Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

Αυτοεκτίμηση: Μια φιλοσοφική, κοινωνιολογική και ψυχολογική προσέγγιση

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΝΗΣ (από το βιβλίο 'Η αυτοεκτίμηση και η μέτρησή της' Εκδόσεις Ατραπός 2004, όπου περιλαμβάνεται η κλίμακα μέτρησης της αυτοεκτίμησης)

Γεννιόμαστε μέσα στην σκοτεινή ειρκτή του χωροχρόνου μεταμφιεσμένοι με το χιτώνα των ενστίκτων μας και της λαχτάρας να επιζήσουμε. Το προσωπείο με το οποίο καλύπτουμε τη γύμνια μας, άλλοι το ονομάζουν δυνατότητα κι άλλοι το αποκαλούν αυτοεκτίμηση. Ιζήματα αρχέγονης νοσταλγίας, μεταλλάξεις των πρωτεινών που μας σχημάτισαν, επιφορτισμένοι με τις αξίες και απαξίες των γενεών που προηγήθηκαν, εμποτισμένοι με το συλλογικό ασυνείδητο, δεσμώτες των βιολογικών μας προεγγραφών, επιπλέουμε σε έναν όξινο ωκεανό αβεβαιότητας τρεφόμενοι με το πλαγκτόν των προσδοκιών και των περιορισμών της κοινωνίας. Ευνοούμενοι της φυσικής διαλογής οι άνθρωποι αναζητούν το ρόλο τους στη δημιουργία. Αλλά το έγκλημα έχει συντελεστεί, πριν καν υπάρξει το θύμα: Η φύση, ως αδιαπραγμάτευτη Λάχεσις, αδιαφορώντας για τις επιτεύξεις της γενετικής, χαρτογραφεί με συνδυασμούς DNA τα όριά μας και οι προηγούμενες γενεές μάς χρεώνουν τις επιλογές τους. Το στιγματισμό αυτόν οι άνθρωποι τον χαρακτηρίζουν ωρίμανση. Ο τρόπος με τον οποίο κανείς τον διαχειρίζεται αποκαλείται αυτοεκτίμηση.
Η ικανότητα των οργανισμών να αλλάζουν και να προσαρμόζονται σε νέες καταστάσεις και δεδομένα υπήρξε πάντα το εχέγγυο της επιβίωσης, καθώς και ένας γενικός ορισμός της ευφυίας. Κατά μια περίεργη αναγωγή το ίδιο ισχύει και για ευρύτερα σύνολα, όπως οι κοινωνίες. Μόνο που εκεί η έννοια δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες αλλαγές των μελών τους, αλλά σε αλλαγή των σχέσεων των μελών τους και των ιστορικών συνθηκών. Δηλαδή πρόκειται για μια γενικευμένη τροποποίηση των αλληλεπιδράσεων, η οποία πυροδοτείται από την αναγκαιότητα και από την τυχαιότητα. Κάθε προσπάθεια του ανθρώπου να ελέγξει, να προβλέψει και να συστηματοποιήσει τις δομές της αλλαγής είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη, δεδομένου ότι αναφερόμαστε σε χαοτικά μοντέλα παραγόντων, όπου η απειρία των ατομικών μεταβλητών διαπλέκεται με τις συμπαντικές διαστάσεις του συνόλου, σχηματίζοντας μια εξίσωση, που ίσως να περιγράφει το θείο.
Ακόμα πιο παράδοξη είναι η διαπίστωση πως, όσο πιο πολύ θεωρεί ο άνθρωπος ότι- μέσω της επιστήμης, των νόμων, της πολιτικής, των ηθικών αξιών-, έχει κατορθώσει να δημιουργήσει δομημένα σύνολα (κοινωνίες, οργανισμούς, φιλοσοφικά συστήματα, επιστημονικά πεδία, βίους κλπ) , τόσο ο κρότος της πτώσης τους γίνεται πιο εκκωφαντικός. Κι όσο επιχειρεί να τα στερεώσει απαλείφοντας τις αιτίες της θνησιγένειας, τόσο εξαρτά τη συνέχισή τους και από την παραμικρή αλλαγή των αρχικών συνθηκών, οι οποίες τα γέννησαν και που είναι πια παρηκμασμένες. Είναι σαφές ότι στα άναρχα συστήματα η καταστροφή του επιμέρους λίγη επίδραση έχει στο γενικό, ενώ στα οριοθετημένα η εξασθένηση του μερικού προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις κατάρρευσης συνοδευόμενες από πανικό. Η αλλαγή εδώ σηματοδοτεί την καταστροφή. Κι όμως, διακαής πόθος των ανθρώπων και των κοινωνικών συστημάτων είναι η αντίσταση στην αλλαγή, η σταθερότητα και η οριοθέτηση μέσω κανονιστικών αρχών, που, ει δυνατόν, θα αναφέρονται στα πάντα σαν εμφυτευμένες μακροεντολές, που λίγα περιθώρια διασποράς και πρωτοβουλίας επιτρέπουν. Η πραγματική αυτοεκτίμηση καταξιώνεται από τη χρονική συνέχεια και γι’ αυτό είναι μάταιη η αναζήτησή της σε κάτι εξ ορισμού πεπερασμένο.
Έτσι παρασυρόμαστε σε μιά παράλογη κατάσταση, σε μια ατομική και κοινωνική ασυμφωνία: Η αλλαγή οδηγεί στην επιβίωση και τη θνητότητα, η σταθερότητα στην τάξη και την αποτελμάτωση. Η αναρχία στη σωτηρία και την ανασφάλεια και η ευνομία στην ηρεμία και τoν εκφυλισμό. Σ’αυτό τον ορυμαγδό των αντιφάσεων ο άνθρωπος και τα έργα του βιώνουν την τραγικότητα μέσα από δύο εξίσου αντικρουόμενες οδούς: της άγνοιας ( άρα της αγνότητας και της αφέλειας) και της γνώσης ( άρα της οδύνης και της φενάκης). Και οι δυο αυτοί ατραποί οδηγούν στην αναίρεση , γιατί η μεν πρώτη έχει απωλέσει την καθαρότητά της (δεν υπάρχει απόλυτα αγνή πράξη ούτε καν σε επίπεδο προθέσεων) και η δεύτερη έχει εξαργυρώσει τη διαύγειά της σε ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας και ύβρεως (τελικό στάδιο της γνώσης είναι η αυτοκτονία ή η ακύρωση του εαυτού της).
Οι αντινομίες δεν σταματούν εδώ. Οι άνθρωποι ταλαντεύονται ανάμεσα στην τάση για αυτονομία και την τάση να ανήκουν, να εξαρτηθούν. Ανάμεσα στην ναρκισσιστική ενασχόληση με τον εαυτό τους και στον μέχρι αυτοθυσίας αλτρουισμό. Και τέλος ακροβατούν πάνω στη μεταφυσική ανάγκη να καταστρέψουν και στην επιθυμία τους να δημιουργήσουν. Εδώ περικλείεται η πεμπτουσία της τραγικότητας: Τίποτα σε αυτόν τον κόσμο δεν μπορεί να δημιουργηθεί, γιατί απαραίτητο συστατικό της δημιουργίας είναι η μη ύπαρξη, η εκ του μηδενός γένεση και η θέληση για πλάση. Το μόνο που δύναται να κάνει ο άνθρωπος είναι να ανασυνθέτει τα ήδη υπάρχοντα, να αναδομεί τα ήδη πεποιημένα, να περιγράφει κι όχι να ερμηνεύει, να συνδυάζει αλλά να μην μεταβάλλει. Πάντα έπειτα από τους πανηγυρισμούς για κάθε ανακάλυψη θα στέκεται αμείλικτο το δεύτερο ‘γιατί’, που θα περιορίζει , θα καθηλώνει και θα χρωματίζεται από το λυκόφως των επιτευγμάτων μας.
Άκοντες καταλήγουμε σε μια ανήκεστη και οχληρή μοιρολατρεία. Ό,τι φαντάζει ως προσωπική επιλογή, δεν είναι παρά μια συνωμοσία του αστάθμητου και, ό,τι απειλεί ως αναπόφευκτο, απαξιώνεται από το απραγματοποίητο. Ο όρος ‘ελεύθερη βούληση’ δεν είναι παρά ένας κατοπτρισμός, μια εξιδανίκευση, που καθημερινά πολιορκείται και αναστέλλεται από φόβους, ανασφάλειες, πόθους, ενοχές και τυχαία γεγονότα. Η περίφημη ‘επιλογή των πράξεων και των αποφάσεων’ για τους περισσότερους είναι μια βεβιασμένη ζαριά στο άνευ κανόνων παιχνίδι των πιθανοτήτων, μια ακαθόριστη επίδραση σε αλληλεπιδράσεις πολυμεταβλητών, οι συνέπειες των οποίων ονομάζονται ‘μέλλον’. Ο κόσμος υπό την έννοια αυτή είναι υπερβολικά ασταθής, σχεδόν αδημιούργητος, εφόσον, μόνο μια ασυνείδητη ή τυχαία επιλογή έναντι μιας άλλης, μια συγκεκριμένη συγκυρία από τις μυριάδες δυνατές, ένα αδιευκρίνιστο ‘θέλω’, αρκεί να τον ανατρέψει και να τον συνθέσει με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αν ο Θεός έφτιαξε μία φορά το σύμπαν, ταυτόχρονα έπλασε και άπειρες παραλλαγές του, και κάνοντας συνεργό τον άνθρωπο, τον ευλόγησε ή τον καταδίκασε να τις επαληθεύει. Η αυτοεκτίμηση των ανθρώπων αναγκαστικά απορρέει από τη συνενοχή με το Δημιουργό τους.
Πολλές φορές το αστάθμητο και η απροσδιοριστία των παραγόντων ως ‘όλον’ ξαφνιάζουν με την συστηματικότητά τους. Το χάος, όταν αθροίζεται, καταδεικνύει τη θέληση. Αυτό που έχει συντελεστεί, ιδωμένο ανάστροφα, αποκαλύπτει το μέγεθος της πλάνης: όλα οδηγούσαν στην εκδήλωσή του και ουδεμία ανθρώπινη επέμβαση δεν θα μπορούσε να το αποτρέψει. Σαν τον απολογισμό μετά από το ατύχημα. Κάθε λεπτομέρεια, κάθε παρέκκλιση από την πεπατημένη, αλλά ακόμα και η ίδια η συνήθεια, συνηγορούσαν στο να συμβεί. Όλα είναι τόσο καταληπτά και ερμηνεύσιμα, εάν, αντί να ψάχνουμε για τις αιτίες, τα προσεγγίσουμε τελολογικά. Αλλά, ως γνήσια τέκνα του σκοταδιστικού διαφωτισμού οι άνθρωποι πιστεύουν πως καθετί έχει ένα αίτιο κι όχι ένα σκοπό και προχωρούν μάλιστα σε εξηγητικά μοντέλα, που αλληλοαναιρούνται και διακωμωδούνται από την ισοπεδωτική πραγματικότητα, επειδή βασίζονται στην απλοική υπόθεση ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να ερμηνευτεί με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών.
Ο χρόνος είναι ο εχθρός. Είναι αυτός που σκευωρεί εναντίον του ανθρώπου, που καταστρατηγεί και μεταχειρίζεται ως αθύρματα τις ονειροπολήσεις του, που προσδιορίζει κατά σειρά εμφάνισης ποιο θα είναι το αίτιο και ποιο το αιτιατό, που σε τελική ανάλυση καπηλεύεται την ίδια του την ύπαρξη. Ο χρόνος είναι ο διαχειριστής της θνητότητας και ο μεταπράτης του πρόσκαιρου. Είναι αυτός που διαφεντεύει το πεπερασμένο θέλγοντας με την απειρία του. Αυτοεκτίμηση είναι η περήφανη αντίσταση του ανθρώπου στη φθορά και η μανία του να μεταβολίζει το χάος σε έναν κόσμο κεκοσμημένο με αθάνατα έργα του.
Η προαιώνια αντίφαση επανέρχεται διαδηλώνοντας τις επιπτώσεις της : Γεννηθέντες ά-οροι και ασύνοροι, ευτελιζόμαστε από την μηδαμινότητα του βίου μας και την ατροφικότητα των φτερών μας. Παθιασμένοι με το αθάνατο, αναλωνόμαστε στη διευθέτηση των θνητών εμμονών μας. Και δεν θα τις υπερβούμε παρά πολύ αργότερα, όταν το μεταφυσικό θα υψωθεί ενώπιόν μας απαιτώντας απολογισμό και κραδαίνοντας το αναπόφευκτο, την ακύρωση της ύπαρξής μας. Ο θάνατος είναι τόσο ανεπαίσθητος, όταν παραστέκει μια κερδοφόρα πορεία, όσο και η στιγμή της γέννησης , τόσο απαλός, όσο το ξύπνημα από ένα όνειρο το πρωί. Που σχεδόν δεν το θυμόμαστε, αλλά ξέρουμε ότι κάποιοι το ονόμασαν ζωή.
Αν κάτι θα μείνει αλώβητο στον προεξοφλημένο αγώνα, αυτό είναι η συνείδηση και το πνεύμα .Η αυτοεκτίμηση δεν είναι παρά μια ιαχή της έσχατης νίκης και η ύλη, η ενσάρκωση της πιο δυνατής τους επιθυμίας. Γιατί εκεί εδράζεται η πιο ιοβόλος αντίφαση του γένους μας και ταυτόχρονα η μεγαλοσύνη του: στο ότι μπορεί να ποθεί το απόλυτο, ενώ έχει συγκεραστεί με την ημιτέλεια, να προσδοκά το άφθορο βιώνοντας την παρακμή, να σκιαγραφεί το ιδανικό συλλέγοντας αυταπάτες .Και πέπρωται να κερδίζει ο άνθρωπος τον αυτοσεβασμό και την αυτοπραγμάτωση βαδίζοντας ακάθεκτος εκεί όπου ενεδρεύει η ήττα, πετώντας με κέρινα φτερά σε ουρανούς που τον προυπαντούν με καταιγίδες, ανακαλύπτοντας νοερά μορφές εκεί, όπου καιροφυλακτεί το χάος και αμυνόμενος με λάβαρο την αβεβαιότητα ενάντια στα στίφη των φόβων του. Αυτοεκτίμηση είναι η ικανότητα του να διαχειρίζεται τις αλλαγές και όχι να τις παγιώνει. Είναι η αποκόμιση εμπειριών από την εμμονή του να τιθασεύει το χάος, να ενστερνίζεται το ανερμήνευτο, να νομοθετεί στο ακατάληπτο, να αντιλαμβάνεται το είναι στις γειτονιές του μηδενός. Αυτοεκτίμηση είναι το πείσμα του να επιβιώσει, η επιθυμία του να ανταγωνιστεί και ο παράφορος ίμερος της επέκτασής του σε όλο το σύμπαν. Κάθε κερδισμένη μάχη και μια αυτοκρατορική λεωφόρος προς τη λύση του αινίγματος, με το οποίο οι σφίγγες της ύπαρξης ναρκοθετούν τη διαδρομή. Η αυτοεκτίμηση στον άνθρωπο ισοδυναμεί με το σωτήριο ξάφνιασμα και τη φυγή του ζώου στον επερχόμενο κίνδυνο Είναι μια λανθάνουσα υπόσχεση στα χείλη Κάποιου που μας μοιάζει: Ως θεοί έσεσθε.
Μέσα στη ρευστότητα και την εναλλαγή η αυτοεκτίμηση είναι η ψευδαίσθηση, που εμψυχώνει και κινητοποιεί. Είναι ο οίστρος του ανθρώπου να ελέγξει τις καταστάσεις, να χειριστεί και να προβλέψει τις συνθήκες, να επηρεάσει τα πρόσωπα και το περιβάλλον και να προγραμματίσει τα γεγονότα. Η αυτοεκτίμηση αέναα προσκολλημένη στον εαυτό, δεν χρειάζεται τη συνειδητοποίησή του, για να γίνει αντιληπτή. Αναδύεται αυτούσια ως ένστικτο και ως παράφορο συναίσθημα, που επιβεβαιώνει την ύπαρξη. Εκείνη δεν έχει χρεία αντικειμένου αναφοράς. Είναι αυτάρκης, αυτοπροσδιοριζόμενη αυταπόδεικτη και αντίδοτο στις δυνάμεις, που αντιστρατεύονται το ‘είναι’. Από τις πρώτες στιγμές μετά τη γέννηση, με αδιαφοροποίητο το Εγώ και αδιαμόρφωτη την αυτοεικόνα, με το γνωστικό επεξεργαστή ανάλυσης των ερεθισμάτων να υπολειτουργεί, η αυτοεκτίμηση βιώνεται ως ηδονή για την κατασίγαση των αναγκών και ως ελιξήριο της ζωής. Αιτία και σκοπός της η επιβίωση. Από την αρχική ένταση και την ποικιλία των αποχρώσεών της θα δομηθεί αργότερα το γνωσιακό και πραξιακό κομμάτι της, θα εδραιωθεί η έννοια των ατομικών ικανοτήτων και θα επικυρωθεί η αξία της προσωπικότητας. Η αρχέγονη αυτή εμπειρία, η ίδια που κατέκλυζε τους νευρώνες των προγόνων, θα είναι το κίνητρο της συμπεριφοράς και ο αποδέκτης της δράσης. Η αυτοεκτίμηση, σε τελική ανάλυση, είναι η τέχνη του ανθρώπου να καθορίζει το πεπερωμένο του.

Έγραψε ο Πλούταρχος στο ‘Συμπόσιό’ του:
...Σόλωνι δοκεί πάσης τέχνης και δυνάμεως ανθρωπίνης τε και θείας έργον είναι το γιγνόμενον μάλλον ή δι’ ού γίγνεται, και το τέλος ή τα προς το τέλος. Υφαντής τε γαρ, αν οίμαι, χλαμύδα ποιήσαιτο μάλλον έργον αυτού και ιμάτιον ή κανόνων διάθεσιν και άνερσιν αγνύθων, χαλκεύς τε κόλλησιν σιδήρου και στόμωσιν πελέκεως μάλλον ή τι των ένεκα τούτου γιγνομένων αναγκαίων, οίον ανθράκων εκζωπύρησιν ή λατύπης παρασκευήν. Έτι δε μάλλον αρχιτέκτων μεμψαιτ’ άν ημάς έργον αυτού μη ναυν μήδ’ οικείαν αποφαίνοντας, αλλά τρυπήσαι ξύλα και φυράσαι πηλόν. Αι δε Μούσαι και παντάπασιν, ει νομίζοιμεν αυτών έργον είναι κιθάραν και αυλούς, αλλά μη το παιδεύειν τα ήθη και παρηγορείν τα πάθη των χρωμένων μέλεσι και αρμονίαις. ( Πλουτάρχου Συμπόσιον, 156b-c )

(Ο Σόλων πιστεύει πως έργο κάθε τέχνης και κάθε ικανότητας θείας και ανθρώπινης, είναι εκείνο που γίνεται μάλλον, παρά το μέσον με το οποίο γίνεται, και ο σκοπός, όχι τα μέσα που εξυπηρετούν το σκοπό. Ένας υφαντουργός για παράδειγμα, νομίζω, θα θεωρεί ως έργο του την χλαμύδα και το ρούχο και όχι την τακτοποίηση των μασουριών και της πέτρας, που συγκρατεί τα στημόνια. Και ο σιδηρουργός την συγκόλληση του σιδήρου και το ακόνισμα του τσεκουριού και όχι όσα απαραιτήτως εκτελούνται χάριν αυτών, δηλαδή το να ανάψει τα κάρβουνα και να ετοιμάσει τις αιχμηρές πέτρες. Ακόμη περισσότερο θα μας κατηγορούσε ένας αρχιτέκτων, αν πιστεύαμε ότι έργο του δεν είναι το πλοίο ή το σπίτι, αλλά το τρύπημα των ξύλων και το ζύμωμα της λάσπης. Αλλά πιο πολύ θα μας μέμφονταν οι Μούσες, αν νομίζαμε ότι έργο τους είναι η κιθάρα και οι αυλοί και όχι το να μορφώνουν τα ήθη και να καταπραύνουν τα πάθη εκείνων, που καταφεύγουν στη μελωδία και την αρμονία.. (Μετάφραση Εμμανουήλ Δαυίδ,1936 )


Η αυτοεκτίμηση των ανθρώπων δεν προέρχεται από μια νοητική συναρμολόγηση των γεγονότων της ζωής, γιατί προηγείται αυτών και τα χρωματίζει σαν ένα ημιδιάφανο φίλτρο, μέσα από το οποίο τα επεξεργαζόμαστε. Η δημιουργία του γνωστικού και συναισθηματικού αυτού σχήματος γίνεται στην βρεφική ηλικία και αμέσως μετά το σχηματισμό του δρα ως κριτήριο για όλες τις εμπειρίες και τις επιμέρους ικανότητες. Η αντίληψή του είναι αναγκαστικά ολιστική. Είναι περισσότερο το αίτιο, παρά το αποτέλεσμα, το οικοδόμημα παρά οι διαδικασίες, που το θεμελίωσαν και οι δραστηριότητες που τελούνται μέσα σε αυτό. Η αυτοεκτίμηση είναι ταυτόχρονα σκοπός, μέσον και επιδίωξη. Είναι ισοδύναμη με την αξία του ανθρώπου και οι ικανότητες, όσες καθορίζονται από τις αιώνιες και άφθορες αρχές του ανθρωπισμού, ο τρόπος με τον οποίο φτάνουμε σε αυτήν. Η συναισθηματική προδιάθεση της αυτοεκτίμησης επηρεάζει τις αυτοαξιολογήσεις, τον τρόπο αντίδρασης στη θετική και αρνητική ενίσχυση, την εσωτερίκευση των εμπειριών και την αίσθηση της γενικότερης αξίας, που νοηματοδοτεί τη ζωή.
Πολλοί, αντίθετα, θεώρησαν ότι η αυτοεκτίμηση μπορεί να περιγραφεί από μια εξίσωση:
Αυτοεκτίμηση = αξία / ικανότητες.
Ο ορισμός αυτός είναι παραπλανητικός, στερούμενος καθολικής αλήθειας και απόλυτα χαρακτηριστικός της εμπορευματοποίησης ακόμα και των μεγίστων αγαθών, όπως η προσωπικότητα. Είναι πενιχρό αποκύημα της τάσης των σύγχρονων ηγετίσκων και των γελοίων τεχνοκρατών να προσμετρούν με εξισώσεις το απερίγραπτο, να ερμηνεύουν το πνεύμα με αριθμούς και να κολλούν ταινίες πιστοποίησης στους ανθρώπους. Ακόμα και όσοι λίγες ικανότητες κατέχουν, από αυτές που η κοινωνία μας θεωρεί πολύτιμες ( π.χ. δυναμισμό, αυτοπεποίθηση, λογική, ηγετική φυσιογνωμία, επικοινωνιακό ύφος, πρακτικό πνεύμα, κολακεία, μετά μανίας εργατικότητα, προβολή και διασημότητα, διαπραγματευτικές δεξιότητες, εγωισμό, ωφελιμισμό, φιλαυτία, έπαρση, μωροφιλοδοξία και άλλα παρεμφερή πρόσκαιρα και χρηστικά γνωρίσματα) διαθέτουν αξία, έχουν επίγνωσή της και μεταλαμβάνουν ιδιοτήτων, που σε κάποια άλλη εποχή ή σε διαφορετικό πολιτισμικό πλαίσιο θα τους αναδείκνυαν σε εξέχοντα μέλη. Η αξία του ατόμου είναι αδιαπραγμάτευτη, δεδομένη και ανεξάρτητη από ικανότητες, γιατί δεν είναι η κοινωνία που την καθορίζει, αλλά μόνο το γεγονός ότι κάποιος γεννιέται άνθρωπος. Αν ολοένα και περισσότεροι σήμερα πάσχουν από χαμηλή αυτοεκτίμηση, δεν είναι επειδή δεν αξίζουν, αλλά επειδή ο ανθρωπισμός ετελεύτησε, συμπαρασύροντας στο ξεψύχισμά του τις αναλλοίωτες αρχές και τα κλασικά ιδανικά. Αν τα καταθλιπτικά επεισόδια, που έπονται του μειωμένου αυτοσυναισθήματος, αυξάνονται δραματικά, εξασφαλίζοντας απεριόριστα κέρδη στις φαρμακοβιομηχανίες αντικαταθλιπτικών, είναι γιατί οι δεξιότητες, που η μεταβιομηχανική κοινωνία απαιτεί από τα πιόνια της, αποτελούν παρα φύση εκτρώματα της απληστίας της. Αν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον πλανήτη αισθάνονται ότι καθημερινά ποδοπατείται η αξιοπρέπειά τους, είναι γιατί αναγκάζονται να μεταβληθούν σε δολιοφθορείς των αρχών τους, ώστε να εξασφαλίσουν αυτά, που έπρεπε να τα θεωρούν δεδομένα. Αν η εξουσία είχε το στοιχειώδες δημοκρατικό ύφος, δηλαδή κατοχύρωνε το δικαίωμα της εργασίας, της προσωπικής εξέλιξης, της μόρφωσης και του σεβασμού, αν επιθυμούσαμε οι άνθρωποι να ξεδιπλώσουν και να αναπαραγάγουν ‘αυτό που μέσα τους εγκυμονούν και μπορούν μόνο μέσα στο ωραίο και μακριά από την ασχήμια να το γεννήσουν, δηλαδή την αρετή’ (Πλάτωνος Συμπόσιον,206C) ,από την οποία εκπορεύεται η συναίσθηση της αξίας του εαυτού, τότε θα έπρεπε να φροντίσουμε, ώστε να θεώνται την ομορφιά στην κοινωνία που ζουν, για να μπορέσουν να την μιμηθούν. Αλλιώς, βιώνοντας καθημερινά την εγκατάλειψη, τον ανταγωνισμό και την απόρριψη, η αυτοεκτίμησή τους θα καταρρακώνεται και, είναι γνωστό, ότι τέτοια άτομα ‘μόνο κακία μπορούν να κυοφορήσουν’. Αν για να αποκτηθεί η αυτοεκτίμηση σήμερα χρειάζεται να εκφυλιστεί το αγαθό, τότε καλύτερο είναι οικειοθελώς να την απαρνηθούμε. Εφόσον το σύγχρονο σύστημα δίνει έμφαση σε κίβδηλα προσόντα και αγνοεί την αξία, είναι σίγουρο ότι θα παρασκευάσει ανδράποδα με υψηλή αυτοεκτίμηση, αλλά όχι συνειδητοποιημένους και ευτυχείς ανθρώπους.
Από πολύ νωρίς στη ζωή του το άτομο κατασκευάζει και εσωτερικεύει μια εικόνα του εαυτού του, που τείνει προς το ιδεατό, δεδομένου ότι ακόμα δεν έχει εκφυλιστεί από τα κοινωνικά δεδομένα και δεν έχει μολυνθεί από προσποιητές και εμβόλιμες φιλοδοξίες. Είναι η σύλληψη του αγαθού εαυτού, που με τη θέασή του υποψιάζεται το υπερκόσμιο και το υπεράνθρωπο. Μέσα του περιλαμβάνονται οι ονειροπολήσεις, οι φαντασιώσεις, οι προοπτικές, που στην παιδική και εφηβική ηλικία είναι τόσο απόλυτες και επαναστατικές, ώστε διακωμωδούνται από τους συμβιβασμένους ενήλικες ως ρομαντικές και ουτοπικές. Αργότερα ο ιδεατός αυτός εαυτός επιχωματώνεται με τα περιττώματα της λογικής, διαπομπεύεται από μέριμνες βιωτικές και δηλητηριάζεται από προσδοκίες των γονέων, της κοινωνίας και της αναγκαιότητας. Είναι αυτός ακριβώς ο νόθος εαυτός, που καθορίζει την υψηλή ή την χαμηλή αυτοεκτίμηση. Όντας ένα συνοθύλευμα παιδικών απωθημένων αναμνήσεων και παροντικών επίπλαστων ιδανικών σχηματίζει ένα άκαμπτο και απαιτητικό υπερεγώ, που κινητοποιεί για δράση, αδιαφορώντας για τις εγγενείς κλίσεις του ατόμου ή την επιθυμία του να αγωνιστεί για επισφαλείς επιδιώξεις. Στην πραγματικότητα επιτάσσει τη θυσία της ελεύθερης βούλησης στο βωμό ξενοκίνητων στόχων. Το όνειρο αντικαθίσταται από την επαγγελματική καταξίωση, το παιχνίδι από τα άχρηστα αθύρματα του καταναλωτισμού, που διαφημίζονται ως απαραίτητα, η αγάπη και η στοργή από τον ανταγωνισμό, η γνώση από την εξειδίκευση, η σωφροσύνη από τη συσσώρευση πλούτου. Το σύστημα έχει φροντίσει τόσο να γίνουν επιτακτικά όλα αυτά και τόσο να θεωρείται απόβλητος, όποιος δεν τα αποδέχεται ως αναγκαιότητες, που ο σύγχρονος άνθρωπος αγωνίζεται καταναγκαστικά σε όλο του το βίο να πλάσει ένα προσωπείο επιτυχημένου, δυνατού και εξασφαλισμένου πάνω στα απομεινάρια των πιο βαρύτιμων αρετών του. Η αποκαθήλωση των αξιών συνοδεύεται από την υλική επιβράβευση και τον έπαινο για τους πιο επιδεκτικούς και από καταισχύνη για όσους δεν έδειξαν τον απαιτούμενο ζήλο. Οι μεν πρώτοι αποκτούν ακλόνητη αυτοεκτίμηση, ενώ οι υπόλοιποι καταδικάζονται με το στίγμα της ανεπάρκειας και της ανασφάλειας. Οι νευρωσικές διαταραχές είναι το καταφύγιο του σημερινού ανθρώπου, μια απάτη του εγώ, που προσπαθεί να ξορκίσει τις αλλότριες απειλές, συμβολοποιώντας τις ως μια εναλλακτική πραγματικότητα. Η τελειοθηρεία αποτελεί το έσχατο μέσο των ατόμων με χαμηλή αυτοεκτίμηση, για να αποφύγουν τη δραστηριοποίηση. Επικαλούμενα το ιδανικό και τοποθετώντας τον ιδεατό εαυτό υπερβολικά ψηλά δικαιολογούν την ατολμία τους, καθαγιάζουν την αδράνειά τους και αυτοπαγιδεύονται σε έναν φαύλο κύκλο με τίμημα την στασιμότητα.
Το μοναδικό μέσον, για να μπορέσει η ανθρωπότητα να ανασκευάσει την παραπάνω κατάσταση, να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της, να αντιληφθεί την αξία του προσώπου και της μοναδικότητας του ανθρώπου, για να αποκτήσει σε τελική ανάλυση έναν λόγο ύπαρξης, είναι η παιδεία Η παιδεία, που στον 21ο αιώνα οφείλει να περιβληθεί με την καθαρότητα του βλέμματος που ατένιζε κάποτε τα παράλια της Ιωνίας και την οξυδέρκεια των σοφιστών και των φιλοσόφων της Ελλάδος. Είναι αλήθεια ότι κατά τη βιομηχανική και μεταβιομηχανική εποχή ξεστράτισε από το σκοπό της, φόρεσε το αφελές μεθοδολογικό προσωπείο της επιστημονικότητας και του εμπειρισμού και εξέδωσε πλήθος πορισμάτων, που λίγη σχέση έχουν με την αλήθεια. Ακόμα και στις φαεινότερες εξάρσεις τα συμπεράσματά της χρησιμοποιήθηκαν όχι για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, αλλά για να ασελγούν οι προνομιούχοι εις βάρος των πασχόντων. Έτσι αποκολλήθηκε η παιδευτική διαδικασία από το δεύτερο και σπουδαιότερο συστατικό της: την άσκηση της αρετής, την εξάσκηση του πνεύματος, την καθοδήγηση της κοινωνίας, που οδηγεί στην πραγματική αυτοεκτίμηση. Έγινε μέσο πλουτισμού και επιβολής και τα ψιχία της, όταν με φειδώ και επιλεκτικά δίνονται στους ασθενέστερους, δεν αφήνουν παρά ένα μεταφυσικό κενό, εντείνοντας την ψυχοπαθολογία της εποχής. Αν κάτι πρέπει να κάνουμε για την εκπαίδευση στη νέα χιλιετία, είναι να την πάρουμε από τα χέρια των τεχνοκρατών, των ‘ειδικών’ και των αχαλίνωτα θετικιστών και να την επαναφέρουμε στις πραγματικές της διαστάσεις. Η παιδεία είναι καταφύγιο και αρωγή σε κάθε φάση του βίου. Παρέχει το οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση των υπαρξιακών ερωτημάτων, με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος ο άνθρωπος και αποτελεί το ελιξήριο της αυτοεκτίμησης. Η παιδεία κατά τον 21ο αιώνα θα είναι αναγκαστικά φιλοσοφική. Οι αρχαίοι πόθοι έχουν θέση στο σύγχρονο κόσμο.
Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα αληθινή για την ελληνική κοινωνία, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες άρχισε να συμπεριφέρεται σαν μια αγέλη ψευδονεόπλουτων, έχοντας υπερκεράσει κατά ένα μεγάλο μέρος τα οικονομικά προβλήματα, που την ταλάνιζαν επί αιώνες, αλλά που ταυτόχρονα την κρατούσαν με χέρι στιβαρό σε εγρήγορση. Ως ένα έθνος νεοφώτιστο στα αγαθά και τις αρχές του καπιταλισμού και με μια συλλογική αυτοεκτίμηση παντοδυναμίας, που αγγίζει τα όρια της ύβρεως, έχουμε αναγάγει την ημιμάθεια σε έμβλημα, την έπαρση σε τρόπο ζωής, την επίδειξη σε μέθοδο επικοινωνίας, το λαικισμό σε ιδεώδες, το επιδερμικό σε στοχασμό και την καχυποψία σε κρησφύγετο των ανασφαλειών μας. Η ιστορία και η παράδοση έχουν εξοβελιστεί ως αναχρονισμοί από την ψυχοσύνθεσή μας, ο μιμητισμός και η άκριτη αντιγραφή καραδοκούν να λεηλατήσουν τις λιγοστές αμόλυντες εστίες έμπνευσης που απέμειναν. Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας σήμερα είναι ότι αδυνατεί να παράγει πολιτισμό. Το πνεύμα έχει εγκλωβιστεί στη σήψη, πριν καν ακμάσει, υπνώττοντας τον ανεξέγερτο λήθαργο του καταναλωτισμού και του εφησυχασμού. Τα παιδευτικά μοντέλα είναι αποσπασματικά, ευκαιριακά, άνευ ζωοποιού πνοής και μακροπρόθεσμης αντίληψης. Οι στοχοθεσίες των αναλυτικών προγραμμάτων αναλώνονται στο πρόσκαιρο, εγκωμιάζουν το επιφανειακό, αναπαράγουν τα κακέκτυπα, ποδοπατούν την πρωτοβουλία, αδυνατούν να αναγνωρίσουν και να δεχτούν το αυθεντικό και το ατόφιο. Η μάθηση εκπορνεύεται στα πεζοδρόμια της επαγγελματικής αποκατάστασης, η γνώση διαλαλεί τον αγοραίο της χαρακτήρα στις λαικές των εμπόρων της. Το κράτος μεριμνά με ζήλο για τη μαζική παραγωγή φερεφώνων διαφεντεύοντας τα τρία συστατικά που τιθασεύουν τον άνθρωπο: Τους πόθους, τις ενοχές και τους φόβους του. Κάτω από τέτοιες συνθήκες η αυτοεκτίμηση των πολιτών εξολοθρεύεται με ολοένα και πιο επιτήδειες και εξελιγμένες μεθόδους ή αναλώνεται σε ανούσιες και άχρηστες επιδιώξεις. Η περίφημη ελληνική σκέψη είναι πια νεκρή και γι’ αυτό φρόντισαν γενεές πολιτικών. Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας σήμερα είναι ότι κάποιος πρέπει να την νεκραναστήσει.

Η αυτοεκτίμηση, τελικά, είναι μια εξιδανίκευση του ενστίκτου της επιβίωσης. Ο άνθρωπος πρέπει να αγαπήσει τον εαυτό του, για να τον προστατεύσει από τον κίνδυνο, να τον λατρέψει, για να τον διαιωνίσει, να τον κατανοήσει, για να συνδιαλλαγεί μαζί του. Έτσι κάθε ορισμός της αποδεικνύεται εξοργιστικά στατικός. Η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι ουσία μεταβαλλόμενη και όχι ιδιότητες. ‘Γίγνεσθαι’ και όχι ‘είναι’. Ικανότητες σε νάρκη που, ανά πάσα στιγμή μπορούν να εκδηλωθούν ή να παραμείνουν εγκλωβισμένες.
‘…οίον εκ παιδαρίου ο αυτός λέγεται έως αν πρεσβύτης γένηται. Ούτως μέντοι ουδέποτε τα αυτά έχων, όμως ο αυτός καλείται, αλλά νέος αεί γιγνόμενος, τα δε απολλύς, και κατά τας τρίχας και σάρκα και οστά και αίμα και ξύμπαν το σώμα. Και μη ότι κατά το σώμα, αλλά και κατά την ψυχήν οι τρόποι, τα ήθη, αι δόξαι, επιθυμίαι,ηδοναί, λύπαι, φόβοι...’ ( Πλάτωνος Συμπόσιον, 207 Ε )

(λέμε λοιπόν πως για παράδειγμα ένας άνθρωπος από μικρό παιδί, έως ότου γεράσει, είναι πάντα ο ίδιος, ενώ αδιάκοπα ανανεώνεται και παθαίνει φθορά και στις τρίχες και στη σάρκα και στα κόκκαλα και στο αίμα και σε ολόκληρο γενικά το σώμα. Κι όχι μανάχα στο σώμα, αλλά και στην ψυχή τίποτα από αυτά δεν παραμένει αμετάβλητο στον καθένα : οι τρόποι, τα ήθη, οι αντιλήψεις, οι επιθυμίες, οι ηδονές, οι λύπες, οι φόβοι. (Μετάφραση Ι.Συκουτρή, 1934)

Η αυτοεκτίμηση είναι μια αξιολογική ματιά σε αυτό που μόλις υπήρξε, αλλά έχει πια για πάντα χαθεί : την ύπαρξή μας λίγα χιλιοστά του δευτερολέπτου πριν. Ρευστή όσο και το παρόν, πολυκύμαντη όσο και ο δυνητικός εαυτός μας, δεν θα μας αποκαλυφθεί παρά μόνο στη στερνή μας πνοή. Και μέσα μας πάντα θα κρύβονται τα αντίθετα των συνειδητών αρετών μας, για να αναιρούν την αυτοεικόνα μας, τη στιγμή ακριβώς που θα θεωρήσουμε ότι είναι τελεσίδικη.
1.1 Ορισμοί
Η αυτοεκτίμηση ως ψυχολογική έννοια περικλείει μια ερευνητική αντίφαση: Ενώ έχει μελετηθεί περισσότερο από κάθε άλλη, εξακολουθεί να διατηρεί το δημοφιλή της χαρακτήρα. Παρ’όλα αυτά παραμένει πολύ δύσκολα προσδιορίσιμη και πολύσημη. Συγκεκριμένα, μέχρι την προηγούμενη δεκαετία οι δυσκολίες εντοπίζονταν και στον ορισμό, αλλά και στον τρόπο μέτρησής της. (Wells & Marwell,1976; Wylie,1979 Rosenberg,1965; White,1959; Coopersmith,1967; Branden,1969;Wells & Marwel, 1976; Wylie, 1979). Τις αντιξοότητες επέτεινε και το γεγονός ότι εναλλακτικοί όροι χρησιμοποιήθηκαν, για να περιγράψουν το ίδιο φαινόμενο, όπως αυτοεικόνα, αυτοαντίληψη, αυτοσυναίσθημα κ.λ.π. Για να αποφευχθούν οι ασάφειες, θα προσπαθήσουμε να παραβάλουμε τους βασικότερους ορισμούς των εννοιών αυτών.
Ο όρος αυτοεκτίμηση αναφέρεται γενικά στο πώς αισθάνονται οι άνθρωποι για τον εαυτό τους. Θεωρητικά τουλάχιστον η αίσθηση αυτή είναι σταθερή και δεν μεταβάλλεται εύκολα από τις εξωτερικές καταστάσεις. Διάφοροι ερευνητές απέδωσαν το σχηματισμό της σε ασυνείδητες και πρωτόγονες λιμπιδικές ενορμήσεις με ναρκισσιστικό περιεχόμενο (Kernberg, 1975) ή στην συνειδητοποίηση ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ένα αναντικατάστατο μέλος του σύμπαντος ( Solomon et al.,1991). Μερικοί υποστήριξαν ότι αναφέρεται στα συναισθήματα αγάπης για τον εαυτό ( Brown, 1993 Brown & Dutton, 1995). Αντιδικία υφίσταται ανάμεσα στους συγγραφείς σχετικά με την γνωστική ή συναισθηματική διάσταση της αυτοεκτίμησης. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική, γιατί συνεπάγεται διαφορετικό μηχανισμό ανάπτυξής της και μεθόδους τροποποίησής της.
Αν δεχτούμε ότι η υφή της αυτοεκτίμησης είναι συναισθηματική, τότε η εγκαθίδρυσή της αρχίζει αμέσως μετά την γέννηση, ως αντίδραση σε ερεθίσματα του περιβάλλοντος και μόλις σταθεροποιηθεί επηρεάζει τις αυτοαξιολογήσεις και την αίσθηση της αξίας (Brown,1993-1998, Decci& Ryan,1995). Οι ενισχύσεις παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη διαμόρφωσή της, αλλά είναι κυρίως οι αρνητικές εμπειρίες στην επίδοση και η απόρριψη στις κοινωνικές σχέσεις, που επηρεάζουν την ανάπτυξή της. Πρέπει να σημειωθεί ότι αναφερόμαστε σε εμπειρίες άρνησης και αποτυχίας, που είτε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα είτε έχουν βιωθεί ως τέτοιες. Τα άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση έχουν ισχυρό υπερεγώ, ζουν σε ένα απαιτητικό περιβάλλον ή εξαρτώνται υπερβολικά από την γνώμη των άλλων, οπότε κάθε βίωμα μη αποδοχής ανατρέπει τη συναισθηματική τους ισορροπία και κατ’ επέκταση την προσωπική τους αξία. Αντίθετα, τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση ενεργοποιούν τους μηχανισμούς άμυνας σε κάθε αρνητική ενίσχυση με αποτέλεσμα η συναισθηματική διέγερση να είναι ήσσονος σημασίας.
Σύμφωνα με το γνωσιακό ερμηνευτικό μοντέλο (Crocker& Wolfe,2001 Baumeister,1968 Campbell & Lavalee, 1993 Greenberg & Pyszczynski, 1997 Solomon, 1997 Marsh,1986,1990,1993b Heatherton & Polivy,1991 Kernis & Waschull,1995 Leary et al.,1995 Pelham,1995), οι εμπειρίες του περιβάλλοντος αξιολογούνται πρώτα γνωστικά στον εγκεφαλικό φλοιό και η δραστηριοποίηση αυτή προκαλεί τα ανάλογα συναισθήματα. Επομένως, αν κάποιος πιστεύει ότι είναι δημοφιλής, ευφυής ή ελκυστικός τότε έχει υψηλή αυτοεκτίμηση. Αν τα λογικά του συμπεράσματα καταλήγουν στο αντίθετο, τότε και η αυτοεκτίμηση είναι χαμηλή.
Οι στάσεις και οι αντιλήψεις του ανθρώπου δεν έχουν όλες την ίδια σημασία. Άλλες είναι κεντρικές για τον αυτοπροσδιορισμό του ( π.χ. η αντίληψη του φύλου) και άλλες δευτερεύουσες (π.χ. η άποψή για τον υπερρεαλισμό). Επιπλέον, άλλες επιβεβαιώνονται εύκολα από τους άλλους, άρα ελέγχονται ευκολότερα (π.χ. είμαι προοδευτικός), ενώ άλλες λανθάνουν της προσοχής ( π.χ. μου αρέσει το ‘Μονόγραμμα’ του Ελύτη). Η αυτοαξιολόγηση σε τομείς πρωτευούσης σημασίας (π.χ. να είμαι επαγγελματικά επιτυχημένος) επηρεάζει την αυτοεκτίμηση πολύ περισσότερο από αυτές, που αναφέρονται σε μη κεντρικούς άξονες της δραστηριότητάς μας ( π.χ. δεν γνωρίζω τον ποιητή της ‘Κίχλης’- εκτός αν είμαι φιλόλογος). Η αυτοεκτίμηση επομένως, μπορεί να προβλεφθεί, εάν προσθέσουμε το πηλίκο της διαιρέσεως των αυτοαξιολογήσεων σε κάθε τομέα προς την σημασία του τομέα αυτού στην ζωή μας (Tafarodi & Swann,1995).
O Rosenberg αναφέρει (1965,1979):
‘Ο πολύς κόσμος υποθέτει ότι αν κάποιος σέβεται τον εαυτό του σε κάποιες πτυχές της ζωής του, τότε σέβεται τον εαυτό του γενικά. Αν πιστεύει ότι είναι έξυπνος, ελκυστικός, ηθικός, ενδιαφέρων, τότε έχει θετική γνώμη για τον εαυτό του ως σύνολο. Όμως είναι εμφανές ότι η γενική αυτοεκτίμηση του ανθρώπου δεν βασίζεται στις δεξιότητές του εν γένει, αλλά στα δυνατά σημεία, που έχουν σημασία γι’ αυτόν. Δεν καθορίζουν την αυτοεκτίμηση τα επιμέρους γνωρίσματα, αλλά οι μεταξύ τους σχέσεις, η βαρύτητά τους και ο συνδυασμός τους’ (1979, σ.21)

Το γνωσιακό μοντέλο εν κατακλείδι υποστηρίζει ότι οι διαφορές στην αυτοεκτίμηση μεταξύ των ανθρώπων οφείλονται στις διαφορετικές αυτοαξιολογήσεις στους επιμέρους τομείς, οι οποίες στηρίζονται στην κοινωνική σύγκριση (Blaine & Crocker,1993). Η επιμονή μετά την αποτυχία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των ατόμων με υψηλή αυτοεκτίμηση, ενώ η απόσυρση και η δειλία αυτών με χαμηλή. Η διαφορά τους δεν οφείλεται στην αυτοεικόνα συνολικά, αλλά στο διαφορετικό γνωστικό σχήμα για τις ικανότητες επιτυχίας, που έχουν δημιουργήσει βάσει των εμπειριών τους.
H αφετηρία της διχογνωμίας περί της συναισθηματικής ή γνωσιακής φύσης της αυτοεκτίμησης εδράζεται στην προοπτική του Lock και του Kant για τη ζωή. Όσοι είναι επηρεασμένοι από τον πρώτο πιστεύουν ότι το τελικό αποτέλεσμα και η κρίση για την προσωπική αξία προκύπτει από έναν ορθολογιστικό απολογισμό και μια καταμέτρηση των ευτυχισμένων και δυστυχισμένων στιγμών. Σύμφωνα με την καντιανή λογική, ένα άτομο μπορεί να αισθάνεται ή και να προκαλεί τις χαρές και τις λύπες του, τις επιτυχίες και αποτυχίες,επειδή ακριβώς διαθέτει αίσθηση της αξίας του εαυτού του.
Τέλος, πολλοί ερευνητές αναφέρονται στην ‘ περιστασιακή’ αυτοεκτίμηση, η οποία ενισχύεται ή αποδυναμώνεται από συγκυριακά γεγονότα, όπως μια προαγωγή ή η σύναψη ενός νέου δεσμού
Η Αυτοαντίληψη είναι ένα οργανωμένο γνωστικό σχήμα, που αποτελείται από εικονικές και συμβολικές αναπαραστάσεις και είναι υπεύθυνο για την οργάνωση, αφομοίωση και προσαρμογή όλων των πληροφοριών, που αφορούν τον εαυτό (Baumeister,1993). Η αυτοαντίληψη αναφέρεται κυρίως στη γνωστική διάσταση (ποιος είμαι ),ενώ η αυτοεκτίμηση στην αξιολογική- συναισθηματική πλευρά (πώς αισθάνομαι για αυτό που είμαι) και αποτελεί υποσύνολο της αυτοαντίληψης (Gecas, 1982 Rosenberg,1990 Schooler, Schoenbach, 1995). Οι δύο διαστάσεις της αυτοεκτίμησης είναι η αξία, δηλαδή τα αισθήματα εκτίμησης ,που έχει κάποιος για τον εαυτό του και η ικανότητα, δηλαδή το συνάισθημα ότι οι ενέργειες κάποιου είναι πετυχημένες (Gecas,1982 Schwalbe,1983)
H αυτοεκτίμηση μελετήθηκε υπό το πρίσμα τριών προοπτικών: ως αποτέλεσμα (Coopersmith,1967 Harter,1993 Peterson and Rollins,1987 Rosenberg,1979), ως κίνητρο (Kaplan,1975 Tesser,1988) και ως αμυντικός μηχανισμός ( Pearlin and Schooler,1978 Longmore and DeMaris, 1997 Spencer, Josephs and Steele,1993 Thoits,1994). Με τον όρο αποτέλεσμα αναφερόμαστε στο σύνολο των διαδικασιών και των μηχανισμών, που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, για να αυξήσει την αυτοεκτίμησή του. Η έννοια του κινήτρου περιγράφει την τάση των ανθρώπων να συμπεριφέρονται κατά τέτοιο τρόπο και να κάνουν τέτοιες επιλογές, ώστε να διατηρούν ή να αυξάνουν την αυτοεκτίμησή τους. Έτσι, η αυτοεκτίμηση είναι ένα αυτοενισχυόμενο φαινόμενο. Τέλος η αυτοεκτίμηση ως μηχανισμός άμυνας χρησιμοποιείται , για να απαλύνει τα αποτελέσματα αρνητικών και αγχογόνων καταστάσεων και εμπειριών.
Το είδος της αυτοεκτίμησης προσδιορίζεται από την αντιμετώπιση, που έλαβε το άτομο στο οικογενειακό, το σχολικό και εργασιακό περιβάλλον, από τις σχέσεις του με τους συνομηλίκους στην πορεία προς την ενηλικίωση, και τους ρόλους μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο. Προς τούτοις, η συμφωνία ανάμεσα στον πραγματικό εαυτό ( αυτά που γνωρίζουμε για μας), το δεοντικό εαυτό ( όσα απαιτούν οι σημαντικοί άλλοι από μας), τον ιδεατό εαυτό ( τα χαρακτηριστικά που θα θέλαμε να είχαμε) και η αποκάλυψη των πολλαπλών προσωπείων ( π.χ. τι εικόνα προβάλλουμε προς τα έξω ή ακόμα με ποιο τρόπο και μηχανισμούς άμυνας εξαπατούμε τον εαυτό μας) συντείνουν στην εγκαθίδρυση υψηλής αυτοεκτίμησης (Higgins, 1987 ,1989). Για να εξασφαλιστεί η θετική αυτοεκτίμηση απαιτούνται:
- Αποδοχή, αγάπη και στοργή από το περιβάλλον μέσω της φυσικής επαφής, της κατανόησης, της παροχής πόρων για την επιβίωση και της σταθερότητας των συνθηκών.
- Αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων του κάθε ανθρώπου και επισήμανση των χαρακτηριστικών, που τον καθιστούν μοναδικό. Τα γνωρίσματα αυτά αναφέρονται στις εμπειρίες του, τις ικανότητες, την προσωπικότητα, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του.
- Προστασία της ατομικότητας και της αυτονομίας πάντα μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικότητας και των διατομικών διαφορών.
- Προσεκτική χάραξη των ορίων, διασάφηση των καθηκόντων και των δικαιωμάτων, γνώση της πορείας της σκέψης και ερμηνεία των συναισθημάτων, που συνοδεύουν τα γεγονότα.
- Παροχή θετικών ενισχύσεων και αποφυγή απορριπτικής συμπεριφοράς.
- Αποκλίνουσα σκέψη, πολλαπλές επιλογές και εύρεση εναλλακτικών λύσεων, έμφαση στη δημιουργικότητα και τη φαντασία και όχι ακραιφνώς λογική επεξεργασία των ερεθισμάτων.
- Καλλιέργεια της συναισθηματικής νοημοσύνης.
Το κυκλικό σχήμα, που παραθέτουμε παρακάτω, δείχνει διαγραμματικά πώς η εικόνα για τον εαυτό αναπτύσσεται και διατηρείται
Πιστεύεις ότι είσαι
«χ»



Οι άλλοι επιβεβαιώνουν ή Φαντάζεσαι πώς δρα ένα
διαψεύδουν την ιδιότητά «χ»
σου ως «χ».
Επιλέγεις κάποιες συμπεριφορές
που ταιριάζουν στο
Οι άλλοι ανταποκρίνονται «χ»
στις συμπεριφορές σου



Οι συμπεριφορές γίνονται
αντιληπτές από άλλους

Η αυτοεκτίμηση είναι το συναίσθημα που νιώθει κάποιος, όταν αυτό που κάνει, ταιριάζει με το είδωλο του εαυτού του, και όταν συγκεκριμένες εικόνες ή αναπαραστάσεις ερεθισμάτων και αντιδράσεων προσεγγίζουν την εξιδανικευμένη εκδοχή για το τι θα επιθυμούσε να ήταν. Αρχικά, για παράδειγμα, μπορεί ένα άτομο να βλέπει τον εαυτό του ως ένα δραστήριο οικολόγο είτε για λόγους κοινωνικής αποδοχής είτε εξαιτίας ενσυνείδητης επιλογής (το είδωλο του εαυτού). Στο δεύτερο στάδιο φαντάζεται τον εαυτό σου ως ένα επιτυχημένο οικολόγο (εξιδανίκευση του ειδώλου). Μπορεί, τέλος, να γίνει μέλος σε μια οικολογική οργάνωση (δράση). Αυτή η πράξη ταιριάζει και με το είδωλο που έχει για τον εαυτό του και με το εξιδανικευμένο είδωλο. Κάθε δραστηριότητα προς αυτή την κατεύθυνση, που θα τύχει της αποδοχής από τα σημαντικά πρόσωπα του περιβάλλοντος, θα ενισχύσει την ταυτότητα του εαυτού και θα επιβεβαιώσει τα συναισθήματα αυτό-αξίας και αυτοεκτίμησης.
Πολλές φορές οι άνθρωποι επιχειρούν να αποκρύψουν πλευρές της προσωπικότητάς τους εξαιτίας του φόβου της απόρριψης. Στο βιβλίο “Why am I afraid to tell you who I am “ (γιατί φοβάμαι να σου αποκαλύψω ποιος είμαι) ο John Powell αναφέρει μια αληθινή απάντηση σε αυτό το ερώτημα: « Φοβάμαι να σου αποκαλύψω ποιος είμαι γιατί αν το κάνω, μπορεί να μην σου αρέσει, και είναι το μόνο που έχω να προσφέρω»

Το παράθυρο ‘Johari’:
Η θεωρία του Joe Luft είναι ένας εξαιρετικά χρήσιμος τρόπος για να εξετάσουμε τις συναλλακτικές διαδικασίες της ανατροφοδότησης, που παίρνουμε από τους άλλους και της αυτοεκτίμησης. Μια αλλαγή σε ένα παράγοντα, (όπως για παράδειγμα αλλαγή στον παράγοντα δέκτη), σημαίνει αλλαγή στο μήνυμα. Μια αλλαγή στις αντιλήψεις συνεπάγεται αλλαγή στα νοήματα. Η «συναλλακτική» φύση των ευρημάτων για τον εαυτό περιγράφεται στο διάγραμμα του παραθύρου «Johari» όπου μια αλλαγή σε ένα από τα τέσσερα τεταρτημόρια, επισείει αλλαγές σε κάποιο άλλο.

Ανατροφοδότηση

Πράγματα τα Πράγματα τα
οποία ξέρω οποία δεν ξέρω για τον εαυτό μου
Ελεύθερη
περιοχή Θαμπή
Περιοχή
Κρυμμένη
Περιοχή Άγνωστη
Περιοχή
Πράγματα που
Ξ ξέρουν οι άλλοι για μένα

Πράγματα που
δεν ξέρουν οι
άλλοι για μένα






Ο όρος ‘παράθυρο Johari’ προέρχεται από τα αρχικά των ονομάτων των δημιουργών αυτού του μοντέλου που είναι οι Joseph Luft και ο Harrington Ingram. Το παράθυρο αντιπροσωπεύει ένα τρόπο θεώρησης του εαυτού, καθώς τα τεταρτημόρια σχηματίζονται από την αλληλεπίδραση των δύο διαστάσεων της αυτοσυνείδησης: Υπάρχουν σημεία τα οποία γνωρίζει κάποιος για τον εαυτό του και πτυχές τις οποίες δεν έχει ανακαλύψει. Επιπλέον, πολλά χαρακτηριστικά του χαρακτήρα είναι φανερά στους υπόλοιπους και άλλα είναι σκοπίμως συγκεκαλυμμένα. Όταν τα τέσσερα τεταρτημόρια ενοποιηθούν, αντιπροσωπεύουν τις διαφορετικές μορφές του εαυτού.
Η πρώτη περιοχή: είναι η περιοχή της ελεύθερης δραστηριότητας (ξέρω ότι οι άλλοι ξέρουν) και αντιπροσωπεύει τον δημόσιό εαυτό: η γνώση που μοιράζεται το άτομο με τους υπόλοιπους. Συνήθως περιλαμβάνει πληροφορίες όπως « όνομα, κοινωνική τάξη, ηλικία, επάγγελμα, ενδιαφέροντα κλπ,. Αυτές οι πληροφορίες είναι προσβάσιμη από όλους και δεν απειλεί την αυτοεκτίμηση
Η δεύτερη περιοχή «η θαμπή περιοχή» : (Οι άλλοι ξέρουν αυτά που εγώ δεν ξέρω). Περιλαμβάνει πληροφορίες τις οποίες οι άλλοι έχουν για τον εαυτό αλλά το ίδιο το άτομο δεν τις κατέχει. Ο ήχος της φωνής, η μη λεκτική επικοινωνία, οι ιδιομορφίες, είναι παραδείγματα των πραγμάτων που μπορεί να ανήκουν σε αυτό το τεταρτημόριο.
Η τρίτη περιοχή: «η κρυμμένη» : ( Ξέρω αυτά που δεν ξέρουν οι άλλοι). Περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που γνωρίζει κανείς για τον εαυτό του , αλλά δεν είναι πρόθυμος να τα μοιραστεί με άλλους. Συνήθως οι άνθρωποι υπεραμύνονται της περιοχής αυτής, παρεμποδίζοντας τους άλλους να εισβάλουν στην ιδιωτική τους ζωή. Παραδείγματα στοιχείων που εμπίπτουν σε αυτή την απροσπέλαστη ζώνη είναι : συναισθήματα, κίνητρα, ανομολόγητες φαντασιώσεις, μυστικά, ενοχές, πόθοι.
Η τέταρτη περιοχή : «η άγνωστη» : (δεν ξέρω αυτά που ούτε οι άλλοι δεν ξέρουν). Περιλαμβάνει εκείνα τα στοιχεία για τον εαυτό που δεν έχουν υποπέσει στην αντίληψή του ατόμου.. Πολλές φορές τα περιεχόμενα του υποσυνείδητου εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή.

Αυτό το μοντέλο είναι πολύ σημαντικό , γιατί εξηγεί τον δυναμισμό των διαπροσωπικών συναλλαγών και της καταλυτικής επιρροής τους στην αυτοεικόνα. Μέσω της αυτοαποκάλυψης και της εμπιστοσύνης, μπορεί ο άνθρωπος να περιορίσει την κρυμμένη περιοχή, επαυξάνοντας το τεταρτημόριο της ελεύθερης δραστηριότητας, γεγονός που επιδρά θετικά στην αυτοεκτίμησή του. Με την ανάτροφοδότηση, οι σημαντικοί άλλοι ελαττώνουν την εμβέλεια της θαμπής περιοχής, παρέχουν πλήθος πληροφοριών που συντείνουν στην αυτογνωσία, ενώ παράλληλα ανοίγουν το δρόμο για περισσότερη επικοινωνία και κατανόηση. Με την ωρίμανση των σχέσεων, η περιοχή της ελεύθερης δραστηριότητας εξαπλώνεται. Οι τοίχοι σιγά – σιγά καταρρέουν μέσω των περισσότερων αποκαλύψεων και αναδράσεων, που προκύπτουν από την ολοένα αυξανόμενη εμπιστοσύνη και από την εκατέρωθεν οικειότητα..
Δυστυχώς, οι περισσότερες σχέσεις χαρακτηρίζονται από δυσπιστία και αμοιβαία επιφυλακτικότητα. Σπάνια κάποιος εμπιστεύεται ξένους και δέχεται να μοιραστεί πτυχές του εαυτού του. Συνήθως οι συζητήσεις περιορίζονται σε ασφαλή θέματα (για τον καιρό , για τον κινηματογράφο, ανέκδοτα κ.α), χωρίς το απαραίτητο βάθος και την ποιότητα μιας ατόφιας επικοινωνίας. Συχνά οι άνθρωποι φορούν προσωπεία, για να προστατεύσουν τον πραγματικό αδύναμο και ευάλωτο εαυτό από την επικίνδυνη έκθεση. Παράλληλα οι άλλοι από διακριτικότητα ή αδιαφορία δεν προβαίνουν σε γόνιμη ανατροφοδότηση, εκτός όταν αναφέρονται σε ασφαλείς περιοχές ( π.χ. η εξωτερική εμφάνιση, η ενδυμασία). Ένα μεγάλο ποσό ενέργειας καταναλώνεται και από τις δύο μεριές για να κρατηθούν τα τείχη ψηλά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: