Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

Η σημασία του κοινωνικού κεφαλαίου κατά το σχεδιασμό προγραμμάτων παρέμβασης για την ψυχική υγεία και τα άτομα με αναπηρίες

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου, Αντιπρόεδρος ΙΚΠΑ «Η Θεομήτωρ»

Αγνή Βίκη, Ph.D, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο


Περίληψη


Το κοινωνικό κεφάλαιο και δίκτυα είναι έννοιες που επηρεάζουν την κοινωνική και ψυχική υγεία και ιδιαίτερα την ποιότητα ζωής των ατόμων με αναπηρία. Η ολιστική αυτή προσέγγιση υιοθετείται σταδιακά κατά τη διαμόρφωση πολιτικών κοινωνικής ενσωμάτωσης για τις ευάλωτες ομάδες πληθυσμού, ακολουθώντας τις επιταγές της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και τις μεταβολές στον προνοιακό χαρακτήρα του κράτους. Η Κοινοτική Ψυχιατρική και Ψυχολογία επιτάσσει την πρωτογενή παρέμβαση στα πλαίσια της κοινότητας, προάγει τα συνεργατικά αποτελέσματα, ερευνά εμπειρικά τις αντισταθμιστικές δράσεις, όσον αφορά τις περιβαλλοντικές δυναμικές, και αναγνωρίζει ότι ο σχεδιασμός των προγραμμάτων για τα άτομα με αναπηρίες είναι μέρος μιας ευρύτερης πολιτισμικής προσπάθειας.


Λέξεις Κλειδιά: Κοινωνικό κεφάλαιο, σχεδιασμός για ευάλωτες ομάδες, κοινωνική ενσωμάτωση


Abstract

The holistic model is based on the principle that biological and mental health interact with systemic agents, such as social capital and networks. These sociological concepts influence both life quality of handicapped persons, as well as the implementation of new policies for social integration. A shift of emphasis is given to the fact that interventions for people with disabilities usually don’t have long term scope, reproduce non functional structures and lack innovation. Therefore, future curricula should be designed taking into consideration environmental and social factors.

H ολιστική προσπέλαση του ορισμού της υγείας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον πολυπαραγοντικό χαρακτήρα της και τη συσχετίζει με το κοινωνικό, πολιτιστικό και φυσικό περιβάλλον. Η νοσηρότητα εκλαμβάνεται περισσότερο ως μια αποτυχημένη προσπάθεια του οργανισμού να προσαρμοστεί στις συνεχείς προκλήσεις και απειλές, που προέρχονται από το περιβάλλον, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ο αιτιακός χαρακτήρας και των βιολογικών μεταβλητών. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, θεωρεί ότι η υγεία είναι η πλήρης σωματική, ψυχική και κοινωνική ευεξία του ατόμου και όχι απλά η απουσία νόσου ή αναπηρίας. Τα αμιγώς ιατροκεντρικά συστήματα περίθαλψης απέτυχαν στο να διασφαλίσουν την πρόληψη να θεσμοθετήσουν τον οικογενειακό προγραμματισμό και καθίστανται διαρκώς δαπανηρότερα, χωρίς να αποφέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Η λειτουργία τους, τόσο για τις βιολογικές όσο και για τις ψυχικές περιπτώσεις, απεικονίζει καταστάσεις κοινωνικής ανομίας επειδή ακριβώς αγνοούν τον κοινωνικό χαρακτήρα της βιολογικής και ψυχικής υγείας: τις συνθήκες στέγασης και οικονομικού επιπέδου, την ποιότητα της διατροφής, την ύδρευση και αποχέτευση, την εργασιακή αποκατάσταση, το άγχος και πλήθος άλλων υγειονομικών μεταβλητών.

Σε παρόμοιες καταστάσεις ανομίας είχε οδηγηθεί η παγκόσμια οικονομία με την άκρατη καθετοποίηση της παραγωγής μεγάλης κλίμακας, την ιεραρχική οργάνωση αγοράς, τον ασφυκτικό έλεγχο των μέσων παραγωγής, την ανισοκατανομή των κερδών και την αποκοπή του εργαζόμενου από τα δημιουργικά στοιχεία της εργασίας του. Η πόλωση, που επήλθε στο αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης και η διαφαινόμενη καθίζηση του προνοιακού χαρακτήρα του κράτους έκανε εντονότερη την ανάγκη για δικαιότερο επιμερισμό των αγαθών και των υπηρεσιών πρόνοιας. Η απροθυμία πολλών κυβερνήσεων να προσαρμοστούν στις επιταγές της Νέας Οικονομίας γιγάντωσε το αίτημα για την ανάπτυξη συνεργατικών δικτύων μεταξύ προσώπων, φορέων και οργανισμών και σταδιακά μετέβαλε τη στάση των πολιτών, προβάλλοντας τις αρχές της κοινωνικής συνυπευθυνότητας. Η κοινωνική οικονομία σε ορισμένες χώρες πήρε τη σκυτάλη της ανάπτυξης. Ταυτόχρονα έγινε αντιληπτό ότι η συνδιαλλαγή των επιχειρήσεων με την κοινωνία και η συμφιλίωσή τους με τους τοπικούς φορείς θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω του κοινωνικού κεφαλαίου, το οποίο θα εξασφάλιζε τη σύζευξη οικονομικών και κοινωνικών στόχων, θα προήγαγε τη συμμετοχικότητα, την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική εμπιστοσύνη, θα αναδείκνυε το ανθρώπινο και φυσικό κεφάλαιο εξασφαλίζοντας πόρους για αειφόρο ανάπτυξη.

Ο Bourdieu (1985), όρισε το κοινωνικό κεφάλαιο ως το σύνολο των πραγματικών ή συμβολικών πόρων οι οποίοι συνδέονται με πολλαπλά δίκτυα, που διατηρούνται στο χρόνο και συσχετίζονται εν πολλοίς με θεσμοθετημένες σχέσεις αμοιβαίας αποδοχής και αναγνώρισης. Με άλλα λόγια, το κοινωνικό κεφάλαιο αντιπροσωπεύει το άθροισμα των πλεονεκτημάτων που αποκομίζουν όσα άτομα ανήκουν σε κοινά δίκτυα ή σε ομάδες. Ο όγκος του κοινωνικού κεφαλαίου των φορέων εξαρτάται από το μέγεθος του δικτύου διασυνδέσεων, που μπορεί να κινητοποιήσει επιτυχώς, καθώς και από τον όγκο του κεφαλαίου (ψυχικής υγείας, οικονομικού, πολιτισμικού ή συμβολικού), που διαθέτει ο καθένας από εκείνους με τους οποίους συνδέεται. Σύμφωνα με τον Bourdieu, οι κοινωνικές διασυνδέσεις έχουν ευεργετικά αποτελέσματα σε θεμελιώδεις τομείς της ατομικής ζωής, δεδομένου ότι πολλαπλασιάζουν τις ευκαιρίες γνώσης και την πρόσβαση στην πληροφορία μέσω της συναναστροφής με άτομα διαφόρων ειδικοτήτων και της οικειοποίησης του πολιτισμικού τους κεφαλαίου. Παράλληλα, τα κοινωνικά δίκτυα αυξάνουν τις δυνατότητες ψυχικής ευεξίας. Τα επισφαλή αποτελέσματα του κοινωνικού κεφαλαίου απορρέουν από την άνιση κατανομή του: Το κοινωνικό κεφάλαιο είναι ευκολότερα διαθέσιμο συνήθως στους ισχυρούς και αυτό εντείνει τις πρακτικές κοινωνικού αποκλεισμού.

Συναφής προς τον όρο «κοινωνικό κεφάλαιο» είναι η έννοια των κοινωνικών δικτύων. Οι Walker, MacBride & Vachon (1977), όρισαν ως κοινωνικό δίκτυο το άθροισμα των προσωπικών επαφών μέσω των οποίων το άτομο διατηρεί την κοινωνική του ταυτότητα, λαμβάνει συναισθηματική υποστήριξη, υλική ενίσχυση και συμμετοχή στις υπηρεσίες, έχει πρόσβαση στις πληροφορίες και δημιουργεί νέες κοινωνικές επαφές. Τα κοινωνικά δίκτυα συνήθως αποτελούνται από τα μέλη της οικογένειας, τους φίλους και τους γνωστούς και περιλαμβάνουν τρεις κρίσιμες έννοιες: α) το μέγεθος ή το εύρος, το οποίο αναφέρεται στον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν στο δίκτυο, β) στη σύνθεση που αφορά στο ποσοστό συμμετοχής στο δίκτυο μελών της ευρύτερης οικογένειας ή φίλων, γ) τη συχνότητα που δηλώνει το πόσο συχνά τα μέλη ενός κοινωνικού δικτύου αλληλεπιδρούν (Παπάνης & Ρόντος, 2005).

Τα κοινωνικά δίκτυα αναφέρονται ουσιαστικά στις κοινωνικές σχέσεις του ατόμου, στον τρόπο με τον οποίο αυτά αντιλαμβάνονται και αξιολογούν τις εν λόγω σχέσεις. Χαρακτηρίζονται από το μέγεθος, την πυκνότητα (συνδετικότητα μεταξύ των μελών), το δέσιμο, την ομοιογένεια, τη συχνότητα επαφής, τη διάρκεια και την αμοιβαιότητα (Berkman & Glass, 2000). Η συναισθηματική, ψυχολογική ή οικονομική στήριξη που μπορούν να αντλήσουν τα άτομα μέσω των κοινωνικών τους δικτύων συνθέτουν την κοινωνική στήριξη. Ο αποκλεισμός από τα δίκτυα θεωρείται ότι μειώνει τις δυνατότητες των ατόμων να αντιμετωπίσουν το άγχος, να αποκτήσουν κοινωνική ταυτότητα, να λάβουν συναισθηματική στήριξη ή υλική βοήθεια και να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και πληροφορίες. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη κοινωνικής στήριξης έχει συνδεθεί με παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής, όπως η ικανοποίηση από τη ζωή και η αίσθηση ευημερίας (Breeze et al., 2001).

H ποιότητα ζωής απαρτίζεται από πολλές κοινωνικές και ατομικές προτεραιότητες μεταξύ των οποίων είναι και η ψυχική υγεία. Σε μία έρευνα των Bowling & Windsor (2001), στη Βρετανία για τα έξι σημαντικότερα πράγματα στη ζωή, οι ερωτώμενοι έθεσαν στην πρώτη θέση (53%) τις σχέσεις τους με την οικογένεια, τους συγγενείς, τους φίλους και τους οικείους, γεγονός που δείχνει την αξία των κοινωνικών δικτύων. Ο Parsons (1951), επεσήμανε ότι οι προσδοκίες της κοινωνίας και οι κοινωνικές νόρμες σχετικά με τους ρόλους και τη συμπεριφορά των ατόμων έχει αντίκτυπο στην υγεία τους. Σύμφωνα με τον Dubos (1959), η υγεία δεν μπορεί να οριστεί χωριστά από την κοινωνία, αλλά πάντα σε σχέση με την ικανότητα των ατόμων να λειτουργούν με τρόπο αποδεκτό τόσο από τους εαυτούς τους όσο και από το κοινωνικό σύνολο στο οποίο ανήκουν. Συνεπώς, η κοινωνική υγεία μπορεί να ορισθεί σε σχέση με τα συστήματα κοινωνικής στήριξης που μπορούν να παρεμβαίνουν και να μεταβάλλουν την επίδραση του περιβάλλοντος και των αγχογόνων γεγονότων στη σωματική και ψυχική υγεία (Donald et al., 1978. Caplan, 1974. Cassel, 1976). H μέτρηση της κοινωνικής υγείας εστιάζεται στο άτομο και ορίζεται σε σχέση με τις διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις και την κοινωνική συμμετοχικότητα.

Το επίπεδο υγείας μιας κοινότητας συσχετίζεται θετικά με το βάθος του κοινωνικού κεφαλαίου της. Τα μέλη με περιορισμένες κοινωνικές επαφές έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αποβιώσουν σε κάποιο ατύχημα ή από θανατηφόρο ασθένεια, ενώ κοινωνίες στις οποίες οι πολίτες δραστηριοποιούνται ενεργά και μετέχουν στη μετεξέλιξή της, παρουσιάζουν μικρότερα ποσοστά θνησιμότητας και υψηλότερο μέσο όρο ζωής (Boswell-Purdy, J., 2001. OECD, 2001. Kawachi et al., 1996. Kawachi, Kennedy, Lochner, & Prothrow-Stith, 1997. Wilkinson, 1996. Kaplan, Pamuk, Lynch, & Balfour, 1996). Μάλιστα οι δείκτες συσχέτισης είναι τόσο υψηλοί, που η ύπαρξη κοινωνικού κεφαλαίου σε αλληλεπίδραση με το κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο μιας περιοχής θεωρούνται αιτιακοί παράγοντες εμφάνισης πολλών ασθενειών (Worsley, 2001). Σε τέτοιες κοινότητες διαπιστώθηκε χαμηλή θνησιμότητα από καρδιακές παθήσεις και κακοήθη νεοπλάσματα (Kawachi et al., 1997) ατυχήματα και αυτοκτονίες (Kawachi et al., 1996) μικρότερη εκδήλωση μεταδοτικών ασθενειών (Lindstrom, Hanson, & Ostergren, 2001) και χαμηλότερος δείκτης εγκληματικότητας (Sampson, Raudenbush, & Earls, 1997. Kawachi, Kennedy, Prothrow-Stith, Lochner, & Gupta, 1998. Kawachi, Kennedy, & Wilkinson, 1999). Τα παραπάνω είναι απολύτως αληθή για την Ελλάδα δεδομένου ότι το κράτος αδυνατεί να ιδρύσει ένα αποτελεσματικό σύστημα υγείας, το ρόλο του πολλές φορές αναπληρώνουν τα κοινωνικά δίκτυα (π.χ. ο γνωστός ή γείτονας που θα μεταφέρει έναν τραυματία στο νοσοκομείο ελλείψει ασθενοφόρου).

Παράλληλα, ίδια σχέση υπάρχει ανάμεσα στις ψυχικές ασθένειες και το κοινωνικό κεφάλαιο. Ο αριθμός των αυτοκτονιών αυξάνεται σε κοινότητες που υπάρχει έλλειμμα εμπιστοσύνης, απαξιωτικές προσωπικές σχέσεις, ανταγωνισμός και αποπροσωποποίηση. Μοναχικοί, ηλικιωμένοι πολίτες με περιορισμένο κύκλο κοινωνικών επαφών έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν άνοια και νόσο Alzheimer από ό,τι οι ηλικιωμένοι με έντονη κοινωνική ζωή.

Βασιζόμενοι στη θεωρία του Putnam (2000), ότι το κοινωνικό κεφάλαιο αναφέρεται στις κοινωνικές σχέσεις, τα κοινωνικά δίκτυα και τις κανονιστικές ρυθμίσεις ανάμεσα στα άτομα, πολλοί ερευνητές μελέτησαν τη σύνδεση της υγείας με αυτό (Berkman & Syme, 1979. House, Landis, & Umberson, 1988. Wolf & Bruhn, 1992. Shye, Mullooly, Freboorn, & Pope, 1995. Litwin, 1998. Berkman, 2000). Σε κρίσιμες περιόδους (π.χ. χρονικά διαστήματα κακής υγείας), τα άτομα κάνουν χρήση των κοινωνικών δικτύων προκειμένου να αντλήσουν συναισθηματική στήριξη ή χρήσιμες πληροφορίες. Επιπλέον, τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να δράσουν ελεγκτικά και ρυθμιστικά για τον περιορισμό επιβλαβών για την υγεία συμπεριφορών, όπως το κάπνισμα και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αν και τα οικογενειακά και φιλικά δίκτυα είναι σημαντικά για τη βιολογική και ψυχολογική ευεξία και η σημασία του κοινωνικού κεφαλαίου δεσμού είναι βαρύνουσα, σε μακροεπίπεδο το κοινωνικό κεφάλαιο γεφύρωσης είναι αυτό που συμβάλλει στη γενική υγεία της κοινότητας και στην ποιότητα ζωής των ασθενών. Ως παράδειγμα αναφέρεται στη βιβλιογραφία η περίπτωση των ομάδων καρκινοπαθών, οι ανώνυμοι αλκοολικοί και οι κοινότητες απεξάρτησης. Η συμμετοχή του ατόμου στις ομάδες αυτές, είτε ως υποστηρικτής είτε ως υποστηριζόμενος προσφέρει σημαντικά οφέλη. Οι παραγόμενες υπηρεσίες είναι υψηλής αποδοτικότητας, αφού οι καρκινοπαθείς – υποστηρικτές, οι αλκοολικοί και οι απεξαρτημένοι είναι κάτοχοι μίας βιωματικής γνώσης για την ασθένεια που δεν διαθέτει το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό. Η υποστηρικτική αυτή γνώση προσφέρεται δωρεάν στον ασθενή–υποστηριζόμενο και συχνά, εκτός των πρακτικών συμβουλών, λειτουργεί ως «βαλβίδα ασφαλείας» κατά της ψυχικής και κοινωνικής πίεσης που βιώνει ο ασθενής. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς που συμμετέχουν ενεργά στις ομάδες έχουν καλύτερα ποσοστά επιβίωσης. Αν και οι ακριβείς λόγοι παραμένουν άγνωστοι, πιθανολογείται ότι η συμμετοχή αυξάνει τη θέληση για επιβίωση, η οποία με τη σειρά της επιδρά στον έλεγχο των ανεπιθύμητων ενεργειών και στη διατήρηση ενός καλού επιπέδου διατροφής (Ρεντούμης, Μητσοτάκης, Ζάβρας, 2004).

Το κοινωνικό κεφάλαιο δεν προσλαμβάνει τις ίδιες μορφές σε κάθε κοινωνία και, συνεπώς, δε μπορεί να θεωρηθεί άκριτα ως το μόνο μέσο για τη βελτίωση της υγείας. Οι ίδιες συνθήκες που κάνουν τις σύγχρονες κοινωνίες φιλελεύθερες πολλές φορές θέτουν σε κίνδυνο κάποιες αποδεκτές μορφές κοινωνικού κεφαλαίου. Ο Harriss (2001), υποστηρίζει ότι οι διαστάσεις της κοινωνικής αλληλεγγύης που είναι ιδιαίτερης σημασίας σε μία δεδομένη κοινωνία μπορούν να γίνουν δύσκολα κατανοητές σε μία άλλη. Επομένως, η προσπάθεια εφαρμογής όρων ισότητας στην εν λόγω κοινωνία ενδέχεται να δημιουργήσει πολλά πρακτικά προβλήματα.

Ο Cusack (1999), αναφέρει πως οι τοπικές κοινωνίες στη Γερμανία εμφανίζουν υψηλότερη ποιότητα ζωής και υγείας, καθώς και αποτελεσματικότητα διακυβέρνησης, όταν στη διοίκησή τους εμπλέκονται άνθρωποι με ήδη αναπτυγμένη κοινωνική συμμετοχή και με υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης προς τους συνανθρώπους τους, τους πάσχοντες και προς τους κοινωνικούς θεσμούς. Κατά τους Boix & Poisner (1996), η ποιότητα της διακυβέρνησης βελτιώνεται όταν αυξάνεται το κοινωνικό κεφάλαιο. Οι πολίτες εμφανίζουν μεγαλύτερη διάθεση για συνεργασία, ενδιαφέρονται περισσότερο για τα κοινά και δε λειτουργούν απλώς σαν φερέφωνα των πολιτικών. Ταυτόχρονα, και οι δημόσιες υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας παρέχουν υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στον πολίτη, βασισμένες στη συνεργασία και την εμπιστοσύνη.

Η απαίτηση για ποιότητα στις υπηρεσίες και στα αγαθά σε συνδυασμό με την επιθυμία των πολιτών για δημοκρατικότερες κανονιστικές ρυθμίσεις, για κοινωνική συνοχή και ασφάλεια ενδυνάμωσε την τάση για άρση των εμποδίων, που προκαλούσαν την απομόνωση των ψυχικώς πασχόντων και των ΑμεΑ, αλλά και γενικότερα έκανε καταληπτή στις ευρύτερες ομάδες πληθυσμού την πεποίθηση ότι ο ιδιότυπος αυτός κοινωνικός αποκλεισμός περιόριζε το πολιτισμικό κεφάλαιο και αποτελούσε όνειδος για τις σύγχρονες κοινωνίες. Αυτή η ωρίμανση δεν προήλθε από την πολυδιαφημιζόμενη ψυχιατρική μεταρρύθμιση, αλλά από μεμονωμένες αρχικά φωνές, που αργότερα σχημάτισαν μη κυβερνητικές οργανώσεις και εθελοντικούς συλλόγους και προέβαλλαν ολοένα και πιο έντονα την ανάγκη για επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών αξιών. Στο προσκήνιο επανήλθαν οι συστημικές και ολιστικές προσεγγίσεις με αποτέλεσμα σήμερα η ψυχική και βιολογική υγεία να αποτελεί μείζον θέμα και μέλημα της Ευρωπαϊκής πολιτικής.

Η κοινωνική αλληλεγγύη και συμμετοχικότητα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνουν εφικτοί οι στόχοι της αποασυλοποίησης και της ενσωμάτωσης των ψυχικώς πασχόντων και των ΑμεΑ. Η κεντρική διοίκηση και ο συγκεντρωτισμός των φορέων ειδικής αγωγής και πρόνοιας ευνόησε τον ασυλικό εκφυλισμό του συστήματος ψυχικής υγείας και οδήγησε στην περιθωριοποίηση. Η παντελής απουσία του τοπικού παράγοντα υπήρξε εμφανής σε όλες τις επιχειρούμενες δράσεις, που τελικά αποκάλυψαν τον αποσπασματικό και βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα τους.

Οι καινοτόμες δράσεις που αφορούν τη στήριξη των ΑμεΑ απαιτούν τη συνεργασία όλων των μερών δηλαδή των ΚΔΑΥ, των ιδρυμάτων κοινωνικής πρόνοιας, των ειδικών σχολείων και των ψυχιατρικών ιδρυμάτων. Οι διατομεακές αυτές συμπράξεις έχουν πολλαπλασιαστικά οφέλη, γιατί χωρίς να διακυβεύουν την εταιρική και οργανωσιακή ταυτότητα των μελών, αξιοποιούν στο έπακρο τις ιδιαίτερές τους δυναμικές και τις διαφορετικές προσεγγίσεις που προκύπτουν από το συγκερασμό των δυνατοτήτων τους. Στόχος παραμένει η κατά το δυνατόν αυτόνομη διαβίωση των ΑμεΑ και η ολική ή μερική επανένταξη.

Στα εταιρικά αυτά δίκτυα συμμετέχουν οι ενώσεις γονέων και κηδεμόνων, οι εκπαιδευτικοί ειδικής αγωγής, οι φορείς της κοινότητας και εν γένει όλες οι εθελοντικές οργανώσεις μιας τοπικής κοινωνίας. Η συνδιαλλαγή εξειδικευμένης γνώσης, δημιουργικής εκμετάλλευσης του ελευθέρου χρόνου και κατά συνέπεια η ολόπλευρη χρήση των κοινωνικών δικτύων και κεφαλαίου της περιοχής θα επιφέρει την επίτευξη στόχων, που θα ήταν αδύνατη εφόσον η προσπέλασή τους επιχειρείτο από μεμονωμένους φορείς περίθαλψης. Τα κοινωνικά αυτά δικτυακά μορφώματα διασυνδέονται με το περιφερειακό και εθνικό δίκτυο. Το αίσθημα αλληλεγγύης που προκύπτει από την τοπική αυτή συνυπευθυνότητα σχετικά με την ευημερία των ΑμεΑ αντιστρατεύεται σθεναρά τον ατομισμό και μονισμό που συνεπάγεται η άκρατη βιομηχανοποίηση των ιδανικών και ο ανεξέλεγκτος ευδαιμονισμός που εισήλασε απειλώντας την κοινωνική συνοχή.

Τα παραπάνω αποτελούν πλέον πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ΑμεΑ και πολλές φορές αναφέρονται με τον όρο «Σχεδιασμός για όλους». Οι δημογραφικές μεταβολές, τα μετανευστικά ρεύματα, η παράταση του προσδόκιμου επιβίωσης, η συνεπακόλουθη γήρανση του πληθυσμού και η έκπτωση της πυρηνικής οικογένειας, που υποκαθιστούσαν εν μέρει τον προνοιακό χαρακτήρα του κράτους, διατράνωσαν την ανάγκη της κοινωνικής ευθύνης, τόσο των επιχειρήσεων, όσο και της υπευθυνότητας του πολίτη για όλες τις επαπειλούμενες ευάλωτες ομάδες πληθυσμού.

Η παραπαιδεία, η παρά – υγεία, η καταστροφή του περιβάλλοντος και η περιθωριοποίηση αποτελούν ενδείξεις μη χρηστής διακυβέρνησης και επιτάσσουν την κινητοποίηση όλων των φορέων αλλά και της συνείδησης των πολιτών, ώστε να απομακρυνθεί ο κίνδυνος μιας αήθους κοινωνίας. Στα πλαίσια αυτά διακρίνουμε δύο τάσεις: Αυτή που αγκυλωμένη σε αντιλήψεις του παρελθόντος μεταθέτει τις ευθύνες για τη μέριμνα των ΑμεΑ στην κρατική παρέμβαση και σε εκείνη που διακηρύττει την κοινωνική δικτύωση, τις κοινωνικές επιχειρήσεις και τη συστράτευση όλων των δυναμικών της τοπικής και ευρύτερης κοινωνίας για την ενσωμάτωση των ατόμων με αναπηρίες. Η αποδοχή των ειδικών αυτών ομάδων του πληθυσμού αποτελεί ένα κοινωνικό στοίχημα, το οποίο αν κερδηθεί θα αυξήσει το κοινωνικό και πολιτισμικό κεφάλαιο των τοπικών κοινωνιών και θα διευρύνει σε καιρούς χαλεπούς την πρόνοια και την ευρεία κοινωνική άμυνα. Εν κατακλείδι, η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει λόγο για μια ανοιχτή χωρίς εμπόδια κοινωνία της πληροφορίας και δημιουργία συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, στα οποία θα συμμετέχουν τα ΑμεΑ αξιοποιώντας τις κοινωνικές συμπράξεις των περιφερειών. Το ζητούμενο για τους αναπήρους είναι η ενθάρρυνση περιβαλλόντων ανεξάρτητης διαβίωσης, δηλαδή ενός συνδυασμού φυσικής, ψυχικής και κοινωνικοσυναισθηματικής ικανότητας με υπηρεσίες και τεχνολογία που να καλύπτει όλο το φάσμα της ζωής τους.

Αποκύημα των παραπάνω θεωριών είναι η ανάπτυξη της Κοινοτικής Ψυχιατρικής και Ψυχολογίας.

Η Κοινοτική Ψυχιατρική και Ψυχολογία αναπτύχθηκε για να μελετήσει τα αποτελέσματα που προκαλούν οι κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες στη συμπεριφορά των ατόμων, των ομάδων και των οργανισμών σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα. Υπό αυτή την οπτική μπορεί να ειπωθεί ότι η Κοινοτική Ψυχολογία αποτελεί ένα εγχείρημα, το οποίο ενισχύει το δικαίωμα του κάθε ατόμου στη διαφορετικότητα, χωρίς αυτό να υφίσταται υλικές ή ψυχικές κυρώσεις.

Η Κοινοτική Ψυχιατρική και Ψυχολογία προσεγγίζει τα προβλήματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς δίνοντας έμφαση στη συμβολή των περιβαλλοντικών παραγόντων, καθώς όταν αξιοποιούνται κατάλληλα οδηγούν στην καταπράυνση των προβλημάτων.

Τα επιπλέον χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να λαμβάνει υπόψη της η πρωτογενής παρέμβαση στα πλαίσια της κοινότητας είναι: να αποτιμά και να προάγει τα συνεργατικά αποτελέσματα και να ερευνά εμπειρικά τις αντισταθμιστικές της δράσεις, όσον αφορά τις περιβαλλοντικές δυναμικές, να είναι δομημένη και να μπορεί να επιδράσει πάνω σε σύνθετες κοινωνικές δομές, να εξετάζει θεσμικά και κοινωνικά ζητήματα κι όχι μόνο τους ατομικούς παράγοντες, να αναγνωρίζει ότι το πρόγραμμα δεν είναι παρά ένα μέρος μιας ευρύτερης πολιτισμικής προσπάθειας. Αντίστοιχα η μετατόπιση από το άσυλο στην κοινοτική δομή και από την ιδρυματική πρόνοια στην κοινοτική φροντίδα έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: υπηρεσίες κοντά στην κατοικία, συμπεριλαμβανομένης της περίθαλψης σε Γενικά Νοσοκομεία για την αντιμετώπιση των οξέων περιστατικών, δυνατότητες στέγασης σε μακροπρόθεσμη βάση μέσα στην κοινότητα, παρεμβάσεις που κατευθύνονται τόσο στα συμπτώματα όσο και στη συνεπαγόμενη ανικανότητα, εξατομικευμένη θεραπεία και περίθαλψη σύμφωνα με τη διάγνωση και τις ανάγκες του κάθε πάσχοντα, ευρύ φάσμα υπηρεσιών, που καλύπτουν τις ανάγκες των ασθενών με ψυχικές διαταραχές, καλή συνεργασία των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και άλλων κοινοτικών υπηρεσιών, ευέλικτες παρά στατικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μπορούν να προσφέρουν θεραπεία κατ’ οίκον, συνεργασία με τους φροντιστές (συγγενείς) των ασθενών και ικανοποίηση των αναγκών τους, υποστηρικτική νομοθεσία των παραπάνω πρακτικών.

Επιπλέον, οι υπηρεσίες πρόνοιας φροντίζουν για την ορθολογική εξυπηρέτηση των ατόμων που είναι αποδέκτες των υπηρεσιών τους, με τη διαμόρφωση ειδικών χώρων ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ομάδας στόχου και τη συνεργασία με εξειδικευμένους φορείς του δημόσιου, ιδιωτικού ή εθελοντικού τομέα για την εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων αποκατάστασης για κάθε ομάδα, συνάπτουν προγραμματικές συμβάσεις και δημιουργούν δίκτυα συνεργασίας με φορείς του δημόσιου, ιδιωτικού ή εθελοντικού τομέα, που ειδικεύονται σε θέματα προνοιακών υπηρεσιών, αναπτύσσουν προγράμματα και ενέργειες που προάγουν την ελεύθερη καλλιέργεια του πνεύματος των ΑμεΑ και ενδυναμώνουν τη συμμετοχή τους σε κοινωνικά, πολιτιστικά και αθλητικά δρώμενα με στόχο την κοινωνική τους αποκατάσταση, οργανώνουν δίκτυα παροχής υπηρεσιών και πληροφοριών για τα άτομα που περιθάλπουν, αλλά και τις οικογένειές τους και προωθούν σχετικές συνεργασίες με αντίστοιχα δίκτυα του εσωτερικού ή του εξωτερικού, σχεδιάζουν και υλοποιούν προγράμματα υποστήριξης και κατάρτισης των μελών του προσωπικού του με στόχο την ενίσχυση των δράσεών τους, μισθώνουν χώρους για ξενώνες, κατοικίες αυτόνομης ή ημιαυτόνομης διαβίωσης, καθώς επίσης και ειδικούς χώρους για την έκθεση και πώληση έργων των ατόμων με αναπηρία που διαμένουν στα ιδρύματα ή παρακολουθούν τα προγράμματα ημερήσιας φροντίδας και αποκατάστασης, συμμετέχουν σε προγράμματα και υλοποιούν δράσεις που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους Διεθνείς Οργανισμούς στους τομείς της κοινωνικής φροντίδας, της επαγγελματικής κατάρτισης και της προώθησης στην απασχόληση Ατόμων με Αναπηρία, συνάπτουν συμβάσεις με φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την ανάθεση εργασιών επιστημονικής και διοικητικής υποστήριξης που συμβάλλουν στην εξυπηρέτηση των σκοπών τους, εφαρμόζουν προγράμματα αναδοχής περιθαλπομένων από ανάδοχες οικογένειες, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, συνεργάζονται με Πανεπιστημιακά ιδρύματα για την υλοποίηση προγραμμάτων και δράσεων του τομέα Κοινωνικής Πρόνοιας και υποστηρίζουν την επαγγελματική αποκατάσταση και εργασιακή ένταξη των ατόμων με ψυχικές διαταραχές και των ΑμεΑ, διαμέσου της ανάπτυξης επιχειρηματικών πρωτοβουλιών συνεταιριστικού χαρακτήρα (Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένοι Ευθύνης – ΚοιΣΠΕ). Η δημιουργία των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Κινητών Μονάδων και των Ιατροπαιδαγωγικών Κέντρων πρέπει να συνοδεύεται από τη δημιουργία δικτύου υπηρεσιών ανά νομό, ο οποίος αποτελεί μια τομεοποιημένη περιοχή, που θα καλύπτει όλες τις ανάγκες των αρρώστων: Κέντρα Ημέρας, Ειδικές Μονάδες για τον αυτισμό, Ειδικά Κέντρα Κρίσης και αντιμετώπισης της Υποτροπής. Την εποπτεία των ψυχιατρικών υπηρεσιών, ανά νομό, καθώς και την ευθύνη για την ίδρυση και λειτουργία νέων μονάδων θα έχουν οι τομεακές επιτροπές ψυχικής υγείας, οι οποίες θα διαχειρίζονται συγκεκριμένα κονδύλια για το σκοπό αυτό. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει κάνει από το 2001 συστάσεις στα κράτη μέλη του αναφορικά με τις δράσεις που πρέπει να αναλάβουν, ώστε να προαχθεί η ψυχική υγεία των πολιτών. Αυτές οι συστάσεις αφορούν την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών σε πρωτοβάθμιο επίπεδο την αντικατάσταση των μεγάλων ψυχιατρικών ιδρυμάτων με κατάλληλα διαμορφωμένες κοινοτικές δομές με διαθέσιμες κλίνες σε ψυχιατρικά τμήματα Γενικών Νοσοκομείων, καθώς και υποστήριξη των ασθενών κατ’ οίκον, την έναρξη ενημερωτικών εκστρατειών ενάντια στο στίγμα και τον αποκλεισμό, την υποστήριξη της έρευνας, την εμπλοκή των κοινοτήτων, οικογενειών και γενικότερα των χρηστών των υπηρεσιών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για τις πολιτικές που πρέπει να ακολουθούνται και τις υπηρεσίες που πρέπει να παρέχονται, την αναδιαμόρφωση της νομοθεσίας, την κατάρτιση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, την αλλαγή κουλτούρας των τοπικών κοινωνιών, τη δικτύωση των φορέων, την αναλυτική καταγραφή των αναγκών.

Η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των ψυχικώς πασχόντων και των ΑμεΑ συνδέεται άρρηκτα με την άνοδο του επιπέδου της ποιότητας ζωής και με την κοινωνική συνοχή. Ο όρος «ποιότητα ζωής» είχε λανθασμένα ταυτιστεί με την έννοια του βιοτικού επιπέδου, καθώς περιλάμβανε έννοιες που είχαν να κάνουν με την καταναλωτική κοινωνία: την ιδιοκτησία ηλεκτρικών συσκευών, αυτοκινήτων και οικίας. Σε κοινωνικό επίπεδο, όμως, η εξασφάλιση της ισότητας ανάμεσα σε όλους τους πολίτες και η παροχή των βασικών μέσων για την αυτοσυντήρησή τους αποτελεί εκ των ουκ άνευ συνθήκη και η βασικότερη προϋπόθεση για την ευημερία.


Βιβλιογραφία

Berkman L.F. & Syme S.L., (1979). «Social networks, host resistance, and mortality: A 9-yr follow-up study of Alameda County residents», American Journal of Epidemiology, 109, 186–204.

Berkman L., (2000). «Social support, social networks, social cohesion and health», Social Work in Health Care, 31(2), 3–14.

Berkman L.F. & Glass T., (2000). «Social integration, social networks, social support and health», in: «LF. Berkman and I. Kawachi» (eds), Social Epidemiology, Oxford, Oxford University Press.

Boix C. & Posner D., (1996). «Making Social Capital Work: A Review of Robert Putnam’s Making Democracy Work: Civic Traditions in Modern Italy», Harvard University Center for International Affairs Working Paper Series, 96 (4).

Boswell-Purdy J., (2001). Social Variables as Predictors of Health and Mortality, Policy Research Division, Health Canada, Internal Discussion Paper.

Bourdieu P., (1985). The forms of social capital, in «Handbook of Theory and Research for the Sociology of Education» (ed. J. G. Richardson), New York, Greenwood, 241-258.

Bowling A. & Windsor J., (2001). «Towards the good life. A population survey of dimensions of quality of life», Journal of Happiness Studies, 2, 55-81.

Breeze E., Grundy C., Fletcher A. et al., (2001). «Inequalities in quality of life among people aged 75 years and over in Great Britain». Sheffield: ESRC Growing Older Programme, Research Findings, 1.

Caplan G., (1974). Support systems and community mental health, New York, Behavioral Publications.

Cassel J., (1976). «The contribution of the social environment to host resistance», American Journal of Epidemiology, 104, 107-123.

Cusack T., (1999). «Social Capital, Institutional Structures and Democratic Performance: A Comparative Study of German Local Governments», European Journal of Political Research, 35 (1).

Donald C.A, Ware J.E, Brook R.H. et al., (1978). Conceptualization and measurement of health for adults in the Health Insurance Study, vol. IV, Social health. Santa Monica, CA: Rand Corporation, R-1987/4-HEW.

Donald D.R., (1991). «Training needs in educational psychology for South African social and educational conditions», South African Journal of Psychology 21(1), 38-44.

Dubos R., (1959). Mirage of health, New York, Harper.

Harriss J., (2001). Depoliticising development: The World Bank and social capital, New Delhi, Left Word Books.

House J., Landis K., & Umberson D., (1988). «Social relationships and health», Science, 241, 540–545.

Kaplan G.A., Pamuk E., Lynch J.W., Cohen R.D. & Balfour J.L., (1996). «Income inequality and mortality in the United States», British Medical Journal, 312, 999 –1003.

Kawachi I., Colditz G.A., Ascherio A., Rimm E., Giovannuchi E., Stampfer M J. & Willett W. C., (1996). «A prospective study of social networks in relation to total mortality and cardiovascular disease in men in the USA», Journal of Epidemiology and Community Medicine, 50, 245–251.

Kawachi I., Kennedy B., Lochner K., Prothrow-Stith D., (1997). «Social Capital, Income Inequality, and Mortality», American Journal of Public Health, 87 (9), 1491-1498.

Kawachi I., Kennedy B.P. & Wilkinson R.G., (1999). «Crime: Social disorganization and relative deprivation», Social Science and Medicine, 48, 719–731.

Lindström M., Hanson B.S. & Ostergren, P.-O., (2001). «Socioeconomic differences in leisure-time physical activity: The role of social participation and social capital in shaping health-related behavior», Social Science and Medicine, 52, 441–451.

Litwin H., (1998). «Social network type and health status in a national sample of elderly Israelis», Social Science and Medicine, 46, 599–609.

OECD, (2001). The Well-being of Nations: The Role of Human and Social Capital, Paris.

OECD (2005). Culture and Local Development. Paris.

Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Έκθεση για την Παγκόσμια Υγεία, Γενεύη (2001), Ψυχική Υγεία: Νέα Αντίληψη, Νέα Ελπίδα.

Παπάνης Ε. & Ρόντος Κ., (2005). Ψυχολογία – Κοινωνιολογία της Εργασίας και Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού: Θεωρία και Εμπειρική Έρευνα, Αθήνα, Σιδέρης.

Parsons T., (1951). The social system, New York, Free Press.

Putnam R., (2000). Bowling Alone - The Collapse and Revival of American Community, New York, Simon & Schuster.

Ρεντούμης Τ., Μητσοτάκης Κ., Ζάβρας Α., (2004). Ανάπτυξη του Κοινωνικού Κεφαλαίου και Ενεργοποίηση των Πολιτών: μια νέα πολιτική πρακτική, Φιλελεύθερη Έμφαση, 19.

Sampson R., Raudenbush S. & Earls F., (1997). Neighbourhoods and violent crime: a multilevel study of collective efficacy quoted in Halpern, D. (1999). Social capital: the new golden goose. Faculty of Social and Political sciences, Cambridge University, Unpublished review.

Shye D., Mullooly J.P., Freboorn D.K. & Pope C. R., (1995). «Gender differences in the relationship between social network support and mortality», Social Science and Medicine, 41 (7), 935–947.

Walker K., Macbride A. & Vachon M.L.S., (1997). «Social support networks and the crisis of bereavement», Social Science and Medicine, 11, 34-41.

Wilkinson R.G., (1996). Unhealthy Societies: the afflictions of inequality, London, Routledge.

Wolf S. & Bruhn J., (1992). The power of a clan: A 25 yr prospective study of Roseto, PA, New Brunswich, Transaction Publishers.

Worsley A., (2001). «Diet and hypertension in the Asia-Pacific region: a brief review», Asia Pacific Journal of Clinical Nutrition, 10(2), 97-102.

Δεν υπάρχουν σχόλια: