Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΝΗΣ
(από το βιβλίο 'Η αυτοεκτίμηση και η μέτρησή της' Εκδόσεις Ατραπός 2004, όπου περιλαμβάνεται η κλίμακα μέτρησης της αυτοεκτίμησης)

Οι άνθρωποι επιδιώκουν να διαφυλάττουν την αυτοεκτίμησή τους, επειδή διακατέχονται από μια έμφυτη ανάγκη να νιώθουν όμορφα για τον εαυτό τους. Οι ανθρωπιστικοί ψυχολόγοι αντιλαμβάνονται την αυτοεκτίμηση ως μια συμμετρία ανάμεσα στους πραγματικούς και ιδανικούς εαυτούς ενός προσώπου και ως τη δύναμη, που υπαγορεύει την αυτόνομη και αυτεξούσια δράση.΄Αλλοι ερευνητές συνδέουν την αυτοεκτίμηση με τη χρηστική πλευρά της και την δυνατότητα επίτευξης στόχων. Οι Bednar, Wells και Peterson (1989) εισηγήθηκαν ότι η αυτοεκτίμηση είναι μια υποκειμενική κρίση για την αρτιότητα του εαυτού μας. Αυτή η κριτική αξιολόγηση δρα ως θετική ενίσχυση, όταν το άτομο προσαρμόζεται στις περιστάσεις και ως αρνητική, όταν το άτομο αποφεύγει τις δύσκολες καταστάσεις και παραδίδεται στους φόβους και τις ανασφάλειες. Ανάλογα με το είδος της ενίσχυσης το άτομο εμπλέκεται είτε σε μια περαιτερω αυξηση της αυτοεκτίμησης , οπότε προβαίνει σε επιτυχείς συμπεριφορές είτε σε ένα φαύλο κύκλο αρνητικού ιδεασμού και απαξίας, οπότε αποτυγχάνει λόγω αυτοεκπληρούμενης προφητείας.
Κατά την θεωρία των εθολόγων (Barkow,1980) η αυτοεκτίμηση είναι μια μετεξέλιξη των μηχανισμών εκείνων που διατηρούν την κοινωνική ιεραρχία.. Η επιβολή και το ιεραρχικό σύστημα οργάνωσης είναι σύμφυτα με τις ανθρώπινες κοινωνίες. Τα ανώτερα μέλη, δηλαδή αυτά που η αυτοεκτίμησή τους είναι υψηλή, έχουν τον πρώτο λόγο κατά τη διανομή της τροφής, της περιοχής, της αναγνώρισης και του σεξουαλικού συντρόφου. Παρότι σήμερα η κοινωνία έχει ανακαλύψει συνθετότερους τρόπους ελέγχου και επιμερισμού της κυριαρχίας, η υψηλή αυτοεκτίμηση παραμένει ένας βασικός παράγοντας απόκτησής της.
Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες εξηγήσεις της αυτοεκτίμησης προέρχεται από την θεωρία χειρισμού του τρόμου, η οποία υποστηρίζει οι άνθρωποι πρέπει να αμυνθούν κατά κάποιο τρόπο ενάντια στον υπαρξιακό δέος , που αντιμετωπίζουν από τον επικείμενο θάνατό και αφανισμό τους (Solomon, Greenberg, Pyszczynski, 1991). Η τεκμηρίωση της συλλογιστικής αυτής προέρχεται από την υπαρξιακή φιλοσοφία και από μια σειρά πειραμάτων, τα οποία δεν έχουν κατοχυρώσει επαρκώς ότι η αυτοεκτίμηση είναι το αντίδοτο και η δικλείδα ασφαλείας ενάντια στην απειλή του μηδενός.
Κατά την κοινωνιολογική προσέγγιση (Baumeister and Leary,1995) η αυτοεκτίμηση είναι ένας δείκτης της κοινωνικής αποδοχής. Το κίνητρο για υψηλή αυτοεκτίμηση υπάρχει όχι για να διατηρεί την αυτοεκτίμηση καθαυτή, αλλά για την αποφυγή συμπεριφορών, που αντιτίθενται στα κοινωνικά κατεστημένα και την επιλογή αυτών, που είναι αποδεκτές και χαρίζουν καταξίωση. Όσοι άνθρωποι ανήκουν σε ομάδες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να επιβιώσουν από αυτούς, που δρουν μεμονωμένα. Άρα έπρεπε να αναπτυχθεί ένα σύστημα ελέγχου των περιβαντολογικών και κοινωνικών ερεθισμάτων, για να διαπιστώνεται ποια μέλη είναι αποδεκτά και ποια απορριπτέα. Δεδομένου ότι η αυτοεκτίμηση εξαρτάται εν πολλοίς από το κοινωνιολογικό βλέμμα των άλλων, για να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, πρέπει να συνάδει με συμπεριφορές αποδεκτές από αυτούς.
Σύμφωνα με τη θεωρία της ταυτότητας ο εαυτός αποτελείται από πολλαπλές πτυχές και από παράλληλους κοινωνικούς ρόλους, οι οποίοι αντικατοπτρίζουν τη θέση, που έχει το άτομο στην ευρύτερη κοινωνική δομή. Ταυτότητα είναι ένα άθροισμα πεποιθήσεων, συναισθημάτων, προσδοκιών και απόψεων που αναφέρονται στον εαυτό μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό φάσμα ( Burke and Stets, 2000 Burke and Tully, 1977). Η προσωπική ταυτότητα αποτελείται από αναπαραστάσεις και αντιλήψεις για τις ιδιότητες του εαυτού. Η διαδικασία της ‘αυτοεπαλήθευσης’ και της αυτοεπιβεβαίωσης ενεργοποιείται, όταν η σημασία ενός κοινωνικού ρόλου ταυτίζεται με το περιεχόμενο και τις προσδοκίες μιας προσωπικής ταυτότητας. Με τον τρόπο αυτό το άτομο προσδιορίζεται μέσα στο κοινωνικό σύνολο και απολαμβάνει συαισθημάτων αποδοχής, και υψηλής αυτοεκτίμησης. Εν ολίγοις, σκοπός των ανθρώπων είναι να προσαρμόζουν τις πράξεις τους, ούτως ώστε οι κοινωνικές προσδοκίες να ταυτίζονται με τους προσωπικούς ρόλους, όπως αυτοί υποκειμενικά βιώνονται απο το άτομο. Κάθε φορά που υπάρχει ασυμφωνία ανάμεσα σε αυτά τα δύο, ενσκήπτουν αρνητικά συναισθήματα απόρριψης, κατάθλιψης, ζήλειας και απαξίωσης. Η αυτοεκτίμηση, που έχει αποκτηθεί από προηγούμενες καταστάσεις επιτυχούς προσαρμογής δρα σε αυτήν την περίπτωση ως καταπραυντικό του άγχους. Για παράδειγμα, εάν κάποιος έχει σχηματίσει την αυτοεικόνα του ευφυούς ανθρώπου, αλλά σε μια δεδομένη στιγμή αποτύχει να το αποδείξει και γίνει αποδέκτης προσβολών, τότε μέσα στο μυαλό του θα ξεκινήσει μια διαδικασία εσωτερικού διαλόγου εμπλουτισμένου με εικόνες επιτυχιών και επιχειρημάτων, που δεν θα αναφέρονται στους άλλους, αλλά αποσκοπούν στο να διατηρήσουν και να τεκμηριώσουν στον ίδιο την αυτοεικόνα του ευφυούς. Το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι η αυτοεκτίμηση είναι αναλώσιμη, εξαντλείται δηλαδή γρήγορα. Εάν οι μελλοντικές ενέργειες του ατόμου αυτού δεν στεφθούν από επιτυχία, τότε θα αρχίσει σταδιακά η μεταβολή της αυτοεικόνας ή η διαιώνισή της μέσω επίπλαστων καταστάσεων και άλλων μηχανισμών άμυνας.
ΟΙ άνθρωποι προσπαθούν να αυξήσουν την αυτοεκτίμησή τους αποφεύγοντας καταστάσεις, ανθρώπους και ερεθίσματα, που μπορούν να την απειλήσουν.Επιλέγουν συστηματικά να ανήκουν σε ομάδες και πλαίσια όμοια με αυτούς, όπου η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη ή όπου η ομάδα θα αναπληρώσει την αδυναμία τους να επιτύχουν υψηλό αυτοσυναίσθημα (π.χ. οπαδοί). Σε κάθε περίσταση μπορεί κανείς να διακρίνει τέσσερις ενότητες: Έναν εσωτερικό μηχανισμό αναφοράς, στον οποίον καταφεύγει το άτομο, για να προσδιορίζει τις σημασίες της αυτοεκτίμησης και τα κριτήρια διατήρησής της. Ένα αντιληπτικό σύστημα, το οποίο επεξεργάζεται την παρούσα κατάσταση. Μία διαδικασία σύγκρισης αυτών των δύο και τέλος ένα άθροισμα ενσυνείδητων και ασυνείδητων συμπεριφορών, που αποσκοπούν στο να κάνουν συμβατά τα εσωτερικά κριτήρια αυτοεκτίμησης με τα περιβαντολογικά ερεθίσματα και τα δεδομένα της παρούσας κατάστασης. Εάν κάποιος κατορθώσει να συνταιριάξει τα εξωτερικά δεδομένα με την εσωτερικευμένη εικόνα του γι αυτήν, μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς τους, τότε θεωρεί ότι έχει επιτύχει και η αυτοεκτίμησή του αυξάνεται. Για παράδειγμα, εφόσον ένας άνδρας θεωρεί ότι για να διατηρήσει την αυτοεικόνα του πρέπει να ασχολείται με το 20% των οικιακών εργασιών, τότε θα προβεί σε όλες τις ενέργειες για να το καταστήσει σαφές στην υποψήφια σύντροφό του και θα είναι συνεπής προς την στατιστική, που αναφέρει ότι οι γυναίκες ασχολούνται με την πλειοψηφία του νοικοκυριού. Εάν οι ενέργειες της συντρόφου του, δεν παρεμποδίσουν την αντίληψή του αυτή, τότε θα έχει εναρμονίσει την εσωτερικευμένη εικόνα του με τα δεδομένα της κατάστασης. Αυτό θα του εξυψώσει την αυτοεκτίμηση ως συζύγου. Εάν όμως η σύντροφός του διαπνέεται από διαφορετικές απόψεις περί ισότητας, τότε θα επέλθει σύγκρουση και η αυτοεκτίμησή του θα απειληθεί. Παρατηρούμε, δηλαδή ότι η αυτοεκτίμηση επηρεάζεται από τις ενέργειες και αντιλήψεις των άλλων, επομένως είναι ανούσιο να μιλάμε γι αυτήν σαν να είναι αποκομμένη από το κοινωνικό πλαίσιο, στο οποίο αναφέρεται.
Η πελατοκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers (1951) υποστηρίζει πως οτιδήποτε βιώνει ο άνθρωπος σε μια συγκεκριμένη στιγμή είναι περισσότερο μια ψυχολογική και όχι τόσο μια αντικειμενική πραγματικότητα. Λέγοντας ψυχολογική πραγματικότητα εννοείται η πραγματικότητα έτσι όπως την αντιλαμβάνεται το συγκεκριμένο άτομο. Ο Rogers θεωρεί τον άνθρωπο ανεξάρτητο, αυτόνομο, ικανό να αναπτυχθεί, να αποκτήσει αυτογνωσία και αυτό-αποδοχή. Το υγιές άτομο εξελίσσεται συνεχώς και αλλάζει ανάλογα τις καταστάσεις που βιώνει προκειμένου στην αυτοπραγμάτωση. Η θεωρία στηρίζεται στην βιολογική άποψη ότι ο άνθρωπος όπως και κάθε ζωντανός οργανισμός τείνει φυσιολογικά προς την ωρίμανση και την ανάπτυξη του. Σε περίπτωση που αυτή η τάση ωρίμανσης κι ανάπτυξης δεν διευκολυνθεί ή παρεμποδιστεί από το περιβάλλον το άτομο απομακρύνεται από την πορεία της αυτοπραγμάτωσης.
Για τον Rogers η διαμόρφωση του εαυτού είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ατόμου- κοινωνίας. Δεν κάνει λόγο για ασυνείδητες διεργασίες και κίνητρα, παραδέχεται όμως ότι μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά. Υποστηρίζει ότι η αυτοαντίληψη ακολουθεί τους γενικούς κανόνες της αντίληψης. Αντιπροσωπεύει ένα οργανωμένο και σταθερό εννοιολογικό σύνολο ,μια ομάδα αλληλένδετων αντιλήψεων και όχι στοιχειών άσχετων μεταξύ τους. Το άτομο ενεργεί έτσι ώστε ο εαυτός και οι εμπειρίες του να συμφωνούν. Η αυτοαντίληψη είναι ένα οργανωμένο σύνολο όλων των αντιλήψεων που το άτομο θεωρεί σημαντικές για τον εαυτό του. Η έννοια του «Εγώ» για τον Rogers είναι ευρύτερη από αυτή της αυτοαντίληψης καθώς περιλαμβάνει και αυτήν αλλά και το «ιδανικό εγώ», δηλαδή το πώς θα ήθελε να είναι. Ταυτόχρονα με την εμφάνιση της αυτοαντίληψης προκύπτει και η ανάγκη για θετική αποδοχή. Τρομερή σημασία, για την ανάπτυξη μιας θετικής αυτοαντίληψης στο παιδί, έχει η «ανεπιφύλακτα θετική αποδοχή» από τους γονείς. Μέσα σε ένα κλίμα θετικό, με καλή διάθεση και παραδοχή, χωρίς κριτική το άτομο μαθαίνει να εκφράζεται ελεύθερα. Έτσι δεν επηρεάζεται όσον αφορά την ιδέα του εαυτού του από το τι αρέσει στους άλλους, αλλά μόνο από αυτό που αισθάνεται το ίδιο. Αν η διαδικασία της ανάπτυξης παρεμποδιστεί από «εξωτερικές αξιολογήσεις» τότε το «Εγώ» διαμορφώνεται από εμπειρίες που έχουν να κάνουν με τους Σημαντικούς Άλλους και όχι με το ίδιο το άτομο. Ο άνθρωπος μαθαίνοντας να δει με ένα σύστημα αξιών που δεν είναι δικό του αλλά το υπακούει για να είναι αποδεκτός, απομονώνεται από τον εαυτό του γεγονός που μπορεί να οδηγήσει και σε ψύχωση. Στενά συνδεδεμένη με την ανάγκη για θετική αποδοχή είναι η ανάγκη του ατόμου για θετική αυτό-εκτίμηση. Η ανάγκη αυτή έχει να κάνει με τις εμπειρίες και την ικανοποίηση ή ματαίωση της ανάγκης του ατόμου για θετική αποδοχή. Όταν η θετική αυτό-εκτίμηση έχει να κάνει αποκλειστικά με τις αξιολογήσεις των άλλων τότε υπάρχει περίπτωση να δημιουργηθούν αντιφάσεις μεταξύ των αναγκών του εαυτού και της ανάγκης του εαυτού για θετική αξιολόγηση. Τότε το άτομο προκειμένου να διατηρήσει την ισορροπία του καταφεύγει σε ένα είδος άμυνας, στην διαστρέβλωση.
Ο άνθρωπος προσπαθεί να προστατεύσει την αυτοαντίληψη του από εμπειρίες που είναι ασύμφωνες με αυτήν. Αυτό το κάνει είτε με το να τις αρνείται, είτε παραμορφώνοντας τες και ερμηνεύοντας τες λανθασμένα. Το πρόβλημα αυτό λύνεται με ψυχοθεραπεία, που βοηθάει το άτομο να αποκτήσει μια θετική αντίληψη για τον εαυτό του, να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει τις διαφωνίες μεταξύ των εμπειριών και της αυτοαντίληψης του και να αποδεσμευτεί από τους μηχανισμούς άμυνας που χρησιμοποιεί. Κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας το ιδανικό εγώ γίνεται πιο ρεαλιστικό και βαθμιαία συγκλίνει προς την αυτοαντίληψη.
Όλες αυτές οι απόψεις προσφέρουν στοιχεία για τη φύση της αυτοεκτίμησης, αλλά κάθε μια από αυτές έχει εννοιολογικές και εμπειρικές δυσκολίες (για κριτικές βλέπε Leary, 1999).

2.1 Η θεωρία του William James

Κατά το τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα η έννοια του εαυτού άρχισε να γίνεται κεντρική στο χώρο της ψυχολογίας. Ο William James (1983/1890) στις ‘Αρχές της Ψυχολογίας’ έγραψε :
‘ Η αίσθηση της αξίας μας στον κόσμο είναι μια αναλογία ανάμεσα σε αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε και σε αυτά που πράττουμε. Είναι ο λόγος της πραγματικότητας προς τις δυνατότητές μας, ένα κλάσμα, όπου αριθμητής είναι οι προσποιητές μας πράξεις και παρονομαστής οι επιτυχίες μας.’
(James,1890, σ.296)

Η απόκτηση των βασικών αγαθών και ο κορεσμός των πρωτογενών αναγκών επιφέρει το αίσθημα της αυτοικανοποίησης, πάνω στο οποίο δομείται σταδιακά η αυτοεκτίμηση. Σε αυτά ο James προσέθεσε και την προσπάθεια του ατόμου να κάνει φανερή την υπόστασή του στο περιβάλλον, τον αέναο αγώνα να δηλώσει την ύπαρξή του στο ιστορικό γίγνεσθαι. Γι’ αυτόν η υψηλή αυτοεκτίμηση είναι κάτι που κατακτάται. Ισορροπημένο είναι το άτομο που έχει βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στις δυνατότητές του και τα δεδομένα της καθημερινότητας.. Η αυτοεκτίμηση είναι έννοια δυναμική και η τιμή της μπορεί να μεταβληθεί είτε προς τα πάνω είτε αντίστροφα. Κι αυτό γίνεται εφικτό με την αλλαγή των προσδοκιών ή την αυξομείωση των ρεαλιστικών επιτυχιών.
Κάθε άνθρωπος με τη γέννησή του έρχεται αντιμέτωπος με μια σωρεία επιλογών και ρόλων, που μπορεί να υποδυθεί, ανάλογα με την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη, στην οποία ανήκει, το οικογενειακό περιβάλλον και τις εμπειρίες του. Κάθε στιγμή στην ανάπτυξη μπορούμε να διακρίνουμε τον επικρατέστερο εαυτό, ο οποίος υποβαθμίζει τις επιλογές, που δεν ακολουθήθηκαν και καθορίζει την αυτοεκτίμηση. Ο James(1890) τονίζει επανειλημένα την αναπόσπαστη σχέση ανάμεσα στις αξίες, την επιτυχία, την ικανότητα και την αυτοαντίληψη. Όσο σταθερή κι αν είναι αυτή η σχέση σε ορισμένα διαστήματα της ζωής, τόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί και έρμαιο των περιστάσεων. Αλλά τελικά το μήνυμά του είναι αισιόδοξο. Η αυτοεκτίμηση μπορεί να αυξηθεί αν το άτομο βοηθηθεί να επιτύχει στους τομείς, που είναι ικανότερο κι αν οι αποτυχίες του ελαττωθούν ή αναιρεθεί η καταλυτική σημασία τους.
Κατά την δεκαετία 1940- 1950 εμφανίστηκαν οι πρώτες ολοκληρωμένες θεωρίες σχετικά με την αυτοεκτίμηση. Ανάμεσά τους η περίφημη πυραμίδα του (Maslow, 1942) και η σχέση της αυτοεικόνας με την γυναικεία σεξουαλικότητα, καθώς και η εμφάνιση του όρου ‘ αναφορά στον εαυτό’ κατά την διάρκεια των ψυχοθεραπευτικών συνεδριών (Raimy, 1949)


2.2 H θεωρία του Robert White

Ψυχαναλυτική διάσταση στο θέμα έδωσε η προσέγγιση του Robert White (1963).
‘ Η αυτοεκτίμηση έχει τις ρίζες της στην εμπειρία της επιτυχίας. Δεν εξαρτάται από τις δράσεις των άλλων ή από τις προσφορές του περιβάλλοντος, αλλά από το πώς κάποιος τις εκμεταλλεύεται στο μέγιστο βαθμό, ακόμα κι αν ως μόνο μέσο έχει τον πιο επίμονο θηλασμό ή τις δυνατότερες κραυγές. Για την πραγματικότητα του νηπίου αυτό που έχει σημασία είναι η αποτελεσματικότητα των ενεργειών του, δεδομένου ότι δεν διαθέτει την γνωστική υποδομή, για να κατανοήσει τους υπόλοιπους παράγοντες, που επηρεάζουν το περιβάλλον του. Η πρώιμη αυτή διάσταση της αποτελεσματικότητας είναι ο θεμέλιος λίθος της αυτοπραγμάτωσης.’ (White, 1963, σ.134)

Ο White θεώρησε την αυτοεκτίμηση εξελικτικά και την διαχώρισε σε τρεις επιμέρους παραμέτρους: τη βιολογική, δηλαδή την φυσική αναγκαιότητα , που ωθεί το άτομο να ανταπεξέρχεται στις δυσκολίες και να επιβιώνει, την κινητική-γνωστική, που εξελίσσεται παράλληλα με τη νοητική ανάπτυξη, και επιβάλλει στον άνθρωπο να επεξεργάζεται γνωστικά το περιβάλλον του και την αναζήτηση ταυτότητας, η οποία αναπτύσεται σε μεταγενέστερα στάδια του βίου. Αυτή η διαδικασία είναι προφανής από τις πρώτες στιγμές της ζωής έξω από τη μήτρα. Αντί να γίνουν παθητικοί αποδέκτες, τα νήπια επενεργούν στο περιβάλλον. Κάθε κραυγή, κάθε χαμόγελο και οποιαδήποτε απεγνωσμένη κίνηση, μπορούν να οδηγήσουν στην ανακούφιση του πόνου, στην εύθυμη εξερεύνηση και στην επίτευξη της ηδονής. Αυτές οι πρόωρες επιτυχίες (ή αποτυχίες) είναι σημαντικές επειδή με την πάροδο του χρόνου γίνονται όλο και πιο σκόπιμες και επομένως ενσωματώνονται στο γνωστικό σχήμα της αυτοεκτίμησης. Οι συμπεριφορές που οδηγούν στην επιτυχία, δηλαδή την ικανοποίηση των αναγκών, εγκαθιδρύονται σταδιακά και αφορούν πλέον ένα σύνολο νοητικών, συναισθηματικών και πραξιακών αντιλήψεων για τον εαυτό, ούτως ώστε μέχρι το στάδιο της λανθάνουσας σεξουαλικότητας να έχει πλήρως αναπτυχθεί ένα πλέγμα αυτοεκτίμησης, το οποίο δεν χαρίστηκε, αλλά κατακτήθηκε από το παιδί.( White,1959).

2.3 Η θεωρία του Morris Rosenberg

Ο Morris Rosenberg (1965) ανέφερε:
«Η αυτοεκτίμηση είναι μια θετική ή αρνητική στάση απέναντι σε ένα ιδιαίτερο αντικείμενο,δηλαδή, τον εαυτό....Η υψηλή αυτοεκτίμηση εκφράζει το αίσθημα ότι κάποιος «είναι αρκετά καλός». Το άτομο απλά αισθάνεται ότι αξίζει. Σέβεται τον εαυτό του για αυτό που είναι αλλά δεν κατέχεται από δέος θεωρώντας τον, αλλά και ούτε περιμένει οι άλλοι να κάνουν το ίδιο. Δεν θεωρεί τον εαυτό του απαραίτητα ανώτερο από τους άλλους» (Rosenberg, 1965, σ.30-31).

Η συμβολή του Rosenberg είναι ότι όρισε την αυτοεκτίμηση ως στάση, που εμπεριέχει το γνωστικό, το συναισθηματικό και το πραξιακό στοιχείο και πίστεψε ότι μπορεί να μετρηθεί.Ο όρος αξιοπρέπεια και σεβασμός του εαυτού συνδέθηκαν με την αυτοεκτίμηση και θεωρήθηκαν αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης. Η κλίμακα μέτρησης της αυτοεκτίμησης (1965) άνοιξε το δρόμο για χιλιάδες εμπειρικές μελέτες.
Ο Rosenberg καθόρισε την αυτοεκτίμηση κυρίως ως μια έκφραση της αξίας παρά ικανότητας και πρότεινε την ύπαρξη σχέσης ανάμεσα στην αυτοεκτίμηση και την εμπειρία ή την συμπεριφορά.. Ο εαυτός είναι μια κοινωνική σύνθεση και οι προσωπικές αξίες, που συνδέονται με την αυτοεκτίμηση προκύπτουν από την αλληλεπίδραση των πολιτιστικών, κοινωνικών, οικογενειακών και άλλων διαπροσωπικών παραγόντων. Η αυτοεκτίμηση πηγάζει από μια διαδικασία σύγκρισης, που περιλαμβάνει ομοιότητες, διαφορές και ασυμβατότητες: Όσο μικρότερο είναι το χάσμα ανάμεσα στον «ιδανικό εαυτό» (γνωρίσματα που περιλαμβάνουν τις ελπίδες, τις επιθυμίες και τα όνειρα για μας) και στον «πραγματικό εαυτό» (γνωρίσματα που περιγράφουν το είδος του ανθρώπου που πιστεύουμε ότι πραγματικά είμαστε), τόσο υψηλή είναι η αυτοεκτίμηση. Aυτή η θεωρηση της αυτοεκτίμησης είναι βαθειά κοινωνική, δεδομένου ότι τονίζει τον καταλυτικό ρόλο της κοινωνικοποίησης και της επιτυχούς έκβασής της με την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης. Ο Rosenberg ασχολήθηκε επίσης με την επίδραση των κοινωνικών μορφωμάτων, όπως είναι η θρησκεία και η κοινωνική τάξη, στην εξέλιξη της αυτοεκτίμησης. Προσδιόρισε διάφορα στοιχεία, τα οποία επηρεάζουν το επίπεδο αυτοεκτίμησης των εφήβων, όπως η οικογενειακή δομή, η κοινωνική τάξη, το έθνος και η θρησκεία. Συνέδεσε, επίσης την αυτοεκτίμηση με μια σειρά προσωπικών και κοινωνικών μεταβλητών, όπως το νευρωσικό άγχος, το χαμηλό κίνητρο για επαγγελματική εξέλιξη, την ικανότητα ηγεσίας και την κοινωνική απομόνωση. (Rosenberg, 1965).
Στην κλίμακά του για την αυτοεκτίμηση των εφήβων περιλαμβάνονται ερωτήσεις οι οποίες πιστοποιούν ότι μια εσωτερική έννοια όπως η αυτοαντίληψη μπορεί να μετρηθεί με εμπειρικό τρόπο:
- Αισθάνομαι ότι αξίζω
- Αισθάνομαι ότι έχω πολλά θετικά χαρακτηριστικά
- Σε γενικές γραμμές έχω την τάση να θεωρώ τον εαυτό μου αποτυχημένο
- Μπορώ να κάνω πράγματα το ίδιο καλά όσο και οι άλλοι άνθρωποι
- Δεν είμαι περήφανος για τον εαυτό μου
- Έχω θετική στάση απέναντι στον εαυτό μου
- Είμαι ικανοποιημένος από τον εαυτό μου
- Θα ήθελα να σεβόμουν τον εαυτό μου περισσότερο
- Μερικές φορές νιώθω εντελώς άχρηστος
(Rosenberg, M., 1989 Κοινωνία και εφηβική αυτοεικόνα, New England University Press)

2.4 Η θεωρία της Baumrind

Το 1971 ο Baumrind θεώρησε ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στο είδος της γονεικής εξουσίας και την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης. Υποστήριξε ότι οι γονείς μπορούν να διακριθούν σε ελαστικούς, σε δημοκρατικούς και αυταρχικούς. Οι ελαστικοί είναι θερμοί απέναντι στα παιδιά τους και εκδηλώνουν εύκολα τα συναισθήματά τους. Δεν είναι απαιτητικοί, αποφεύγουν τον έλεγχο και υιοθετούν λιγότερο συχνά τιμωρητική συμπεριφορά. Οι δημοκρατικοί γονείς είναι ξεκάθαροι στις απαιτήσεις τους, σχετικά αυστηροί, με αρκετές προσδοκίες, αλλά η εξουσία, που ασκούν στα παιδιά τους είναι ελαστική και σε λογικά πλαίσια. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό είναι η ποιότητα επικοινωνίας με τα παιδιά και οι τεχνικές διαπραγμάτευσης, που χρησιμοποιούν. Αντίθετα οι αυταρχικοί γονείς εκτιμούν την αναντίρρητη υπακοή, τον απόλυτο έλεγχο των ανεπιθύμητων συμπεριφορών. Η Baumrind (1971,1982) θεώρησε ότι τα παιδιά που έχουν βιώσει το δημοκρατικό μοντέλο γονεικής εξουσίας είναι πιο αυτάρκη, ανεξάρτητα, φιλόδοξα , με μεγαλύτερη αίσθηση αυτοελέγχου και υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Τις απόψεις της υποστήριξαν ευρήματα άλλων ερευνητών, όπως του Sears (1970), o οποίος βρήκε θετική συνάφεια μεταξύ του αυταρχικού μοντέλου πατρικής εξουσίας και χαμηλής αυτοεκτίμησης των άρρενων παιδιών, αλλά όχι και των θήλεων. Ο Coopersmith (1967) βρήκε ότι τα αγόρια από δημοκρατικές οικογένειες είχαν υψηλή αυτοεκτίμηση, αλλά το ίδιο δεν συνέβαινε και με τα κορίτσια. Άλλες μελέτες έδειξαν ότι τα άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση είχαν λιγότερες τάσεις για εξερεύνηση, περισσότερες εξαρτητικές συμπεριφορές και μικρό αυτοέλεγχο, ήταν μη παραγωγικά, δεν έθεταν στόχους και δεν αναλάμβαναν την ευθύνη των πράξεών τους.
Συγκεκριμένα τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν τα εξής:
- Η χαμηλή αυτοεκτίμηση των αγοριών συσχετίζεται με την αυταρχικότητα του πατέρα, ενώ των κοριτσιών με της μητέρας. Η δημοκρατική γονεική εξουσία δεν έφερε στατιστικώς σημαντικές συνάφειες.
- Η επίδραση της δημοκρατικότητας του πατέρα στην αυτοεκτίμηση των παιδιών είναι αμελητέα, όταν και η μητέρα δεν είναι δημοκρατική
Ο Buri et al. (1988) υποθέτουν ότι ο αυταρχικός τύπος ανατροφής είναι υπόλογος για μια γενικευμένη αίσθηση περιορισμένης ευθύνης στα παιδιά, ασημαντότητας και αισθημάτων κατωτερότητας. Η δυναμική της ομάδας των παιδιών είναι ανταγωνιστική και παρουσιάζεται το φαινόμενο του αποδιοπομπαίου τράγου.
Παρόμοια έρευνα στην Ελλάδα ( Παπάνης ,2001, υπό δημοσίευση) δεν βρήκε κανένα αντίστοιχο αποτέλεσμα, μεταξύ γονεικής εξουσίας και αυτοεκτίμησης των φοιτητών, ενδεχομένως επειδή σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες ( περίπου 850 φοιτητές) δήλωναν ότι είχαν ανατραφεί με αυταρχικό τρόπο, τον οποίο όμως δεν βίωναν ως αυταρχικό, αλλά περισσότερο ως στοργή και ενδιαφέρον των γονέων .




2.5 Η θεωρία του Stanley Coopersmith
Η επόμενη σημαντική συμβολή σε αυτόν το χώρο οφείλεται στην συμπεριφοριστική προσέγγιση και είναι αυτή του Stanley Coopersmith (1967). Ο Coopersmith προσπάθησε να μελετήσει τις συνθήκες και τις εμπειρίες που ενισχύουν ή ελαττώνουν την αυτοεκτίμηση, χρησιμοποιώντας παραδοσιακές εμπειρικές ψυχολογικές μεθόδους. Ο ίδιος έγραψε :
«Με την αυτοεκτίμηση αναφερόμαστε στην ενδοπροσωπική αξιολόγηση ενός ανθρώπου, η οπόια διατηρείται συνήθως αναλλοίωτη και εκφράζει μια πεποίθηση αποδοχής ή αποδοκιμασίας. Είναι μια εσωτερικευμένη κριτική για το κατά πόσο κάποιος θεωρείται ικανός, σημαντικός, επιτυχημένος και άξιος. Εν ολίγοις, η αυτοεκτίμηση είναι μια προσωπική πιστοποίηση της αξίας, που εκφράζεται με τις στάσεις για τον εαυτό . Είναι μια υποκειμενική εμπειρία, που το άτομο μεταβιβάζει σε άλλους λεκτικά και μέσω των συμπεριφορών και των επιλογών του». (Coopersmith, 1967, σ.4-5)

Όπως και ο Rosenberg, ανέπτυξε μία κλίμακα αυτοεκτίμησης (1975,1981),που είναι το πιο ευρύτατα χρησιμοποιημένο όργανο αξιολόγησης στην ιστορία αυτού του συγκεκριμένου επιστημονικού πεδίου. Όπως άλλοι συμπεριφοριστικά προσανατολισμένοι θεωρητικοί, η προσέγγισή του ήταν μια προσπάθεια συσχετισμού της αυτοεκτίμησης με την ποσότητα των αμοιβών, που έχει δεχτεί κάποιος στη ζωή του και στον αγώνα για την αποφυγή των τιμωριών και των αρνητικών καταστάσεων. Ο Coopersmith (1967) είδε μια σχέση ανάμεσα στην αυτοεκτίμηση και την εμπειρία ή την συμπεριφορά. Εντούτοις, οι μελέτες του βασίζονται περισσότερο στην προσωπική εμπειρία του ατόμου, παρά σε γνωστικούς ή κοινωνικούς παράγοντες. Η εργασία του είναι σαφώς βασισμένη στην εκμάθηση των κανονιστικών αρχών της οικογένειας και της κοινωνίας από το άτομο μέσω της ενίσχυσης και της τιμωρίας.
Σύμφωνα με τη θεωρία του τρία πράγματα καθορίζουν την αυτοεκτίμηση των παιδιών : η γονική ζεστασιά, τα σαφώς καθορισμένα όρια και η αξιοπρεπής μεταχείριση, ενώ έμφαση δίνεται στους μηχανισμούς εκμάθησης, που συνδέουν αυτούς τους τρεις παράγοντες. Κατά συνέπεια, τα παιδιά μαθαίνουν ότι αξίζουν ως άνθρωποι, επειδή οι γονείς τους τα μεταχειριζονται με αγάπη. Οι πρώτες μαθήσεις, που κυρίως γίνινται για την αποκόμιση αμοιβών, δρουν ενισχυτικά και για την εμπέδωση συνθετότερων, που πολλαπλασιάζουν το αίσθημα της αυτοεκτίμησης. Τα παιδιά, επίσης, αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους με σεβασμό μέσω της μίμησης προτύπων, κυρίως των γονέων τους , των διδασκάλων, παρατηρώντας πώς αυτοί φέρονται στους άλλους ανθρώπους εσωτερικεύοντας έτσι από μόνα τους αυτές τις συμπεριφορές. Εάν η αυτοεκτίμηση μπορεί να διδαχθεί, τότε και η έλλειψή της μπορεί επίσης να διδαχθεί (Coopersmith, 1967). Οι γονείς των παιδιών με υψηλή αυτοεκτίμηση ενδιαφέρονται και είναι προσεκτικοί απέναντι τους, κτίζουν τους κόσμους των παιδιών τους σύμφωνα με τις αρχές, που εκείνοι θεωρούν ότι είναι αποδεκτές και κατάλληλες και τέλος, τους παρέχουν μεγάλη ελευθερία μέσα πάντα από προκαθορισμένα όρια και συστηματική συνέπεια ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις τους.
Οι άνθρωποι με χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι πιό τρωτοί στην πίεση. Επομένως, έχουν την τάση να υπεραμύνονται, όταν προκληθούν, παρά να δίνουν λύσεις, γεγονός που οδηγεί στο άγχος,, την ανεπάρκεια και την ανικανότητα. Κατά συνέπεια, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν διάφορα είδη αυτοεκτίμησης, εκτός πό την υψηλή και τη χαμηλή και αυτά είναι:
- Η φαινομενική ή αμυντική αυτοεκτίμηση
Στην κατηγορία των ατόμων με φαινομενική ή αμυντική αυτοεκτίμηση υπάγονται όσοι φαινομενικά δρουν σαν να έχουν υψηλή αυτοεκτίμηση, ενώ στην πραγματικότητα υποφέρουν από αίσθημα χαμηλής αυτοεκτίμησης. Αυτός ο τύπος αυτοεκτίμησης μπορεί να ονομαστεί ψευδής, αντιφατικός ή αμυντικός. Στον κοινωνικό τους περίγυρο παρουσιάζουν μια επίπλαστη σιγουριά και αυτοπεποίθηση, ενώ η πραγματική συμπεριφορά τους διαφέρει κατά πολύ από την συμπεριφορά των ατόμων με αυθεντικά υψηλή αυτοεκτίμηση. Για παράδειγμα, ένα τέτοιο άτομο, ενώ φαίνεται να νιώθει ασφαλές και βέβαιο για τον εαυτό του, μπορεί να αντιδράσει εχθρικά και επιθετικά ,όταν νιώσει ότι απειλείται η αξία του. Είναι δυνατόν, επίσης να χρησιμοποιήσει την επιτυχία του σε κάποιον τομέα, για να καλύψει τα αισθήματα ανεπάρκειας από τα οποία διακατέχεται.

Υπάρχουν δύο τύποι τέτοιων ατόμων:

-Φαινομενική αυτοεκτίμηση Τύπος Ι

Σε αυτόν τον τύπο ανήκουν τα άτομα ,τα οποία έχουν θετική αίσθηση αξίας αλλά όχι και ικανοτήτων. Αυτά τα άτομα για παράδειγμα, είναι πιθανόν κατά την παιδική ηλικία να ένιωθαν πολύ σίγουρα για τον εαυτό τους, ενώ την ίδια στιγμή δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις ακαδημαϊκές απαιτήσεις και τις υποχρεώσεις κάθε αναπτυξιακού σταδιου. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε μια οικογένεια ,η οποία έχει περιορισμένες προσδοκίες και απαιτήσεις και επικροτεί οποιαδήποτε συμπεριφορά του παιδιού, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ως ενήλικας να έχει μειωμένες αποδόσεις, επειδή έχει μάθει να προσπαθεί μόνο ως ένα ορισμένο σημείο.
Ένα άτομο που έχει αίσθηση της αξίας χωρίς την αίσθηση της ικανότητας είναι επιρρεπές στο να γίνει ευάλωτο σε καταστάσεις δοκιμασίας. Μπορεί, για παράδειγμα, να νιώθει άξιος και ικανός, αλλά παράλληλα να πιστεύει πως οι άλλοι δεν αναγνωρίζουν την αξία αυτή. Μπορεί επίσης να μην αποδίδει ικανοποιητικά στον εργασιακό τομέα και να δικαιολογεί τον εαυτό του γι’αυτό ή να κατηγορεί άλλους.. Άτομα που επιδεικνύουν την σπουδαιότητα του της προσωπικότητάς τους, άσχετα με το τι έχουν επιτύχει στην ζωή τους, που περιμένουν οι άλλοι να αναγνωρίζουν αμέσως την σπουδαιότητα αυτή ή που αντιδρούν υπερβολικά όταν κάποιος τους αμφισβητεί, παρουσιάζουν συμπτώματα ναρκισσιστικής προσωπικότητας. Τα άτομα αυτά μπορεί να αντιδράσουν πολύ αρνητικά μπροστά σε κάποια ‘απειλή’ του ναρκισσισμού τους αν η δομή της αυτοεκτίμησης τους γίνει εύθραυστη. Έτσι, μπορεί να προτιμήσουν να διαγράψουν μια τέτοια ‘απειλή’ παρά να την αντιμετωπίσουν ή σε άλλη περίπτωση να γίνουν λεκτικά βίαιοι προκειμένου να προστατεύσουν τον εαυτό τους από μια ενδεχόμενη φθορά.

-Φαινομενική αυτοεκτίμηση Τύπος ΙΙ

Στον συγκεκριμένο τύπο αυτοεκτίμησης το επίπεδο ικανοτήτων του ατόμου είναι υψηλό αλλά η αίσθηση της αξίας χαμηλή. Ένα τέτοιο άτομο διαθέτει τον περισσότερο χρόνο του σε ασχολίες και στόχους όπως αθλητικές δραστηριότητες, εργασία, καριέρα ή οτιδήποτε άλλο προκειμένου να μην ασχολείται με τα αισθήματα αμφιβολίας και άγχους, που τον διακατέχουν και τα οποία έχουν άμεση σχέση με την χαμηλή του αυτοεκτίμηση. Τα άτομα αυτά χρησιμοποιούν τις ικανότητές τους ,ως αντιπερισπασμό, για να υπερκαλύπτουν την αίσθηση ανεπάρκειας. Μπορούν όμως να γίνουν εχθρικά αν νιώσουν ότι απειλούνται τα κεκτημένα τους. Κάποιες φορές έχουν εμμονές σχετικές με το να αποδεικνύουν την αξία τους σε κάθε περίσταση, μέσω της υπερβολικής δουλειάς ή με το να προσπαθούν να επηρεάσουν τους γύρω τους -ακόμα και με λεκτική βία- ,ώστε να συμβιβαστούν με τις απαιτήσεις τους, Η πιο κοινή μορφή αμυντικής αυτοεκτίμησης εκδηλώνεται με υπερβάλουσα ανησυχία για την επιτυχία και την αποτυχία. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που παρουσιάζεται ως ανάγκη κάποιου ατόμου να επιτύχει τους στόχους του ή στην χειρότερη των περιπτώσεων, να αποφύγει την αποτυχία.

-Μέση αυτοεκτίμηση

Σε αυτόν τον τύπο αυτοεκτίμησης ανήκει η πλειοψηφία των ανθρώπων. Το επίπεδο των ικανοτήτων και της αξίας αυτών των ανθρώπων είναι ικανοποιητικό και τους επιτρέπει να έχουν μια επαρκή απόδοση σε ότι κάνουν.

-Υψηλή έναντι μέσης αυτοεκτίμησης

Τα άτομα με μέση αυτοεκτίμηση μπορεί να βιώνουν κατά καιρούς αισθήματα άγχους η ανασφάλειας , η ποιότητα της ζωής τους όμως σε γενικές γραμμές είναι καλή . Τα άτομα αυτά αποδίδουν ικανοποιητικά σε πολλούς τομείς της ζωής τους αλλά παράλληλα είναι λιγότερο αυτόνομα και ανοιχτά σε νέες εμπειρίες καθώς και περισσότερο ευάλωτα σε κάποιες καταστάσεις.
Η υψηλή αυτοεκτίμηση είναι κάτι που κερδίζεται και δεν είναι εγγενές χαρακτηριστικό. Οι άνθρωποι με υψηλή, αλλά αυθεντική αυτοεκτίμηση είναι λιγότερο πιθανό να καταρρεύσουν μπροστά σε αντίξοες καταστάσεις. Μερικές φορές η υπερβολικά υψηλή αυτοεκτίμηση συσχετίζεται με το ναρκισσισμό και την ανικανότητα για κατανόηση και ανεκτικότητα.

-Μέτρια προς χαμηλή αυτοεκτίμηση
Άτομα με μέτρια προς χαμηλή αίσθηση ικανότητας και αξίας εαυτού είναι ευάλωτα στην πρόκληση και την απώλεια .Αυτό δεν σημαίνει ότι μισούν τον εαυτό τους ή ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν στην καθημερινή τους ζωή. Είναι όμως υπέρ του δέοντος προσεχτικά και συντηρητικά , αποφεύγοντας να παίρνουν ρίσκα η να εμπλέκονται σε πρωτόγνωρες για αυτούς καταστάσεις. Δεν είναι αισιόδοξα άτομα και συχνά τείνουν να εστιάζουν στις αδυναμίες τους και όχι στις δυνατότητες τους. Είναι αγχώδη και ανησυχούν μήπως η άλλοι δείξουν κριτική διάθεση απέναντι τους. Παρ'όλα αυτά μπορούν και λειτουργούν σχεδτικά καλά μέσα στην οικογένεια και τις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους.

2.6 Η θεωρία του Braden

Τέλος, μια ακόμα σημαντική προσωπικότητα από το χώρο της ανθρωπιστικής ψυχολογίας, που έχει συμβάλλει σημαντικά στον καθορισμό της αυτοεκτίμησης είναι ο Nathaniel Braden, ο οποίος με το σύγγραμμα του, Ψυχολογία της αυτοεκτίμησης (1969), δηλώνει ότι η ικανότητα και η αξία είναι εξίσου σημαντικά συστατικά της αυτοεκτίμησης και προσθέτει ότι η σχέση τους είναι επίσης άξια αναφοράς:
«Η αυτοεκτίμηση έχει δύο αλληλένδετες πτυχές: την αίσθηση προσωπικής αποτελεσματικότητας και την αίσθηση της προσωπικής αξίας. Είναι η πεποίθηση ότι όχι μόνο κάποιος είναι ικανός να ζει, αλλά ότι αξίζει να ζει».
(Branden, 1969, σελ. 110) .

Για τον Braden, η αυτοεκτίμηση είναι μια συνισταμένη της ικανότητας (δηλ. της αποτελεσματικότητας και των δυνατοτήτων ενός ατόμου), της αξίας (στάσεις ενός ατόμου για το σωστό και το λάθος, για το καλό και το κακό, κ.λπ...) και της σχέσης μεταξύ τους . Ο Braden προχώρησε περισσότερο από τον Rosenberg και τον Coopersmith από την άποψη της σημαντικότητας της αυτοεκτίμησης ως ψυχολογικής μεταβλητής: Τη θεώρησε ως μια θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη, ίσως την πιό θεμελιώδη, που καθοδηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά με δύο τρόπους.
Αρχικά γεννιόμαστε χωρίς την απαραίτητη γνώση για το τι ικανοποιεί την ανάγκη της αυτοεκτίμησης, οπότε πρέπει να ψάξουμε μέσα από δοκιμή και την πλάνη. Μαθαίνουμε για την ικανότητα και την αξία με αρωγούς τη λογική, την επιλογή και την υπευθυνότητα. Εκτός, όμως, από τη δραστηροποίησή μας με έναν τέτοιο θετικό και ανθρωπιστικό τρόπο, η ανάγκη για την αυτοεκτίμηση είναι τόσο ισχυρή, που η έλλειψή της μας παρακινεί πιεστικά να επεξεργαστούμε και μη δόκιμους τρόπους. Η έλλειψη της αυτοεκτίμησης, μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο στην υιοθέτηση μιας παραίσθησης της αυτοεκτίμησης, σε μια ψυχολογική απάτη με αποτέλεσμα αυτό που ο Branden αποκαλεί «ψευδο-αυτοεκτίμηση» (Braden, 1969).
Αργότερα ο Branden, (1983) προσδιόρισε τέσσερις βασικούς στυλοβάτες της θετικής αυτοεκτίμησης : το βαθμό της αυτοσυνειδησίας ενός ατόμου, την ακεραιότητα του ως άτομο, την προθυμία να αναλαμβάνει την ευθύνη για τις αποφάσεις του και την αποδοχή του εαυτού του. Οι προυποθέσεις αυτές είναι αλληλένδετες και δεν μπορούν να χωριστούν. Υπογράμμισε εμφατικά την ανάγκη να σεβαστούμε τον εαυτό μας, κυρίως επειδή μπορεί να αμφισβητηθεί οποίαδήποτε στιγμή. Το 1994 ο Braden δημοσίευσε το σύγγραμμα του για την αυτοεκτίμηση ‘Οι έξι πυλώνες της αυτοεκτίμησης’. Εκεί προσθέτει δύο ακόμα στυλοβάτες, τη συνειδητοποιημένη ζωή και την εμπιστοσύνη προς τον εαυτό μας. Σε αυτήν τη θεωρία, η ανάγκη για αυτοεκτίμηση υπογραμμίζεται σε τέτοιο βαθμό, που οι κίνδυνοι, οι οποίοι ελλοχεύουν στα χαμηλά επίπεδα της αυτοαντίληψης μπορούν να οδηγήσουν στην αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, ακόμη και στο θάνατο. Επομένως αυτοεκτίμηση είναι μια συνολική θεώρηση της πορείας του βίου.

Οι έξι πυλώνες της αυτοεκτιμισης

Η εξάσκηση της συνειδητότητας

Η ευτυχία ενός ατόμου καθορίζεται από την κατάλληλη χρήση του συνειδητού μέρους του εαυτού, δηλαδή από την αρμονία του ‘εγώ’. Η οξυδέρκεια και η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος τη σχέση της προσωπικότητας και των γεγονότων, αποτελεί τον κύριο παράγοντα αποτελεσματικότητας και αυτοσεβασμού. Όσοι έχουν την τάση να αποφεύγουν δυσάρεστα γεγονότα και να βιώνουν τις πράξεις τους χωρίς έντονη κριτική σκέψη, συνήθως πάσχουν από έλλειψη της αίσθησης της προσωπικής τους αξίας ή από αμυντική αυτοεκτίμηση. Καθημερινά κάθε άνθρωπος αποφαίνεται για το βαθμό συνειδητότητας, τον οποίο θα χρησιμοποιήσει. Σταδιακά, σχηματίζει την αίσθηση του ποιος πραγματικά είναι, χρησιμοποιώντας ως καθοδηγητικές παραμέτρους τις μέχρι τώρα επιλογές του, καθώς και τα ορθολογιστικά συμπεράσματα, που απορρέουν από τις επιλογές αυτές. Σκοπός κάθε θεραπευτικής μεθόδου είναι να τονώσει και να ενισχύσει την αυτογνωσία. Εάν κατά τη ολοκλήρωση μιας παρέμβασης, ο πελάτης χρησιμοποιεί το συνειδητό μέρος της προσωπικότητας του λιγότερο ή εξίσου με την αρχική κατάσταση, τότε θα πρέπει να αμφισβητούμε την αποτελεσματικότητα της θεραπείας.
Ο θεραπευτής οφείλει να εξασκήσει τα επίπεδα συνειδητότητας του πελάτη, χρησιμοποιώντας ποικίλες τακτικές. Το πρώτο βήμα συνίσταται στο να δημιουργήσει ένα περιβάλλον, μέσα στο οποίο το άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση θα νιώθει ασφάλεια, για να διατυπώσει τις σκέψεις του και να εξερευνήσει τον εαυτό του. Επιπλέον, οι διαρκείς επεμβάσεις του θεραπευτή, βοηθούν στην υπέρβαση των εμποδίων, τα οποία αποπροσανατολίζουν από τον τελικό στόχο, που είναι η αυτογνωσία. (Braden, 1973, 1983, 1984, 1987, 1993, 1994). Εκτός αυτού, η χρήση ειδικών ασκήσεων και η εφαρμογή θεραπευτικών τεχνικών, που αποσκοπούν στην αποτροπή των αμυντικών μηχανισμών της άρνησης και της εκλογίκευσης, έχουν ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση της κριτικής σκέψης του πελάτη (Braden, 1994).

Η εξάσκηση της αυτοαποδοχής

Αυτοαποδοχή, ονομάζεται η θετική στάση, που έχει ένα άτομο για την προσωπική του άξια, τα προτερήματα ή τα ελαττώματα του και τα όρια των δυνατοτήτων του, χωρίς αδικαιολόγητα και καταχρηστικά συναισθήματα υπεροψίας ή ενοχής. Οι άνθρωποι, που δεν έχουν ανακαλύψει τη χρυσή τομή ανάμεσα στον εαυτό τους και τις εκφάνσεις του, αρνούνται να αποδεχθούν τις ποικίλες πτυχές του (την εμφάνιση, τις σκέψεις, ακόμη και τους φόβους τους).
Η αίσθηση της ρεαλιστικής προσπέλασης των ερεθισμάτων είναι ανύπαρκτη, και είναι έκδηλη η τάση να παρερμηνεύεται η σημασία των γεγονότων και των πράξεων. Η θεραπευτική άξια της αυτοαποδοχής έγκειται στο γεγονός ότι μέσω αυτής μπορεί κάποιος να εντοπίσει τα λάθη στη συμπεριφορά και στη σκέψη του και να τα αναγνωρίσει ως δικά του. Τελολογικά αυτό οδηγεί στη μεταβολή της αυτοεκτίμησης, εφόσον το άτομο αντιλαμβάνεται ότι είναι υπαίτιο για τις πράξεις του, συμπέρασμα που το αναγκάζει να παραδεχτεί την παθολογική του κατάσταση και να αναζητήσει τρόπους για την ανασυγκρότηση της έννοιας του εαυτού.
Η ολική αποδοχή είναι καθοριστική για την θεραπεία. Ο θεραπευτής λειτουργεί ως εξισορροπητικός παράγοντας στην προσωπικότητα του πελάτη, τον αποδέχεται δίχως να αντικρούει και να αμφισβητεί τα συναισθήματά του και δίχως να τον σαρκάζει ή να τον ειρωνεύεται γι’ αυτά, χτίζοντας ταυτόχρονα μια σχέση αμφίδρομου σεβασμού μεταξύ τους. Επιπλέον, η καταγραφή και εξερεύνηση των επιμέρους χαρακτηριστικών, που συνθέτουν την προσωπικότητα του ατόμου είναι αναπόσπαστο κομμάτι της θεραπείας. Έχει αποδειχθεί ότι όταν κάποιος εντοπίζει και διερευνά μια άγνωστη γι΄αυτόν πτυχή του εαυτού του, αισθάνεται δυνατότερος και πιο πλήρης, γεγονός που οδηγεί στο μετασχηματισμό της αυτοεκτίμησης. (Branden, 1994)




Η εξάσκηση της υπευθυνότητας.

Για να συνειδητοποιήσει κάποιος την άξια της ζωής και της ευτυχίας, βασική προυπόθεση είναι να βιώσει την αίσθηση του πλήρους ελέγχου της ύπαρξής του. Αυτό συνεπάγεται ότι θα έχει τη θέληση να αναλάβει την ολοκληρωτική ευθύνη για τις πράξεις και τους στόχους του. Στο τέλος της θεραπείας ο πελάτης θα πρέπει να μπορεί να παραδεχτεί τα εξής :
Είμαι υπεύθυνος για την επίτευξη των στόχων μου
Είμαι υπεύθυνος για τις επιλογές και τις πράξεις μου
Είμαι υπεύθυνος για τους ρεαλιστικούς στόχους στον τομέα της εργασίας
Είμαι υπεύθυνος για τις επιτυχίες ή αποτυχίες στον τομέα των διαπροσωπικών σχέσεων
Είμαι υπεύθυνος για τη συμπεριφορά μου με άλλους ανθρώπους
Είμαι υπεύθυνος για το πώς προγραμματίζω τον χρόνο μου
Είμαι υπεύθυνος για το βαθμό της επικοινωνιακής δυνατότητας
Είμαι υπεύθυνος για την προσωπική μου ευτυχία
Είμαι υπεύθυνος για τις αξίες τις οποίες θέτω στη ζωή μου.
Είμαι υπεύθυνος για την μεταβολή της αυτοεκτίμησής μου
Σύμφωνα με τον Braden, (1994) μια από τις πιο σημαντικές στιγμές στην θεραπεία, είναι η κατανόησει ότι κανένας δεν πρόκειται να σπεύσει προς βοήθεια. Η αναγνώριση ότι ουδείς άλλος δεν μπορεί να επηρεάσει την ψυχοσύνθεση του ατόμου, όσο ο ίδιος ο εαυτός, θέτει έναν από τους θεμέλιους λίθους για την επίτευξη των στόχων της παρέμβασης.

Η εξάσκηση της σκοπιμότητας

Ο προσδιορισμός των στόχων και των σκοπών βοηθά στην οργάνωση της ζωής, την εστίαση στα πραγματικά προβλήματα, στη συνοχή των αντιδράσεων και δίνει κατευθυντήριες γραμμές στη δράση του ανθρώπου Σύμφωνα με τον Rand (1961), ο βίος χαρακτηρίζεται σαν μια διαδικασία αυτοσυντήρησης και ενεργειών δημιουργίας. Ο προσδιορισμός και η μετέπειτα πραγματοποίηση των στόχων βοηθά στην εξάσκηση των ικανοτήτων του ατόμου ενεργοποιώντας παράλληλα τις υπαρξιακές του ανησυχίες. Αν και η σκοπιμότητα των πράξεων, ώστε να εξασφαλιστεί η επιτυχία, αποτελεί κεντρική έννοια για την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης, δεν πρέπει να προβάλλεται ως αυτοσκοπός του πελάτη ούτε να αποτελεί κριτήριο για την αξία του. Οι άνθρωποι επιθυμούν να κερδίζουν και είναι κοινωνικά αποδεκτό να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μια τέτοια διαπίστωση δεν σημαίνει όμως ότι οι επιτυχίες είναι το απόλυτο κριτήριο για το σχηματισμό της αυτοεκτίμησης. Οι ρίζες της αυτοεκτίμησης δεν είναι οι ίδιες οι επιτυχίες, αλλά οι εσωτερικές πρακτικές και τεχνικές που συντελούν στην επίτευξη ενός στόχου.
Ο Braden στην προσπάθεια του να διδάξει την έννοια του σκοπού στους πελάτες του, συνήθως τους ζητά να φανταστούν πώς θα ήταν η ζωή τους, εάν αύξαναν κατά 5% την σκοπιμότητα στις καθημερινές τους δραστηριότητες. Το ποσοστό του 5% σκοπίμως χρησιμοποιείται, γιατί είναι μια αλλαγή όπου όλοι μπορούν να επιφέρουν στη ζωή τους. Επιπλέον τους παρακινεί για τριάντα ημέρες να λειτουργήσουν έχοντας ως κεντρικό άξονα την έννοια του σκοπού, με στόχο να πειραματισθούν και να ανακαλύψουν τι θα άλλαζε στη ζωή τους και κατά πόσο τελικά θα μπορούσαν να εναρμονισθούν με τις αλλαγές αυτές.

Η εξάσκηση της διεκδικητικοτητας

Η διεκδικητικοτητα αποτελεί γνώρισμα των ατόμων, που έχουν την τάση να κοινοποιούν τις απόψεις, τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματά τους. Η υπεράσπιση των αξιών, των στόχων και των αναγκών, με λογικές μορφές έκφρασης και επιχειρήματα καθώς και η απόδοση τους με πραγματικούς όρους, είναι αρετή, εάν συνοδεύεται από σεβασμό των αντιλήψεων των άλλων. Αντίθετα, η συστολή, η δειλία και η άρνηση αντιπαράθεσης με όσους έχουν αλλότριες στάσεις, αξίες και συμπεριφορές, αποτελούν δείγμα προσωπικότητας με χαμηλά επίπεδα διεκδικητικότητας. Η ύπαρξή της ενισχύει τη θέληση του ατόμου να αντιμετωπίσει, παρά να αποφύγει, τις προκλήσεις της ζωής. Όταν ο πελάτης μεθοδικά αυξάνει την ικανότητα του να αντιμετωπίζει κατά μέτωπο τα γεγονότα, τότε αυτόματα, ο αυτοσεβασμός και η αποτελεσματικοτητα ενισχύονται. Η συνειδητοποίηση από τον πελάτη ότι οι εμπειρίες και οι επιθυμίες του είναι σημαντικές, βοηθά στην εξέλιξη της θεραπείας και αποτελεί πρωταρχικό σκοπό της. Με τη μέθοδο της συμπλήρωσης ελλιπών προτάσεων, τα μηνύματα που περνάει ο θεραπευτής στον πελάτη ενισχύονται. O Braden αναφέρει (1994) ότι η πρόταση ΄΄εάν κάποιος μου είχε πει ότι οι επιθυμίες μου είναι σημαντικές....΄΄ συνήθως συμπληρώνεται από τους πελάτες με φράσεις του τύπου ΄΄....θα νοιαζόμουν περισσότερο γι’αυτές΄΄ ή ΄΄....θα τις σκεφτόμουν πιο σοβαρά΄΄.

Επαναλαμβανόμενες ασκήσεις του παραπάνω τύπου ενεργοποιούν νέα επίπεδα συνειδητότητας και συμπεριφοράς και εκλαμβάνονται από τον πελάτη ως προερχόμενες εξ ολοκλήρου από τον ίδιο. Οι πελάτες βοηθούνται στο να κατανοήσουν ποιες είναι οι πραγματικές επιθυμίες τους και σταδιακά ωθούνται στο να αναπτύξουν σχέδια για την επίτευξη των σκοπών τους.


Η εξάσκηση της ακεραιότητας

Η ακεραιότητα είναι συνυφασμένη με τη σταθερότητα των απόψεων, των πεποιθήσεων, των αξιών και την αντιστοιχία τους με τις πράξεις ενός ατόμου. Όταν μια συμπεριφορά συμπίπτει με τις δεδηλωμένες στάσεις και αντιλήψεις, επιδοκιμάζεται, ενώ, αντίθετα, όταν έχει ως κίνητρο πίστεις ξένες προς τον εαυτό, η εκδήλωσή της διακυβεύει την αυτοεκτίμηση. Εάν η ασυνέπεια διαιωνιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, εξανεμίζεται η εμπιστοσύνη προς τον εαυτό. Εάν κάποιος πιεζόμενος από εξωτερικές δυνάμεις ενεργήσει αντίθετα από τα ιδανικά ενός άλλου ατόμου, άσχετα εάν η ενέργεια είναι σωστή ή λάθος, δεν θα νιώθει ότι έχει προδώσει τις αξίες και τα πιστεύω του. Αντίθετα εάν ενεργήσει παραβιάζοντας τις προσωπικές του αξίες, προδίδοντας αυτό, που ο ίδιος πιστεύει ότι είναι σωστό, τότε αντιδρά ενάντια στη δική του την κρίση. Η υποκρισία οδηγεί στην αφερεγγυότητα και την αναίρεση του εαυτού. Η έλλειψη ακεραιότητας υπονομεύει την προσωπικότητα, βλάπτοντας με τόση ισχύ, που και η πιο έντονη εξωτερική επίπληξη δεν θα μπορούσε ποτέ να προκαλέσει. Παρ’ολο που οι ψυχολόγοι και οι ερευνητές δεν έχουν δείξει αρκετό ενδιαφέρον για τη σημασία της ακεραιότητας στην αναδόμηση της αυτοεκτίμησης, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’οψιν στη θεραπευτική αγωγή.


Πρόγραμμα αναδόμησης της αυτοεκτίμησης.
Η συμπλήρωση ημιτελών προτασεων είναι ένα πρόγραμμα που έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι εφαρμόσιμο στα χρονικά πλαίσια των 30 εβδομάδων. Το πρόγραμμα αποβλέπει στην υγιή ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης, στη βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων, και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας στον εργασιακό τομέα. Η σχεδίαση του προγράμματος στηρίζεται στο σκεπτικό ότι όλοι οι άνθρωποι κατέχουν περισσότερη γνώση απ’ ότι πραγματικά πιστεύουν. Οι προαναφερθέντες έξι πυλώνες της αυτοεκτίμησης διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη θεραπεία. Η διαδικασία εξελίσσεται ως εξής. Ο πελάτης παροτρύνεται στο να συμπληρώσει μια ημιτελή πρόταση, προσθέτοντας διαφορετικό κάθε φορά τέλος. Η μοναδική απαίτηση που έχει ο θεραπευτής αρχικά είναι ο σεβασμός των γραμματικών κανόνων, διευκρινίζοντας ότι δεν τον ενδιαφέρει εάν οι προτάσεις είναι κυριολεκτικές ή όχι, αν προέρχονται από τη φαντασία κι αν υπερβαίνουν την πραγματικότητα και τις εμπειρίες του πελάτη. Πρέπει να είναι κατά το δυνατόν αυθόρμητες, δίχως παύσεις, ώστε να μην υπάρχει χρόνος για νοητική επεξεργασία και διαστρέβλωση των ελεύθερων συνειρμών. Ο θεραπευτής διαβεβαιώνει τον πελάτη ότι κάθε πιθανό τέλος είναι αποδεκτό. Με την παρουσίαση της πρώτης ημιτελούς προτάσεως δίνεται χρόνος τριών λεπτών, για να γραφούν, όσες καταλήξεις έρχονται αυθόρμητα και αβίαστα στο μυαλό του πελάτη, προβάλλοντας τις εσωτερικές τάσεις και συγκρούσεις. Οι υπόλοιπες συμπληρώνονται κατά τον ίδιο τρόπο. Ο θεραπευτής δίνει παρόμοιες ασκήσεις για το σπίτι ενισχύοντάς τον να αρχίζει τις καθημερινές του εργασίες, μόνο εφόσον όλες οι ημιτελείς προτάσεις έχουν συμπληρωθεί. Η πρακτική συνεχίζεται καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή. Ο πελάτης δεν πρέπει να διαβάζει τι είχε γράψει την προηγούμενη μέρα. Λογικά, κατά την εξέλιξη της θεραπείας θα εμφανιστούν πολλές επαναλήψεις συμπληρωμένων εκφράσεων, καταδεικνύοντας τη συστηματικότητα και τις παγιωμένες στάσεις, αλλά στο τέλος νέες ομάδες λέξεων, που θα ολοκληρώνουν την πρόταση θα εμφανιστούν, πάνω στις οποίες θα στηριχτεί η αναπτέρωση της αυτοεκτίμησης. Το τέλος των προτάσεων πρέπει πάντα να δίνεται ακόμα κι αν ο πελάτης νιώθει ότι δεν μπορεί συνειρμικά να ολοκληρώσει την άσκηση και απορρίπτονται δικαιολογίες για τη διακοπή της. Η άσκηση συνολικά δεν πρέπει να υπερβαίνει τα δέκα λεπτά, γιατί διαφορετικά, άρχεται η διαδικασία αναλυτικής, λογικής σκέψης. Στο τέλος κάθε εβδομάδας, ο πελάτης διαβάζει τι είχε γράψει τις προηγούμενες μέρες και πρέπει να συμπληρώσει την παρακάτω πρόταση δίνονταν τουλάχιστον έξι πιθανές απαντήσεις:
΄΄Εάν αυτά που έγραψα αυτή την εβδομάδα είναι αληθινά, θα ήταν χρήσιμο …΄΄
Εάν ο πελάτης βρίσκει τη μέθοδο εποικοδομητική, μπορεί να συνεχίσει, ενώ παράλληλα ενισχύονται, μέσω της συμβουλευτικής, οι έξι ‘πυλώνες’ της αυτοεκτίμησης. Η άξια του προγράμματος έγκειται στο γεγονός ότι διά της επαναλαμβανόμενης διαδικασίας συμπλήρωσης προτάσεων, δημιουργούνται νέοι συσχετισμοί και συνθέσεις, οι οποίοι μεταβάλουν σταδιακά τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές του ατόμου, φέρνοντας στην επιφάνεια απωθημένες εναλλακτικές και συστηματικότητες, που διελάνθαναν της προσοχής. Η ενασχόληση επί μια εβδομάδα με τις ίδιες ημιτελείς προτάσεις, συντελεί στο να εξουδετερώνεται η τάση απομάκρυνσης από δυσάρεστες πραγματικότητες. Παράλληλα, ενθαρρύνονται και απορροφώνται όλες εκείνες οι γνώσεις και οι διαισθήσεις οι οποίες περιοδικά εμφανίζονται στη ζωή του ατόμου. Τέλος, σύμφωνα με τον Braden, (1983, 1987, 1993), όταν η συμπλήρωση ημιτελών προτάσεων λαμβάνει χώρα στο γραφείο και όχι στο σπίτι υπό τη μορφή εργασίας, ο θεραπευτής θα πρέπει να έχει την ικανότητα να προσφέρει στο άτομο νέες ημιτελείς προτασεις, οι οποίες θα συνδέονται άμεσα με τις απαντήσεις, που έχει ήδη δώσει ο πελάτης και θα αναδεικνύουν τα κίνητρα σε ένα μεγάλο φάσμα δραστηριότητας και κοινωνικού γίγνεσθαι.

Συνοψίζοντας επισημαίνουμε
- τα βασικά συστατικά της αυτοεκτίμησης είναι η ικανότητα , η αξία και η μεταξύ τους σχέση
- η αυτοεκτίμηση βιώνεται είτε ως ένα είδος διανοητικής αξιολόγησης, που εκφράζεται θετικά ή αρνητικά είτε ως συναισθηματική κατάσταση με ποικίλη χροιά και δυναμική
- η αυτοεκτίμηση είναι δυναμική, εξελισσόμενη, περισσότερο ‘γίγνεσθαι’, παρά ‘είναι’. Προσομοιάζει με ένα οργανικό σύστημα, που ενώ φαίνεται ότι φθάνει σε έναν ορισμένο βαθμό σταθερότητας με την ενηλικίωση, παραμένει ανοικτό σε οποιαδήποτε αλλαγή, αλλά αντιδρά σε αυτήν φροντίζοντας για την διατήρηση ή την επαύξησή της. (Hayes,1996; Minchinton, 1993; Myers, 1999; Brehm, Kassin & Φein, 1999; Φield, 1998; Mruk, 1999). Κατά συνέπεια, η αυτοεκτίμηση είναι η ενσυνείδητη ικανότητα κάποιου να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της ζωής με επαρκή τρόπο.

3. Διαλεκτική Ψυχοθεραπεία

Αν η ψυχοθεραπεία ήθελε να βοηθήσει όσους διαθέτουν προβληματική αυτοεκτίμηση, δεν θα έπρεπε να δίνει αποκλειστικά έμφαση στην αλλαγή των αυτόματων αρνητικών σκέψεων, ούτε στην ενίσχυση των ικανοτήτων, μήτε καν μόνο στην επισήμανση της ανθρωπιστικής αξίας και στην διαμόρφωση αδιαμφισβήτητου κλίματος αποδοχής. Ακόμα και η μίμηση προτύπων είναι είναι πρόσκαιρη και χωρίς ιδιαίτερη αξία, τουλάχιστον στους ενηλίκους με διαμορφωμένη προσωπικότητα. Είναι καιρός για μια νέα μορφή ψυχολογικής στήριξης βασισμένης στη διαλεκτική, η οποία θα απευθύνεται σε άτομα, που θα θέλουν να δομήσουν την αυτοεκτίμησή τους στην αλήθεια, στη γνώση του εαυτού τους και των πραγματικών αναγκών του. Η διαδικασία δεν μπορεί να είναι ξεκομμένη από μια βαθύτερη προσπέλαση της εννοιολογικής πλευράς της αυτοεκτίμησης, την αποσαφήνιση των επιδιώξεων και στόχων ζωής του ατόμου, ούτε μπορεί να επαφίεται σε σύντομες και αποσπασματικές παρεμβάσεις, που απλώς διδάσκουν τρόπους πρόσκαιρης παλινόρθωσης του αυτοσυναισθήματος. Η ψυχοθεραπεία θα δίνει το έναυσμα και τις αφορμές για μια περιπλάνηση στις πρωτογενείς ανάγκες, όχι όπως αυτές ορίζονται από τα ένστικτα ή τις απαιτήσεις τής εκάστοτε χρονικής συγκυρίας και κοινωνικού πλαισίου, αλλά σε αυτές που εκπορεύονται από το διαχρονικό ορισμό του ‘ανθρώπου ως πρόσωπο’ και από την πλατωνική ανάλυση της αυτοεκτίμησης. Τα βασικά σημεία της ‘διαλεκτικής ψυχοθεραπείας’ είναι τα εξής:Ο πελάτης καθοδηγείται μέσω κατάλληλων ερωτημάτων στην αναζήτηση της αλήθειας για τις διαπροσωπικές του σχέσεις, τον εαυτό του, τους στόχους, τις επιδιώξεις του και τελικά για το νόημα της ύπαρξής του. Η έννοια της παθολογίας με την κλινική σημασία δεν υφίσταται. Αντίθετα, τη θέση του ‘νοσηρού’ καταλαμβάνουν οι πεπλανημένες δοξασίες, πίστεις και συναισθήματα, που οδηγούν σε μη αποδεκτές μορφές συμπεριφοράς. Με την κατάλληλη εξάσκηση οι αντιλήψεις αυτές ανασκευάζονται και αναθεωρείται το ερμηνευτικό σύστημα του ‘θεραπευομένου’ ( δηλαδή αυτού, που σύμφωνα με την αρχαία σημασία του όρου, μαθαίνει καλλιεργεί ένα δυσπρόσιτο είδος τέχνης, την αυτογνωσία). Ο θεραπευτής είναι ο ειδικός, ο οποίος θα κατευθύνει την εξερεύνηση και μέσω των γνώσεων και της πείρας του θα αναδεικνύει τις αφορμές για περαιτέρω ανάλυση.
Η πορεία θα ξεκινά αναγκαστικά από το παρόν και τα γεγονότα της ζωής, που εξεβίασαν την ανάγκη για αυτογνωσία, θα αναφέρεται στο παρελθόν, στα καθοριστικά περιστατικά της προσωπικής ιστορίας του πελάτη και θα απευθύνεται διαρκώς στο μέλλον, επαναπροσδιορίζοντας τις στοχοθεσίες και τονίζοντας τις αλληλεπιδράσεις. Παρελθόν, παρόν και μέλλον στη διαλεκτική ψυχοθεραπεία είναι έννοιες κενές περιεχομένου. Δεν πρόκειται για αλληλουχίες γεγονότων, αλλά για συγχρονικά συστήματα, που επικοινωνούν μεταξύ τους και στο μυαλό του πελάτη βιώνονται στο εδώ και τώρα. Είτε η σκέψη προστρέχει σε συμβάντα αλλοτινά είτε σε επικείμενα αυτό γίνεται στο παρόν και όχι σε κάποιο άλλο επίπεδο. Επομένως, οι χρονικές διακρίσεις εξυπηρετούν απλώς τη ροή του λόγου, γιατί συναισθηματικά είναι ενιαίες, όπως ενοποιημένες για τον εγκέφαλο είναι η πραγματικότητα με το όνειρο και τη φαντασίωση. Κάθε άνθρωπος έχει μάθει να καταφεύγει στα παράλληλα αυτά συστήματα σε διαφορετικό βαθμό, ο οποίος πρέπει να προσδιοριστεί επακριβώς από τον θεραπευτή, δεδομένου ότι έτσι εξηγούνται πολλές παρερμηνείες και πλάνες.
Ασυνείδητες επιθυμίες, ένστικτα και μαθημένες συμπεριφορές, κατά τη θεώρηση της διαλεκτικής ψυχοθεραπείας, δεν είναι παρά πολλαπλές όψεις του ίδιου φαινομένου. Η αλήθεια είναι μία και αναλλοίωτη, αλλά οι όψεις της και οι οδοί προσέγγισης διαρκώς ανανεούμενες και ασαφείς. Ο εαυτός ως δυναμικό σύστημα, εξελίσσεται, μεταλλάσεται και δοκιμάζει συνεχώς νέες διόδους και ατραπούς ή, αποκαμωμένος από τον δια βίου αγώνα, καθηλώνεται σε αδιέξοδα. Ο ρόλος του ψυχοθεραπευτή είναι να βρεί την κοινή συνισταμένη όλων αυτών των προσπαθειών, των εμπειριών και των συναισθημάτων και να καταδείξει στον πελάτη του ότι ακόμα και φαινομενικά ασύνδετα γεγονότα μπορούν να ερμηνευτούν υπό το πρίσμα της αέναης αυτής αναζήτησης. Αρωγός στην περιπέτεια αυτή είναι η ανάλυση όλων των συστημάτων στα οποία μετέχει ο πελάτης, όπως η οικογένεια, το εργασιακό περιβάλλον, οι κοινωνικές ομάδες και οι σημαντικοί άλλοι. Είναι πιθανόν, όσα προβλήματα παρουσιάζονται να οφείλονται σε μη ποιοτική ή δύσκαμπτη επικοινωνία, σε αποτελματωμένους διαύλους πληροφοριών και σε χρόνιες παρερμηνείες, οπότε είναι σημαντική η σημασιολογική και σημειολογική προσπέλαση των σχέσεων του πελάτη.
Η αυτοεκτίμηση αρχικά μπορεί να αναλυθεί ως ο λόγος των στόχων προς εκείνο, που ο πελάτης βιώνει ως αντικειμενική πραγματικότητα.
( αυτοεκτίμηση = προσωπικοί στόχοι / βίωση πραγματικότητας)
Οι στόχοι με τη σειρά τους διακρίνονται σε εξωτερικούς, όσους δηλαδή εμφυτεύτηκαν από την οικογένεια, το σχολείο, την κοινωνία και σε εσωτερικούς, αυτούς που εκπορεύονται από από τις επιθυμίες, τις εμπειρίες και τις ανάγκες. Πολλές φορές οι εξωτερικοί στόχοι υποκαθιστούν τους εσωτερικούς, επειδή οι δεύτεροι είναι λιγότερο καταληπτοί από το συνειδητό και γιατί πολλοί από αυτούς είναι μη αποδεκτοί από την κοινωνία ή το τίμημα της απόκτησής τους δυσανάλογα μεγάλο. Το άτομο αδυνατώντας να καθορίσει επακριβώς τα θέλω του οδηγείται στη σύγκρουση. Ο θεραπευτής, ο οποίος γνωρίζει ότι η αλήθεια βρίσκεται πέρα από αυτά, με την κατάλληλη καθοδήγηση, αποδεικνύει στον πελάτη ότι πολύ λίγοι από αυτούς τους στόχους είναι προιόν ελεύθερης βούλησης και ότι η πλειοψηφία τους είναι είτε εμβόλιμοι από το κοινωνικό σύστημα, τη χρονική συγκυρία και την τυχαιότητα είτε υπαγορεύονται από τις φυσικές καταβολές και από τα γονίδιά του. Άνθρωπος, όμως, σημαίνει ελευθερία. Άνθρωπος σημαίνει σκοπός και όχι στόχος. Σταδιακά ο θεραπευτής ανασκευάζει τις πεποιθήσεις του πελάτη πλήττοντας το αυταπόδεικτο, αναιρώντας την καθημερινότητά του και φέρνοντας τον σε μια γνωστική και ψυχική αμηχανία. Οι βάσεις της ζωής του και οι ρίζες των δοξασιών του αποδεικνύονται σαθρές, ασταθείς και κλονίζεται κατ’ επέκταση τόσο το αξιολογικό του σύστημα, όσο και τα κίνητρα της συμπεριφοράς του Καθ’ όλη τη διάρκεια της παρέμβασης σημειώνεται και το συναισθηματικό αντίκτυπο της συζήτησης, γιατί παρά τις χιλιετίες του Λόγου, το θυμικό εξακολουθεί να είναι ο κυρίαρχος και ο τελικός ρυθμιστής των αποφάσεων. Σε αυτή την φάση της αμφιβολίας και της οργής και αφού υπερκεραστούν οι αντιστάσεις και οι πιθανοί ‘διανοουμενισμοί’, ο θεραπευτής αρχίζει να παρουσιάζει τον εναλλακτικό τρόπο σκέψης, τα νέα κριτήρια αντίληψης και την κοσμοθεωρία της αιώνιας αλήθειας, η οποία είναι η ανθρωπιστική φιλοσοφία, όπως έχει εκφραστεί ανά τους αιώνες από τους φιλοσόφους και τους μάρτυρές της.
Η διαλεκτική ψυχοθεραπεία, λοιπόν, ενοποιεί τις χρονικές διαστάσεις στο παρόν, συμφιλιώνει την αντικειμενική πραγματικότητα με την συμβολική αναπαράστασή της και τη φαντασία, καταγράφει τις συμπεριφορές είτε ως μαθήσεις είτε ως ορμέμφυτα, αναλύει τους εσωτερικούς και εξωτερικούς στόχους αναγάγοντάς τους σε σκοπούς, αναλύει τις μεθόδους προσαρμογής του πελάτη, τις τεχνικές επικοινωνίας του με τα συστήματα στα οποία ανήκει, αποδεικνύει διά του λόγου το μέγεθος της πλάνης, που συνεπάγεται η παράδοση στο πρόσκαιρο και το αποσπασματικό και εκμεταλλευόμενο την αμηχανία, κατά την πλατωνική σημασία της, αποκαλύπτει αυτό που είναι σταθερό μέσα στο χάος των εκφάνσεων και αναλλοίωτο μέσα στην παροδικότητα των ανθρωπίνων αναγκών. Τελικός της προορισμός η αλλαγή της συναισθηματικής προδιάθεσης του πελάτη απέναντι στην αλήθεια και η αντικατάσταση της αρχικής οδύνης με την ευφορία που απορρέει από τον επαναπροσδιορισμό των σκοπών. Η διαλεκτική ψυχοθεραπεία δεν είναι ένα σύστημα ‘αποκάλυψης’ ούτε ευαγγελίζεται κανενός είδους σωτηρία ή αποστροφή για κάποιο σύστημα αξιών. Είναι απλά μια ηθελημένη παρέμβαση, μια επαναφορά των αρχών, που επί αιώνες χιλιάδες στοχαστές διατύπωσαν και μυριάδες άνθρωποι ασπάστηκαν, πληρώνοντάς την επιλογή με τη ζωή τους, σε μια κοινωνία που τις έχει εξοστρακίσει από τις επιδιώξεις της. Τελικά η αποδέσμευση από το καθημερινό, το μικροπρεπές, την πλάνη, τους εγωισμούς, τις εφήμερες κατακτήσεις και προβληματισμούς, γεννά το πιο αυθόρμητο από τα συναισθήματα και το πιο συμβατό για την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία: το αίσθημα της ελευθερίας, από το οποίο προέρχονται όλα τα υπόλοιπα και κυρίως η αυτοεκτίμηση.
Η παιδεία του θεραπευτή είναι αναγκαστικά φιλοσοφική, ψυχολογική και κοινωνιολογική, ειδάλλως η παρέμβαση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Είναι καιρός πια να αποτάξουμε τον εσφαλμένο προιδεασμό της εξειδίκευσης ως πανάκειας και να προχωρήσουμε όχι στην ενοποίηση της γνώσης, εγχείρημα σήμερα ανέφικτο, λόγω του μεγέθους της, αλλά στην κατανόηση των τρόπων, με τους οποίους η διάνοια επεξεργάζεται τα δεδομένα και μελετά τον εαυτό της. Ο θεραπευτής διδάσκει τη μέθοδο και ο πελάτης εντελώς αβίαστα την εφαρμόζει σε όλη του τη ζωή, αναδομώντας την προσωπικότητά του και πλάθοντας μια νέα, στην οποία οι μηχανισμοί άμυνας δεν έχουν καμμία θέση και η καθημερινότητα γίνεται το έναυσμα για μάθηση και δοκιμή.
Πιο συγκεκριμένα τα επιμέρους στοιχεία, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην διαλεκτική ψυχοθεραπεία είναι :

1.6.1 Προσωπική διάσταση της διαλεκτικής ψυχοθεραπείας

• Κατανόηση του γεγονότος ότι κάθε άνθρωπος έχει αξία και μόνο από το γεγονός ότι είναι πρόσωπο και ότι ο ψυχοθεραπευτής το αποδέχεται αυτό άνευ όρων και αμφισβητήσεων, αποποιούμενος εν ανάγκη και το μανδύα του ειδικού. Η μεταβίβαση ως θεραπευτική μέθοδος δεν επιτυγχάνεται με την ασυνείδητη προβολή των συναισθημάτων του πελάτη στον ψυχολόγο, αλλά με την ηθελημένη κατανόηση της ισοτιμίας και της κοινής αναζήτησης της αλήθειας, έτσι όπως δεν έχει την έχει βιώσει ποτέ ως τώρα, εξαιτίας της εκβιαστικής επίδρασης της καθημερινότητας και των απαιτήσεών της.
• Διασάφηση των εννοιών και διαφοροποίηση των όρων ‘αυτοεκτίμηση’, ‘αυτοαντίληψη’, ‘αυτοσεβασμός’, ‘ικανότητα’ και ‘αξία’. Συνειδητοποίηση ότι η προοπτική αυτών των όρων εξελίσσεται ιστορικά, ανάλογα με τα κελεύσματα της κάθε κοινωνίας και ότι αυτό, που παραμένει διαχρονικά σταθερό και αναλλοίωτο, είναι πέρα και πάνω από τις εκάστοτε ερμηνείες του.
• Επισήμανση της αναπτυξιακής πορείας της αυτοεκτίμησης. Επεξήγηση των ερευνητικών προβλήματων. Σφαιρική της παρουσίαση με έμφαση στην φιλοσοφική της πλευρά, την κοινωνιολογική και ψυχολογική της διάσταση. Ανεύρεση καταστάσεων κίβδηλης, περιστασιακής ή αμυντικής αυτοεκτίμησης (αυτής δηλαδή, που καθορίζεται από πλαστές ανάγκες και έξωθεν επιβαλλόμενες φιλοδοξίες) και πραγματικής αυτοεκτίμησης (αυτής που απορρέει από τον ορισμό της έννοιας του ανθρώπου). Η γνώση μπορεί από μόνη της να μη ν απελευθερώνει, αλλά είναι το πρώτο βήμα για οποιαδήποτε αλλαγή.
• Επεξήγηση των διαφόρων μορφών της αυτοεκτίμησης με έμφαση στους παρακάτω συνδυασμούς, όπως φαίνεται στο σχήμα που ακολουθεί .
- Υψηλή αίσθηση της αξίας Χ Πραγματικές ικανότητες = Υψηλή αυτοεκτίμηση.
- Υψηλή αίσθηση της αξίας Χ Μειωμένες ή Επίπλαστες ικανότητες = Αμυντική αυτοεκτίμηση
- Χαμηλή αίσθηση της αξίας Χ Πραγματικές ικανότητες = Χαμηλή αυτοεκτίμηση
- Χαμηλή αίσθηση της αξίας Χ Μειωμένες ικανότητες = Κατάθλιψη και χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Πρέπει να τονιστεί ότι στην πραγματικότητα ο τελευταίος συνδυασμός δεν υφίσταται, γιατί ακόμα κι αν κάποιος αισθάνεται ότι είναι ανεπαρκής και μειονεκτεί σε ορισμένους τομείς, απλώς δεν έχει ανακαλύψει τις πραγματικές του κλίσεις ή προσπαθεί να καταξιωθεί σε λάθος τομέα. Ο ψυχοθεραπευτής έχει χρέος να ανασύρει τις λανθάνουσες δεξιότητες του πελάτη του ή να τον στρέψει σε δραστηριότητες, που θα αποκαλύψουν τη δημιουργικότητά του.



• Μέτρηση των εξωτερικών παραγόντων της αυτοεκτίμησης εμπειρικά (ερωτηματολόγιο, κλινική συνέντευξη, παρατήρηση συμπεριφορών, ιστορικό, αφήγηση προσωπικών εμπειριών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών του θεραπευτή, αλλά μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο, ως μίμηση προτύπου).
• Συναισθηματικές και κατ’ επέκταση γνωστικές αντιδράσεις στις θετικές ή αρνητικές εμπειρίες του πελάτη. Διαπίστωση της βαρύτητας της αυτοεκτίμησης στη ζωή του πελάτη και εύρεση των εξαρτήσεών της από το κοινωνικό, εργασιακό και οικογενειακό περιβάλλον. Επαναδιαπραγμάτευση των αναμνήσεων, των διαπροσωπικών σχέσεων και των μαθήσεων, που αυτές έχουν εδραιώσει. Αποκάλυψη των παγιωμένων και στερεότυπα επαναλαμβανόμενων μορφών συμπεριφοράς. Επαναπροσδιορισμός των όρων ‘επιτυχία’ και ‘αποτυχία’ και απόδοση σε αυτές φιλοσοφικού περιεχομένου. Εξέταση της επίδρασης των ‘σημαντικών άλλων’ στα συναισθήματα, και απόδειξη ότι η προσωπική αξία σε τελική ανάλυση είναι μια εσωτερική διαδικασία, που δεν αφορά αυτούς, αλλά την ισορροπία ανάμεσα σε επιδιώξεις και επιτεύγματα.
• Καταγραφή καταφατικών απαντήσεων στις παρακάτω προτάσεις, που αποτελούν ένδειξη χαμηλής αυτοεκτίμησης :
1. Συνεχώς υποβιβάζω τον εαυτό μου και του ασκώ έντονη κριτική.
2. Νιώθω άβολα όταν δέχομαι κοπλιμέντα.
3. Συχνά νιώθω θύμα.
4. Νιώθω μοναξιά, ακόμα και ανάμεσα σε άλλους.
5. Νιώθω κενός.
6. Νιώθω διαφορετικός από τους άλλους.
7. Νιώθω απογοητευμένος.
8. Νιώθω ντροπή και ενοχή.
9. Δε πιστεύω στις ικανότητες μου για επιτυχία.
10. Φοβάμαι τις αλλαγές.
11. Φοβάμαι την αποτυχία.
12. Φοβάμαι την επιτυχία.
13. Φοβάμαι την απώλεια του ελέγχου.
14. Νιώθω έντονη ανάγκη να είμαι ευχάριστος στους άλλους.
15. Νιώθω άγχος για τη δουλειά.
16. Έχω πρόβλημα στο να τηρώ τα χρονικά όρια.
17. Αναβάλλω τα σχέδιά μου και έχω ενοχές γι’ αυτό
18. Είμαι υπερβολικά ευάλωτος στην κριτική των άλλων είτε αυτή είναι πραγματική είτε είναι φανταστική.
19. Δεν εκφράζω τη γνώμη μου και τα συναισθήματά μου από φόβο για τη γνώμη των άλλων
20. Κρατώ συναισθηματική απόσταση.
21. Έχω αυτοκαταστροφικές τάσεις.
22. Χαλαρώνω δύσκολα.
23. Έχω αρνητική διαθεση.
24. Έχω δυσκολίες στην επίτευξη στόχων.
25. Δεν είμαι διεκδικητικός
26. Είμαι συχνά θυμωμένος και επιθετικός.
27. Κάνω εξωπραγματικές εκτιμήσεις για τον εαυτό μου΄ είτε υπερβολικά αισιόδοξες, είτε υπέρμετρα απαισιόδοξες.
28. Σκέφτομαι πολωτικά΄ άσπρο ή μαύρο.
29. Δεν ανέχομαι τις ατέλειες.
30. Νιώθω αποκομμένος από την οικογένεια και την κοινωνία.
31. Δεν είμαι περήφανος για την εθνικότητα, το φύλο και την καλλιέργειά μου

• Εκμάθηση τεχνικών αποστασιοποίησης του πελάτη από τον εαυτό του και καταγραφή παρατηρήσεών του σε σημαντικά γεγονότα της ζωής του, ιδωμένα σαν από τρίτο πρόσωπο.
• Επισήμανση των πολλαπλών ρόλων και προσωπείων του πελάτη, των άτυπων συναισθηματικών συμβολαίων, που έχει συνάψει με την κοινωνία, αλλά κυρίως των εσωτερικών μεθόδων αποπροσανατολισμού, αυτών δηλαδή, που χρησιμοποιεί, για να παρακάμπτει τον κώδικα αξιοπρέπειας ή να ‘αμαρτάνει’ με την αρχαία σημασία, να ξεφεύγει, δηλαδή, από τον στόχο, που είναι η φιλοσοφική αυτοεκτίμηση. Προσδιορισμός των αληθινών αναγκών του και αποφυγή των πλασματικών. Ο θεραυπευτής σε κάθε συνεδρία οφείλει να ρωτά τον πελάτη τι επιδραση θα είχε στον κόσμο, την κοινωνία, την οικογένεια, τα αγαπημένα πρόσωπα μια ως διά μαγείας υποθετική εξαφάνιση του και να τον βοηθά να δίνει απαντήσεις, συνειδητοποιώντας τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα, που απορρέουν από το γεγονός ότι είναι άνθρωπος.
• Πηγές αυτοεκτίμησης που απορρέουν από την προσωπικότητα του πελάτη, όπως επιτυχίες, ικανότητες, πεδία επιρροής του σε άλλα πρόσωπα, συμφωνία στάσεων και συμπεριφορών . Επισήμανση των δυνατών σημείων του, πιθανοί τομείς βελτίωσης, αξιολόγηση φιλοδοξιών υπό το πρίσμα της πραγματικής εσωτερικής αυτοεκτίμησης και εξάσκηση στην ανάληψη ευθυνών.
• Μαθήματα συναισθηματικής διαχείρισης του πόνου και της οδύνης απόρριψης. Κατανόηση ότι οι ανεδαφικές ή ανούσιες συναισθηματικές επενδύσεις πολλές φορές καταλήγουν σε υπέρογκο ψυχικό κόστος και ότι οι άδολες σχέσεις σπάνια είναι ανταποδοτικές. Συζήτηση για το υπαρξιακό άλγος, για τις εκφάνσεις του και την αυτοαποκάλυψη, που επιτυγχάνεται από τη βίωσή τους. Έμφαση στο πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης και ανάλυση της καθημερινότητας υπό το πρίσμα αυτό.
• Συναισθηματική ενδυνάμωση. Ο πελάτης πρέπει να κατανοήσει ότι στους χαρακτηρισμούς, που αποδίδει σε άλλα άτομα, σε καταστάσεις και σε εμπειρίες ή αντίστροφα σε όσα οι άλλοι καταλογίζουν σε αυτόν, θετικά ή αρνητικά, ελλοχεύει ο κίνδυνος της ‘στεγανοποίησης’, των ανάρμοστων στερεοτύπων και της στατικότητας. Ο άνθρωπος είναι γίγνεσθαι, εξελίσσεται και αναδομείται διαρκώς και διαθέτει ένα τεράστιο ρεπερτόριο κινήτρων και συμπεριφορών. Αν κάποιος θεωρείται εγωιστής, δεν σημαίνει ότι φέρεται εγωιστικά σε όλες του τις εκφάνσεις. Κανένας δεν κατέχει απόλυτα μια ιδιότητα, αλλά μάλλον μετέχει σε όλες τις δυνατές. Ο λόγος, που μερικές έχουν μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης ή άλλες απουσιάζουν είναι το δοκούμενο συναισθηματικό τους αντίκτυπο. Eξάλλου, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν διαφορετικά κριτήρια, όταν αναλύουν τις δικές τους συμπεριφορές και άλλα, όταν αντιλαμβάνονται παρόμοιες πράξεις των υπολοίπων. Η συναισθηματική προδιάθεση απέναντι στο ενεργούν πρόσωπο είναι καταλυτική και για το λόγο αυτό ο θεραπευτής οφείλει να τις φέρει στην επιφάνεια και να τις εξηγήσει. Επιπλέον, υπάρχει η τάση να αποδίδονται σε εξωτερικά αίτια οι επιτυχίες των συνανθρώπων μας και σε εσωτερικά οι αποτυχίες ( Εάν κάποιος άλλος πάρει προαγωγή, αυτό οφείλεται στο ότι κολάκευε τους ανωτέρους του, ενώ αν δεχτεί επίπληξη για ολιγωρία, φταίει το ότι είναι φυγόπονος. Αντίθετα, εάν εμείς προαχθούμε αυτό είναι αποτέλεσμα των άοκνων προσπαθειών μας, ενώ αν δεν το καταφέρουμε, τότε ευθύνεται όλο το σύστημα που είναι άδικο και αναξιοκρατικό). Φαίνεται ότι τα άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση αδυνατούν να σκεφτούν, όπως οι περισσότεροι και, αισθανόμενα αντίστροφα, αποδίδουν σε εξωτερικά αίτια τις επιτυχίες τους και σε εσωτερικά τις αποτυχίες τους. Έργο του θεραπευτή είναι να τοποθετήσει τα γεγονότα στις αληθινές τους διαστάσεις και να ενδυναμώσει την αντίληψη της πραγματικότητας.
Ο πελάτης βασιζόμενος σε εμπειρίες του και αφού περιγράψει τα αισθήματά του γι’ αυτές, πρέπει να φανταστεί μια διαφορετική εξέλιξή τους, να υποδυθεί ρόλους, που οι τότε συγκυρίες και ανασφάλειες δεν του επέτρεψαν και να αναφέρει τις πιθανές συναισθηματικές του αντιδράσεις, εάν τα πράγματα είχαν άλλη έκβαση. Ανατρέχοντας στις ματαιώσεις, που έχει βιώσει και αναδρομώντας στις αρνητικές του ενισχύσεις, θα καταλάβει την αληθινή πηγή των παρόντων συγκρούσεων και θα μπορέσει να τις ελέγξει ευχερέστερα. Για παράδειγμα:

‘….Οι αιτίες της χαμηλής αυτοεκτίμησης βρίσκονται στη παιδική ηλικία και στα μηνύματα που συνέβαλλαν τότε στη διαμόρφωση μιας αρνητικής αντίληψης για τον εαυτό τους. Ωστόσο αρνητικά μηνύματα λαμβάνουν όλοι, την ικανότητα όμως να τα εκλάβουν ως ανακριβή και να τα απωθήσουν την έχουν μόνο τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση. Για τη μετατροπή των αρνητικών μηνυμάτων σε θετικά ακολούθησε την εξής άσκηση:
• Κάνε μια λίστα με πέντε αρνητικά μηνύματα που έπαιρνες κατά τη παιδική σου ηλικία ή ακόμα και τώρα. (π.χ. είσαι ευαίσθητος. Δε θα πετύχεις ποτέ. Είσαι βλάκας.)
• Τώρα μετέτρεψε τα αρνητικά συναισθήματα σε θετικά. Χρησιμοποίησε το «Εγώ» και το «μου» και χρόνο παροντικό. Όρισε τι θες και όχι τι δε θες.(π.χ. Νοιάζομαι πολύ. Μπορώ να κάνω ότι βάλω στο μυαλό μου. Μπορώ να μάθω τα πάντα.)
• Επαναλάμβανε τις θετικές δηλώσεις κάθε μέρα. Αυτό θα ενισχύσει τις επιθυμίες σου, θα σου δώσει θετική ενέργεια και θα διατηρήσει την αυτοεκτίμησή σου.

Μια άλλη συνηθισμένη αιτία της χαμηλής αυτοεκτίμησης είναι ο φόβος΄ φόβος μήπως τα μηνύματα που έπαιρνες στη παιδική σου ηλικία ήταν αληθινά. Ο μοναδικός τρόπος για να το διαπιστώσεις είναι να ρισκάρεις. Αμέσως όταν πάρεις το ρίσκο ο φόβος εξαφανίζεται. Τη θέση του παίρνει η αυτοπεποίθηση. Εξαιρετικά χρήσιμη είναι η ακόλουθη άσκηση:
• Γράψε τρεις φόβους που είχες κάποτε ξεπεράσει.
• Γράψε μια σύντομη περιγραφή για τον τρόπο αντιμετώπισής τους «τι και πως το έκανες, Τι συναισθήματα είχες μετά. Είχες βοηθούς; Ακολουθούσες την ίδια τακτική κάθε φορά; τι ήταν ίδιο και τι διαφορετικό; Τι αποτελέσματα είχες κάθε φορά;»
• Τώρα εφάρμοσε τα συμπεράσματά σου από την αντιμετώπιση των παλιών σου φόβων για να αντιμετωπίσεις τους πρόσφατους σχετικά με το ξεκίνημα μιας δουλειάς.

Παραδέξου τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά σου. Αυτή η αρνητική πεποίθηση έχει τις ρίζες της στο παρελθόν και εκφράζεται με δηλώσεις όπως: «Κάντο σωστά ή παράτα τα. Αν χρειαστείς βοήθεια, είσαι αδύναμος κ.α..». Η βελτίωση της αυτοεκτίμησης θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση την αναγνώριση των καθολικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων:
• το δικαίωμα να έχεις και να εκφράζεις τη γνώμη σου.
• το δικαίωμα να ζητάς βοήθεια.
• το δικαίωμα να κάνεις λάθη.
• το δικαίωμα να ζητάς βοήθεια από ειδικούς.
• το δικαίωμα να αποφασίζεις πώς θα σπαταλήσεις χρόνο, χρήμα και ενέργεια.
• το δικαίωμα να έχεις και να εκφράζεις θετικά και αρνητικά συναισθήματα.
• το δικαίωμα να παίρνεις ό,τι πληρώνεις.
• το δικαίωμα να αναγνωρίζονται οι επιτυχίες σου.

Η ακόλουθη άσκηση θα βοηθήσει στον έλεγχο του συστήματος πεποιθήσεων αναφορικά με τα παραπάνω δικαιώματα.
• Διάλεξε τρία δικαιώματα που σου είναι δύσκολο να τα δεχτείς.
• Αποφάσισε σε ποιο απ’ αυτά θέλεις να επικεντρωθείς τις επόμενες 2 ή 3 εβδομάδες.
• Σε κάρτες γράψε το όνομα σου και το δικαίωμα, που έχεις διαλέξει.Βάλε τις κάρτες στον καθρέφτη σου, στο πορτοφόλι σου, στο κρεβάτι σου και όπου αλλού νομίζεις ότι θα το βλέπεις.
• Συνέχιζε να θυμίζεις στον εαυτό σου τα δικαιώματά σου μέχρι να τα αποδεχτείς.
• Επανάλαβε την άσκηση με όλα τα δικαιώματα.

Αφού εντοπιστούν οι παράγοντες που εμποδίζουν την επίτευξη των στόχων, τα υπόλοιπα έχουν να κάνουν με την επιθυμία και τη στάση. Η θετική στάση απέναντι στη ζωή εξασκείται. Τρόποι ανάπτυξης μιας θετικής στάσης:
• Να αποκτήσεις συνείδηση των σκέψεων και των συναισθημάτων σου. Παραδέξου τα αρνητικά συναισθήματα: θυμό, απογοήτευση, ζήλια. μίσος, ενόχληση, εχθρότητα, ανυπομονησία, βαρεμάρα, νευρικότητα, φόβος, ντροπή, πανικός, λύπη, ενοχή, οδύνη. Θυμήσου! Μπορείς να ζήσεις μ’ αυτά ή να επιλέξεις να τα αλλάξεις.
• Πρέπει να αποβάλεις τις αρνητικές σκέψεις. Ακόμα και αν δεν μπορείς να το κάνεις, επαναλάμβανε απλά «ακύρωσε… την». Και κάντο οποτεδήποτε σου συμβαίνει. Μετά από λίγο θα αντιληφθείς ότι οι αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα ελαττώνονται.
• Δες τον εαυτό σου σε κατάσταση επιτυχίας και αντίκρισε ό,τι θες να συμβεί. Όταν φανταστείς την επιτυχία με κάθε λεπτομέρεια. τότε αυτή αρχίζει να έρχεται. Βρες τι πραγματικά θες. Όσο περισσότερο φαντάζεσαι το κατάλληλο για σένα, τόσο πιο πιθανό είναι να το υλοποιήσεις.

Αντικατέστησε τις αρνητικές σκέψεις με θετικές σύντομες δηλώσεις «Είμαι ήρεμος και ωραίος. Είμαι επιτυχημένος.» Αυτές οι δηλώσεις αποτελούν ισχυρό εργαλείο για την επίτευξη της αυτοεκτίμησης…..’





Γνωστική επανατοποθέτηση ( όπως αναφέρεται στα : Βurns, D., 1980. ‘Feeling good : The new mood therapy’. New York: Signet και Ellis, A. & Harper, R., 1977 ‘ A new guide to rational living’. North Hollywood, CA: Wilshire Book)

1.6.2 Κοινωνική διάσταση της διαλεκτικής ψυχοθεραπείας

Όπως τονίσαμε η αυτοεκτίμηση του ατόμου σε έναν ‘μεικτό’ πολιτισμό, όπως ο ελληνικός δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένη από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, δεδομένου ότι το πολιτισμικό σύστημα της Ελλάδας είναι τόσο ατομοκεντρικό, όσο και ομαδοκεντρικό- συλλογικό. Όσον αφορά την διάσταση αυτή η διαλεκτική ψυχοθεραπεία δίνει έμφαση στα ακόλουθα:

• Εντοπισμός των ομάδων και υπο-ομάδων στις οποίες ανήκει ο πελάτης ( καταγραφή των μελών της εσω και εξω ομάδας) και ιεράρχηση της σημασίας τους στην αυτοεκτίμησή του. Επιδιώκεται, δηλαδή, η εξεύρεση της ‘κεντρικότητας’ των ομάδων στην ψυχοσύνθεση του ατόμου και η λεπτομερής ανάλυση των ρόλων, που κατέχει μέσα στην ιεραρχία τους.
• Επισήμανση και επεξήγηση των σχέσεων των ‘συγκρουσιακών ομάδων’, αυτών που είτε απαιτούν παραδοσιακότερους τρόπους προασαρμογής είτε χρήζουν ατομοκεντρικής προσέγγισης και στις οποίες ταυτόχρονα συμμετέχει ο πελάτης. Τα δυνατά σημεία του στις μεν θα γίνουν το εφαλτήριο, με το οποίο θα καλυφθούν οι πιθανές μειονεξίες στις άλλες.
• Καταγραφή των επιτυχών συμπεριφορών και των επικοινωνιακών τεχνικών, που προάγουν τη συνδιαλλαγή με τον κάθε τύπο ομάδας και επεξεργασία των αιτίων, που καθιστούν την κοινωνικοποίηση ασφαλή ή υπολειπόμενη.
• Ενίσχυση της συμμετοχικότητας μέσω της ανάληψης πρωτοβουλιών και καθηκόντων στα πλαίσια της ομάδας. Η διαδικασία αυτή είναι σταδιακή και ξεκινά από την εξάσκησή της αρχικά στην ψυχοθεραπευτική ομάδα, στην φαντασιακή βίωσή της, στη μίμηση προτύπων μέσα σε ένα πλαίσιο αποδοχής από τα υπόλοιπα μέλη, με την εναλλαγή ρόλων και τέλος με την βήμα βήμα μεταφορά της στην πραγματική ζωή. Ο ψυχοθεραπευτής θα ζητήσει από τους πελάτες του να αναλάβουν κάποια πρωτοβουλία, όπως να διαλέξουν αυτοί ένα μέρος για την διασκέδαση της παρέας τους με την πεποίθηση ότι θα είναι καλό και, αφού εδραιωθούν οι μικρές αυτές επιτυχίες, θα τους προκαλέσει να αναλαμβάνουν ολοένα και δυσκολότερες υποχρεώσεις μέχρι να εξοικειωθούν με την ιδέα και το νέο τους διεκδικητικό εαυτό.
• Μαθήματα αποφυγής της πιεστικής κοινωνικής σύγκρισης, ειδικά με άτομα που θεωρούνται αυθεντίες σε κάποιες δεξιότητες. Αν και η διαδικασία αυτή είναι εν πολλοίς φυσιολογική, μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικό πεδίο μάχης για την αυτοεκτίμηση, εφόσον πάντοτε υπάρχουν άνθρωποι, που είναι καλύτεροι. Ο πελάτης θα μάθει να αποδέχεται το γεγονός αυτό με το να συγκρίνεται όχι αποκλειστικά με τους άριστους, αλλά με τον ίδιο του τον εαυτό σε προηγούμενες φάσεις της ζωής του, οπότε θα διαπιστώνει αν υπήρξε μια ικανοποιητική πρόοδος στον οικογενειακό, εργασιακό και κοινωνικό τομέα. Η διαρκής ανταγωνιστικότητα δημιουργεί φανταστικούς και πραγματικούς εχθρούς. Τα μέλη των ομάδων στις οποίες ανήκει θα διδαχθούν από τον πελάτη να τον αποδέχονται όπως είναι και όχι όπως θα ήθελαν να είναι. Ο πραγματικός και όχι ο ιδεατός εαυτός είναι το ζητούμενο κάθε φορά. Η σύγκριση με τον μέσο όρο συμπεριφοράς έχει περισσότερη σημασία από τη δυναστεία των αποκλινόντων.
• Ο θεραπευτής θα διδάξει στα μέλη της ψυχοθεραπευτικής ομάδας ότι στερείται νοήματος ο συγχρωτισμός με μη ανεκτικά, αρνητικά και απορριπτικά άτομα και με εκείνους που επιδιώκουν να εξυψώνουν τον εαυτό τους μειώνοντας αδιάκοπα όσους τους συναναστρέφονται. Η συναλλαγή με αυτούς που ανήκουν στον τύπο του δικαστή, του κατηγόρου, του πάσχοντος, του θύτη και του θύματος απαιτεί τεράστια κατανάλωση ψυχικής ενέργειας και απόλυτη εσωτερική συγκρότηση, ιδιότητες που σπανίζουν από άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το κλίμα αποδοχής από τα μέλη της ψυχοθεραπευτικής ομάδας αρχικά και αργότερα από τα μέλη των πραγματικών ομάδων είναι κι αυτή τη φορά ο θεμέλιος λίθος οικοδόμησης μιας ισχυρής αυτοεκτίμησης, η οποία στηρίζεται στην αλληλεπίδραση με άλλα θετικά και υποστηρικτικά άτομα.
• Αποφυγή της κριτικής και των παγίδων της. Τα μέλη της ομάδας μαθαίνουν μέσω της συναισθηματικής ενδυνάμωσης να μην εκφράζουν και να μην επηρεάζονται από την αρνητική κριτική, η οποία σπάνια αφορμάται από καλοπροαίρετες προθέσεις.
• Εξάλειψη των δευτερογενών ωφελειών, όπως η προσοχή, η συγκατάβαση, τα ελαστικά κριτήρια, με τα οποία πριμοδοτούνται από τους γνωστούς, τους φίλους, τους συγγενείς και τους συναδέλφους όσοι διατυμπανίζουν τη χαμηλή τους αυτοεκτίμηση.
• Εξάσκηση της ομάδας στην κατασκευή λιστών, όπου θα αναγράφονται τα θετικά χαρακτηριστικά και τα επιτυχίες των μελών της. Δεν χρειάζεται να γίνονται αναφορές σε σημαντικά κατορθώματα ή επιτεύγματα. Το νόημα της ζωής βρίσκεται στις μικροχαρές της καθημερινότητας και η έκφραση της αγάπης είναι πόλύ σημαντικότερη από οποιαδήποτε επαγγελματική επιτυχία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: