.

1.2.2 Εφηβική Ηλικία

Το τελικό- τουλάχιστον για τον Piaget- αυτό στάδιο στην εξέλιξη των γνωστικών ικανοτήτων, διακρίνεται από τους υποθετικο-παραγωγικούς συλλογισμούς και την αποδέσμευση από τον κόσμο των συγκεκριμένων φαινομένων και διαδικασιών. Πρόκειται για την διατύπωση του δεύτερου πιο αμείλικτου ερωτήματος μετά το ‘γιατί’ στον μαραθώνα του πνεύματος. Είναι η επέλαση του ‘αν’, η οποία αλλάζει συλλήβδην τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται, χειρίζεται και εσωτερικεύει τον κόσμο ο σκεπτόμενος άνθρωπος. Η εξάρτηση από το εδώ και τώρα για μια ακόμη φορά παύει να είναι δεσμευτική, μόνο που, εάν αυτό αρχικά έγινε με τριήρη τη φαντασία, πλέον ο επαγωγικός ή παραγωγικός συλλογισμός είναι το μέσο, με το οποίο καταλύονται τα εμπόδια. Το αυτονόητο περνά από το μικροσκόπιο, το καθημερινό επαναπροσδιορίζεται με νέα κριτήρια, το δεδομένο γίνεται ερευνητική υπόθεση και η κριτική διάθεση διαπερνά όλες τις πτυχές του επιστητού. Καθώς τις πράξεις και τις διαθέσεις του ατόμου εμφυσά οίστρος επαναδιαπραγμάτευσης και καθώς διαπιστώνει ότι η καθεστώσα τάξη δεν είναι η μόνη εναλλακτική πραγματικότητα, που μπορεί να υπάρξει, η καλπάζουσα σκέψη μεταβάλλεται σε επαναστατική, το καυστικό μυαλό παίζει φιλάρεσκα με την αμφισβήτηση και πλανάται σε καταστάσεις πρωτοιδωμένες.
Η αυτοεκτίμηση πλέον αναφέρεται στην συνολική ιδέα του εαυτού, επηρεάζεται περισσότερο από την αξία, παρά από τις επιμέρους ικανότητες. Αντί κάθε μεμονωμένο θετικό ή αρνητικό γεγονός να αλλάζει συλλήβδην την αυτοεκτίμηση, γίνεται μια συνολική διευθέτηση των ερεθισμάτων. Ο εαυτός έρχεται πια αντιμέτωπος με τον εαυτό του και δοκιμάζει διάφορες κοινωνικές ταυτότητες, για να διακριβώσει ποια ταιριάζει περισσότερο στις εσωτερικές του πίστεις και αντιλήψεις. Τα πρότυπα που θέτει ο πολιτιστικός περίγυρος γίνονται τυραννικά. Αν μία έφηβη πιστεύει ότι είναι άσχημη, θα αναπτύξει αισθήματα μειονεξίας, αγνοώντας τα εξωτερικά δεδομένα, που ενδεχομένως αποδεικνύουν το αντίθετο. Συνήθως,βέβαια, οι αρνητικές εμπειρίες σε κάποιο τομέα αντισταθμίζονται από τις επιδόσεις σε κάποιον άλλο. Οι μηχανισμοί άμυνας δημιουργούν μια προστατευτική ασπίδα γύρω από το εγώ, η αξιολόγηση του οποίου έχει σταθερότητα, ακλόνητα κριτήρια και αφηρημένες γνωστικές και συναισθηματικές δομές. Η ένταξη σε ομάδες είναι άλλη μια σωτήρια λύση για την αυτοεκτίμηση του εφήβου, δεδομένου ότι τον διαφοροποιούν από τους υπόλοιπους, καλύπτουν τις αδυναμίες και πολλαπλασιάζουν την αίσθηση δύναμης.
Κατά τα επόμενα έτη το γενικό πλαίσιο της αυτοεκτίμησης θα εξελιχθεί, αλλά ολοένα και δυσκολότερα θα αλλάζει. Όλα θα καταπαραυνθούν με την ενηλικίωση. Οι φουρτούνες της αντίρρησης θα κοπάσουν, οι μέριμνες της καθημερινότητας θα μεταβληθούν σε κυματοθραύστη των επικίνδυνων συνειρμών και ο συμβιβασμός δεν θα αργήσει να έρθει, όχι με τη μορφή χιονοστιβάδας, αλλά ήσυχα και σταδιακά, με τα ανταλλάγματα που προσφέρει η κοινωνία σε όλους όσους ενέδωσαν. Οι εξάρσεις της εφηβικής αφαιρετικής σκέψης με μειδιάματα θα καταγράφονται στο ιστορικό των γνωστικών διεργασιών και η δικτατορία του συγκεκριμένου θα επανέλθει δραστικότερη και ελάχιστα ανεκτική.

1.2.3 Ενήλικη ζωή

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες έρευνες, η αίσθηση της αυτοεκτίμησης μπορεί να είναι συνειδητή μόνο όταν το άτομο ενηλικιωθεί, γιατί τότε καλείται να βιώσει καταστάσεις και εμπειρίες, για τις οποίες μπορεί να αναλάβει αποκλειστικά τις ευθύνες και τις συνέπειες. Έχει τη δυνατότητα να προβλέψει τις επιπτώσεις της δημιουργίας στενών προσωπικών σχέσεων ή η απώλειά τους, να προνοεί για τα αποτελέσματα των ενεργειών του και γενικά εκπαιδεύεται στην διαχείριση των κινδύνων.. Επίσης, μπορεί να προβλέψει ποιες ικανότητες θα πρέπει να έχει αναπτύξει, προκειμένου να ανταπεξέλθει σε τομείς της ζωής του, όπως ο εργασιακός ή ο οικογενειακός. Του δίνεται η δυνατότητα, μέσω της συμπεριφοράς και των επιλογών του, όχι μόνο να ελέγξει την αυτοεκτίμησή του αλλά και να την εξελίξει, ως ένα σημείο.
Όταν ένα άτομο αντιμετωπίζει μια κατάσταση, η σχέση ανάμεσα στο αποτέλεσμα και την επίδραση που θα έχει στην αυτοεκτίμησή του, είναι συχνά αναμενόμενη. Η επιτυχία οδηγεί στην βελτίωση του επιπέδου της αυτοεκτίμησης και η αποτυχία στην μείωσή του. Κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργούν τα πράγματα και στις προσωπικές σχέσεις, μόνο που εδώ η επιτυχία και η αποτυχία αντικαθίστανται από την αποδοχή ή την απόρριψη αντίστοιχα.
Σύμφωνα με τον Epstein(1984), οι εμπειρίες που συνδέονται με την αυτοεκτίμηση, διαφέρουν ανάλογα με το φύλο. Οι γυναίκες, για παράδειγμα, αναφέρονται περισσότερο σε εμπειρίες αποδοχής και απόρριψης ενώ οι άντρες σε εμπειρίες επιτυχίας και αποτυχίας. Η ίσος καταμερισμός ανάμεσα στην αίσθηση της αξίας και της ικανότητας είναι πολύ σημαντική για την διαμόρφωση και την διατήρηση ενός ικανοποιητικού επιπέδου αυτοεκτίμησης.
Οι Sanford & Donovan (1984) θεωρούν ότι η κουλτούρα ,μέσα στην οποία ένα άτομο ανατρέφεται, μπορεί να έχει καταλυτική επίδραση πάνω του. Μια γυναίκα που έχει μεγαλώσει σε ένα συντηρητικό περιβάλλον, είναι πιθανό να έχει επηρεαστεί αρνητικά, όσον αφορά στην διαμόρφωση των ικανότητων της, γεγονός που την καθιστά αδύναμη να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες της σύγχρονης πραγματικότητας. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί, όταν η ίδια κοινωνία υπερτονίζει την ευθύνη του άντρα για επαγγελματική αποκατάσταση και στήριξη της οικογένειας και παράλληλα υποβαθμίζει την ανάγκη του να νοιάζεται και να φροντίζει τους άλλους.
Σε γενικές γραμμές η αυτοεκτίμηση συνδέεται με τις ακόλουθες στάσεις για τον εαυτό:
- Αίσθηση ικανότητας
Επιτυγχάνεται είτε μέσα από την διαρκή εξάσκηση και βελτίωση των δεξιοτήτων προσαρμογής είτε μέσω της μείωσης και εκλογίκευσης των προσδοκιών.
- Αίσθηση του ελέγχου
Αναφέρεται στην αντίληψη της κυριαρχίας των δράσεων και πρόγνωσης των συνεπειών των πράξεων. Οι άνθρωποι που μπορούν να διαχειρίζονται τις αλλαγές και πιστεύουν ότι ορίζουν το πεπρωμένο τους έχουν συστηματικά μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση από όσους θεωρούν ότι είναι παίγνια των διαθέσων της μοίρας.
- Αίσθηση της συνέπειας
Αφορά την ισορροπία ανάμεσα στις στάσεις, τις πεποιθήσεις τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές. Αν και οι θεωρίες επιμένουν ότι πολλές φορές η συνάφεια μεταξύ αντιλήψεων και πράξεων είναι χαμηλή, αποτελεί βασική ανάγκη του ανθρώπου να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι η ζωή του είναι ένα ενιαίο και συνεπές εξελισσόμενο σύστημα, που διακρίνεται από ενότητα και δεν είναι κατακερματισμένο σε ετερογενείς και ανομοιόμορφες προσωπικές επιλογές.
- Αίσθηση της ηθικότητας
Είναι καθολικό φαινόμενο της ανθρώπινης φύσης η δημιουργία κανονιστικών αρχών και ηθικών κανόνων, που οριοθετούν τι μπορεί να γίνει, τι πρέπει να γίνει, τι απαγορεύεται και τι υπερβάνει την ατομική ευθύνη (Pearce & Cronen,1998). Η αυτοεκτίμηση ενισχύεται όταν η βεβαιότητα της ακεραιότητας, και ειδικότερα της αυτόνομης ηθικής, είναι υψηλή.
Η φύση της αυτοεκτίμησης είναι τέτοια, που μας καταδεικνύει τα προβληματικά και δυνατά σημεία της προσωπικότητας μας και βρίσκεται σε άμεση σχέση με τις εφεδρείες δεξιοτήτων και μαθήσεων, που έχουμε σε αναμονή. Κάθε επιτυχία και αποτυχία στη ζωή καταγράφεται και αναγάγεται σε μάθηση, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ανάλογες περιστάσεις. Η εφαρμογή της γνώσης αυτής είναι εγγύηση για την αποτελεσματικότητα και αυτό με τη σειρά του οδηγεί στην αυτοεκτίμηση και τον αυτοσεβασμό.

1.2.4 Μέση ηλικία

Η είσοδος στη μέση ηλικία ενσκήπτει, χωρίς καν να έχει συνειδητοποιηθεί. Η δυναστεία της καθημερινότητας, οι τυραννικές ανάγκες των προηγουμένων ετών, που ανάλωναν την ενεργητικότητα του ατόμου, αλλά έδιναν νόημα στη ζωή του, επέδρασαν, όπως το κεντρί της μέδουσας στην αντίληψη του χρόνου. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η αξία έπρεπε επιτακτικά να αποδειχθεί μέσω της επαγγελματικής αποκατάστασης, της εύρεσης συντρόφου και της απόκτησης παιδιών. Όλα αυτά απονέκρωσαν την αίσθηση της παρέλευσης των ετών και υποβάθμισαν το βιολογικό και συναισθηματικό αντίκτυπό τους. Η απροσδόκητη εμφάνιση ρυτίδων, η ‘πρώτη θωπεία του θανάτου’ κατά τον ποιητή, κάποια απρομελέτητη συγκυρία, ένα αναπάντεχο ατύχημα, η αλλαγή των εργασιακών συνθηκών, η επιδείνωση των συζυγικών σχέσεων, μια απειλητική ασθένεια, αλλά και ο κορεσμός των αναγκών, η καθημερινότητα και η απομάκρυνση των παιδιών από την οικογενειακή εστία, επισπεύδουν την αγχογόνο διαπίστωση ότι η νεότητα έχει αμετάκλητα παρέλθει και πως οι άλλοι τους μέμφονται, με ολοένα και συχνότερες αναφορές, για το αδίκημα της ωρίμανσης. Το υποσυνείδητο ποτέ δεν συμβιβάζεται με την έννοια της φθίσης. Η κοινωνία προβάλλει την απέχθειά της για το μαρασμό περιθωριοποιώντας σταδιακά τους ηλικιωμένους. Και ‘ καθώς περνούν τα χρόνια πληθαίνουν οι κριτές που μας καταδικάζουν’, κατά το Σεφέρη. Η άρση του ακαταλόγιστου και της παραφοράς, που παρείχε αφειδώς η νεότητα, προκαλεί αμηχανία και εμπεριέχει το στοιχείο της εκπλήξεως. Ο καταναγκασμός του εναπομείναντος χρόνου ζωής και των έξωθεν επιβεβλημένων ορίων προβάλλει αδυσώπητος και αυτό, που μέχρι τώρα αφορούσε μόνο τους άλλους, η παρακμή, πλέον ‘κουρταλεί’ τις θύρες της ύπαρξης.
Ο τρόπος που ο καθένας αντικρίζει το δειλά εμφανιζόμενο «τέλος» ποικίλει από άτομο σε άτομο. Οι περισσότεροι δεν έχουν προετοιμαστεί για τέτοιες μεταφυσικές προσεγγίσεις. Ξαφνικά όλα μοιάζουν να επιταχύνονται ανεξέλεγκτα. Καριέρα, οικογένεια, γάμος, προσωπική εξέλιξη οδεύουν προς την κορύφωση τους και αναπάντεχα γεγονότα σκιάζουν την προσχεδιασμένη και πλασματικά απρόσκωπτη πορεία. Αντιμέτωποι με όλα αυτά οι μεσήλικες αναπτύσσουν καταθλιπτικά σύνδρομα, καταφεύγουν στον αλκοολισμό, στο κάπνισμα, σε παντοειδείς εξαρτητικές συμπεριφορές, σε παλιμπαιδισμούς και ενίοτε επιλέγουν την έσχατη λύση, την αυτοκτονία. Η δουλειά τους μετατρέπεται εξαίφνης σε καταδυνάστευση και ανούσια ενασχόληση, ενώ η μειωμένη συγκριτικά ενεργητικότητα, όσο κι αν με εξιδανικεύσεις ή αρνήσεις εκλογικεύεται, αφήνει ανεξίτηλα σημάδια στις άλλοτε άκοπες δραστηριότητες. Οι πιέσεις από τον επαγγελματικό χώρο, η αίσθηση των περιθωρίων που στενεύουν, η οικογένεια με την αθέλητα διαφοροποιημένη δυναμική και οι αυξημένες ευθύνες οδηγούν σε διαζύγια, εξωσυζυγικές σχέσεις, επιτείνοντας την αίσθηση αδυναμίας και της κατάρρευσης ενός κόσμου, που με τόση αυταπάρνηση οικοδομήθηκε. Ελάχιστοι συμβιβάζονται αγόγγυστα με την ηλικία τους. Οι περισσότεροι αναλώνονται σε μεμψιμοιρίες, μηρυκάζοντας τα λάθη του παρελθόντος, θρηνώντας ‘με των δειλών τα παρακάλια και τα δάκρυα’ για ‘την Αλεξάνδρεια που χάνουν’. Οι συνήθειες της ζωής, τα διλήμματα που εξοβελίστηκαν αναπάντητα, οι επιλογές που ως σοφές αποφάσεις ακολουθήθηκαν, επανεξετάζονται. Ο φόβος του θανάτου ενσκήπτει μαζί με τη διαπίστωση ότι ‘ουκ έτι καιρός’. Η υπερτροφική εξάρτηση από τα υλικά αγαθά και την επαγγελματική επιτυχία είναι η παγίδα που οδηγεί στην κρίση, ειδικά αν οι φιλοδοξίες μεταλλαχθούν σε εμμονές ή απωθημένες ματαιώσεις. Αντίθετα, η αυτοεκτίμηση διατηρείται αλώβητη από όσα άτομα μέσης ηλικίας έχουν μάθει να θεωρούν ως σημαντικότερη τη ψυχική και νοητική υγεία, την επιτυχημένη οικογένεια, την χαλάρωση και την ευτυχία, που θεμελιώνεται με την προσφορά. και την ανιδιοτελή στήριξη, όσων χρήζουν βοηθείας. Έχει διαπιστωθεί ότι η χαμηλή αυτοεκτίμηση σε αυτή την ηλικία είναι η ρίζα πολλών προσωπικών προβλημάτων, δεδομένου ότι εξασθενεί τις φιλίες, αποδυναμώνει τις σχέσεις, και εκφυλίζει τη διάθεση για συμμετοχικότητα.
Νέες μορφές δημιουργικότητας και αναθεωρημένες φιλοδοξίες πρέπει οπωσδήποτε να εφευρεθούν. Η μέση ηλικία προσφέρεται για προσωπική πρόοδο. Μπορεί να είναι ευκαιρία για εξέλιξη αλλά και στασιμότητα. Όμως, αναμφισβήτητα αποτελεί πρόκληση, γιατί αυτή θα κρίνει το στοίχημα της ζωής.
Υπάρχουν διάφορες τεχνικές για να αντιμετωπιστούν τα νέα δεδομένα, που αφορούν τόσο το σωματικό, όσο και τον ψυχικό τομέα:

• Τακτή εξέταση της κατάστασης της υγείας, αύξηση των ωρών ύπνου, εξοικονόμηση ενέργειας, ρύθμιση του σωματικού βάρους, κόψιμο του καπνίσματος και γενικότερα περιορισμός των καταχρήσεων, που παραβλέπονταν κατά τη νεότητα.
• Επαναπροσδιορισμός των σχέσεων με τον κοινωνικό περίγυρο και τον εαυτό. Η μέση ηλικία πρέπει να βιωθεί ως ένα νέο ξεκίνημα.
• Ανανέωση της δουλειάς, ανάληψη καθηκόντων, που απαιτούν περισσότερη κρίση και ευχέρεια λήψης αποφάσεων, παρά σωματική καταπόνηση.
• Επανεξέταση των στόχων, ώστε να αποφευχθεί η λαιμητόμος της καθημερινότητας.
• Προσφορά στους συνανθρώπους
• Χαλάρωση από τους εξαντλητικούς ρυθμούς, απόλαυση των μικροχαρών του βίου.
• Αξιοποίηση της αποκτηθείσας εμπειρίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: