Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Παιδική Επιθετικότητα

Επιμέλεια: Αγνή Βίκη και Ευστράτιος Παπάνης

Αν θέλαμε να ιεραρχήσουμε τα προβλήματα, που μπορεί να παρουσιαστούν σε ένα συνηθισμένο σχολείο, ένα ειδικό σχολείο, μία συνηθισμένη σχολική τάξη ή μία ειδική τάξη, αυτό που πιθανόν θα έμπαινε στην πρώτη ή στις πρώτες θέσεις θα ήταν σίγουρα το πρόβλημα των ανεπιθύμητων συμπεριφορών. Και αυτό γιατί το συγκεκριμένο πρόβλημα μπορεί να γίνει αιτία και αφορμή για πολλά άλλα που αφορούν τόσο το μαθητή στον οποίο παρουσιάζεται, όσο και το ευρύτερο σχολικό περιβάλλον. Έτσι σαν απόρροια μπορεί να έχουμε μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα προσαρμογής και κοινωνικοποίησης, διατάραξη του σχολικού κλίματος γενικά, και μακροχρόνιο πρόβλημα παραβατικότητας.
Οι αιτίες της προβληματικής συμπεριφοράς μπορεί να είναι εγγενείς στο άτομο, να είναι δηλαδή οργανικής προέλευσης ή να είναι περιβαλλοντικής φύσης. Οι εγγενείς αιτίες μπορεί να αφορούν υπερκινητικότητα, χαμηλή νοημοσύνη, συναισθηματικές διαταραχές, ψυχοπαθολογία. Στις περιβαλλοντικές αιτίες μπορούμε να συμπεριλάβουμε ένα στερημένο, διαταραγμένο και χαώδες οικογενειακό ή ευρύτερο περιβάλλον, αλλά και ένα προβληματικό και μη ευέλικτο σχολικό-περιβάλλον (βλέπε κεφάλαιο παρακάτω)..
Ας δούμε όμως πως οι παραπάνω αιτίες οδηγούν, στην ανεπιθύμητη ή διαταραγμένη, όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε, συμπεριφορά.
Η υπερκινητικότητα από μόνη της αποτελεί μια προβληματική συμπεριφορά και ίσως τη συχνότερη. Το φαινόμενο έχει απασχολήσει επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων και αναφέρεται με τον όρο Υπερκινητικό Σύνδρομο, αφορά δε στο συνδυασμό ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας. Το DSM ΠΙ (1980) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας θέτει σαν προϋπόθεση για τη διάγνωση της διαταραχής τη συνύπαρξη συμπτωμάτων απροσεξίας και υπερκινητικότητας.
Το σύνδρομο εμφανίζεται συχνότερα στα αγόρια απ’ ότι στα κορίτσια και φυσικά υπάρχουν διαφορές ως προς την ποιότητα και την ποσότητα του φαινομένου. Ακόμη παρατηρείται σε σημαντικό ποσοστό να επιμένουν οι πυρηνικές του δυσκολίες και στην εφηβεία αλλά και στην ενηλικίωση.
Όπως είναι πολύ φυσικό, μέσα στο σχολικό περιβάλλον, όπου επιδιώκεται η τάξη, όχι ίσως όπως παλαιότερα σαν αυτοσκοπός αλλά σαν αναγκαία συνθήκη για να υπάρχει το κατάλληλο μαθησιακό κλίμα, η υπερκινητικότητα είναι απορριπτέα.
Ο μη σωστός χειρισμός του προβλήματος μπορεί και οδηγεί συνήθως σε μαθησιακές δυσκολίες και κατ' επέκταση σε σχολική αποτυχία και συχνά σε περιθωριοποίηση το μαθητή. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε χειροτέρευση της όλης κατάστασης, που γίνεται πιο πολύπλοκη και δυσχείριστη, αφού αναπτύσσεται δευτερογενώς ενοχλητική ή επιθετική συμπεριφορά από το παιδί, που αφορά σε τέσσερις στόχους:
 Παρέλκυση προσοχής
 Επίδειξη δύναμης
 Εκδίκηση
 Επίδειξη ανικανότητας.
Όπως όμως προαναφέραμε η ανεπιθύμητη συμπεριφορά μπορεί να εδράζει την αιτιολογία της, πέρα από την διαταραχή της υπερκινητικότητας, σε νοητική στέρηση, συναισθηματική διαταραχή και ψυχοπαθολογία. Στις περιπτώσεις αυτές οι δυνατότητες παρέμβασης αφορούν κυρίως ειδικούς, ψυχιάτρους, ψυχολόγους και ειδικούς παιδαγωγούς. Να σημειώσουμε εδώ ότι στην περίπτωση της υπερκινητικότητας υπάρχει και η δυνατότητα φαρμακευτικής επέμβασης κυρίως με διεγερτικά, με αποτελεσματικότητα που αγγίζει το 75%, φυσικά κάτω από τις οδηγίες ψυχιάτρου. Η παιδαγωγική αντιμετώπιση εντάσσεται στα πλαίσια των γενικών αρχών και τεχνικών που θα αναφερθούν στη συνέχεια.
Η ανεπιθύμητη συμπεριφορά, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, μπορεί να εμφανιστεί και λόγω δυσμενών περιβαλλοντικών παραγόντων, όπως ένα διαταραγμένο και χαοτικό οικογενειακό ή ευρύτερο περιβάλλον. Το παιδί προκειμένου να ισορροπήσει συναισθηματικά και να επιβιώσει, θα αναπτύξει ενδεχομένως στρατηγικές και τεχνικές μη αποδεκτές στο σχολείο. Αλλά και το μη ευέλικτο και απρόσωπο σχολικό περιβάλλον μπορεί να συντελέσει σε σημαντικό βαθμό τόσο στην εμφάνιση όσο και στην ένταση της προβληματικής συμπεριφοράς, που μπορεί να προϋπήρχε σαν προδιάθεση. Τα περισσότερα προβλήματα προέρχονται κυρίως από το γεγονός ότι στο συνηθισμένο σχολείο και πολύ περισσότερο στο ειδικό σχολείο, απαιτείται η συνύπαρξη και συνεργασία ατόμων ή ομάδων διαφορετικής ηλικίας, κοινωνικής προέλευσης, πνευματικού επιπέδου, πολιτιστικού -επιπέδου και ενδιαφερόντων. Σ’ αυτά να προσθέσουμε την ανταγωνιστικότητα, είτε σαν κίνητρο γνωστικής επίδοσης, είτε σαν κίνητρο συναισθηματικής συμπεριφοράς, που αντανακλά και το βαθμό ανταγωνιστικότητας, που επικρατεί στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Όταν με τα παραπάνω συνυπάρχει η σχολική αποτυχία σαν αποτέλεσμα μαθησιακών δυσκoλιών, τότε η κατάσταση περιπλέκεται και επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο.
Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε ακόμη στα προβλήματα που δημιουργεί η συγκέντρωση πολλών παιδιών σε μικρούς σχετικά χώρους, με περιορισμό της κινητικότητάς τους και της φυσικής δυναμικής εκτόνωσης, καθώς και στην επιθετική πολλές φορές συμπεριφορά του ίδιου του εκπαιδευτικού, που «εισπράττει» προσωπικά την επιθετικότητα του μαθητή, αλλά και στις επιβαλλόμενες ποινές, που πολλές φορές όχι μόνο θετικά αποτελέσματα δεν έχουν, αλλά οδηγούν σε αποξένωση και πλήττουν καίρια τις διαπροσωπικές σχέσεις δασκάλου μαθητή.
Αυτό όμως που κυρίως ενδιαφέρει είναι η πρόληψη και η αντιμετώπιση του προβλήματος. Η αλληλοενημέρωση γονέων και εκπαιδευτικών είναι πρωταρχικής σημασίας. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να γνωρίζει από πρώτο χέρι τις ιδιαιτερότητες των μαθητών του, αλλά και να ενημερώνει για ό,τι ανησυχητικό πέφτει στην αντίληψή του. Σημαντικό επίσης στοιχείο αποτελεί η δημιουργία και διατήρηση θετικού κλίματος στο σχολείο, που έχει σχέση τόσο με την υλικοτεχνική υποδομή, όσο και τις σωστές διαπροσωπικές σχέσεις σε επίπεδο δασκάλου μαθητή και μεταξύ μαθητών. Η ύπαρξη ανάλογου «ζωτικού χώρου» και η αίσθηση της ξεχωριστής προσωπικής γωνιάς για κάθε παιδί μπορεί να προλάβει ανεπιθύμητες εκδηλώσεις επιθετικότητας.
. Σημαντικότατο επίσης είναι να υπάρχουν, σε επίπεδο σχολείου αλλά και σε επίπεδο τάξης, θεσμοθετημένοι ξεκάθαροι κανόνες αποδεκτής συμπεριφοράς, μετά από συμφωνία εκπαιδευτικών και μαθητών. Όταν όμως θέτουμε τα όρια τις αποδεκτής συμπεριφοράς πρέπει να αφήνουμε και συγκεκριμένα μικρά περιθώρια ανεκτικότητας.
Προληπτικό μέσο θα μπορούσε να θεωρηθεί και η λειτουργία του σχολείου και της τάξης στο χαμηλότερο δυνατό ανταγωνιστικό επίπεδο. Η ποικιλία επίσης των τρόπων και μέσων προσφοράς του διδακτικού υλικού μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση του ενδιαφέροντος εκείνων των μαθητών, που εύκολα πέφτουν σε αδιαφορία, ονειροπόληση και απόσυρση.
Παρ’ όλες τις προσπάθειες, που μπορεί να καταβάλουμε και τα μέτρα που θα πάρουμε, είναι βέβαιο ότι πολλές φορές θα αναγκαστούμε να αντιμετωπίσουμε φαινόμενα ανεπιθύμητων συμπεριφορών. Συνηθισμένη πρακτική είναι η ευκαιριακή αντιμετώπιση με διάφορες ποινές, που συνήθως επιδεινώνουν το πρόβλημα. Πολλοί είναι και οι εκπαιδευτικοί που ψάχνουν εναγωνίως αποτελεσματικές συνταγές αντιμετώπισης. Δυστυχώς τέτοιες συνταγές δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρξουν, αφού κάθε παιδί αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση και κάθε πρόβλημά του απαιτεί ειδική αντιμετώπιση. Υπάρχουν ωστόσο συγκεκριμένες αρχές και τεχνικές που μπορούν να μας δώσουν τη δυνατότητα να ενεργήσουμε θετικά και αποτελεσματικά.
Όταν βρεθούμε μπροστά σε μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά θα πρέπει να ξεκινήσουμε με ανάλυση των αιτίων της μέσα από διαδικασίες απλής ή συστηματικής παρατήρησης. Πολλές φορές μια μικρή τροποποίηση του περιβάλλοντος της τάξης μπορεί να λύσει προβλήματα. Μια μετακίνηση του μαθητή μακριά από το παράθυρο μπορεί να σταματήσει τη συνήθειά του να διασπά την προσοχή του κοιτάζοντας έξω. Η συνεργασία του με άλλο συμμαθητή ή άλλη ομάδα στην τάξη μπορεί να λύσει προβλήματα σχέσεων και απόδοσης στα μαθήματα. Μια δική μας παρέμβαση μπορεί να βοηθήσει ένα μαθητή να βελτιώσει τη θέση του στο κοινωνιόγραμμα της τάξης με αποτέλεσμα τη βελτίωσή του στη συμπεριφορά και όχι μόνο.
Σε περίπτωση που η συμπεριφορά δεν αφορά προβλήματα διαγωγής, αλλά εμφανίζεται σαν απόσυρση, αδιαφορία και ονειροπόληση, η παρέμβασή μας θα πρέπει να είναι το ίδιο άμεση και δυναμική και να αφορά την παροχή ερεθισμάτων, κινήτρων για συνεργασία και επιβράβευση κάθε προσπάθειας για εργασία και συμμετοχή.
- Σε φαινόμενα διαταρακτικής συμπεριφοράς και προβλημάτων διαγωγής χρειάζεται να υπάρχει σταθερή αντιμετώπιση: Διαφορετική αντιμετώπιση από μέρους του εκπαιδευτικού σε όμοιες καταστάσεις, προκαλεί σύγχυση στο παιδί, για το κατά πόσο είναι αποδεκτό αυτό που κάνει. Σε κάθε περίπτωση να θυμόμαστε να κατακρίνουμε τη συγκεκριμένη ανάρμοστη συμπεριφορά και όχι το πρόσωπο.
- Επιβραβεύουμε σε κάθε ευκαιρία την πραγματικά θετική συμπεριφορά αλλά και το πρόσωπο και μάλιστα δημόσια.
- Συνεργαζόμαστε, σε κάθε προσπάθειά μας, όλο το εμπλεκόμενο προσωπικό. Δημιουργούμε τους γονείς «συμμάχους», αποφεύγοντας καταστάσεις όπου «εμείς χτίζουμε» και άλλοι άθελά τους «γκρεμίζουν». Η συνεργασία μπορεί να επεκτείνεται και μεταξύ των μαθητών μας και δεν αποκλείει και το ίδιο το παιδί με τη δύσκολη συμπεριφορά εφ' όσον τη δεχτεί σαν πρόβλημα και προσπαθήσει να την ελέγξει.
- Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι σε κάθε περίπτωση είναι ευκολότερο να αντικαταστήσουμε μία ανεπιθύμητη συμπεριφορά με μια άλλη αποδεκτή παρά να την εξαλείψουμε. Επίσης η αποτελεσματικότητά μας θα εξαρτάται και από το κατά πόσο σε κάθε παρέμβασή μας υπεισέρχονται οι παράγοντες αγάπη, ενδιαφέρον και εμπιστοσύνη προς το παιδί με το οποίο δουλεύουμε.
Πέρα από τις παραπάνω γενικές αρχές υπάρχουν και συγκεκριμένες μέθοδοι και τεχνικές απόσβεσης ή καλύτερα τροποποίησης της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς. Οι τεχνικές αυτές απαιτούν απόλυτη συνεργασία των εμπλεκομένων, επιστημονική ανάλυση των αιτίων, συστηματική παρατήρηση και περιλαμβάνουν διαδικασίες καταγραφής συνθηκών, επιλογής κυρίαρχου προβλήματος, δημιουργία γραμμής βάσης, αξιολόγηση αποτελεσμάτων και ανατροφοδότηση της διαδικασίας. Η παραπάνω διαδικασία και τεχνική μπορεί να διδαχτεί αποτελεσματικά μόνο στα πλαίσια ενός ειδικά οργανωμένου προγράμματος, που θα περιλαμβάνει και εργαστηριακές ασκήσεις.


Aίτια προβληματικής συμπεριφοράς

Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από στοργή, αναγνώριση, αυτοπραγμάτωση και ασφά¬λεια. Μόλις ζώα ή άτομα, που έλαβαν μέρος στα πειράματα του Pavlov και των συνεργατών του, αντιμετώπιζαν άλυτα προβλήματα, επεδείκνυαν πα¬ρεκκλίσεις συμπεριφοράς και έχαναν συνήθειες που είχαν πρωτύτερα αποκτήσει.
Όταν έρθει η απογοήτευση (ματαίωση), η πρωτογενής αντίδραση του ατόμου είναι η επιθετικότητα, αν και γνωρίζει ότι δεν είναι ανεκτή από τους άλλους. Τότε οι δυνα¬τές αντιδράσεις κάθε ανθρώπου είναι:
. να επιτεθεί σωματικά ή με λόγια
. να επιρρίψει ευθύνες στους άλλους
. να καταπιέσει επιθυμίες του
. να αποσυρθεί σε φαντασιώσεις
. να υποβιβάσει τους άλλους που πέτυχαν το σκοπό τους
. να καταφύγει σε λιγότερο ώριμους τρόπους συμπεριφοράς και να βρει την αναπλήρωση της ανικανότητάς του.

Οι αιτίες της προβληματικής συμπεριφοράς είναι πολλές και πολύπλοκες. Για τους περισσότερους ερευνητές του θέματος, «τα αίτια είναι συνήθως πολυπαραγοντικά ή ¬προς το παρόν ακαθόριστα». Δεν είναι λίγες και οι περιπτώσεις που επικαλύπτονται γιατί εμφανίζονται συνήθως μαζί με τα προβλήματα και αλληλεπιδρούν.

Τα προβλήματα συμπεριφοράς, πιθανόν να προέρχονται από αίτια γενετικά, προγεννητικά, περιγεννητικά ή μεταγεννητικά.
Γενετικά:
Χρωμοσωμικές ανωμαλίες και ανωμαλίες μεταβολισμού.
Προγεννητικά:
Πριν τη σύλληψη. Γονείς με μεταδοτικές σωματικές ή ψυχικές ασθένειες με χρόνιες λοιμώξεις (π.χ. σύφιλη, φυματίωση κ.ά.), με χρόνιες δηλητηριάσεις από μόλυβδο, αλκοόλ ή άλλες τοξικές ουσίες, με ασυμφωνία Rephus του αίματος, με στενή εξ αίμα¬τος συγγένεια κ.ά.).
Κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσβολή της μητέρας από μολυσματικές ασθέ¬νειες, ιδίως κατά τους τρεις πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης, χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων, έκθεση σε ακτινοβολίες, τραύματα στην κoιλιακή χώρα, κακή διατροφή, κάπνισμα, κακή συναισθηματική ζωή και αλκοολισμός, πρόωρος τοκετός, ανωμα¬λίες χρωμοσωμάτων κ.α..
Περιγεννητικά:
Παρατεταμένη κύηση, εγκεφαλικά τραύματα, περιγεννητική ασφυξία, ανοξαιμία του εγκεφάλου κ.ά.
Μεταγεννητικά:
Παρατεταμένος υψηλός πυρετός, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, δηλητηριάσεις από μόλυβδο, ναρκωτικά κ.ά, κακή διατροφή - περιβαλλοντικές τοξί¬νες, π.χ. τοξικές ή αλλεργικές αντιδράσεις σε χρωστικές ουσίες ή ακόμα στη ζάχαρη, εν¬δοκρινικές ανωμαλίες, μηνιγγίτιδα, εγκεφαλίτιδα κ.ά.

Σε γενικές γραμμές τα αίτια προέρχονται από βιολογικούς παράγοντες, παράγοντες του οικογενειακού περιβάλλοντος, παράγοντες πολιτισμικούς - κοινωνικούς και σχολι¬κούς παράγοντες:

. Βιολογικοί παράγοντες
Η συμπεριφορά μπορεί να επηρεαστεί από γενετικούς, νευρολογικούς ή βιοχημι¬κούς παράγοντες ή από συνδυασμό τους. Η διεθνής έρευνα αναφέρει σημαντική επιρ¬ροή γενετικών παραγόντων σε παθολογικές διαταραχές, όπως είναι η σχιζοφρένεια και η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση. Πολλά επίσης παιδιά έχουν επιβαρημένο ιστορικό βιο¬λογικών προβλημάτων, αλλά υπάρχουν και «προβληματικά» παιδιά με ιστορικό ελεύ¬θερο βιοφυσικών δυσκολιών.

. Οικογενειακό περιβάλλον
Πολλοί ψυχαναλυτές αποδίδουν τη δημιουργία κάθε σοβαρού προβλήματος συμπεριφοράς στις εμπειρίες κακής σχέσης μεταξύ παιδιού και γονέων και κυρίως μετα¬ξύ παιδιού και μητέρας. Για την ψυχική υγεία του παιδιού τονίζουν τη σημασία της κα¬λής οικογενειακής οργάνωσης και ατμόσφαιρας, ενώ η γονική στέρηση έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξή του.
Οικογενειακές συγκρούσεις, μόνιμος ή πρόσκαιρος χωρισμός των γονέων, ο θάνα¬τος του πατέρα ή της μητέρας του παιδιού παίζουν καθοριστικό ρόλο στις ψυχικές απο¬κλίσεις του. Αν ήθελε κάποιος να αναφέρει κατά σειρά τις συνέπειες που δημιουργεί ένα άσχημο οικογενειακό περιβάλλον θα μπορούσε να πει ότι το μεγαλύτερο κακό κά¬νουν οι συγκρούσεις, έπειτα ο χωρισμός και κατόπιν ο θάνατος κάποιου γονέα.

. Πολιτισμικοί - κοινωνικοί παράγοντες
Το παιδί διαμορφώνει τη συμπεριφορά του κυρίως με το φαινόμενο της μίμησης. Οι έρευνες του Bandura έδειξαν ότι το παιδί μιμείται τη συμπεριφορά του μοντέλου που παρατηρεί και μάλιστα όταν αυτό έχει αμειφθεί ή δεν έχει υποστεί συνέπειες και κυρίως όταν το μοντέλο έχει υψηλό κύρος και οι συνθήκες του περιβάλλοντος του παι¬διού μοιάζουν με αυτές που παρακολούθησε.
Η σημερινή όμως βιομηχανική και καταναλωτική κοινωνία, η βία στην τηλεόραση, η τρομοκρατία, τα ναρκωτικά, η αλλαγή της σεξουαλικής συμπεριφοράς, οδηγούν σε αγχώδεις καταστάσεις, σε επιθετικότητα, σε παραβατικότητα, σε κατάθλιψη, σε τάσεις φυγής που επιδρούν στην ψυχική υγεία του παιδιού και είναι περισσότερο παραδείγματα προς αποφυγή παρά προς μίμηση.

. Σχολικοί παράγοντες
Η συναισθηματική κατάσταση και η κοινωνική συμπεριφορά του παιδιού επηρεάζουν τη σχολική ζωή του. Μαθητής με καλή σχολική πρόοδο είναι αυτός που δεν έχει προβλήματα στην εκμάθηση σχολικών δεξιοτήτων και η συμπεριφορά του διακρίνεται από αυτοέλεγχο. Πνεύμα εμπιστοσύνης, σεβασμού και συνεργασίας διακρίνει τις σχέσεις του με τους συμμαθητές του και τους δασκάλους του και είναι αισιόδοξος και με ενδιαφέρον για μάθηση. Οι μαθησιακές δυσκολίες του παιδιού ίσως το εμποδίσουν να δημιουργήσει θετικές σχέσεις με το σχολικό του περίγυρο. Επιθετικότητα, παρορμητι¬κότητα, διαταρακτικότητα, κοινωνική απόσυρση, συναισθηματική ανωριμότητα, πιθα¬νόν να έχουν τις ρίζες τους στην αδυναμία του παιδιού να ανταποκριθεί στις μαθησια¬κές απαιτήσεις του σχολείου.
Οι δάσκαλοι από την πλευρά τους, θα πρέπει να επεξηγούν σαφώς στους γονείς τις επιπτώσεις των υπερβολικών απαιτήσεων που έχουν πάνω στα παιδιά τους και το στρες που τους δημιουργούν. Ιδιαίτερα στα τέσσερα πρώτα σχολικά έτη πρέπει να αποφεύγονται βαθμολογίες, εξετάσεις και ποινές. Μια ήρεμη και προσωπική διδασκα¬λία έχει πολύ καλύτερα αποτελέσματα από μια άλλη με υπερβολικά οπτικοακουστικά μέσα και τρόπους παθητικής πρόσληψης. Όταν αναπτερώσουν το αίσθημα της αυτοα¬ξίας των μαθητών τους, τότε θα βοηθήσουν στην ενσωμάτωσή τους στην τάξη. Τα αποτελέσματα θα είναι καλύτερα αν αφήσουν τα παιδιά να μιλούν ελεύθερα για τους φόβους τους και τα σχολικά τους προβλήματα, ενώ και οι γονείς χρειάζονται τη βοή¬θειά τους για να εκσυγχρονίσουν το σκληρό και ασυνεπές σύστημα αγωγής απέναντι στα παιδιά τους.
Υπεύθυνοι για τη σχολική φοβία είναι γονείς, δάσκαλοι και οι συντάσσοντες τα σχολικά προγράμματα και την εκπαιδευτική πολιτική. Οι μαθητές μεγάλων σχολείων άνω των 800 μαθητών δείχνουν τέσσερις φορές πιο πολλές αποκλίσεις συμπεριφοράς από ό,τι οι μαθητές των μικρών σχολείων. Γενικά το σχολείο έχει χάσει τον παιδαγω¬γικό του χαρακτήρα, έχει γίνει τόπος προετοιμασίας για επαγγελματική αποκατάστα¬ση, δεν μειώνονται οι αιτίες που προκαλούν εκτροπές συμπεριφοράς και δεν βοηθεί¬ται το ταραγμένο και με προβλήματα συμπεριφοράς παιδί (Μανιάτογλου, 2001).


Διδακτικές ενέργειες

Στην αντιμετώπιση της προβληματικής συμπεριφοράς υπάρχουν δύο αντίθετες κα¬τευθύνσεις. Η μία είναι η ψυχοδυναμική ομάδα που θεωρεί τις διαταραχές αποτέλεσμα ενδοψυχικών συγκρούσεων, που πρέπει να θεραπευτούν πριν ξεκινήσει η εκπαίδευση του παιδιού και η άλλη είναι η ψυχολογία της συμπεριφοράς που ενδιαφέρεται για την τροποποίηση και όχι για τα αίτια.
Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη η επικέντρωση του ενδιαφέροντος στην ανακάλυ¬ψη της πρωτογενούς αιτίας είναι χρόνος χαμένος, αφού και το όποιο συμπέρασμα δεν θα είμαστε σίγουροι ότι θα έχει κάποια σχέση με τα αποτελέσματα που παρουσιάζο¬νται. Σκοπιμότερο είναι να επικεντρώσει ο εκπαιδευτικός το ενδιαφέρον του προς τους παράγοντες εκείνους που ο ίδιος μπορεί να μεταβάλλει. Να δίνει έμφαση στο σήμερα και το αύριο του μαθητή του και κυρίως στο περιβάλλον του σχολείου και της τάξης του, που αποτελούν ένα ξεχωριστό οικοσύστημα. Βελτιώνοντας τους όρους αλληλεπί¬δρασης στο χώρο αυτό ίσως καταφέρει να επεκτείνει τις δραστηριότητές του και την επιρροή και πέρα από το σχολείο, δουλεύοντας με τους γονείς και με απώτερο σκοπό να βελτιωθούν και οι συνθήκες διαβίωσης του παιδιού και στο σπίτι του.
Η συμπάθεια, η κατανόηση, η αγάπη του δασκάλου προς το παιδί είναι απαραίτη¬τα αλλά όχι πάντοτε αρκετά. Ο εκπαιδευτικός οφείλει να αναλάβει μια προσπάθεια τροποποίησης συμπεριφοράς. Θα πρέπει να παρέμβει πρώτα ο ίδιος, ώστε να αισθαν¬θεί αυτάρκης στη δουλειά του και ότι δεν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους άλ¬λους. Έχει καθήκον προς όλους τους μαθητές του και προς τον καθένα ξεχωριστά, τό¬σο να τους μάθει γράμματα, όσο και να τους κοινωνήσει.
Επίσης και η συνεργασία του σχολείου με ιατροπαιδαγωγικές υπηρεσίες θα είναι αποτελεσματικότερη αν έχουν προηγηθεί πολλά από τα παραπάνω και ο δάσκαλος Θα μπορεί να τους πληροφορήσει για τα συμπτώματα της συμπεριφοράς, τη συχνότητά της, για το τι ακολουθεί τη συμπεριφορά, για τα ενδιαφέροντα του παιδιού και για την οικογένειά του.
Ο δάσκαλος θα πρέπει να δεχτεί και να συνειδητοποιήσει τα εξής:
. Η προβληματική συμπεριφορά είναι αναμενόμενη και πολλές φορές πέρα από τη δυνατότητα ελέγχου του παιδιού.
. Οι παράγοντες που μπορούν να ελεγχθούν πρέπει πρώτα να εντοπιστούν και ν’ αλλάξουν για να δώσουν και αποτελέσματα.
. Το παρελθόν δεν αλλάζει, αλλά αιτιολογικοί παράγοντες του χθες είναι δυνατόν να μεταβληθούν από το δάσκαλο.
. Και τίποτα άλλο να μην αλλάξει, θα έχουμε επιθυμητές αλλαγές στη ζωή του παι¬διού, αν αλλάξει το περιβάλλον της σχολικής τάξης.
. Τα περισσότερα που συμβαίνουν στην αίθουσα διδασκαλίας ελέγχονται από το δάσκαλο.

Από τις πολλές θεωρίες που έχουν κατά καιρούς προταθεί (βιοφυσική ψυχοδυνα¬μική, οικολογική) πιστεύουμε ότι η τροποποίηση συμπεριφοράς που στηρίζεται στην οικοσυστημική προσέγγιση και στις γνώσεις της θεωρίας της μάθησης μπορούν να δο¬κιμαστούν στο χώρο του σχολείου από τον εκπαιδευτικό της τάξης και τούτο γιατί:

. Η συμπεριφορά του ανθρώπου είναι κυρίως προϊόν μάθησης.
. Η αντιμετώπιση του περιβάλλοντος της τάξης, του σχολείου, του σπιτιού ως ενός oικοσυστήματος, όπου το κάθε μέλος επηρεάζει το σύνολο και το αντίστροφο, έχει άμεσο αντίκτυπο στην αλλαγή της συμπεριφοράς του παιδιού.
.Ο κάθε εκπαιδευτικός μπορεί να ωφεληθεί από την εφαρμογή της συμπεριφοριστικής προσέγγισης.
.Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί μπορούν περισσότερο από τον καθένα να συμ¬βάλλουν στη διαταραγμένη προσωπικότητα του παιδιού (Μανιάτογλου, 2001).

Αντιμετώπιση των προβλημάτων συμπεριφοράς

Πολλές φορές οι προσπάθειες που κάνουν οι εκπαιδευτικοί για να αποφύγουν τις προβληματικές συμπεριφορές στην τάξη δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Στις περιπτώσεις αυτές ο δάσκαλος πρέπει, αντί να καταπιέζει την επιθετικότητα με απειλές και τιμωρίες, να εξομαλύνει τις συγκρούσεις βοηθώντας έτσι τους μαθητές να αναπτύξουν ισχυρή προσωπικότητα. Η καλή γνώση των μαθητών συμβάλει θετικά στην κατεύθυνση αυτή. Για να γνωρίσουμε τους μαθητές μας καλύτερα πρέπει να αφιερώνουμε μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου μας για να "αφουγκραστούμε" μέσα από ομαδικές και ατομικές συζητήσεις, τα προβλήματα των μαθητών μας. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι πολύ σημαντικό να συζητούμε στην τάξη με τα παιδιά τα προβλήματα που προκύπτουν στο σχολείο και να αναζητούμε μαζί απoδεκτούς τρόπους επίλυσής τους.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να επισημανθεί ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να κατανοούν τις αιτίες που προκαλούν τις ανεπιθύμητες συμπεριφορές των παιδιών πριν προχωρήσουν στην αντιμετώπιση ή την τροποποίησή τους. Ο Fontana (1994), πιστεύει ότι αν μελετήσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εμφανίζεται η αρνητική συμπεριφορά ενός παιδιού μπορούμε να την τροποποιήσουμε. Προτείνει να παρατηρήσουμε και στη συνέχεια να καταγράψουμε την αρνητική συμπεριφορά ενός μαθητή και την αντίδραση της τάξης αλλά και του δασκάλου σ’ αυτήν για να βρούμε τις αιτίες της. Πολλές φορές μόνο η αγνόηση της αρνητικής συμπεριφοράς φέρνει θετικά αποτελέσματα. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις η λεκτική υπόμνηση του καθήκοντος του μαθητή και η υπενθύμιση των συνεπειών λειτουργεί κατασταλτικά στην αποκλίνουσα συμπεριφορά. Μετά την καταγραφή και την συστηματική ανάλυση πρέπει να τροποποιήσουμε πρώτα την δική μας συμπεριφορά και να ενισχύουμε την θετική συμπεριφορά του παιδιού με διάφορες ανταμοιβές.
Η χρήση πόντων και προνομίων, όταν εμφανίζεται η επιθυμητή συμπεριφορά, και το συμβόλαιο επίδοσης που επισυνάπτεται ανάμεσα στον δάσκαλο και τον μαθητή είναι δυο τεχνικές που έχουν θετικά αποτελέσματα στην επίλυση προβληματικών καταστάσεων. Αυτό οφείλεται, κατά την άποψη πολλών σύγχρονων παιδαγωγών, στο γεγονός ότι η συμπεριφορά των μαθητών που ανταμείβεται έχει την τάση να επαναλαμβάνεται. Όταν υπογραμμίζουμε τις επιθυμητές συμπεριφορές αντί να καταδικάζουμε τις ανεπιθύμητες, εδραιώνουμε τις πρώτες στο μυαλό των παιδιών. ενώ ταυτόχρονα τους δείχνουμε ότι έχουμε εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους.
Αν οι ενέργειες αυτές δεν αποδώσουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα ετοιμάζεται ένα σχέδιο δράσης που θα ξεκινάει από κάποιες αποτελεσματικές αλλά αποδεκτές μορφές τιμωρίας και θα τελειώνει με την ενημέρωση της οικογένειας και τη συνεργασία μαζί της για να ξεπεραστεί το πρόβλημα (Τριλιανός, 1991).
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι οι τιμωρίες πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ και σύνεση. Ο εκπαιδευτικός πρέπει απαραίτητα να είναι νηφάλιος όταν επιβάλει την τιμωρία και να εξηγεί στον μαθητή γιατί τιμωρείται και τι πρέπει να κάνει σωστά για να μην ξανατιμωρηθεί. Ο μαθητής από την πλευρά του πρέπει να καταλάβει ότι τιμωρείται για την συγκεκριμένη συμπεριφορά του και ότι μόλις αλλάξει θα κερδίσει την αναγνώριση και την αποδοχή του δασκάλου του. Οι Good & Brophy υποστηρίζουν ότι οι περισσότερες τιμωρίες πρέπει να δίνονται κατ’ ιδίαν σε αντίθεση με τον έπαινο, ο οποίος πρέπει να δίνεται δημόσια. Κρίνουμε απαραίτητο να επισημάνουμε εδώ ότι οι σωματικές ποινές πρέπει να αποφεύγονται, δεδομένου ότι απαγορεύονται και από την εκπαιδευτική νομοθεσία (Καψάλης 1996, Τριλιανός 1991).
Για τους περισσότερους παιδαγωγoύς οι αποτελεσματικές τιμωρίες συνίστανται στην διακοπή των ανταμοιβών. Η απουσία της προσοχής, του επαίνου κ.ά., αποτελούν από μόνα τους μια δραστική τιμωρία που προκαλούν ανησυχία στον μαθητή. Η έκθεση των μαθητών στις φυσικές συνέπειες της συμπεριφοράς τους προβάλλεται συνήθως ως ιδεώδης τρόπος τιμωρίας (Καψάλης 1998, Τριλιανός 1991) μόνο που αυτό φαίνεται αρκετά επικίνδυνο στην πράξη. Σε μερικές περιπτώσεις είναι πoλύ αποτελεσματικό να κληθεί ο μαθητής να γράψει μια έκθεση για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται σε μια δεδομένη περίσταση. Αυτό θα του δώσει την ευκαιρία να σκεφτεί ήρεμα και να αναλάβει τα κίνητρα και τις συνέπειες της συμπεριφοράς του και να κατανοήσει καλύτερα τη λογική των κανόνων. Αυτή η τεχνική μπορεί να εφαρμοστεί με πoλύ θετικά αποτελέσματα σε μεγάλα παιδιά, αλλά στα μικρά παιδιά δεν μπορούμε να πούμε ότι θα επιφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Συνοψίζοντας το θέμα των ποινών κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι αυτές πρέπει να αποφεύγονται στο μέτρο του δυνατού. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, είναι χρήσιμο να έχουμε στο μυαλό μας ότι οι ποινές που επιβάλουμε: Πρέπει να έχουν άμεση σχέση με τις πράξεις τις οποίες αποδοκιμάζουμε και πρέπει να δίνονται ύστερα από μια ουσιαστική συζήτηση με τoυς εμπλεκόμενους μαθητές.

Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω φαίνεται ότι δεν υπάρχουν χρυσές «συνταγές» στην αντιμετώπιση των προβληματικών συμπεριφορών, αφού κάθε παιδί αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση και κάθε πρόβλημα που προκύπτει απαιτεί ειδική αντιμετώπιση. Οι περισσότεροι δάσκαλοι πιστεύουν ότι ο καλύτερος τρόπος περιορισμού της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς των παιδιών στην τάξη είναι η μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα. Αυτό όμως για την ώρα φαντάζει ουτοπικό. Αν όμως σκύψουμε με ευλάβεια πάνω στα προβλήματα των μαθητών μας και αν τους δείξoυμε ότι μπορούν να μας εμπιστεύονται σε κάθε τους βήμα θα καταφέρουμε ένα πολύ καλό κλίμα στην τάξη και θα βοηθήσουμε τους μαθητές μας να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους και να αποκτήσουν υπευθυνότητα και εμπιστοσύνη στον εαυτό τους (Μήγγος, 2001).

Το επιθετικό παιδί

Πολλά επιθετικά παιδιά θεωρούνται προβληματικά και παραπέμπονται στις ψυχολογικές υπηρεσίες για διάγνωση και θεραπεία. Αυτού του εί¬δους τα παιδιά κάνουν τους γονείς τους να υποφέρουν. Κάνουν τους δασκάλους τους να υποφέρουν! Ακόμη, κάνουν και τα άλλα παιδιά - κυρίως τα λιγότερο δυναμικά - να υποφέρουν από «τα χέ¬ρια» τους - τις μπουνιές και τις αγκωνιές τους να υποφέρουν από τα πόδια» τους - τις κλωτσιές και τις τρικλοποδιές τους, να υποφέ¬ρουν από «τη γλώσσα» τους, τις βρισιές και τις βλαστήμιες τους. Επιπλέον, κάνουν να υποφέρουν και οι γονείς των «θυμάτων» τους, οι οποίοι βλέπουν το παιδί τους να χύνει μαύρα δάκρυα και να φοβά¬ται να πάει στο σχολείο, να βγει να παίξει στην αυλή ή σε μέρη όπου το περιμένουν οι παλικαρισμοί ή η κακοποίηση. Τα επιθετικά παιδιά, που σε πολλές περιπτώσεις είναι και τα ίδια γεμάτα άγχος και απο¬γοητεύσεις, κάνουν τελικά, με την επιθετική τους συμπεριφορά, ζημιά στον ίδιο τους τον εαυτό. Η δυστυχία που τα κάνει επιθετικά βαθαίνει ακόμη περισσότερο όταν, εξαιτίας της επιθετικής τους συμπεριφοράς, τα άλλα παιδιά δεν θέλουν να τα συναναστρέφονται και τα αποφεύγουν.
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, μια μέρα από τη ζωή ενός δεκά¬χρονου επιθετικού παιδιού, του Μάρκου:
Ο Μάρκος άρχισε να καυγαδίζει με τον αδελφό του, πρωί-πρωί, ενώ έπαιρνε το πρωινό του, ώσπου η μητέρα του αναγκάστηκε να του δώσει ένα γερό χαστούκι. Η αδελφή του έφυγε κλαίγοντας για το σχολείο, γιατί ο Μάρκος, χωρίς να του κάνει τίποτε, την χτύπησε. Στο σχολείο η δασκάλα του αναγκάστηκε να του κάνει δριμύτατες παρα¬τηρήσεις και να τον μαλώσει πολλές φορές, γιατί έβαζε τρικλοποδιές και έφτυνε τα μικρότερα παιδιά στην αυλή. Το μεσημέρι, ενώ επέ¬στρεφε στο σπίτι, κατάφερε να αναστατώσει μια καινούρια γειτόνισ¬σά τους, κάνοντας τον γιο της να ουρλιάζει υστερικά: του ζούλησε στο πρόσωπο ένα ζωντανό σκουλήκι. Όταν η μητέρα του «θύματος» πήγε να διαμαρτυρηθεί στη μητέρα του Μάρκου, ο Μάρκος στενοχώ¬ρησε τη μητέρα του, αντιμιλώντας της με αυθάδεια μπροστά στη γει¬τόνισσα. Η ημέρα τελείωσε με τον Μάρκο περίλυπο και μονάχο, αφού δεν τον δέχτηκαν σε ένα σπίτι, όπου όλα τα άλλα παιδιά είχαν πάει για να παίξουν.

Φυσικά, όλα τα παιδιά δείχνουν κάποια επιθετικότητα, ιδιαίτερα μάλιστα σε κάποια συγκεκριμένα στάδια της ανάπτυξής τους. Ορι¬σμένα όμως παιδιά, όπως ο Μάρκος, δημιουργούν προβλήματα, εξαι¬τίας της μακράς διάρκειας της επιθετικότητάς τους, της μεγάλης έν¬τασης της εχθρότητας που νιώθουν και της ολοσχερούς αδυναμίας τους να ελέγξουν τις εχθρικές και καταστροφικές τους παρορμή¬σεις.
Η δυσκολία με τους γενικούς, τους ηχηρούς όρους, όπως ο όρος «επιθετικότητα», είναι ότι είναι δυνατό να αναφέρονται και να περιλαμβάνουν πολλές και ποικίλες διαφορετικές εκδηλώσεις. Ορι¬σμένοι θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι η επιθετικότητα αναφέρεται σε όλες τις μορφές διεκδικητικής-αγωνιστικής προσπάθειας και σε όλες τις ενέργειες που αποσκοπούν στην άσκηση ελέγχου επάνω στο περιβάλλον. Αυτός ο ορισμός είναι τόσο ευρύς που μπορεί να συμπεριλάβει σχεδόν τα πάντα. Ασφαλώς όμως υποδηλώνει ότι η επιθετικότητα περιλαμβάνει όχι μόνο στοιχεία καταστροφικά-αρνη¬τικά, αλλά και στοιχεία δημιουργικά-θετικά, ακόμη και ιδιότητες που είναι όλως απαραίτητες για την επιβίωση του ατόμου.
Ας δούμε όμως πρώτα ποια είναι τα αίτια που προκαλούν την αν¬θρώπινη επιθετικότητα.


Η αρχική αιτία της επιθετικότητας: Θεωρητικές απόψεις

Ένα θέμα που έχει απασχολήσει τους επιστήμονες, θεωρητι¬κούς και ερευνητές - ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, εθολόγους – και το οποίο αποτελεί «σημείο αμφιλεγόμενο» είναι η αρχική αιτία, η «πηγή» της ανθρώπινης επιθετικότητας. Σε ποιους παράγοντες, δη¬λαδή, οφείλονται οι διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ των ατό¬μων ως προς την επιθετικότητα.
Για το θέμα αυτό έχουν διατυπωθεί δύο κύριες απόψεις, αντίθε¬τες μεταξύ τους. Η μια άποψη δέχεται ότι η επιθετικότητα προκαλεί¬ται από ενδογενή αίτια, από κληροδοτημένα «ένστικτα», ενώ κατά την άλλη, η επιθετικότητα είναι αποτέλεσμα περιβαλλοντικών επιδράσεων, των ι:-.ιιπι:-.ιριι;ιν και των βιωμάτων τπll ΠΤΙΨΠII' είναι αποτέλεσμα μάθησης.
Αμέσως παρακάτω παρουσιάζουμε βασικά στοιχεία για τις δύο αυτές θεωρητικές απόψεις.

Η επιθετικότητα ως «ένστικτο»

Πολλοί άνθρωποι θεωρούν την επιθετικότητα που εκδηλώνουν τα παιδιά ως πρωτογενές ένστικτο, το οποίο θα πρέπει να δαμαστεί το συντομότερο δυνατόν. Αποδίδουν την επιθετικότητα σε εγγενείς ή έμφυτες τάσεις, κατάλοιπο της ζωώδους κληρονομιάς του ανθρώ¬που. Έτσι, μπορεί να τους ακούσουμε να λένε: «Έχει τη βία μέσα του». Και συχνά προσθέτουν: «Συμπεριφέρθηκε σαν ζώο».
Πολλοί είναι οι ειδικοί που υποστηρίζουν μια τέτοια άποψη για την επιθετικότητα, ότι δηλαδή έχει την αρχική πηγή της σε έμφυτες παρορμήσεις. Ο διάσημος εθολόγος π.χ. Konrad Lorenz θεωρεί ότι η επιθετικότητα είναι ένα καθολικό πολεμικό ένστικτο, τόσο στα ζώα όσο και στον άνθρωπο, το οποίο κατευθύνεται εναντίον των μελών του ίδιου είδους. Παρεμφερείς απόψεις υποστηρίζει και ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης Sigmund Freud.
Δεχόμενοι την άποψη, ότι η επιθετικότητα είναι μια πρωτογενής βιολογική ανάγκη- όπως η πείνα ή η δίψα - οδηγεί αναπόφευκτα το άτομο σε επιθετικές ενέργειες. Οι θεωρητικοί που ασπάζονται αυτές τις αντι¬λήψεις, ειρωνεύονται δηκτικά εκείνους που (κατά τη γνώμη τους) «ρομαντικό» αρνούνται να δεχθούν ότι ο άνθρωπος είναι βέβαια ον κοινωνικό, αλλά στην ουσία «ζώο». Αυτοί οι θεωρητικοί των ενστί¬κτων λένε ότι, αν αγνοηθεί το ενστικτώδες αυτό στοιχείο της ζωώ¬δους κληρονομιάς του ανθρώπου, μάταια οι άνθρωποι θα αναζητούν να βρουν τους λόγους που δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια τέ¬λεια και ορθολογική κοινωνία.
Οι απόψεις των θεωρητικών περί ενστίκτων οδήγησαν στοχα¬στές, όπως τον Freud, να αποδεχθούν την άποψη ότι το μίσος και η βία είναι κάτι το αναπόφευκτο και να υποθέσουν ότι το καλύτερο που έχουν να κάνουν οι άνθρωποι είναι να βρουν διεξόδους μη επι¬βλαβείς κοινωνικά, προς τις οποίες να κατευθυνθεί το αναπόφευκτο μίσος. Θεωρούν ότι το νήπιο είναι από τη φύση του «κακό» και ότι πρέπει να γίνει «καλό» ή «κοινωνικό» με εξωτερικό εξαναγκασμό, διαφορετικά πρέπει να εξασφαλιστούν κάποιες διέξοδοι για την «κα¬κότητά» του.
Εκείνο που είναι πραγματικά σημαντικό και που πρέπει να μη λη¬σμονούμε εί¬ναι το γεγονός ότι, καθώς ανεβαίνουμε την εξελικτική κλίμακα των ειδών, παρατηρούμε πως τα όντα βασίζονται διαρκώς λιγότερο στις αντανακλαστικές ή ενστικτώδεις συμπεριφορές, αλλά, απεναντίας, διαρκώς περισσότερο βασίζονται στην εμπειρία και στη μάθηση. Σε αυτό οφείλεται και η πολυμορφία, οι ατομικές διαφορές που υπάρχουν στην ανθρώπινη συμπεριφορά.
Κανείς δεν θα μπορούσε να αρνηθεί ότι ενδογενείς βιολογικοί παράγοντες, όπως οι ορμόνες και οι μηχανισμοί λειτουργίας του εγ¬κεφάλου, έχουν σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση της επιθετικής συμ¬περιφοράς, και στους ανθρώπους και στα ζώα. Yπάρχουν οι εσωτερι¬κές μεταβολές που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια των λεγόμενων «συναισθημάτων έκτακτης ανάγκης» - της οργής, του φόβου, της ταραχής και του πόνου. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας κρίσης, οι ορ¬μονικές αλλαγές ενεργοποιούν τις δυνάμεις του ατόμου, ώστε να μπορέσει να προετοιμαστεί για μια αποφασιστική μάχη ή για μια γρήγορη φυγή στην προσπάθειά του να επιβιώσει. Έχουν εντοπιστεί (σε πειράματα με ζώα) σημεία-κέντρα στον εγκέφαλο που σχετίζον¬ται με την εκδήλωση οργής και επιθετικής συμπεριφοράς. Ο J.M.R. Delgado, στο Πανεπιστήμιο Yale, έχει εμφυτεύσει σε αυτά τα σημεία του εγκεφάλου πιθήκων μικροσκοπικά ηλεκτρόδια. Πιέζοντας ένα κουμπί που στέλνει με μικροκύματα σήματα στο ηλεκτρόδιο, μπορεί να κάνει ένα ήρεμο ζώο να θυμώσει και να επιτεθεί σε άλλους πιθή¬κους, ενώ μπορεί να διακόψει αυτή την επιθετική αντίδραση, σταμα¬τώντας να πιέζει το κουμπί.
Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος, όπως και τα άλλα θηλαστικό, είναι εφοδιασμένος με εσωτερικούς μηχανισμούς που βρίσκονται στον εγκέφαλο και ενεργοποιούνται σε περίπτωση εχθρι¬κής επίθεσης, ενώ παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση κάτω από ήρεμες, ειρηνικές συνθήκες. Άνθρωποι, που προηγουμένως ήταν ήρεμοι, γίνονται οξύθυμοι και συχνά βίαιοι μετά από κάποια ασθέ¬νεια ή τραυματισμό. Η εμφάνιση του θυμού και της οργής στον άν¬θρωπο ρυθμίζεται από τον τόσο εξαιρετικά αναπτυγμένο φλοιό του εγκεφάλου, ο οποίος μπορεί άλλοτε να αναστέλλει και άλλοτε να απελευθερώνει τις επιθετικές εκδηλώσεις.



Η επιθετικότητα ως «μαθημένη συνήθεια»

Είδαμε παραπάνω ότι ο φλοιός του εγκεφάλου ασκεί έλεγχο στην επιθετική συμπεριφορά, άλλοτε αναστέλλοντάς την και άλλοτε αποδεσμεύοντάς την. Ο έλεγχος αυτός έκανε πολλούς διαπρεπείς επιστήμονες να δουν με αισιοδοξία την ανθρώπινη φύση. Αυτοί οι επιστήμονες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, από μελέτες σχετι¬κές με την επιθετικότητα που εκδηλώνεται από μεμονωμένα άτομα και κοινωνίες, προκύπτει το ότι δεν υπάρχει καμιά ενστικτώδης παρόρμη¬ση για βία μέσα στον άνθρωπο. Το συναίσθημα του θυμού μπορεί κάλλιστα να προκληθεί από ακούσιες εσωτερικές διεργασίες, αλλά οι αντιδράσεις του ανθρώπου στη συναισθηματική αυτή κατάσταση δεν είναι στερεοτυπικές, όπως στα ένστικτα. Η επιθετικότητα είναι μια μαθημένη συνήθεια, μια επιγενής παρατήρηση. Πιστεύεται ότι κοινωνικά μάλλον, και όχι βιολογικά, χαρακτηριστικά καθορίζουν τις εχθρικές πράξεις και τις φιλοπόλεμες διαθέσεις ατόμων και ομάδων. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, είναι δυνατόν, θεωρητικά τουλάχι¬στον, να μειώσουμε την πιθανότητα επιθετικής σύγκρουσης μεταξύ των ανθρώπων, περιορίζοντας τις σοβαρές ματαιώσεις και ελαχιστο¬ποιώντας τα οφέλη που απολαμβάνει κανείς όταν είναι επιθετικός.

Μια από τις θεωρίες που αφορούν τις πηγές της επιθετικότητας είναι γνωστή ως υπόθεση: «ματαίωση επιθετικότητα». Ματαίωση είναι η εσωτερική κατάσταση ή το συναίσθημα αναστάτωσης που νιώθουμε, όταν ένα μάλλον αξεπέραστο εμπόδιο δεν μας επιτρέπει να ικανοποιήσουμε μια ανάγκη μας ή να πραγματώσουμε κάποιον επιδιωκόμενο σκοπό.
Η ανάγκη, της οποίας η ικανοποίηση παρεμποδίζεται, μπορεί εκείνη τη στιγμή να φαίνεται αρκετά σημαντική, σε άλλες όμως πε¬ριπτώσεις, αντικειμενικά κρινόμενη, μπορεί να είναι και ασήμαντη. Για παράδειγμα, ίσως μια τέτοια ανάγκη να είναι η επιθυμία του παι¬διού για ένα δεύτερο κομμάτι γλυκό ή για να δέσει μόνο του τα κορ¬δόνια των παπουτσιών του. Άλλοτε πάλι, ο σκοπός μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας, όπως είναι η έντονη επιθυμία του παιδιού να περ¬πατήσει, να επικοινωνήσει με το λόγο ή να καταφέρει να διαβάσει. Η απογοήτευση που νιώθει το παιδί, όταν η προσπάθειά του παρεμ¬ποδίζεται, δημιουργεί μερικές φορές μια συναισθηματική κατάσταση- θυμό - που αυξάνει την πιθανότητα να επακολουθήσει επιθετική συμπεριφορά.
Το αν θα επακολουθήσει ή όχι βία - και τι μορφές θα λάβει η βία αυτή - μετά από τη ματαίωση μιας εμπρόθετης ενέργειας, - εξαρ¬τάται από ποικίλους παράγοντες: τις συνήθειες που έχει αποκτήσει το άτομο στην πορεία της ζωής του, τα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγ¬κρασίας του, τις επιδράσεις που του έχουν ασκηθεί από επιθετικά μοντέλα (όπως είναι οι επιθετικοί γονείς), την ανοχή που έδειχναν ή την τιμωρία που του επέβαλλαν τα σημαντικά πρόσωπα στη ζωή του, όταν εκδήλωνε τον θυμό του κ.λπ. Προφανώς, οι εμπειρίες που έχει ο καθένας σχετικά με τις παρεμποδίσεις και ματαιώσεις εμπρό¬θετων ενεργειών μας, τις στερήσεις και τις κακοτυχίες μας διαφέ¬ρουν σημαντικά. Είναι γεγονός ότι η μακροχρόνια συνεξάρτηση ή ευαισθητοποίηση σε κάποιες συγκεκριμένες ματαιώσεις, μειώνει ση¬μαντικά το επίπεδο ανοχής μας έναντι του θυμού που μας προκα¬λούν οι διάφορες παρεμποδίσεις.

Υπάρχουν διάφορες τακτικές με τις οποίες τα άτομα αντιμετω¬πίζουν το θυμό και την «ευθύνη» στις διάφορες ματαιωτικές κατα¬στάσεις, κυρίως όμως παρατηρούνται τρεις βασικοί τύποι:
α) Άλλο ¬τιμωρητικός τύπος: Το άτομο έχει την τάση να συμπεριφέρεται εχθρικά στους άλλους, επειδή τους θεωρεί υπεύθυνους για τις ατυ¬χίες του.
β) Αυτο-τιμωρητικός τύπος: Το άτομο έχει την τάση να ανα¬ζητάει την ευθύνη μέσα του και να θεωρεί ότι ο εαυτός του είναι υπεύθυνος για τις ματαιώσεις του.
γ) Ο τύπος της «αμυντικής» τι¬μωρησίας: Το άτομο αποκρύπτει τη ματαιωτική κατάσταση, αρνείται την ύπαρξή της και δεν αποδίδει ευθύνες σε κανέναν, ούτε στους άλλους, ούτε στον εαυτό του.

Παθητική αναστολή: Μια τακτική που μειώνει την επιθετικότητα

Ο Ρώσος φυσιοδίφης Ivan Pavlov, στα γνωστά πειράματά του για την κλασική μάθηση ανακάλυψε ορισμένα ενδια¬φέροντα στοιχεία για την αναστολή της επιθετικής συμπεριφοράς. Ο Pavlov έδειξε ότι δεν είναι απαραίτητο να δρα, να κάνει κάτι, το ζώο, προκειμένου να έχουμε μάθηση. Απλώς, με το να μην κάνει τίποτα, μαθαίνει να μην κάνει τίποτα. Αυτό το μαθησιακό φαινόμενο λέγεται παθητική αναστολή. Εφαρμόζοντας αυτή την αρχή στην ανα¬τροφή των παιδιών, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το παιδί μαθαίνει να μην είναι επιθετικό, αν απλώς δεν του επιτρέπουμε να προβαίνει σε επιθετικές ενέργειες.
Ο John Scott και οι συνεργάτες του προσπάθησαν να διατηρή¬σουν τις καλές σχέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στα μέλη μιας αγέλης σκύλων, χωρίς ποτέ να τα τιμωρήσουν. Όπως είναι γνωστό, αρέσει στα κουταβάκια, καθώς παίζουν, να επιτίθενται στους εκπαιδευτές τους και, αν αυτό δεν σταματήσει από νωρίς, μπορεί να εξελιχθεί σε επικίνδυνη συνήθεια, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα σκυλί μεγα¬λόσωμο. Η ερευνητική ομάδα του Scott υιοθέτησε την εξής μέθοδο ελέγχου της επιθετικότητας αυτής: κάθε φορά που τα κουταβάκια εκδήλωναν επιθετική συμπεριφορά, τα σήκωναν στα χέρια τους, χω¬ρίς ποτέ να τα δείρουν ή να τα φοβερίσουν. Τα κουταβάκια όμως, όπως ξέρουμε, νιώθουν εντελώς ανίσχυρα, όταν τα πόδια τους δεν ακουμπούν στο έδαφος. Καθώς τα πειραματικά κουταβάκια μεγάλω¬ναν, το μόνο που χρειάζονταν, για να πειθαρχήσουν, ήταν κάποιος να τα σηκώσει ψηλά και εκείνα ακαριαία λάμβαναν μια στάση τελείως παθητική. Η τεχνική αυτή ήταν αποτελεσματική, ακόμη και όταν εφαρμόστηκε σε επιθετικές ράτσες σκύλων, όπως είναι τα τερριέ. Τα πειραματικά κουταβάκια είχαν αναπτύξει μια ισχυρή συνεξάρτηση ανάμεσα στη μη επιθετική συμπεριφορά και στην ανύψωσή τους στον αέρα - μια εφαρμογή, στην πράξη, της αρχής της παθητικής αναστολής. Η γενική αυτή αρχή έχει εφαρμοστεί με επιτυχία (σε διάφορες παραλλαγές) και σε άλλα ζωικά είδη.
Ο Scott, σχετικά με τις μελέτες του αυτές, λέει τα εξής:
Τα εντυπωσιακά αυτά αποτελέσματα μάς κάνουν αισιόδοξους ως προς την εφαρμογή γενικών θεωρητικών αρχών στην εξάσκηση του παιδιού να αναστέλλει τις αντικοινωνικές του παρορμήσεις. Η πιο ση¬μαντική από αυτές τις αρχές είναι η παθητική αναστολή. Το παιδί αποκτά τελικά τη συνήθεια να μην είναι επιθετικό, απλώς αν δεν του επιτρέπουμε να προβαίνει σε επιθετικές πράξεις. Κατά συνέπεια, ένα σχετικά ήρεμο και ευτυχισμένο περιβάλλον θα δημιουργήσει αυτόμα¬τα ένα παιδί που θα έχει συνηθίσει να είναι ήσυχο και φιλικό με τους γύρω του.
Φιλειρηνικό περιβάλλον σημαίνει ότι οι γονείς και οι δάσκαλοι κρατούν σε χαμηλό επίπεδο τις προκλήσεις για διαμάχες και συγ¬κρούσεις. Κάτι τέτοιο, βέβαια, είναι σχετικά εύκολο να επιτευχθεί στην περίπτωση ενός βρέφους, αλλά παρουσιάζει ολοένα μεγαλύτε¬ρες δυσκολίες καθώς το παιδί μεγαλώνει. Κάποια πρόκληση για σύγ¬κρουση και διαμάχη είναι αναπόφευκτη στην καθημερινή ζωή.
Τις αρνητικές συνέπειες ορισμένων μικρο-προκλήσεων μπορού¬με εύκολα να τις ξεπεράσουμε, αν αποσπάσουμε την προσοχή του παιδιού με κάποιο άλλο ερέθισμα που θα προκαλέσει άλλες, πιο ευ¬χάριστες, αντιδράσεις. Τα αποτελέσματα θα είναι ακόμη καλύτερα, αν το ερέθισμα αυτό δοθεί πριν αρχίσει ο καυγάς. Σε ένα παιδικό πάρ¬τι, για παράδειγμα, η ενασχόληση με ένα καινούργιο παιγνίδι, η απο¬νομή κάποιου βραβείου ή το σερβίρισμα του φαγητού, αν γίνουν την κατάλληλη στιγμή, συμβάλλουν σημαντικά στο να αποφευχθούν πολ¬λές από τις γνωστές συγκρούσεις και επιθετικές ενέργειες των παι¬διών.
Οι τιμωρίες είναι η λιγότερο κατάλληλη μέθοδος για τον έλεγχο της επιθετικής συμπεριφοράς των παιδιών, γιατί ο πόνος αυτός κα¬θαυτός αποτελεί ερέθισμα για διαμάχη. Η πιο κατάλληλη μέθοδος για αναστολή της επιθετικότητας με εξωτερική επέμβαση είναι το άμεσο σταμάτημα των επιθετικών ενεργειών, από όπου και αν προέρχονται αυτές (παιδιά, ενηλίκους).
Μέσα στον ενθουσιασμό μας κατά την εφαρμογή των ψυχολογι¬κών γνώσεων για τη μείωση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, θα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η επιθετικότητα δεν είναι μόνο αποτέλε¬σμα μάθησης. Υπάρχουν ακόμη πολλοί άλλοι αιτιολογικοί παράγον¬τες, και μια πλήρης ερμηνεία θα πρέπει να τους λάβει όλους υπόψη. Παρόλα αυτά, μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως τα συμπεράσματα της έρευνας αυτής δείχνουν ότι η μάθηση και η συνήθεια είναι πολύ σημαντικοί παράγοντες και ότι κάθε ερμηνεία της επιθετικότητας που εκκινεί από άλλη αιτιολογική αφετηρία θα πρέπει να μην έρχεται σε αντίθεση με τα δεδομένα αυτά και με τις αρχές αυτές της παθητι¬κής αναστολής.

Αναπτυξιακά χαρακτηριστικά της παιδικής επιθετικότητας

Οι γονείς μπορούν να βοηθηθούν στην αντιμετώπιση της επιθετι¬κότητας του παιδιού τους, αν συνειδητοποιήσουν ότι αυτή αναδύε¬ται ως ένα φυσιολογικό, αν και ενοχλητικό, μέρος της διαδικασίας της κοινωνικοποίησης. Από τη στιγμή ακόμη της γέννησης, παρατη¬ρούνται ατομικές διαφορές ως προς την διεκδικητικότητα και την παθητικότητα, οι οποίες σε πολλά παιδιά γίνονται πιο έντονες, κα¬θώς μεγαλώνουν.
Ο θυμός εμφανίζεται από τους πρώτους ακόμη μήνες της ζωής. Το βρέφος δεν μπορεί να ανεχθεί να μην ικανοποιούνται οι επιθυ¬μίες του και έχει την τάση να αντιδρά επιθετικά, όταν παρεμποδίζε¬ται. Στα μικρά παιδιά οι εκδηλώσεις θυμού δεν κατευθύνονται σε κάποιο άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο, είναι αυτοκαταστροφικής μορ¬φής. Τέτοιες εκδηλώσεις είναι να πηδούν νευριασμένα πάνω-κάτω, να κρατούν την αναπνοή τους, να κοκαλώνουν το σώμα τους, να ξε¬φωνίζουν, να μουγκρίζουν κ.λπ. Αργότερα, εμφανίζεται η εχθρική ¬εκδικητική συμπεριφορά, η οποία αποβλέπει να προκαλέσει πόνο, ¬βλάβη σε κάποιον άλλον. Και η επιθετικότητα αυτή παρουσιάζει εξί¬σου μεγάλη ποικιλία. Στα πλαίσια μιας τέτοιας συμπεριφοράς το παι¬δί μπορεί να σπρώχνει πράγματα, να αρπάζει δυνατά με τα χέρια, να τσιμπάει, να δαγκώνει, να χτυπάει, να βρίζει, να διαπληκτίζεται, να επιμένει ανυποχώρητα κ.λπ. Ένα μικρότερο παιδί μπορεί να δαγκώ¬σει κάποιον, όταν δεν ικανοποιείται η επιθυμία του, ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί να χτυπήσει ή να πετάξει κάτι στο άτομο που το παρεμ¬ποδίζει.
Όσο μικρότερο είναι το παιδί, τόσο πιο έντονη είναι η απαίτησή του για άμεση ικανοποίηση όλων των επιθυμιών του. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, οι τυχαίες - χωρίς συγκεκριμένο αποδέκτη - εκδηλώσεις θυμικής διέγερσης, γίνονται όλο και πιο σπάνιες, ενώ η εκδικητική ¬εχθρική επιθετικότητα γίνεται συχνότερη. Δεν είναι εύκολο για τα μικρά παιδιά να μάθουν να «περιμένουν υπομονετικά», να «ζητούν ευγενικά», να είναι γενναιόδωρα, να σκέπτονται και τον άλλον και να κάνουν θυσίες για τους άλλους. Προσπαθούν «να περάσει το δικό τους», μαχόμενα με κάθε πρόσφορο τρόπο. Θα πρέπει τα παιδιά να μάθουν να ανέχονται και να συμμορφώνονται προς τους διαφόρους φυσικούς πειθαναγκασμούς της σχολικής ζωής και των γονεϊκών ενοχλητικών παρεμβάσεων, των συχνών «μη» και της τιμωρίας. Όλα αυτά προκαλούν πικρία και, πιθανότατα, πυροδοτούν επιθετικότητα. Ίσως το παιδί να θελήσει «να πάρει το αίμα του πίσω», ακολουθώ¬ντας έμμεσες τακτικές: «σπάει τα νεύρα» της μητέρας του ή την εξαγριώνει» αρνούμενο να φάει ή να πάει για_ύπνο...ή να μην ξυπνήσει να πάει στην τουαλέτα και «κάνοντάς τα επάνω». Εμφανέστερες μορφές επιθετικότητας είναι οι διαπληκτισμoί, η αγενής συμπεριφο¬ρά, μια αδιάφορη στάση προς το σχολείο και η καταστροφικότητα.
Η παρεμπόδιση της ικανοποίησης των αναγκών αποτελεί μια μό¬νο από τις πηγές άγχους που οδηγούν στην επιθετικότητα. Άλλη συ¬νήθης αιτία είναι η σύγκρουση των κινήτρων. Από παρατηρήσεις της συμπεριφοράς παιδιών σε διάφορες κοινωνικές καταστάσεις, έχει διαπιστωθεί ότι μια από τις συνήθεις αιτίες επιθε¬τικής συμπεριφοράς είναι οι διαμάχες για την κατοχή επιθυμητών αντικειμένων. Ακόμη, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο αυτοέλεγ¬χος: τα μεγαλύτερα παιδιά, κατά κανόνα, αναστέλλουν την ανοικτή εκδήλωση της εχθρότητας.

Διαφορές μεταξύ αγοριών και κοριτσιών στην επιθετικότητα

Τα αγόρια, από το 2ο κιόλας έτος της ζωής τους, είναι, κατά μέ¬σο όρο, πιο επιθετικό από ό,τι τα κορίτσια. Εμφανείς, επίσης, είναι και οι διαφορές ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα δύο φύλα εκδη¬λώνουν την εχθρότητά τους. Στα κορίτσια η επιθετικότητα εκδηλώ¬νεται συνήθως με λεκτικές επιθέσεις και συχνά παρατηρείται το φαι¬νόμενο να στρέφουν την επιθετικότητά τους στον ίδιο τους τον εαυ¬τό, μέσα από ενέργειες αυτο-τιμωρίας και πρόκλησης αυτο-ζημίας, και ακόμη (σε ακραίες βέβαια περιπτώσεις) επιχειρώντας να αυτο¬κτονήσουν. Αντίθετα, τα αγόρια εκδηλώνουν την επιθετικότητά τους, στρέφοντάς την κυρίως προς άλλα αγόρια μέσα από πράξεις βιαιοπραγίας.
Μετά το 3ο έτος της ηλικίας, οι επιθετικότερες μορφές συμπε¬ριφοράς, όπως τα ξεσπάσματα οργής, αρχίζουν να εμφανίζονται όλο και πιο σπάνια, τόσο στα αγόρια, όσο και στα κορίτσια. Στο 9ο έτος της ηλικίας, παρουσιάζονται συχνές εκρήξεις θυμού σε ένα ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% των αγοριών, αλλά μόνο στο 30% των κορι¬τσιών.
Μερικές από τις διαφορές μεταξύ αγοριών και κοριτσιών, ως προς την επιθετικότητα, μπορεί να οφείλονται στο γεγονός ότι οι γο¬νείς έχουν την τάση να αποδοκιμάζουν περισσότερο τα κορίτσια πα¬ρά τα αγόρια που παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, στην κοινωνία μας υποτίθεται ότι τα κορίτσια ενσαρκώνουν τον ρόλο του υπακούουν και ευαίσθητου πλάσματος που πρέπει σταθερά να προσφέρει αγάπη και στοργή. Επειδή όμως η κοινωνία θέλει τους άνδρες απαιτητικούς διεκδικητές, οι γονείς έχουν την τάση να επιδοκιμάζουν την επιθετική συμπεριφορά των αρσενικών παιδιών τους, και να την θεωρούν συστατικό στοιχείο «ανδροπρέπειας». Τις περισσότερες φορές οι γονείς δεν έχουν επί¬γνωση της «ενισχυτικής» τους αυτής συμπεριφοράς.
Το περιβάλλον όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποκλει¬στικά υπεύθυνο για όλες τις διαφορές αυτές, οι οποίες, ας σημειω¬θεί, είναι ήδη εμφανείς από το 2ο έτος της ηλικίας. Φυσικά, ο τρόπος ανατροφής του παιδιού, παίζει σημαντικότατο διαφοροποιητικό ρό¬λο. Φαίνεται όμως, ότι υπάρχουν και ενδογενείς διαφορές (αυτές αφορούν, κυρίως, τις ορμόνες, ίσως και τα χρωματοσώματα), στις οποίες οφείλονται οι ατομικές διαφορές στην ιδιοσυγκρασία. Πιθα¬νόν, λόγω της διαφοράς αυτής στην αναλογία ορμονών, τα αγόρια, σε σύγκριση με τα κορίτσια, έχουν υψηλότερο επίπεδο ενεργητικό¬τητας και μεγαλύτερο βαθμό κινητικότητας, γεγονός που οδηγεί τους γονείς και τους δασκάλους να επιβάλλουν στα αγόρια περισ¬σότερους και αυστηρότερους περιορισμούς, καθώς μεγαλώνουν τό¬σο στο σπίτι όσο και στο σχολείο - περιορισμούς, οι οποίοι με τη σει¬ρά τους ασκούν όλο και μεγαλύτερη εσωτερική ένταση και προξε¬νούν όλο και πιο ενοχλητικές παρεμποδίσεις και ματαιώσεις. Η πρό¬σφατη (αλλά πολλαπλώς αμφισβητούμενη) άποψη - ότι υπάρχει ένα επιπλέον αρσενικό χρωμόσωμα στον γενετικό κώδικα ορισμένων πα¬ρορμητικά επιθετικών εγκληματιών - που προβάλλεται από μερικούς θεωρητικούς, αποτελεί απλώς ένδειξη - δεν αποτελεί καθόλου από¬δειξη - ότι αυτό το αρσενικό χρωμόσωμα συνδέεται με την παρορμη¬τική και επιθετική συμπεριφορά.



Επιθετικότητα στην οικογένεια

Κάθε κοινωνική ομάδα ελέγχει την επιθετικότητα των μελών της για να αποφεύγο¬νται οι έντονες και ανεπιθύμητες συγκρούσεις μεταξύ τους και να διατηρείται η κοι¬νωνική συνοχή της ομάδας.
Η οικογένεια και το σχολείο είναι οι βασικές πρωτογενείς ομάδες κοινωνικοποίησης του ανθρώπου και κοινωνικο-πολιτιστικής διάπλασής του. Οι ομάδες αυτές έχουν σκοπό να αναστείλουν και να μειώσουν τις επιθετικές αντιδράσεις των μελών τους. Αν το άτομο αποτύχει να εσωτερικεύσει τους κανόνες και τις αξίες του πολιτιστικού, συ¬στήματος τότε έρχεται ο κοινωνικός έλεγχος που μπορεί να ωθήσει το άτομο στην επι¬θετικότητα. Ένας σημαντικός λόγος που οι νέοι επαναστατούν είναι οι δυσκολίες της μετάβασής τους από την οικογένεια στην ευρύτερη κοινωνία, καθώς επίσης και η με¬τάβαση των παιδιών από την οικογένεια στο σχολείο, που σημαίνει αποδοχή νέων δο¬μών και ανάληψη νέων ρόλων και υποχρεώσεων.
Αίτια της επιθετικότητας στην οικογένεια:
Τα αίτια, λοιπόν, της επιθετικής συμπεριφοράς σε μια οικογένεια μπορεί να είναι ψυχολογικά, κοινωνικά, οικονομικά ή πολιτισμικά.
Το μέγεθος της οικογένειας: Σε μια ολιγομελή οικογένεια οι γονείς μπορούν να διαθέσουν πε¬ρισσότερο χρόνο για κάθε παιδί, κατανοούν ευκολότερα τα πρoβλήματά τους και γί¬νονται λιγότερο αυταρχικοί, απότομοι και επιθετικοί. Αντίθετα σε μια πολυμελή οικογένεια υπάρχει μειωμένη επικοινωνία και λιγότερες αλληλεπιδράσεις. Επίσης ο ανταγωνισμός μεταξύ των αδελφών μέσα στην οικογένεια για τη συμπάθεια και την προτίμηση των γονέων οδηγεί σε μορφές επιθετικής συμπεριφοράς. Η γέννηση ενός αδελφού πολλές φορές εκλαμβάνεται από τον προηγούμενο ως μείωση της γονεϊκής αγάπης. Όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα μπορούν να προκαλέσουν λοιπόν δυσφο¬ρία και ετοιμότητα για επιθετική συμπεριφορά των αδελφών.
Ο στενός οικογενειακός χώρος κατοικίας: Έρευνες έχουν αποδείξει πως η οικογέ¬νεια απειλείται μέσα στη στενότητα της κατοικίας από τους επιπρόσθετους κινδύνους μιας νεύρωσης όταν υπάρχουν συγκρούσεις και απουσιάζουν διέξοδοι ευχαρίστησης. Η προσπάθεια του παιδιού να διεκδικήσει τη θέση είναι σοβαρή προϋπόθεση για το ξέ¬σπασμα έντασης και επιθετικότητας στον οικογενειακό χώρο.
Η καλή σχέση μεταξύ των γονέων: Διαμάχη μεταξύ των γονέων οδηγεί σε επιθετική συμπεριφορά εναντίον του παιδι¬ού σαν μέσο εκτόνωσης της σύγκρουσης. Ο G. Bienllann αναφέρει, ότι οι συζυγικοί καυγάδες, τα μικρά και ανίσχυρα παιδιά γίνονται τα εξιλαστήρια θύματα του μίσους και της επιθετικότητας. Ο αυταρχικός σύζυγος έχει στα χέρια του μηχανισμούς που μπορούν να προκαλέσουν φραστική ή φυσική επιθετικότητα ακόμα και δολοφονία της συζύγου.
Το χαμηλό οικογενειακό εισόδημα και η αδυναμία των γονιών να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους καθώς και η μη επαγγελματική ικανοποίηση των γονέων, επιδρούν αρνη¬τικά στον τρόπο επικοινωνίας με τα παιδιά τους. Ένα μεγάλο μέρος του επιθετικού δυ¬ναμικού που δημιουργείται στους γονείς από τα οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα, θα το φορτωθούν τα παιδιά.
Φύλο γονέα και επιθετικότητα: Έρευνες έδειξαν ότι οι γονείς και των δυο φύλων μπορεί να εκδηλώσουν επιθετική συμπεριφορά προς τα παιδιά, που μπορεί να φθάσει μέχρι και τη δολοφονία. Οι στατιστικές ωστόσο λένε ότι η συμμετοχή των γυναικών στις δολοφονίες παιδιών είναι μεγαλύτερη από εκείνη των ανδρών. Η εξήγηση είναι ότι η μητέρα συνήθως αναλαμβάνει εξ’ ολοκλήρου το βαρύ φορτίο της ανατροφής των παιδιών, πράγμα που σημαίνει παραίτηση από την εργασία της και την ικανοποίηση πολλών αναγκών και ενδιαφερόντων. Εδώ η επιθυμία τεκνοποίησης συγκρούεται αρ¬κετές φορές με την απαίτηση ελευθερίας και εργασίας. Οι γονείς με παραδοσιακό τρό¬πο σκέψης αντιμετωπίζουν τη γονεϊκή ιδιότητα ως «καθήκον και υποχρέωσή τους», όπως εκείνοι νομίζουν, και με την παραμικρή αφορμή εκδηλώνουν επιθετική συμπερι¬φορά για το καλό τους.

Φύση της οικογένειας
α) Οικογένεια με ένα παιδί
Η ύπαρξη ενός μόνο παιδιού οδηγεί τους γονείς σε υπερβολική προστασία και ικα¬νοποίηση των παράλογων απαιτήσεων του παιδιού, με αποτέλεσμα τα παιδιά αυτά να εκδηλώσουν αρνητική μορφή συμπεριφοράς, μια και θεωρούν αυτή τη συμπεριφορά των ενηλίκων αδυναμία, ή να γίνουν πεισματάρικα, απαιτητικά, ανικανοποίητα, ανά¬γωγα, εγωκεντρικά.
β) Οικογένεια με ξαναπαντρεμένo γονιό
Υπάρχει περίπτωση σε μια τέτοια οικογένεια που οι ρόλοι δεν έχουν με σαφήνεια διευκρινιστεί ή τα νέα πρόσωπα δεν είναι αποδεκτά, να δημιουργηθούν εντάσεις οι οποίες οδηγούν σε αρνητική συμπεριφορά των παιδιών.
γ) Οικογένεια με υιοθετημένα ή νόθα παιδιά
Εφόσον οι σχέσεις των γονιών με υιοθετημένα ή νόθα παιδιά δεν έχουν δομηθεί σε σωστές βάσεις, υπάρχει περίπτωση η εξέλιξη των παιδιών αυτών να μην είναι επιθυμητή και να οδηγηθούν σε αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Προσωπικότητα γονέων
Ο γονέας δεν είναι μόνο πηγή της ζωής, τροφής και απο¬λαύσεων, αλλά είναι και η από θέση απόλυτης ισχύος πηγή καταναγκασμού και απο¬γοητεύσεων. Η επιθετικότητα των γονέων μπορεί να εκδηλωθεί από μια περιφρονητι¬κή ματιά μέχρι τη σωματική βία και το θάνατο.
Εξαιτίας της επιθετικής και βάναυσης συμπεριφοράς στον οικογενειακό χώρο, τα παιδιά έχουν πολλές φορές αρνητικές εμπειρίες, όπως φαίνεται από έρευνες. Έτσι με¬ταβιβάζονται πολλές άσχημες μορφές κοινωνικοποίησης, γιατί τα παιδιά που βλέπουν και βιώνουν την επιθετικότητα μέσα στην οικογένεια τη μεταφέρουν και στην ευρύτε¬ρη κοινωνική ομάδα, πράγμα που δυσχεραίνει την προσαρμογή τους στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Η επιθετικότητα των παιδιών είναι συχνά η μακροπρόθεσμη συνέπεια της στάσης και του τρόπου ανατροφής τους. Έχει διαπιστωθεί ότι τόσο η χαλαρή πειθαρχία όσο και η εχθρική στάση των γονέων δημιουργεί στα παιδιά ελάχιστα ελεγχόμενη και έντονα επιθετική συμπεριφορά.
Από την άλλη μεριά η επιθετικότητα του πατέρα και της μητέρας και η συνεχής τους προσπάθεια να επιβληθούν στα παιδιά και να τους επιβάλλουν τις κοινωνικές και πολιτισμικές τους πολλές φορές είναι αιτίες που δημιουργούν τις απότομες αντιδρά¬σεις των παιδιών και την εκδήλωση της επιθετικής τους συμπεριφοράς.
Όταν το οικογενειακό περιβάλλον προσπαθεί με επιθετικό τρόπο να ελέγξει την επιθετικότητα των παιδιών, το μόνο που κατορθώνει είναι να τη μιμηθεί το παιδί μια και το γονεϊκό πρότυπο συμπεριφοράς γίνεται αντικείμενο μίμησης. Από την άλλη ο τρόπος ανατροφής που δείχνει ανοχή στην παιδική επιθετικότητα, λειτουργεί ενισχυ¬τικά και την αναπαράγει.
Πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει η Μ. Montessori ότι το παιδί «όταν πληγωθεί, η στεναχώρια του μπορεί να μείνει θαμμένη μέσα του ή να εκφραστεί με μια εκρηκτική και θυμωμένη συμπεριφορά».
Σε έρευνα που έκανε ο Γ. Κρασανάκης σε φοιτητές της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ηρακλείου και της Σχολής Νηπιαγωγών Χανίων με τη μέθοδο του ερωτηματολογίου στο έτος 1976-76 μέχρι το έτος 1983-84, βρέθηκαν τα παρακάτω στοιχεία.
Αποκαλύφθηκαν πολλοί πατέρες που έκαναν χρήση τιμωρίας και μάλιστα σκλη¬ρής. Οι παππούδες έκαναν χρήση σωματικών ποινών σε ποσοστό 72,6%, των δε ηθι¬κών ποινών και στέρησης ελευθερίας, σε ποσοστό 45,6%. Οι συχνότητες αυτές αντί¬στοιχα στους πατέρες ήταν 59,1% και 64,8%. Δηλαδή στη γενιά των πατέρων κάμπτε¬ται η χρήση των σωματικών ποινών και αυξάνει η χρήση των δύο άλλων μορφών τι¬μωρίας. Αυτό είναι ένα αξιοσημείωτο γεγονός επιθετικής συμπεριφοράς των Ελλήνων πατέρων προς τα παιδιά τους. Μόνο 10% περίπου από αυτούς δεν τιμωρούν τα παιδιά τους και προσπαθούν να τα καθοδηγήσουν και να τα διαπαιδαγωγήσουν με άλλους τρόπους. Είναι βέβαιο ότι 9 στα 10 παιδιά της έρευνας βρέθηκαν στα πρώτα χρόνια της ζωής τους μπροστά σε πατέρες με έκδηλη την τάση της σωματικής, ηθικής ποινής ή της στέρησης της ελευθερίας.
Άλλα αίτια που μπορεί να προκαλέσουν αυτή τη συμπεριφορά των παιδιών είναι και η συνήθεια των γονέων να αναμειγνύονται στις υποθέσεις τους να τα λογοκρίνουν ή να τα υπερπροστατεύουν. Τέτοιες καταστάσεις που έχουμε την ανάμειξη του γονέα μπορεί να είναι η σχολική επίδοση, η εργατικότητά του, η επιλογή του επαγγέλματος, οι σπουδές, οι βραδινές έξοδοι, οι σχέσεις με το άλλο φύλο, οι εκπομπές στην τηλεό¬ραση κ.λπ.(Γιαβρίμης, 2000).

Δεν υπάρχουν σχόλια: