Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Tοπική ανάπτυξη

Ευστράτιος Παπάνης και Μυρσίνη Ρουμελιώτου


Από τον 18ο αιώνα έως και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου, οι οικονομικές θεωρίες σχετικά με την ανάπτυξη και τη συσσώρευση και κατανομή του πλούτου ήταν «αχωρικές», θεωρώντας την οικονομία μίας χώρας ως μια ομοιογενή μονάδα, στο εσωτερικό της οποίας ίσχυαν οι ίδιοι μηχανισμοί για όλη την επικράτεια. Καμία από τις σημαντικές οικονομικές σχολές της εποχής εκείνης (από την κλασική, τη νεοκλασική και κεϊνσιανή έως και την πιο πρόσφατη σχολή του μονεταρισμού και τη νέα κλασική μακροοικονομία) δεν λάμβανε υπόψη της τη σημασία του «χώρου» (territory) ως παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης (Boitani et al., 2003).

Η βιομηχανοποίηση όμως των μεγάλων πόλεων της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης επέφερε στα μέσα του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, σημαντικές αλλαγές και διαφοροποιήσεις όσον αφορά τους τομείς που συμμετείχαν στην παραγωγή και τα επίπεδα ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών. Από τα μέσα του 20ου αιώνα η έννοια «τοπική ανάπτυξη» άρχισε να εμφανίζεται στις οικονομικές θεωρίες της εποχής, δίνοντας λύση στο σκεπτικισμό που είχε αναπτυχθεί εκείνη την περίοδο για το βαθμό κατά τον οποίο οι παραδοσιακές θεωρίες μπορούσαν να αναλύσουν τις σχέσεις μεταξύ μακρο-οικονομικού (εθνικής οικονομίας) και μικρο-οικονομικού επιπέδου (μεμονωμένων επιχειρήσεων). Με την εισαγωγή της «τοπικής ανάπτυξης», στα δύο προ-υπάρχοντα επίπεδα προστέθηκε και ένα ενδιάμεσο ή μεσο-οικονομικό επίπεδο, που αντιπροσώπευε τον χώρο, όπου αναπτύσσονται σχέσεις και αλληλεπιδράσεις που λειτουργούν ως μηχανισμός μετάβασης από τη μεμονωμένη μονάδα παραγωγής στο σύνολο του οικονομικού συστήματος.

Οι θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί έως σήμερα για την τοπική ανάπτυξη μπορούν να χωριστούν σε διάφορα είδη, ανάλογα με το κριτήριο διάκρισης που χρησιμοποιείται κάθε φορά. Ένα πρώτο κριτήριο θα μπορούσε να αποτελέσει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η έννοια του χώρου. Από τη μία πλευρά, τάσσονται οι θεωρίες που θεωρούν τον χώρο ως ένα περιοριστικό παράγοντα για την οικονομική δράση, αποδίδοντάς του έναν παθητικό ρόλο σε σχέση με τις παραγωγικές δραστηριότητες. Από την άλλη πλευρά, εκφράζονται οι θεωρίες που αποδίδουν στον παράγοντα «χώρο» ενεργό ρόλο, καθοριστικό για την τοπική ανάπτυξη.

Άλλο βασικό κριτήριο διαφοροποίησης αποτελεί ο ρόλος που αποδίδεται στην παραγωγή για την ανάπτυξη της περιοχής. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι θεωρίες τοπικής ανάπτυξης μπορούν να κατανεμηθούν σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες: στα παραδοσιακά μοντέλα, στα καθαρά συσσωρευτικά, στις θεωρίες τοπικότητας και σε εκείνες που βασίζονται στην καινοτομία.

Τα παραδοσιακά μοντέλα ανάπτυξης υποστηρίζουν ότι η παραγωγή αποτελεί αποτέλεσμα της λειτουργίας της εργασίας και του κεφαλαίου. Κύριος εκπρόσωπος των εν λόγω θεωριών είναι το νεοκλασικό μοντέλο ανάπτυξης και η θεωρία των εξαγωγών. To νεοκλασικό μοντέλο αρχικά θεώρησε ότι οι δύο παράγοντες (κεφάλαιο και εργασία) συνδέονται με την κατά κεφαλή παραγωγή και οδηγούν στην τοπική ανάπτυξη.

Το 1919 ο Eli Hecksher και αργότερα ο Bertil Ohlin (1933) ανέπτυξαν το γνωστό σουηδικό «θεώρημα Hecksher-Ohlin», σύμφωνα με το οποίο το παγκόσμιο εμπόριο καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα αποθέματα των πόρων κάθε χώρας. Πιο συγκεκριμένα, ως παράγοντες παραγωγής αναγνωρίζονται μόνο η εργασία και το κεφάλαιο, που προσφέρουν σε μία χώρα συγκριτικό πλεονέκτημα. Σε μεσο-οικονομικό επίπεδο, το συγκριτικό πλεονέκτημα μιας περιοχής στηρίζεται στο αρχικό απόθεμα εργασίας και κεφαλαίου που διαθέτει. Μία περιοχή με πολλούς εργατικούς πόρους θα εξειδικευθεί σε προϊόντα εντάσεως εργασίας, ενώ μία περιοχή με μεγάλο κεφάλαιο θα επιδοθεί σε δραστηριότητες εντάσεως κεφαλαίου.

Στα παραδοσιακά μοντέλα ανάπτυξης συγκαταλέγονται και τα μοντέλα τοπικής ανάπτυξης που υποστήριξαν την εξωγενή φύση της ανάπτυξης και τάχθηκαν στον αντίποδα του νεοκλασικού μοντέλου. Οι εν λόγω θεωρίες προάγουν την ανάπτυξη του τομέα των εξαγωγών (export-led growth) ως παράγοντα ανάπτυξης μίας περιοχής (Capuano, 2000). Το νεοκλασικό μοντέλο που βασίζεται στην προσφορά της αγοράς, απορρίπτεται και δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη ζήτηση, όπως στο κεϊνσιανό μοντέλο. Οι περιοχές που διατηρούν εμπορικές συναλλαγές και εξάγουν τα προϊόντα τους αναπτύσσονται ταχύτερα. Εξέλιξη των εν λόγω θεωριών αποτέλεσε η θεωρία των Kaldor (1970) και Dixon και Thrilwall (1975), οι οποίοι συνέδεσαν την ταχύτητα αύξησης της κατά κεφαλήν παραγωγής μιας περιοχής με την ικανότητά της να αξιοποιεί τις οικονομίες κλίμακας και να εξειδικεύεται σε κάποιον οικονομικό τομέα, όπως η γεωργία ή η εξόρρυξη κοιτασμάτων. Οι περιοχές που διαθέτουν αυτή τη δυνατότητα, γίνονται ανταγωνιστικότερες μέσω της συσσώρευσης υλικών αγαθών και των εξαγωγών των προϊόντων τους. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που συνδέει ανταγωνιστικότητα-εξαγωγές-παραγωγή-παραγωγικότητα-ανάπτυξη, όπως είχε αποτυπωθεί από το νόμο του Verdoorn (1949), σύμφωνα με τον οποίο «η αύξηση της παραγωγικότητας καθορίζεται εν μέρει από την αύξηση της παραγωγής».

Η δεύτερη κατηγορία θεωριών αναφέρεται στα μοντέλα συσσώρευσης. Η παραγωγή εξαρτάται από τη συσσώρευση εργασίας και κεφαλαίου σε μία συγκεκριμένη περιοχή, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας. Σύμφωνα με τη «θεωρία του πόλου ανάπτυξης», σε κάθε περιοχή υπάρχει μία πρωτοπόρος επιχείρηση, η οποία δρα ως πόλος ανάπτυξης και με τα πολλαπλασιαστικά οφέλη της ενθαρρύνει την ανάπτυξη άλλων βιομηχανιών και επιχειρήσεων (Terluin, 2003).

Στα συσσωρευτικά μοντέλα ανήκουν και οι γνωστές «θεωρίες της αιτιακής συσσώρευσης», οι οποίες θεωρούν ότι από τη στιγμή που θα εμφανιστούν τοπικές ανισότητες, αναπτύσσεται μία αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία, που εξασφαλίζει τη διατήρηση της ανάπτυξης, εκτός από τις περιπτώσεις καταστροφικών γεγονότων. Η συσσώρευση οικονομικών δραστηριοτήτων και ανθρώπων στις πλούσιες περιοχές εξασφαλίζει την ανατροφοδότηση κύκλων ανάπτυξης, καθώς προσελκύει την ανάπτυξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων και τη μετακίνηση εργατικού δυναμικού προς την εν λόγω περιοχή. Αντίστοιχα, οι φτωχές και λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές στερούνται κεφαλαίου και εργασίας, με αποτέλεσμα να παρατηρείται στασιμότητα και αδυναμία της περιοχής για ανάπτυξη.

Μία πρόσφατη σχολή που εντάσσεται στα συσσωρευτικά μοντέλα είναι η «νέα οικονομική γεωγραφία» (Fujita et al., 1999), η οποία μελετά τις πληθυσμιακές συγκεντρώσεις σε μία περιοχή και την οικονομική δραστηριότητα που αναπτύσσεται σε συνθήκες μονοπωλιακού ανταγωνισμού. Μεγάλη σημασία αποδίδεται συνήθως στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, ενώ θεωρείται ότι μία ήδη αναπτυγμένη αγορά έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει σε μία περαιτέρω διαδικασία συσσώρευσης και να προσελκύσει νέες επιχειρήσεις και εργατικό δυναμικό.

Οι θεωρίες τοπικότητας λαμβάνουν υπόψη τις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, την τεχνική και οργανωτική τεχνογνωσία, καθώς και τις κοινωνικές και θεσμικές δομές, ως βασικούς παράγοντες αύξησης του κεφαλαίου και της παραγωγής. Ανάλογα με τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας, διακρίνονται σε ενδογενή και σε εξωγενή μοντέλα ανάπτυξης. Τα πρώτα αναφέρονται συνήθως σε συσσωρευμένες περιοχές με μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Η επιχειρηματικότητα, η ευελιξία παραγωγής, οι περιφερειακές οικονομίες και ορισμένοι συλλογικοί φορείς μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη. Οι σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων και των ατόμων σε τοπικό επίπεδο δεν καθορίζονται από εθνικούς κανονισμούς, αλλά κυρίως από τις τοπικές ρυθμίσεις, τους κανόνες και τα έθιμα που έχουν τις ρίζες τους στην τοπική πολιτισμική ιστορία του κάθε τόπου (Iacoponi et al., 1995).

O O.O.Σ.Α. εισήγαγε την έννοια της δυναμικής του τόπου για να συμπεριλάβει το σύνολο των ιδιαίτερων περιφερειακών και τοπικών παραγόντων, δομών και τάσεων. Παραδείγματα αυτών αποτελούν οι επιχειρηματικές παραδόσεις, τα δημόσια και ιδιωτικά δίκτυα, η ηθική της εργασίας, η τοπική ταυτότητα, η συμμετοχικότητα και το πολιτισμικό και φυσικό περιβάλλον (OECD, 1996).

Στη δυναμική του τόπου ως παράγοντας ανάπτυξης έρχονται να προστεθούν η δυναμική του πληθυσμού (Bor et al., 1997) και η δυναμική της παγκοσμιοποίησης (Lowe et al., 1993, Flyn και Marsden, 1995), οι οποίες συνθέτουν την άποψη της «αγροτικής αναδόμησης» (Bor et al., 1997). Σύμφωνα με την εν λόγω άποψη, η αγροτική ανάπτυξη προκύπτει από την αλληλεπίδραση των παγκόσμιων δυνάμεων και της αντίστοιχης τοπικής ανταπόκρισης. Οι παγκόσμιες δυνάμεις παράγονται μέσα από τη σύγχρονη διαδικασία παγκοσμιοποίησης, ενώ η τοπική ανταπόκριση αναφέρεται στις διάφορες οικονομικές δραστηριότητες και στην προσαρμογή των τοπικών δρώντων στις νέες συνθήκες. Οι Bor et al. (1997) υποστηρίζουν ότι αυτές οι τοπικές ανταποκρίσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη δομή και τους θεσμούς μιας κοινωνίας, την ιστορία της και την τοπική αυτοδιοίκηση. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύονται οι συνέπειες της εν λόγω αναδόμησης από την κάθε κοινότητα: ως απειλή ή ως ευκαιρία. Στην πρώτη περίπτωση η επέρχεται η στασιμότητα και ο οικονομικός μαρασμός, ενώ η δεύτερη αποτελεί την αρχή για πρόοδο και ανάπτυξη.

Ο ρόλος της καινοτομίας εισάγεται από τα μοντέλα που υποστηρίζουν ότι η εργασία, το κεφάλαιο και η τοπικότητα μόνο δεν επαρκούν για την ανάπτυξη. Για να αναπτυχθεί μία επιχείρηση είναι απαραίτητη η καινοτομία όσον αφορά τα παραγόμενα προϊόντα, τη διαδικασία και οργάνωση της παραγωγής, ενώ αντίστοιχα σε τοπικό επίπεδο σημαντική είναι η κοινωνική και θεσμική καινοτομία (Morgan, 1997). Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται και η τεχνολογική πρόοδος ως μοχλός ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγής. Η ικανότητα μίας περιοχής να προσαρμόζεται στις νέες εξελίξεις και να υιοθετεί σύγχρονες μεθόδους παραγωγής θεωρείται βασικός παράγοντας για την ανάπτυξή της (Molle και Cappellin, 1988).

Η θεωρία των Hecksher-Ohlin δέχτηκε μεγάλη κριτική, καθώς οι εμπειρικές μελέτες απέδειξαν ότι από μόνη της δεν παρείχε επαρκείς εξηγήσεις σχετικά με το οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι τομείς εξειδίκευσης κάθε περιοχής. Για το λόγο αυτό, αναπτύχθηκαν διάφορες παραλλαγές της. Δύο από αυτές είναι η θεωρία της τεχνολογικής απόκλισης (Posner, 1961) και η θεωρία του κύκλου των προϊόντων (Vernon, 1966), που προσέθεσαν το ρόλο της καινοτομίας και της τεχνολογικής προόδου για την τοπική ανάπτυξη.

Το 1995 ο Krugman ανέπτυξε το μοντέλο «κέντρο-περιφέρεια», στο οποίο ο χώρος είχε κεντρικό ρόλο, και προσέθεσε τις τοπικές επιχειρήσεις, τους θεσμούς και τους πολίτες που διαβιούν σε αυτόν ως συνεργούς στην ανάπτυξη.

Σύμφωνα με τον Storper (1997), o χώρος, οι τεχνολογίες και οι οργανώσεις συγκροτούν την «αγία τριάδα» των παραγόντων που καθορίζουν την τοπική οικονομία. Παρόμοιες θεωρίες – κυρίως της αμερικανικής σχολής – προσδίδουν ιδιαίτερη σημασία στους παραδοσιακούς παράγοντες της παραγωγής και τους συνδέουν με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση και τους τεχνο-οικονομικούς παράγοντες μίας περιοχής.

Οι θεωρίες που βασίζονται στη θεωρία του Άγγλου οικονομολόγου Alfred Marshall πιστεύουν ότι η τοπική ανάπτυξη εξαρτάται από τις συμπεριφορές των δρώντων μιας περιοχής, το τοπικό θεσμικό πλαίσιο και κυρίως τις σχέσεις – επίσημες και ανεπίσημες – μεταξύ των επιχειρήσεων (Βecattini, 1989).

Η «προσέγγιση εισόδου-εξόδου» στα μοντέλα τοπικής οικονομίας αναπτύχθηκε από τον Leontief (1956) και γνώρισε σημαντική επιτυχία κατά την εφαρμογή της. Βασίζεται στο δίκτυο δεσμών «εισόδου-εξόδου» που υφίστανται σε μια οικονομία (τοπική/εθνική), που μπορεί να τυποποιηθεί σε έναν πίνακα συναλλαγών, στον οποίο καταγράφονται οι σύνδεσμοι μεταξύ των διαφόρων παραγωγικών τομέων και, επομένως, όλες οι παραγωγικές ροές μιας τοπικής οικονομίας κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου.

Το 1909 ο Weber ανέπτυξε τη δική του θεωρία τοπικής ανάπτυξης, απορρίπτοντας την υπόθεση ενός ομοιογενούς χώρου, όπως υποστήριζαν τα μακρο-οικονομικά μοντέλα και ο νεοκλασικισμός, και εισάγοντας την έννοια της ανομοιογένειας μιας περιοχής μέσα στα πλαίσια μιας ευρύτερης περιφέρειας. Σημαντικό ρόλο παίζει η συσσώρευση (τη διάχυση των παραγωγικών δραστηριοτήτων στην περιφέρεια) και η απόσταση, ιδιαίτερα η τοποθεσία των επιχειρήσεων σε σχέση με το κόστος των μετακινήσεων.

Σε αντιστοιχία με τη θεωρία του Weber, η «θεωρία των κεντρικών ζωνών» δίνει έμφαση στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων του τρίτου τομέα (Capuano, 2000). Ως «κεντρική ζώνη» θεωρείται η περιοχή όπου προσφέρεται μία ποικιλία αγαθών και υπηρεσιών στον πληθυσμό, ο οποίος και καθορίζει τη ζήτηση. Έννοιες-κλειδιά στην εν λόγω θεωρία αποτελούν το «κατώτατο όριο προσφοράς» μιας υπηρεσίας και η «οντότητά» της, δηλαδή ο τόπος όπου προσφέρεται η εν λόγω υπηρεσία. Με βάση αυτά τα δύο στοιχεία οριοθετείται η περιοχή επιρροής μίας επιχείρησης, η οποία σχηματικά αναπαρίσταται με ένα εξάγωνο. Επειδή όμως δεν υπάρχει η ίδια ζήτηση για όλες τις υπηρεσίες, εισάγεται η έννοια του «βαθμού των προσφερόμενων υπηρεσιών», διακρίνοντας υπηρεσίες ανώτερου βαθμού ή σπάνιες. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται μία «ιεραρχία των κέντρων» μέσα στα οποία προσφέρονται οι εν λόγω υπηρεσίες και τα αγαθά. Σύμφωνα με την προσέγγιση του W. Christaller (1933), η ιεράρχηση των περιοχών πραγματοποιείται με τέτοιο τρόπο, ώστε μία περιοχή που προσφέρει αγαθά και υπηρεσίες ανώτερου ιεραρχικά βαθμού διαθέτει επίσης και όλες τις υπηρεσίες και αγαθά που ανήκουν στο κατώτερο επίπεδο της ιεραρχίας.



2.2. Παράγοντες Τοπικής Ανάπτυξης

Πέρα από τις θεωρίες τοπικής ανάπτυξης που αναπτύχθηκαν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι εμπειρικές έρευνες που διεξήχθησαν. Βασισμένοι στις θεωρίες που είχαν ήδη αναπτυχθεί περί τοπικής ανάπτυξης, οι ερευνητές επεχείρησαν να εντοπίσουν τους παράγοντες που καθορίζουν την ανάπτυξη μιας περιοχής. Τα αποτελέσματα των ερευνών ανέδειξαν ένα πλήθος παραγόντων, ενώ κάθε ερευνητής απέδωσε διαφορετική βαρύτητα σε κάθε έναν από τους εν λόγω παράγοντες (Πίνακας 1).

Η Έκθεση του Biehl (1986) δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διεύρυνση της έννοιας «υποδομή», εννοώντας όχι μόνο τις φυσικές αξίες, αλλά και την ευρύτερη έννοια της ανθρώπινης, κοινωνικής και πολιτιστικής υποδομής. Η σημασία του ανθρώπινου παράγοντα είναι πολυδιάστατη και περιλαμβάνει τα δημογραφικά χαρακτηριστικά, τη συμμετοχή, τις δεξιότητες, την ποιότητα, τις στάσεις και το κόστος. Κατ’ αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται μία τυπολογία 11 παραγόντων που θεωρούνται σημαντικοί για την τοπική ανάπτυξη και οι οποίοι συνοψίζονται σε δύο γενικές κατηγορίες: στους παραδοσιακούς παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης (περιοχή, φυσικό κεφάλαιο, υποδομές, ανθρώπινο κεφάλαιο, οικονομία, γνώση και τεχνολογία και βιομηχανική δομή) και στους ελαφρύτερους, λιγότερο απτούς παράγοντες, όπως η ποιότητα ζωής, η θεσμική ικανότητα, η κουλτούρα επιχειρήσεων και η κοινοτική ταυτότητα και εικόνα. Η δεύτερη κατηγορία παραγόντων αναδύθηκε έπειτα από τη διαπίστωση ότι οι παραδοσιακοί παράγοντες από μόνοι τους δεν επαρκούσαν για να καθορίσουν την τοπική ανάπτυξη (Doeringer et al., 1987, Bovaird, 1993).

Οι Bosman και De Smidt (1993) στην έρευνα που διεξήγαγαν για την κατανομή των διεθνών διοικητικών κέντρων διαπίστωσαν ότι οι ανέσεις και το πολιτισμικό υπόβαθρο μίας περιοχής είναι σημαντικοί παράγοντες, αλλά μόνο αν υφίστανται και οι παραδοσιακοί βασικοί τοπικοί παράγοντες για την προσέλκυση επενδύσεων. Αντιθέτως, άλλοι ερευνητές, όπως οι Johnson και Rasker (1995) υποστήριξαν ότι ο παράγοντας ποιότητα ζωής είναι ο σημαντικότερος από όλους προκειμένου να αναπτυχθεί μία κοινότητα.

Ο ίδιος προβληματισμός προέκυψε όσον αφορά τη σημασία της θεσμικής ικανότητας, η οποία θεωρήθηκε βασική προϋπόθεση για την αναγέννηση της Ουαλικής οικονομίας από τους Cooke και Morgan (1993). Στον αντίποδα αυτής της άποψης τίθενται άλλοι ερευνητές, οι οποίοι αμφισβήτησαν την αποτελεσματικότητα της θεσμικής υποδομής (Phelps, 1996), θεωρώντας άλλους ως βασικούς παράγοντες. Αντίστοιχα, οι Jackson (1983) και Doeringer et al. (1987) έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στην τεχνολογική υποδομή, ως παράγοντα πρόβλεψης για την οικονομική ενδυνάμωση μιας περιοχής.

Σε μια αντίστοιχη εμπειρική έρευνα της Wong (1997), βρέθηκε ότι παρά το πλήθος των παραγόντων που έχουν προκύψει από τις θεωρίες της τοπικής ανάπτυξης, οι άμεσα εμπλεκόμενοι (φορείς, τοπική αυτοδιοίκηση, υπάλληλοι, κάτοικοι) θεωρούν ότι η εργασία, το κεφάλαιο, η γη, οι υποδομές και η γεωγραφική θέση μιας περιοχής είναι πρωτεύουσας σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη. Αφού ικανοποιηθούν οι εν λόγω παράγοντες, μπορούν να προστεθούν δευτερεύουσες παράμετροι, όπως η κουλτούρα επιχειρήσεων, η εικόνα και η ποιότητα ζωής μιας περιοχής προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: