Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Τηλεκπαίδευση

Παπάνης Ευστράτιος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμ. Κοινωνιολογίας, Παν/μίου Αιγαίου
Βίκη Αγνή, Διδάκτωρ Ψυχολογίας, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο

Κατά τον 20ο αιώνα το βιομηχανικό μοντέλο παραγωγής επηρέασε καθοριστικά την εκπαίδευση, τόσο σε επίπεδο πολιτικών, όσο και στις μεθόδους διδασκαλίας. Το 1971 ο Wedemeyer άσκησε δριμεία κριτική στην παραδοσιακή διάρθρωση της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και πρότεινε την ίδρυση Συμβουλευτικών κέντρων που λαμβάνοντας υπόψη τις κλίσεις και την προσωπικότητα του φοιτητή, θα σχεδίαζαν εξατομικευμένα προγράμματα σπουδών, μεγάλο μέρος των οποίων θα υλοποιούνταν από απόσταση. Υποστήριξε ότι αυτή η διάσταση της παιδείας εμπεδώνει κοινωνικά τις δημοκρατικές αξίες και καθιστά τους πολίτες μετόχους και κοινωνούς της γνώσης. Οι απόψεις επηρέασαν τη δημιουργία του Βρετανικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου.
Οι βιομηχανικές αξίες για την ανάπτυξη (οικονομία κλίμακος, μαζική παραγωγή, έρευνα, μείωση κόστους, διάδοση προϊόντων και υπηρεσιών) θα διαμόρφωναν την εκπαιδευτική φιλοσοφία, η οποία ενσωματώνοντας τις ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές και την υφή και πρόσβαση στις πληροφορίες, θα απαξίωνε συλλήβδην τις καθιερωμένες αντιλήψεις περί αγωγής και το status quo της οργάνωσής της. Ο Otto Peters (1970) αποδέχεται την τηλεκπαίδευση μόνο εφόσον αυτή συνδυαστεί με κοινωνική επαφή που δεν θα διακυβεύει τον ακαδημαϊκό κριτικό λόγο. Τα αυτοδιδακτικά πακέτα, που δεν λαμβάνουν την παράμετρο αυτή υπόψη, οδηγούν σε νέες και απεχθείς μορφές απομονωτισμού.
Οι Garrison, Anderson & Archer (2000), θεώρησαν ότι η τηλεκπαίδευση πρέπει να εκμεταλλευτεί όλες τις πολυμεσικές δυνατότητες και να μην στηριχτεί απλά στο κείμενο, εάν πρόκειται να υποκαταστήσει ή έστω να συμπληρώσει την παραδοσιακή αλληλεπίδραση δασκάλου-μαθητή. Κατά τον Holmberg (1989), η εξ αποστάσεως εκπαίδευση αποκτά ουσία, μόνο εφόσον νοηθεί ως «φιλική και αλληλεπιδραστική συνομιλία». Τα προπαρασκευασμένα εκπαιδευτικά πακέτα οφείλουν να έχουν άρτια οργάνωση και επικοινωνιακό προσανατολισμό και να καταλήγουν στη δόμηση προσωπικής σχέσης. Το εκπαιδευτικό ηλεκτρονικό περιβάλλον πρέπει να είναι ευχάριστο και να βρίθει ενισχυτών για περαιτέρω μάθηση. Εφόσον οι δίοδοι της επικοινωνίας είναι μονομερείς τα μη αλληλεπιδραστικά προγράμματα δεν θα μπορέσουν να αντέξουν την ακόρεστη διάθεση του εκπαιδευόμενου για διάδραση.
Ο Moore (1991), επέκτεινε τον όρο «εσωτερικός διάλογος» του Holberg ακόμη περισσότερο διαπιστώνοντας ότι στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση η απόσταση είναι παιδαγωγική και όχι γεωγραφική. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα τηλεκπαίδευσης που διαθέτουν ευέλικτη δομή και υψηλό βαθμό «διαλόγου» είναι εγγύτερα στις ανάγκες των επιμορφούμενων, ενώ αυτά που αποσιωπούν την ανάγκη για επικοινωνία θεωρούνται απόμακροι. Γίνεται έτσι κατανοητό ότι το παραδοσιακό αφ’ έδρας παιδαγωγικό σύστημα έχει εξ ορισμού απολέσει το κύρος και την αξιοπιστία του. Η αυτονομία του εκπαιδευόμενου να θέτει στόχους, να επιλέγει μεθοδολογίες, να ανευρίσκει πόρους και να οριοθετεί τις εφαρμογές είναι για το Moore sine qua non προϋπόθεση της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Ο ρυθμός μάθησης είναι διαφορετικός από άνθρωπο σε άνθρωπο και η αρχή της δημοκρατικής εκπαίδευσης το σέβεται απόλυτα. Η αυτονομία συσχετίζεται με την έννοια της προσωπικής υπευθυνότητας, στοιχείο της προσωπικότητας του μαθητή. Όσο μεγαλύτερη η διεκπεραιωτική απόσταση, τόσο πιο αυξημένη είναι η προσωπική ευθύνη.
Το μοντέλο ελέγχου του Garrison (1989), καινοτομεί προσθέτοντας μεταβιομηχανικά στοιχεία τελειοποίησης στα βιομηχανικά εξ αποστάσεως συστήματα εκπαίδευσης, που αναδύθηκαν τη δεκαετία του 70 και κυρίως του 80. Συγκεκριμένα, στρέφεται προς το μικροκοινωνιολογικό επίπεδο και εισάγει έννοιες όπως κίνητρα, δεξιότητες, παρότρυνση, ανθρώπινοι και μη ανθρώπινοι πόροι, κουλτούρα και υποστήριξη, ανεξαρτησία κ.λπ. Τα στοιχεία αυτά ελέγχου καθορίζουν την ισορροπία του συστήματος εξ αποστάσεως εκπαίδευση και προϋποθέτουν ποιοτική αμφίδρομη επικοινωνία.
Σε συνέχεια της μεταβιομηχανικής τάσεως, που ολοένα και πιο έντονα άρχισε να εξαπλώνεται τη δεκαετία του 90, ο Henri (1992) στήριξε τη θεωρία του για την τηλεκπαίδευση σε ψυχολογικούς-γνωστικούς όρους, με έμφαση τη διαδικασία αντίληψης και μάθησης, της ομαδο-συνεργατικής μεθόδου και της επικοινωνίας. Παραθέτει τέσσερις κρίσιμες διαστάσεις στη διαδικασία της τηλεκπαίδευσης: τη συμμετοχικότητα, την κοινωνική, τη γνωστική και τη μεταγνωστική αλληλεπίδραση.
Το ερώτημα που μένει ακόμα αναπάντητο είναι κατά πόσο η εκπαιδευτική πολιτική θα μπορέσει να ενσωματώσει τις τεχνολογικές εξελίξεις στη μεθοδολογία της (π.χ. διαδίκτυο, ιστολόγια (blogs), on line βάσεις δεδομένων κ.λπ.) αλλά και αντίστοιχα, πώς η εξ αποστάσεως εκπαίδευση θα μπορέσει να γίνει εξίσου ζωντανή και αλληλεπιδραστική, όσο η άμεση επαφή δασκάλου – μαθητή. Η μεταβιομηχανική εποχή της εκπαίδευσης από απόσταση χαρακτηρίζεται από ικανότητα εξατομίκευσης της διδασκαλίας και επιμερισμού του ελέγχου μέσω της αμφίδρομης επικοινωνίας στα πλαίσια της Κοινωνίας της Γνώσης.
Μια από τις βασικότερες διαφορές της παραδοσιακής από την εξ αποστάσεως ηλεκτρονική εκπαίδευση είναι η έμφαση που δίνεται από τη δεύτερη στις πολυαισθητηριακές παρουσιάσεις και στην αναγωγή από τα συμπεριφοριστικά πρότυπα διδασκαλίας στη δομική προσέγγισή της. Επί χιλιετίες ο προφορικός λόγος ήταν το κύριο μέσο διδασκαλίας, ενώ ο γραπτός επικράτησε καθολικά μόλις τους τελευταίους τρεις αιώνες. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που ολοένα και πιο φιλικοί γίνονται προς τον τελικό χρήστη, αξιοποιούν κώδικες και τεχνολογίες που επαναπροσδίδουν στον προφορικό λόγο τη σημασία που είχε, ενώ παράλληλα εκμεταλλευόμενοι τα ευρυζωνικά δίκτυα, μεταφέρουν δεδομένα ήχου, εικόνας, υπερκειμένων και δημιουργούν συνθήκες εικονικής πραγματικότητας. Σταδιακά το λογισμικό παύει να βρίσκεται στο τερματικό του χρήστη και παρέχεται μέσω δικτύου.
Τα κείμενα πλέον μετατρέπονται σε δυναμικά, μπορούν να τροποποιηθούν παράλληλα από πολλούς χρήστες και έννοιες, όπως κοινωνική μηχανική, δικτυακές κοινότητες έχουν γίνει πραγματικότητα. Οι σχεδιαστές της εκπαιδευτικής πολιτικής συνήθως αντιλαμβάνονται τη δύναμη μιας νέας τεχνολογίας, όταν αυτή είναι ήδη παρωχημένη.
Από την άλλη μεριά η διείσδυση του διαδικτύου, ειδικά στην Ελλάδα είναι πολύ μικρή. Εφόσον βρεθεί τρόπος να γεφυρωθούν οι αντινομίες αυτές, η διαδικασία της εξ’ αποστάσεως μάθησης θα ενισχυθεί, δεδομένου ότι θα πληροί τους βασικούς τρόπους πρόσκτησής της: την αισθησιοκινητική, την εικονική και τη συμβολική αναπαράστασή της. Ειδικά η τελευταία υπήρξε η αχίλλειος πτέρνα των παραδοσιακών μεθόδων. Ο μαθητής δεν ήταν παρά ο παθητικός δέκτης της γνώσης σπάνια είχε τη δυνατότητα αυτενέργειας και πολύ λιγότερο επιδρούσε στην παραγωγή της. Η αποστασιοποίηση από τα συμπεριφοριστικά μοντέλα μάθησης βοήθησε ώστε η γνώση να θεωρείται ενεργητική τροποποίηση των γνωστικών δομών βάσει παιδαγωγικών κινήτρων. Στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ο εκπαιδευόμενος ανατροφοδοτείται διαρκώς, επιλέγει το ρυθμό, τη δυσκολία και το είδος των γνωστικών ερεθισμάτων που θα λάβει, συμμετέχει διαλεκτικά δε διαδικτυακές κοινότητες και εν γένει επενεργεί στον τρόπο που μαθαίνει.
Στο μεταβιομηχανικό μοντέλο μάθησης η πρόσκτηση γνώσης μετατρέπεται σε προσπάθεια για κατοχή μεταγνώσης. Οι υλικοί περιορισμοί αίρονται και οι πηγές πληροφοριών διευρύνονται, ενώ ταυτόχρονα παρέχεται η δυνατότητα προσομοίωσης εικονικών, οικονομικών, βιολογικών, κοινωνικών συστημάτων. Ο ρόλος του καθηγητή μετατρέπεται από κατευθυντικός σε παιδαγωγικό. Μέσω του διδακτικού λογισμικού μπορεί να επιλέξει την καταλληλότερη μέθοδο διδασκαλίας, να αναθέσει και να ελέγξει ερευνητικά σχέδια και να ανατροφοδοτήσει ταυτόχρονα όλους τους εκπαιδευόμενους. Εντυπωσιακή είναι και η μείωση χρόνου διόρθωσης των εργασιών από τον καθηγητή και η παράλληλη επικοινωνία του με όλους τους φοιτητές. Έχει βρεθεί ότι η μάθηση είναι πολύ πιο αποτελεσματική όταν αποκτάται σε μικρές ομάδες που αλληλεπιδρούν με τον καθηγητή τους παρά ατομικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ψηφιακό περιβάλλον μάθησης μπορεί να αποτελέσει πρόκληση για μεγαλύτερη ενεργοποίηση και ποιοτική διδασκαλία.
Στα πρώτα βήματά της η ψηφιακή επανάσταση, όταν εφαρμόστηκε σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα επανέλαβε τα λάθη της παραδοσιακής προσέγγισης. Ο ανθρώπινος νους μαθαίνει εκμεταλλευόμενος τις εμπειρίες που ήδη κατέχει και επιλέγει τα ερεθίσματα που θα αντιληφθεί βάσει του ήδη υπάρχοντος νοητικού υλικού. Οι περισσότερες αντιδράσεις κατά της εξ’ αποστάσεως μάθησης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή προέρχονται από το φόβο για το άγνωστο και από τους ενδοιασμούς για τα ανατρεπτικά αποτελέσματα της αυτοδύναμης μάθησης. Τη στιγμή που κάποιος ανοίγει μια ιστοσελίδα για οποιοδήποτε θέμα μπορεί παράλληλα να επικοινωνήσει με όλους όσους έχουν πρόσβαση στην ίδια ιστοσελίδα ανά την υφήλιο, ενώ μέσω των RSS. Μπορεί ο μαθητής να ενημερώνεται για όλα όσα τον αφορούν. Το ψηφιακό περιβάλλον είναι επικίνδυνο για τα κράτη που καπηλεύονται το δικαίωμα της εξατομικευμένης και ολοκληρωμένης παιδείας, εισάγοντας προκατασκευασμένα αναλυτικά προγράμματα υποχρεωτικά όμοια για όλους τους μαθητές.
Τα σύγχρονα ηλεκτρονικά δίκτυα προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες για αυτοδύναμη μάθηση και επικοινωνία. Στο Βρετανικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο οι φοιτητές προκειμένου να επιλύσουν μαθησιακά, διοικητικά ή διαδικαστικά προβλήματα έστελνα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή συνομιλούσαν σε σχετικά fora ή chat rooms τόσο με τους συμφοιτητές όσο και με τους επιβλέποντες καθηγητές (mentors) και συνήθως έπαιρναν επαρκείς απαντήσεις μέσα σε οκτώ ώρες το αργότερο. Ανάλογη εμπειρία υπάρχει και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Παράλληλα, σεμινάρια μέσω τηλεδιάσκεψης είναι ιδιαίτερα δημοφιλή, καθώς δίνουν τη δυνατότητα εξατομίκευσης μιας αυστηρά δομημένης διδασκαλίας που αποτελεί πια απηρχαιωμένο κατάλοιπο του βιομηχανικού μοντέλου παραγωγής μάθησης. Οι κοινότητες οικοδόμησης γνώσης, στις οποίες οι φοιτητές επικοινωνούν, εργάζονται ομαδικά για ένα εξειδικευμένο θέμα, μαθαίνουν πώς να αναζητούν πληροφορίες, καταγράφουν ηλεκτρονικά τη συνεισφορά τους, εκφράζουν την κριτική τους, δημοσιοποιούν στο διαδίκτυο τα δεδομένα και συμπεράσματα τους, προάγουν τη συνεργατική μάθηση, της οποίας τα πλεονεκτήματα έχουν διαπιστωθεί εμπειρικά.
Όσον αφορά το κοινωνικό περιεχόμενο της ψηφιακής εξ’ αποστάσεως μάθησης εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι διακρίνεται από μια μεταβλητότητα, την οποία μόνο ευέλικτοι, έμπειροι και αυτοδύναμοι φοιτητές μπορούν να διαχειριστούν. Η επιλογή και το ύφος μάθησης γίνεται προσωπική υπόθεση του καθενός (ατομικά μέσω αναζήτησης πληροφοριών στον Παγκόσμιο Ιστό, μέσω ενός προς ένα επικοινωνία, μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενός προς πολλούς δια του ψηφιακού πίνακα ανακοινώσεων και πολλοί προς πολλούς μέσω τηλεσυνδιάσκεψης). Ο ρυθμός πρόσκτησης γνώσης, ο χειρισμός του ψηφιακού περιβάλλοντος, οι ενισχυτές και η αλληλεπίδραση ελέγχονται ουσιαστικά από το φοιτητή. Οι μειονεξίες που αποδίδονταν στη γεωγραφική απόσταση από τα κέντρα των εξελίξεων εξαλείφονται και το κόστος μειώνεται, όσο η τεχνολογία εξελίσσεται.
Το μεταβιομηχανικό μοντέλο απομακρύνεται από την παιδαγωγική της καθοδήγησης και προσεγγίζει την παιδαγωγική της πρωτοβουλίας και της αυτορρύθμισης. Οι συνεργάτες μάθησης δεν ανήκουν υποχρεωτικά στο ίδιο Πανεπιστήμιο, αλλά προέρχονται από διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, όπως και οι πηγές των πληροφοριών. Η πολυσυλλεκτικότητα του μοντέλου και ο συνδυασμός των ετερόκλητων στοιχείων αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό του. Ο απομονωτισμός και η προκατασκευασμένη γνώση οδηγούν στο συντηρητισμό και στην περιθωριοποίηση. Η μάθηση δεν απευθύνεται πια σε ακροατήρια με συγκεκριμένα ηλικιακά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, αλλά διαπνέεται από έναν οικουμενισμό που θα επεκτείνεται, όσο το Διαδίκτυο παραμένει χωρίς περιορισμούς και εφόσον δεν μονοπωληθεί από κράτη ή εταιρείες. Το ανοιχτό λογισμικό αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί. Το Πανεπιστήμιο του μέλλοντος πολύ λίγο θα μοιάζει με το και η μαζικοποίηση της εκπαίδευσης τελικά θα επιτευχθεί μέσω της παγκοσμιοποίησης της πληροφορίας και όχι μέσω πολιτικών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: