Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2007

Χρήση της αφήγησης ιστοριών στη γνωσιακή θεραπεία στα παιδιά

Ευαγγελία Καραβία, MSc Ψυχολογίας

Η Γνωστική Θεραπεία Συμπεριφοράς, βασίζεται στο γνωστικό μοντέλο των συναισθηματικών διαταραχών, το οποίο περιλαμβάνει την αλληλεπίδραση μεταξύ σκέψης, συναισθήματος, συμπεριφοράς και φυσιολογίας. Αυτό το μοντέλο στηρίζεται στο ότι η συμπεριφορά σχεδιάζεται μέσω της λεκτικής επεξεργασίας. Η διαταραγμένη συμπεριφορά θεωρείται ως μια έκφραση της μη-λογικής σκέψης (Susan Knell, 1993).
Οι βασικές προϋποθέσεις της γνωστικής θεραπείας είναι τρεις. Πρώτον, οι σκέψεις επηρεάζουν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του ατόμου ως αντίδραση στα γεγονότα. Δεύτερον, οι αντιλήψεις και οι ερμηνείες των γεγονότων σχηματίζονται με βάση τα πιστεύω του ατόμου. Τρίτον, λάθη στη σκέψη ή «λογικές διαστρεβλώσεις» κυριαρχούν στις εμπειρίες που βιώνει το άτομο όταν συναντά δυσκολίες. Αυτές οι γνωστικές διεργασίες είναι μη-λεκτικές και συχνά δεν αναγνωρίζονται από το ίδιο ο άτομο (Susan Knell, 1993).
Η Γνωστική Θεραπεία Συμπεριφοράς (Γ.Θ.Σ) χρησιμοποιείται ευρέως στα παιδιά και στους εφήβους και μετά τη μέθοδο τροποποίηση συμπεριφοράς, είναι η πιο εκτεταμένη μέθοδος παιδικής θεραπείας. Τα χαρακτηριστικά που κάνουν δημοφιλή τη Γ.Θ.Σ με τα παιδιά είναι η έμφαση που δίνεται στη διδασκαλία όσον αφορά τη διαχείριση ικανοτήτων, η προώθηση αυτοελέγχου και η ενδυνάμωση της αυτεπάρκειας (Kendal & Panichelli- Mindel, 1995 ). Η ενεργός συμμετοχή του παιδιού στην διερεύνηση των σκέψεων και των πεποιθήσεων με τη συμμετοχή του θεραπευτή είναι από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της γνωστική θεραπείας που την ξεχωρίζουν από το συμπεριφοριστικό και το ψυχοδυναμικό μοντέλο (Grave & Blissett, 2004).
Η έρευνα για τον κατάλληλο συνδυασμό πελάτη και παραγόντων θεραπείας είναι περίπλοκη, καθώς εξαρτάται από το είδος των γνωστικών και συμπεριφοριστικών τεχνικών που συνδυάζονται με διαφορετικό τρόπο έτσι ώστε να είναι κατάλληλες για παιδιά και ενηλίκους. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που αφορά την επίδραση των διαφορετικών γνωστικών τεχνικών που χρησιμοποιεί η κάθε παρέμβαση της Γ.Θ.Σ και σε τι βαθμό συμβάλλουν στη γνωστική η τη συμπεριφορική αλλαγή. Η σπουδαιότητα αυτού του ερωτήματος είναι ακόμη πιο έντονη όταν εφαρμόζουμε το μοντέλο της Γ.Θ.Σ σε παιδιά εξαιτίας της έλλειψης εμπειρίας στη γνωστική επεξεργασία. Η έμφαση δίνεται σε παιδιά ηλικίας μεταξύ 5 και 8 ετών. Γενικά, αυτά τα παιδιά έχουν ένα επίπεδο λεκτικής ικανότητας και ανεξαρτησίας, το οποίο τους επιτρέπει τη συμμετοχή σε μια ατομική λεκτική θεραπεία, αλλά μια σχετική αναπτυξιακή ανωριμότητα ίσως αποκλείσει τη χρήση μιας τέτοιας θεραπείας. Το γεγονός ότι η Γ.Θ.Σ προέρχεται εν μέρει από τη γνωστική θεωρία και τη θεραπεία με ενηλίκους αυξάνει τα ερωτηματικά στο κατά πόσο αυτή η ηλικιακή ομάδα παιδιών επωφελείται από τη συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση και το ρόλο στον οποίο συμβάλλει το αναπτυξιακό επίπεδο των παιδιών στην επιτυχία η την αποτυχία της (Grave & Blissett, 2004).
ΒΙΒΛΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ (BIBLIOTHERAPY)
Αν και η βιβλιοθεραπεία δεν είναι μια τεχνική γνωστικής παρέμβασης, ωστόσο χρησιμοποιείται ως ένα βοηθητικό εργαλείο στη θεραπεία. Η ανάγνωση βιβλίων είναι ένας τρόπος που βοηθάει τα άτομα να αναρωτηθούν για τα μη-λογικά πιστεύω και τις λανθασμένες απόψεις τους. Πολλά από τα βιβλία βασίζονται στη γνωστική θεωρία. Συχνά προσπαθούν να εισάγουν την έννοια της γνωστικής θεραπείας και να βοηθήσουν τους αναγνώστες να εφαρμόσουν αυτές τις ιδέες στη ζωή τους σε μια προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων τους.
Η χρήση της βιβλιοθεραπείας στα παιδιά έχει ένα διαφορετικό σκοπό. Τα βιβλία για παιδιά έχουν μια προσέγγιση εξιστόρησης ιστοριών παρά τη διδασκαλία ιδεών και προτεινόμενων τρόπων αλλαγής της συμπεριφοράς. Τα βιβλία που χρησιμοποιούνται για τα παιδιά περιέχουν μηνύματα και ηθικά διδάγματα, αλλά μόνο πρόσφατα υπάρχει μια αναπαραγωγή ιστοριών με συγκεκριμένα προβλήματα και τραυματικά γεγονότα που έχουν ν’ αντιμετωπίσουν τα παιδιά (π.χ. διαζύγιο γονιών, θάνατος, μετακόμιση). Σ’ αυτές τις ιστορίες, το μήνυμα περνά μ’ έναν έμμεσο τρόπο στον αναγνώστη, με την ελπίδα ότι θα αποκομίσει κάτι μέσω των χαρακτήρων της ιστορίας του βιβλίου. Βιβλία αλλά και άλλο υλικό, όπως βιντεοκασέτες, αποτελούν θετική ενίσχυση στη γνωστική παρέμβαση. Πολλά βιβλία έχουν γραφθεί ειδικά για παιδιά προσχολικής ηλικίας και είναι πολύ χρήσιμα ακόμη και στη θεραπεία με παιχνίδια (Susan Knell, 1993).
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ (NARRATIVE THERAPY)
Η θεραπεία αφήγησης αναπτύχθηκε αρχικά το 1989 από το Michael White και τον David Epson. Ο τρόπος σκέψης του White επηρεάστηκε από τον Gregory Bateson ο οποίος ασχολείτο με τα οικογενειακά συστήματα και την οικογενειακή θεραπεία. Τα τελευταία 10 χρόνια έχει γραφτεί ένας μεγάλος αριθμός βιβλίων για την θεραπεία αφήγησης. Ο τρόπος σκέψης στη θεραπεία αφήγησης τοποθετείται στο μετα-μορφολογισμό (post-structuralism) που αναπαριστά την οριστική αποχώρηση από τη μορφολογική σκέψη (structuralist thinking) που είναι χαρακτηριστικό της Δυτικής σκέψης (Zimmerman & Beaudoin, 2002).
Η αφήγηση έχει μια συγκεκριμένη δομή και χρονική διάρκεια (π.χ. αρχή, μέση και τέλος) και επηρεάζει ταυτόχρονα αφηγητή και ακροατή. Δεν υπάρχει περιορισμός για το τι είναι λογικό ή μη-λογικό σε κάθε ιστορία, η επιλογή στο τι θα ειπωθεί έγκειται στον αφηγητή, αλλά μπορεί να τροποποιηθεί από τις ερωτήσεις και τις αντιδράσεις του ακροατή (Greenhalgh & Hurwitz, 1999). Η αφήγηση είναι υποκειμενική, όπου ο κάθε αφηγητής μπορεί να δώσει διαφορετική αξία στα ίδια γεγονότα, ενώ η ερμηνεία αυτών να εξαρτάται από την περίσταση ή από το άτομο με το οποίο την μοιράζεται (Gale et al., 2003).
Η χρήση της αφήγησης ως εργαλείο έχει ιδιαίτερη σημασία στο χώρο της ψυχοθεραπευτικής πρακτικής, εφόσον μας δίνει την ευκαιρία κατανόησης των γεγονότων που συμβαίνουν στο άτομο. Σε σύγκριση με τα κυριαρχικά μοντέλα, τα οποία αντιλαμβάνονται τη θεραπευτική σχέση ως ανατροφοδότηση μέσα από την οποία ο θεραπευτής οδηγεί τον πελάτη στο να ανακαλύψει καινούργιες πληροφορίες για τον εαυτό του, στην θεραπεία αφήγησης ο θεραπευτής συγκεντρώνεται στις εμπειρίες του πελάτη και στο νόημα που προσδίδει σ’ αυτές (Zimmerman & Dickerson, 1994). Η θεραπεία μετατρέπεται σε μια ευκαιρία για τον πελάτη που του επιτρέπει να ανακαλύψει και να εξετάσει την αφήγησή του, μέσα από την οποία φανερώνει τις εμπειρίες του. Ο στόχος της θεραπείας είναι να βοηθήσει τους πελάτες να αλλάξουν τις ζωές τους ξεφεύγοντας από προβληματικές ιστορίες και να μετακινηθούν σε ιστορίες που εμπεριέχουν πιθανότητα και ευκαιρία. Ο πελάτης καθορίζει το είδος της ιστορίας που θα διηγηθεί. Οι θεραπευτικές διηγήσεις τείνουν να είναι επιτυχείς όταν έχουν εσωτερική και εξωτερική συνάφεια. Αυτό συμβαίνει όταν δεν υπάρχουν αντιφάσεις στην ιστορία και όταν τα υποκείμενα δεν έρχονται σε μη-λογικές συγκρούσεις με άλλα συναφή γεγονότα. Αν και ο θεραπευτής δεν θα πρέπει να υπαγορεύει το περιεχόμενο της διήγησης του πελάτη, μπορεί όμως να «προκαλέσει» τον πελάτη στην ερμηνεία της ιστορίας του (Gale et al., 2003).
Η θεραπεία αφήγησης απέκτησε τη δική της ορολογία και αποτελείται από διαφορετικά μέρη: αφηγήσεις γεμάτες προβλήματα, κυριαρχικές ιστορίες, εξωτερίκευση και ονομασία του προβλήματος χρησιμοποιώντας μεταφορική γλώσσα, εξωτερίκευση συνομιλιών χρησιμοποιώντας σχετικές ερωτήσεις για την εύρεση των πιθανών επιρροών, εξωτερίκευση μονολόγων, επαναδόμηση του προβλήματος για την εύρεση εναλλακτικών ιστοριών και συμπερασμάτων, πρόσκληση του ατόμου να λάβει θέση απέναντι στο πρόβλημα, τη συμμαχία θεραπευτή και πελάτη, τη χρησιμοποίηση θεραπευτικών στοιχείων, την αναδόμηση μιας πιο ευχάριστης ιστορίας, την ανάμνηση και την προετοιμασία για το μέλλον μέσω πιθανών ερωτήσεων (Besley, 2002).
Ο λόγος και το πώς χρησιμοποιείται είναι πολύ σημαντικά στοιχεία. Μπορεί να «θολώσει», να μεταβάλει ή να διαστρεβλώσει τον τρόπο με τον οποίο διηγούμαστε την ιστορία. Μπορεί να ρυθμίσει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε, δρούμε και να χρησιμοποιηθεί ως θεραπευτικό εργαλείο. Η εξωτερίκευση του λόγου χρησιμοποιείται στη θεραπεία, διότι το άτομο αντιμετωπίζει το πρόβλημα του σαν να μην είναι δικό του ή ενσωματωμένο με την προσωπικότητα και την ψυχολογική του κατάσταση.
Στη συζήτηση που ακολουθεί τη θεραπευτική αφήγηση, χρησιμοποιείται μια ποικιλία τεχνικών για να αναδομήσουμε, να αποκαλύψουμε και να ανατρέψουμε τα κύρια στοιχεία της αφήγησης, τα οποία το άτομο συχνά βρίσκει προβληματικά. Αυτή η διαδικασία ανοίγει το δρόμο για πιθανές αλλαγές. Ο διάλογος που ακολουθεί βασίζεται στη συνεισφορά του ατόμου διότι ο θεραπευτής σέβεται το γεγονός ότι ο πελάτης έχει τις κατάλληλες δεξιότητες, ικανότητες και τη γνώση στο να λύσει το πρόβλημά του. Η εξωτερίκευση διαλόγων χρησιμοποιείται στο να σταματήσει να αισθάνεται το άτομο ανίκανο από το πρόβλημά του. Η ονομασία του προβλήματος είναι μια διαδικασία στην οποία ο θεραπευτής προσκαλεί τον πελάτη να λάβει μέρος αλλά η πραγματική απόφαση στην ονομασία ή όχι του προβλήματος εξαρτάται από τον ίδιο. Μετά την πρόκληση ονομασίας του προβλήματος μπορούν να κυριαρχήσουν οι ίδιοι στο πρόβλημα (Besley, 2002).
Η ειδικότητα ενός θεραπευτή αφήγησης δεν είναι στο να «λύνει προβλήματα» ή να είναι γνώστης στο πώς οι άνθρωποι «πρέπει» να ζουν τη ζωή τους. Η χρησιμοποίηση του λόγου είναι ένας τρόπος εξωτερίκευσης του προβλήματος. Ένα αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι στο να δημιουργείται χώρος για το άτομο αλλά και για τις συνθήκες που το περιβάλλουν , έτσι ώστε να μπορεί να παρατηρήσει τις εναλλακτικές λύσεις που υπάρχουν γύρω του ή να επικεντρώσει την προσοχή του σε πιο αρεστά γεγονότα (Zimmerman & Beaudoin, 2002). Οι θεραπευτές αφήγησης δεν παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως ένα απόμακρο, αντικειμενικό και ουδέτερο ειδικό ο οποίος κάνει διάγνωση, προτείνει λύσεις και συνταγογραφεί θεραπείες. Ενδιαφέρονται και παίρνουν μέρος στην ιστορία του πελάτη. Υιοθετούν μια οπτιμιστική, πειραματική στάση γεμάτη ενδιαφέρον και σεβασμό, ακούγοντας αλλά και χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα τη γλώσσα και θεραπευτικές τεχνικές για να βοηθήσουν τον πελάτη στην ανακάλυψη των άγνωστων καλά κρυμμένων υποθέσεων και αντιφάσεων στην ιστορία του (Besley, 2002).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Τα παιδιά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να εκφράσουν τις σκέψεις και τα αισθήματα τους με λόγια, ωστόσο όμως, είναι ικανά να το κάνουν αυτό μεταφορά χρησιμοποιώντας την τέχνη, τη μουσική ή τα βιβλία (Early, 1993). Οι ιστορίες, ή βιβλιοθεραπεία όπως αναφέρεται συχνά (bibliotherapy), μπορούν να προάγουν τη θεραπεία για παιδιά που έχουν τραυματιστεί ψυχολογικά ή αντιμετωπίζουν συμπεριφορικά και συναισθηματικά προβλήματα. Η αφήγηση ιστοριών συμβάλλει στην επίλυση διαπροσωπικών προβλημάτων, προάγει τη νοητική ευελιξία στα παιδιά που έχουν έλλειψη αυτοπεποίθησης, γλωσσικής έκφρασης ή λεξιλογίου τα οποία αποτελούν σημαντικά εργαλεία στην έκφραση συναισθημάτων (Bauer & Balius, 1995).
O Davis υποδεικνύει, ότι η θεραπεία αφήγησης στα παιδιά είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, διότι οι ιστορίες αποτελούν ένα φυσικό και ευχάριστο μέρος της ζωής του παιδιού. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν είναι αναγκαίο για τα παιδιά να παραδέχονται τα προβλήματά τους. Μέσα από την ιστορία, τα παιδιά βλέπουν την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, να εξερευνά ποικίλες λύσεις και να φθάνει στη λύση του προβλήματος. Αντιδρούν και βιώνουν συναισθήματα καθώς σκέφτονται για το τι θα έκανα οι ίδιοι σε μια παρόμοια περίπτωση. Αυτή η εμπειρία επαληθεύει τα συναισθήματα του παιδιού αποδεικνύοντας ότι και άλλα παιδιά μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα (Carlson, 2001).
Σύμφωνα με τον Pardeck (1990b), η θεραπεία αφήγησης επιτρέπει στα παιδιά να διαβάσουν ιστορίες άλλων παιδιών που αντιμετώπισαν προβλήματα παρόμοια με το δικό τους και να τους δώσει την ευκαιρία να εφαρμόσουν ότι έχουν μάθει στην δική τους κατάσταση. Παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα θα αισθανθούν λιγότερο απομονωμένα διαβάζοντας ή ακούγοντας για περιπτώσεις παιδιών που αντιμετώπισαν παρόμοιες καταστάσεις.
Στην παιδική ηλικία μαθαίνουμε να αντιλαμβανόμαστε τις εμπειρίες μας με το να τις οργανώνουμε σε αφηγήσεις για το ποίοι είμαστε και πώς επικοινωνούμε με τους γύρω μας. Χρησιμοποιούμε αυτές τις ιστορίες ή τα «σχήματα» για να αντιληφθούμε τα γεγονότα της ζωής μας (Westcott & Dobbins, 1997). Αυτά τα σχήματα επηρεάζουν τον τρόπο που επικεντρωνόμαστε στα γεγονότα γύρω μας, το τι αγνοούμε, τι επιλογές κάνουμε και ποιες εναλλακτικές λύσεις αποφεύγουμε (Henley, 1994). Πολλά παιδιά εφευρίσκουν προβληματικές ιστορίες έτσι ώστε να μην εκμεταλλευθούν τις δυνάμεις, τις ικανότητες, τις δεξιότητες αλλά και τα προσόντα που διαθέτουν. Ο σκοπός της αφήγησης στη θεραπεία με παιδιά είναι να τα βοηθήσει να αναπτύξουν καινούργιες και πιο θετικές ιστορίες.
Σύμφωνα με τον Davis (1990), ο σκοπός χρησιμοποίησης ιστοριών αφήγησης είναι παρόμοιος με το στόχο των γνωστικών-συναισθηματικών θεραπειών: οι ιστορίες διδάσκουν νέες συμπεριφορές και πιστεύω στα παιδιά που έχουν μάθει να πιστεύουν ότι δεν αξίζουν σαν υποκείμενα. Ο Okun συμπληρώνει ότι η βιβλιοθεραπεία είναι μια συμπεριφοριστική στρατηγική που επικεντρώνεται σε εξειδικευμένες, παρατηρήσιμες συμπεριφορές και σκοπό έχει να τις αντικαταστήσει με πιο κατάλληλα μοντέλα συμπεριφοράς. Πολλά παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα συμπεριφοράς αισθάνονται αβέβαια για τον εαυτό τους και αυτή η στρατηγική μπορεί να είναι αποτελεσματική στην ανάπτυξη αυτοεκτίμησης του παιδιού. Ο Pardeck σημειώνει, ότι η αφήγηση ιστοριών βοηθάει τα παιδιά να αναδομήσουν γνωστικά τα προβλήματα που συνδέονται με τη θυματοποίηση που έχουν βιώσει. Όταν ένα παιδί ζητάει πληροφορίες για το παιδί-θύμα της ιστορία που διαβάζει και λαμβάνει προτάσεις υιοθέτησης καινούργιων μοντέλων συμπεριφοράς τότε μπορεί να έχουμε μια θεραπευτική αλλαγή (Fuhriman, Barlow & Wanlass, 1989).
Στην τεχνική αφήγησης ιστοριών ζητείται από το παιδί να εξιστορήσει μια δική του ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Ο θεραπευτής, καθώς ακούει την ιστορία αναλύει τις μεταφορές και την ψυχολογική τους ερμηνεία. Έπειτα, απαντά στο παιδί με μια άλλη ιστορία της οποίας οι χαρακτήρες και η πλοκή είναι παρόμοια, αλλά το τέλος της παρουσιάζει μια πιο ομαλή κατάσταση, απ’ ότι το τέλος που δίνει το παιδί στην ιστορία του, αν το παιδί έχει δώσει ένα διαστρεβλωμένο γνωστικά τέλος. Όταν ο θεραπευτής αφηγείται ξανά την ιστορία, οι χαρακτήρες προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματα και τις συγκρούσεις τους με έναν πιο ευέλικτο τρόπο και έτσι μεταφορικά υποδεικνύει στο παιδί εναλλακτικούς τρόπου επίλυσης του προβλήματος το οποίο αντιμετωπίζει (Kottman & Stiles, 1990).
Η αφήγηση ιστοριών είναι μια πολύ δυναμική τεχνική όταν χρησιμοποιείται με παιδιά ηλικίας τουλάχιστον 5 ετών και διαθέτουν λεκτική άνεση στην εξιστόρηση. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας στηρίζεται στη σχέση παιδιού και θεραπευτή. Πριν ο θεραπευτής αρχίσει την ερμηνεία των μεταφορών και την διήγηση της ιστορίας, θα πρέπει πρώτα να περάσει αρκετό χρόνο με το παιδί ώστε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και να του αφήσει το δικό του ελεύθερο χώρο αναπτύσσοντας έτσι μια δημοκρατική σχέση συμμαχίας (Kottman & Stiles, 1990).

Η ΧΡΗΣΗ ΖΩΩΝ ΣΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ
Ο Piaget αναφέρει ότι όλα τα παιδιά περνώντας από το ένα στάδιο ανάπτυξης στο άλλο, είναι φυσιολογικό γι’ αυτά να προσπαθούν να προσάψουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στα ζώα. Άλλωστε σε πολλές μεταφορές και στους μύθους, τα ζώα παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην αλληλεπίδρασή τους με τους ανθρώπους. Τα παιδιά συχνά προβάλλουν τα αισθήματά τους σ’ ένα ζώο, το οποίο μπορεί να τους προσφέρει αγάπη, δεν θυμώνει, δεν μαλώνει και μπορούν να έχουν μια συνεχή σχέση μαζί του. Τα παιδιά αισθάνονται πάρα πολύ όμορφα όταν τους προσφέρεται από ένα ζωντανό ων αγάπη και ασφάλεια χωρίς κριτική (Soloman, 1981). Οι θεραπευτές πολλές φορές χρησιμοποιούν τα ζώα για να διδάξουν στα παιδιά τη στοργή, την ενσυναίθηση, την υπευθυνότητα και την αυτό-υποδοχή.
Τα ζώα χρησιμοποιούνται ως μια γέφυρα ανάμεσα στο θεραπευτή και το παιδί και μπορούν να αποτελέσουν ένα αντικείμενο μεταβίβασης. Με άλλα λόγια το παιδί μπορεί πολύ πιο εύκολα να μεταβιβάσει τα συναισθήματα του μέσω ενός ζώου, παρά μιλώντας απευθείας στο θεραπευτή.
Τα χαρακτηριστικά του ζώου που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία είναι πολύ σημαντικά. Ανεξάρτητα όμως από το είδος του ζώου, τα χαρακτηριστικά του παιδιού πρέπει να συμβαδίζουν και με τα χαρακτηριστικά του ζώου (π.χ. δύναμη, αφοσίωση κλπ). Και ενώ η θεραπεία με ζώα μπορεί να είναι βοηθητική για πολλά παιδιά, δεν είναι κατάλληλη γι όλα τα παιδιά. Για παράδειγμα, παιδιά με ιστορικό επιθετικότητας απέναντι στα ζώα ή άλλα παιδιά δεν θα ήταν συνετό να λάβουν μέρος σε μια τέτοια θεραπεία (Reichert, 1998).
Τα ζώα ως σύμβολα υπάρχουν σε όλους τους πολιτισμούς. Υπάρχουν στους μύθους, στις παροιμίες, παντού. Κάθε προσπάθεια κατανόησης της χρήσης ζώων σε μια θεραπεία έχει να κάνει με το γεγονός ότι εδώ και αιώνες, οι εικόνες των ζώων μας έχουν βοηθήσει να καταλάβουμε τους άλλους, τις ρίζες μας και τους εαυτούς μας. Η αναγωγή στην εικόνα ενός ζώου έχει να κάνει με τα χαρακτηριστικά του και την σημασία που έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά για μας. Αυτή η εμπειρία μας βοηθάει να συνειδητοποιήσουμε την πολυπλοκότητα, την ένταση, τη δύναμη, τις πιθανότητες, τους περιορισμούς, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες που συμβολίζονται μέσα από την εικόνα του ζώου (Arad, 2004).
Η χρησιμοποίηση ζώων στην αφήγηση ιστοριών απευθύνεται και σε σεξουαλικά κακοποιημένα παιδιά. Τα παιδιά συχνά εκφράζουν ενοχή και ντροπή για τη σεξουαλική κακοποίηση που έχουν υποστεί. Μερικές φορές πιστεύουν ότι τα ίδια προκάλεσαν την κακοποίηση επειδή έκανα κάτι λάθος. Ο θεραπευτής για να βοηθήσει το παιδί να εκφράσει τα συναισθήματα του διηγείται μια ιστορία η οποία τελειώνει με τη φράση: «κακά πράγματα μπορούν να συμβούν σ’ αυτά τα μικρά σκυλάκια, όπως τον Roubi, όπως ακριβώς μπορούν να συμβούν κακά πράγματα στα καλά μικρά παιδιά». Ο θεραπευτής τότε μπορεί να κάνει την εξής ερώτηση: «ποιανού είναι το φταίξιμο το ότι ο Roubi βρέθηκε καταμεσής στο δρόμο; » και τότε το παιδί μπορεί να απαντήσει. Έπειτα θεραπευτής και παιδί μπορούν να δουλέψουν μαζί θέματα που αφορούν ενοχή και υπευθυνότητα
Η αφήγηση ιστοριών με ζώα βοηθά το παιδί να αποκαλύψει την κακοποίηση και να εκφράσει τα συναισθήματα του. Εισάγοντας ο θεραπευτής το ζώο στην ιστορία, παρουσιάζεται στο παιδί η ευκαιρία να ταυτιστεί με το ζώο και να μεταβιβάσει τα αισθήματα του σ’ αυτό κι έτσι διευκολύνεται η αποκάλυψη των συναισθημάτων του παιδιού (Reichert, 1998).
Στην τεχνική χρησιμοποίησης ζώου στην αφήγηση ιστοριών (Animal Attribution Story-telling Technique) απαιτείται από το κάθε μέλος της οικογένειας να αποδώσει ένα ζώο σε κάθε μέλος της οικογένειας συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του και να πει μια ιστορία γι’ αυτό το ζώο. Αυτή η διαδικασία ενδυναμώνει την έκφραση συναισθημάτων, τον διασαφηνισμό εσφαλμένων αντιλήψεων για τον εαυτό και για τους άλλους, την εξωτερίκευση ευχών, φόβων, επιθετικών αισθημάτων και φαντασιώσεων.
Ξεκινώντας από το νεότερο μέλος της οικογένειας ο καθένας ρωτάται με τη σειρά: «αν η μητέρα /πατέρας /αδερφός σου ήταν ένα ζώο τι ζώο θα ήταν;». ξεκινάμε από τα νεότερα μέλη της οικογένειας έτσι ώστε να μην «αντιγράφουν» τις ιδέες των μεγαλυτέρων. Έπειτα το κάθε μέλος ενθαρρύνεται να πει μια ιστορία για το ζώο κι όχι για το μέλος της οικογένειας το οποίο συμβολίζει. Η ιστορία θα πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος και έπειτα το άτομο πρέπει να δώσει έναν τίτλο στην ιστορία του και να πει το ηθικό δίδαγμα. Παιδιά ηλικίας 3 ½ χρονών είναι σε θέση να καταλάβουν το ηθικό δίδαγμα μιας ιστορίας. Έπειτα τα παιδιά μπορούν ακόμη και να ζωγραφίσουν κάποια σκηνή από την ιστορία τους, ενώ η συζήτηση συνεχίζεται. Οι ζωγραφιές αυτές έχουν κάποια αξία, αλλά είναι στην προτίμηση του κάθε θεραπευτή το πώς θα τις χρησιμοποιήσει. Ο θεραπευτής ρωτάει το παιδί για το τι του άρεσε ή όχι στην ιστορία του, εναλλακτικές ιδέες, τα συμπεράσματα κτλ. Έτσι, η εικόνα του ζώου μπορεί να ενσωματωθεί σε νέα και θετικά χαρακτηριστικά, απ’ όπου αναδύεται μια καινούργια εικόνα και το παιδί διηγείται ξανά την ιστορία του αλλά αυτή τη φορά, γνωστικά δομημένη (Arad, 2004).
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ
Το θεωρητικό υπόβαθρο της οικογενειακής υποστήριξης απευθύνεται στις οικογένειες που προσπαθούν να αναπτύξουν θετικές σχέσεις μεταξύ γονιού- παιδιού στο πέρασμα του χρόνου, στο κοινωνικό, πολιτιστικό και ιστορικό περιεχόμενό τους. Αναγνωρίζοντας ότι αυτό το υπόβαθρο μπορεί να έχει θετικές ή αρνητικές επιδράσεις, η οικογενειακή υποστήριξη έχει ως στόχο να δημιουργήσει υποστηρικτικά και υγιή περιβάλλοντα για τις οικογένειες με μικρά παιδιά τα οποία αντιμετωπίζουν τεράστια εμπόδια και περιβαλλοντικούς κινδύνους .
Η οικογενειακή υποστήριξη στοχεύει στην ενδυνάμωση των δυνατοτήτων και των αμοιβαίων συναισθημάτων αυτεπάρκειας των μελών της οικογένειας (Goldberg, 1977). Αυτό σημαίνει, γι’ αυτόν που φροντίζει ένα παιδί, ότι πρέπει να απαντά άμεσα αλλά και να προβλέπει τις ανάγκες ενός παιδιού. Αυτό σημαίνει, ότι το παιδί πρέπει να λαμβάνει ως ανατροφοδότηση την σταδιακή αύξηση της γνώσης και της κοινωνικής επάρκειας από ένα υποστηρικτικό περιβάλλον (Griffith, 2000).
Η θεωρητική βάση της οικογενειακής υποστήριξης είναι στενά συνδεδεμένη με την έννοια της πρόληψης. Οι οικογενειακές, κοινωνικο-πολιτισμικές συνθήκες και τα προσωπικά χαρακτηριστικά είναι αυτά που αλληλεπιδρούν και συμβάλλουν στην κοινωνική ανάπτυξη. Οι «διορθωτικές» αλλαγές δεν περιλαμβάνουν μόνο τη θεραπεία ενός συγκεκριμένου προβλήματος, αλλά και τη δημιουργία ενός υγιούς προστατευτικού περιβάλλοντος. Η οικογενειακή υποστήριξη αποτελεί ένα είδος πρωτογενούς πρόληψης που αφορά όλους τους γονείς και όχι μόνο αυτούς που αναγνωρίζονται ως περιπτώσεις «υψηλού κινδύνου» ή αντιμετωπίζουν προβλήματα.
Η απάντηση στην ερώτηση «πώς μπορούμε να προσφέρουμε υποστήριξη σε οικογένειες μα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα» είναι πολύπλευρη. Κι αυτό γιατί ο συγκεκριμένος χώρος απαρτίζεται από μια ποικιλία προβλημάτων, όπως οικογένειες με παιδιά με ειδικές ανάγκες, με αναπτυξιακές δυσκολίες, έκθεση σε ναρκωτικά, κατάθλιψη, ανήλικες μητέρες κλπ. Οι θεραπευτές ενημερώνονται για την κατάσταση της οικογένειας και παρέχουν συγκεκριμένα εργαλεία και συμβουλές. Σκοπός δεν είναι να δημιουργήσουμε τον «τέλειο» γονιό, αλλά να παράσχουμε ενημέρωση και να καταστήσουμε το γονέα «ευαίσθητο» απέναντι στο ‘κάλεσμα’ του παιδιού του και στην άμεση ανταπόκρισή του. Προσφέροντας έτσι μια ευελιξία ανάμεσα στους δεσμούς της οικογένειας (Griffith, 2000).
Οι μητέρες συχνά φέρουν το αίσθημα ευθύνης, αποτυχίας στο να μεγαλώσουν σωστά τα παιδιά τους, νιώθουν φόβο, σύγχυση για τα παιδιά που «δημιούργησαν» και εύχονται ο τρόπος διαπαιδαγώγησής τους να ήταν διαφορετικός. Η οικογενειακή υποστήριξη αποτελεί ένα ασφαλές μέρος όπου οι μητέρες μπορούν να αναδομήσουν την ιστορία τους και να αγκαλιάσουν ξανά το προσωπικό τους στυλ, την ειλικρίνεια, τη δέσμευση και τις καλύτερες προθέσεις τους για τα παιδιά τους. Οι σκέψεις του τύπου: «το φταίξιμο της μητέρας» ή η «σούπερ-μαμά» αναδομούνται έτσι ώστε να αναπτυχθούν καινούργιοι τρόποι επαφής και επιρροής με τα παιδιά τους (Griffith, 2000).
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΙΣΤΟΡΙΩΝ
Οι White & Epson έδωσαν μια διαφορετική ερμηνεία στο πώς οι πελάτες εσωτερικεύουν τα προβλήματά τους και τα μετατρέπουν σε παθολογία. Για παράδειγμα, αν ένας νέος απευθυνθεί σε θεραπευτή επειδή αντιμετωπίζει προβλήματα προσοχής, η κοινωνία συχνά μιλά γι’ αυτό το παιδί σαν να αποτελεί το ίδιο πρόβλημα (π.χ. «αυτό είναι ένα ατίθασο παιδί» ή «παιδί με διάσπαση προσοχής»). Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα παιδί το οποίο αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερο πρόβλημα. Έτσι, οι White & Epson υιοθέτησαν την ιδέα της «εξωτερίκευσης διαλόγων» (externalizing conversations) έτσι ώστε να διαχωριστεί η ταυτότητα του ατόμου από το πρόβλημά του. Εξάλλου αυτός ο τρόπος αφήγησης ελευθερώνει τους πελάτες έτσι ώστε να αναλάβουν την ευθύνη απέναντι στη δυσκολία που αντιμετωπίζουν και να τη διεκπεραιώσουν με μεγαλύτερη επιτυχία.
Επιπλέον πολλοί πελάτες θεωρούν ότι μιλώντας για τα προβλήματά τους, όταν αυτά διαχωρίζονται από την προσωπικότητα τους, τους προσφέρει μεγαλύτερη ελπίδα για αλλαγή και μειώνει τον κίνδυνο να κατηγορήσουν τον εαυτό τους. Όταν αναδομείται η ιστορία του πελάτη με τους εναλλακτικούς τρόπους εξωτερίκευσης, ο πελάτης αισθάνεται ελεύθερος από χρόνιες συνήθειες και δυσλειτουργικούς τρόπου σκέψης διακρίνοντας σταδιακά τον προβληματικό τρόπο σκέψης που είχε μέχρι τώρα.
Μετά την εξωτερίκευση των προβλημάτων και την διερεύνηση των ιστοριών, οι πελάτες καλούνται να διερευνήσουν κάποιες πτυχές της ζωής τους που δεν ταιριάζουν με τις «παλιές ιστορίες». Για παράδειγμα, παιδιά που είναι υπερβολικά αγχώδη, θα υπάρξουν κάποιες στιγμές που θα είναι λιγότερο αγχώδη κατά τη διάρκεια αφήγησης της ιστορίας τους. Ο θεραπευτής πρέπει να είναι σε θέση να αντιληφθεί αυτές τις στιγμές και να τις διερευνήσει περαιτέρω κάνοντας ερωτήσει του τύπου: «πώς ήσουν ικανός να μειώσεις το άγχος σου εκείνη τη στιγμή;», «τι είπες ή έκανες εκείνη τη στιγμή που σε βοήθησε να επηρεάσεις το άγχος σου;», «έχουν υπάρξει παρόμοιες στιγμές;» (Carlson, 2001).
Έπειτα ο θεραπευτής ρωτάει το παιδί προς ποια κατεύθυνση θα ήθελε να αναδομήσει την ιστορία του και τι τέλος να της προσδώσει. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο θεραπευτής εμπνέει κουράγιο και υποστήριξη, ώστε το παιδί να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, να τη διαχειριστεί μόνο του και να ανακαλύψει τους εναλλακτικούς τρόπους που θα μειώσουν το άγχος του, χρησιμοποιώντας τη δημιουργικότητά του.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ
Οι Coleman & Ganong (1990) αναφέρουν την έλλειψη εγκυρότητας στην κατανόηση και τους σκοπούς χρήσης της αφήγησης ιστοριών στα παιδιά. Ωστόσο, οι Mills & Crowley δηλώνουν ότι τα παιδιά απολαμβάνουν το άκουσμα ιστοριών είτε αυτό έχει αποτελεσματικότητα είτε όχι. Άλλωστε υπάρχει μεγάλη δυσκολία στο σχεδιασμό μιας έρευνας που να αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα της χρήσης μεταφορών σε μια αφήγηση και τις θεραπευτικές της ιδιότητες.
Ένα από τα κύρια προβλήματα στην προσέγγιση της αποτελεσματικότητας της αφήγησης ιστοριών είναι η δυσκολία στο να διαχωρίσουμε τα αποτελέσματα της θεραπευτικής σχέσης από αυτά της θεραπευτικής προσέγγισης. Οι Borders & Paisley (1992) σχεδίασαν ένα πείραμα για να εξακριβώσουν την αποτελεσματικότητα της αφήγησης ιστοριών στα παιδιά και το πώς μπορεί να τα ενδυναμώσει στην αντιμετώπιση των συναισθηματικών προβλημάτων τους. Βρήκαν στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στα παιδιά που εκτέθηκαν στην αφήγηση και συζήτηση ιστοριών σε θεραπεία απ’ ότι σε αυτά που εκτέθηκαν μόνο στην αφήγηση ιστοριών μέσα στην τάξη. Και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η αφήγηση ιστοριών ως μέθοδος επίλυσης προβλημάτων και κατανόησής τους φαίνεται να συμβάλλει στην συναισθηματική ανάπτυξη του ατόμου (Borders & Paisley, 1992).
Ο Marrs (1995) σε μια μετα-ανάλυση μελετών που χρησιμοποιούσαν την αφήγηση ιστοριών δεν βρήκε στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα αποτελέσματα της αφήγησης και της προσέγγισης του θεραπευτή, προτείνει όμως, ότι η χρήση της αφήγησης ιστοριών δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως πρωταρχική προσέγγιση θεραπείας, αλλά θα πρέπει να χρησιμοποιείται επικουρικά. Ωστόσο όμως, το γεγονός ότι η αποτελεσματικότητα της αφήγησης δεν είναι σημαντικά χαμηλότερη από άλλες μεθόδους προσέγγισης, υποδεικνύεται ως ένα βοηθητικό συμπληρωματικό εργαλείο σε αρκετούς τύπους θεραπείας
Τέλος, η Yorker υποστηρίζει ότι βρέθηκαν στοιχεία για τρία στάδια (αναγνώριση και προβολή, κάθαρση και ολοκλήρωση) ανάμεσα στα νεαρά παιδιά που απάντησαν σε ερωτήσεις που έθεσε ο θεραπευτής για την ιστορία που αφηγήθηκαν (Carlson, 2001).
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Υπάρχουν πολλές θεραπευτικές μέθοδοι προσέγγισης που υποστηρίζουν την προσέγγιση αφήγησης ιστοριών σε παιδιά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων τους. Οι ιστορίες που πετυχαίνουν την επίλυση προβλημάτων αποτελούν μια δυναμική θεραπευτική εμπειρία. Ο Wallas, υποστηρίζει την πολιτιστική όσο και την αναπτυξιακή σημασία της αφήγησης: «οι αφηγήσεις είναι η πηγή όλων των ιστοριών που ξέρουμε, από την παλαιότερη μορφή της ανθρώπινης γνώσης και εμπειρίας. Η αφήγηση είναι το όχημα που μας οδηγεί στη διδασκαλία, αποτελούν τις μεταφορές των δικών μας ιστοριών. Τις προσαρμόζουμε στις δικές μας ζωές προσδίδοντας στους το νόημα που ταιριάζει σ’ εμάς» (Carlson, 2001).

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Γνωσιακές-συμπεριφοριστικές μέθοδοι τραιναρίσματος επεξεργασίας αρνητικών σκέψεων, πεποιθήσεων και ενδιάμεσων πεποιθήσεων (προέλευσης Α. Beck)

1. Εντοπισμός αρνητικής σκέψης (π.χ. μήπως δεν είναι γνωσιακή θεραπεία, αλλά θεραπεία της κυράς μας της μαμμής). Καταγραφή της. Σε περίπτωση μη εντοπισμού συγκεκριμένης αρνητικής σκέψης, γίνεται συζήτηση για αρνητικές σκέψεις των παχύσαρκων, έστω και αν ο θεραπευόμενος είναι πετσί και κόκαλο.

2. Παρουσίαση στον θεραπευόμενο ενός φύλλου χαρτιού με παιδαριώδη σχηματική απεικόνιση και επεξήγηση αρνητικών σκέψεων, με τίτλους που δεν βγάζουν κανένα νόημα. Συζήτηση αδυναμίας του θεραπευόμενου να καταλάβει τι διάολο σημαίνουν αυτά. Διαβεβαίωση του θεραπευτή ότι 99 στους 100 ασθενείς του (SIC) καταλαβαίνουν με την πρώτη περί τίνος πρόκειται και συνεργάζονται καταγράφοντας σκέψεις τους. Επίκληση του επιχειρήματος ότι και στο Ινστιτούτο χρησιμοποιούν την ίδια σελίδα.

3. Πρόταση για βιβλιοθεραπεία. Υπόδειξη βιβλίων, που μιλούν όμως για γνωσιακή θεραπεία και όχι εκείνη της κυράς μας της μαμμής. Συνειδητοποίηση από τον θεραπευόμενο ότι έχει μπόλικες αρνητικές σκέψεις. Καταγραφή τους. Παρουσίασή τους στο θεραπευτή. Αμηχανία του θεραπευτή («Μα εγώ μετά βίας βγάζω μία αρνητική σκέψη από τους πελάτες μου και εσείς μου φέρατε τόσες!»–Θα κάνει πως ξέχασε τι έλεγε προηγουμένως για τους 99 στους 100).

4. Υπόδειξη στο θεραπευόμενο να βάλει σε διαφορετικές στήλες τις αρνητικές σκέψεις και να συμπληρώσει όλες τις στήλες (Assumptions, ενδιάμεσες αρνητικές σκέψεις, πεποιθήσεις, ενισχυτικά γεγονότα για την εμπέδωση των πεποιθήσεων, αμφισβήτηση, εναλλακτική πρόταση, πως αισθάνεσαι μετά την πρόταση που έκανες εσύ ο ίδιος). Αφιέρωση ειδικής συνεδρίας για την διευκρίνιση ότι core beliefs ερμηνεύεται στα ελληνικά «πυρηνικές πεποιθήσεις» και όχι «κεντρικές πεποιθήσεις». Επεξήγηση ότι έτσι το ερμηνεύουν στο Αιγινήτειο και επομένως έτσι είναι η ελληνική γλώσσα. Παράθεση επιχειρήματος ότι core ερμηνεύεται μόνο πυρήνας, πυρηνικό, στο αγγλοελληνικό λεξικό Divry’s (=Γεωργίου Κωνσταντοπούλου εκ Δίβρης).

5. Χωρίς να εξεταστούν οι ήδη εντοπισθείσες αρνητικές σκέψεις, ψάχνουμε και για άλλες. Αναπομπή της λίστας στο θεραπευόμενο με υπόδειξη για πιο γεωμετρικά καλαίσθητη σχεδίαση των στηλών των βαθμών επεξεργασίας κάθε αρνητικής σκέψης. Επανυποβολή στο θεραπευτή σε επόμενη συνεδρία.

6. Self disclosures του θεραπευτή προς το θεραπευόμενο, ώστε ο τελευταίος να καταλάβει τι λάθη κάνει και να τα γράψει. Να γράψει και τις αμφισβητήσεις που θα κάνει ο ίδιος στις δικές του αρνητικές σκέψεις, καθώς και πόσο ωραία νιώθει τώρα που έκανε τη δουλειά όλη μόνος του.

7. Συζήτηση, κατόπιν απορίας του θεραπευόμενου για την Judith Beck και το Βιβλίο της Εισαγωγή στη Γνωσιακή Θεραπεία-Cognitive Therapy, Basics and Beyond, ως προς ανάγκη δόμησης της συνεδρίας, εξαγωγή συμπερασμάτων, σύνδεση με την προηγούμενη συνεδρία, ανάγκη να συνοψίσει ο θεραπευόμενος στο τέλος της θεραπείας τι κατάλαβε και τι δεν κατάλαβε, διαδικασία με οποία οδηγούμαστε από την αρνητική σκέψη στην ενδιάμεση πεποίθηση και μετά στην πεποίθηση. Θα πρέπει να εξηγηθεί στο θεραπευόμενο (αφού συμπληρωθούν τουλάχιστο 65 ώρες συνεδριών) ότι αυτά δεν είναι απόλυτα («Ναι, υπάρχουν ορισμένοι άκαμπτοι συνάδελφοί μου που ακολουθούν αυτή τη δομημένη τεχνική. Όμως έχει γραφτεί – πού; στον Τηλεθεατή;- ότι αυτό κουράζει τους ασθενείς, και πράγματι όλοι οι ασθενείς μου, μου έχουν έρθει παρακαλώντας με, ικετεύοντάς με να μιλάμε ελεύθερα γιατί δεν αντέχουν αυτή τη δόμηση. Εγώ επειδή ενδιαφέρομαι πραγματικά για αυτούς και τους αγαπάω, δεν κάνω δόμηση, για το καλό τους»)

8. Συζήτηση για άλλο είδος θεραπείας που έμαθε ο θεραπευτής ότι κάνουν στο εξωτερικό, και το οποίο έχει σχέση με τη γνωσιακή θεραπεία επειδή δίνει απαντήσεις π.χ. γιατί ο ασθενής νιώθει κατώτερος, ή ότι τον δουλεύουν.

9. Ανακάλυψη ότι υπάρχουν στο φάκελο του θεραπευτή πολλές δεκάδες αρνητικών σκέψεων που λιμνάζουν επί μήνες, χωρίς να έχουν συζητηθεί. Επιχειρήματα για ανατροπή των ισχυρισμών του θεραπευόμενου («Μα εσείς φταίτε για τη διαχείριση του χρόνου, εγώ απλώς συζητάω αυτά που φέρνετε εσείς στη συνεδρία! Κοιτάξτε πως χαμογελάω σαν αυθόρμητο παιδί!»).

10. Ο θεραπευόμενος θα μπορούσε να επικοινωνήσει με με e-mail με άλλο γνωσιακό συμπεριφοριστικό θεραπευτή, πρώην μπάτσο, και να λάβει την απάντηση («Στη γνωσιακή θεραπεία υπάρχει πάντα δομή, επαγγελματικότητα και πάντοτε σαφής χρονικός ορίζοντας»). Η φράση «σαφής χρονικός ορίζοντας», μπορεί να χτυπήσει σαν καμπάνα στο μυαλό του θεραπευόμενου. Επικοινωνία με το θεραπευτή του.

11. Ο θεραπευτής μπορεί να στείλει μήνυμα SMS στο θεραπευόμενο, να μη ζητάει σαφή χρονικό ορίζοντα, επειδή «έχει διαταραχή προσωπικότητας» (πρώτη φορά να του το πει με SMS) και επομένως έχει «πολλή, πολλή, πολλή δουλειά ακόμα!»

12. Ο θεραπευτής, χωρίς να ακολουθήσει τη μέθοδο που περιγράφει η Judith Beck, για μετάβαση από αρνητικές σκέψεις σε ενδιάμεσες πεποιθήσεις, πρέπει να πετάξει στη μούρη του θεραπευόμενου ό,τι «πυρηνικές» πεποιθήσεις πρέπει να έχει (προσέξτε –όχι «έχει») ο θεραπευόμενος, αφού του έχει διαγνώσει τη συγκεκριμένη διαταραχή (ίσως να είναι η συγκεκριμένη διαταραχή που έχει αναλάβει σαν εργασία να παρουσιάσει σε ομήγυρη εκλεκτών θεραπευτών, οπότε ο πελάτης γίνεται guinea pig). Έτσι, θέλει δεν θέλει, ο θεραπευόμενος έχει δύο επιλογές ή να κάνει το θύμα, αποδεχόμενος πεποιθήσεις που δεν του πάνε, ή να πάει αλλού. Μπορεί ο θεραπευόμενος να ρωτήσει με e-mail μια άλλη θεραπεύτρια τι να κάνει. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκείνη θα πρέπει να του απαντήσει, μεταξύ άλλων, ότι «πρέπει να συζητήσετε το θέμα με το θεραπευτή σας. Αν πάτε σε άλλο θεραπευτή μην παραλείψετε να του αναφέρετε το λόγο διαφωνίας σας με τον προηγούμενο».

13. Ο λόγος του προηγούμενου είναι προφανής. Για την περίπτωση που ο θεραπευόμενος το κρύψει από το νέο θεραπευτή του, θα πρέπει να ζητηθεί εκ των προτέρων από τους συναδέλφους να δείξουν συναδελφική αλληλεγγύη. Κανένας δεν πρέπει να δέχεται άνθρωπο που υποτίμησε τη διάγνωση και διαδικασία –καλή ή κακή- άλλου συναδέλφου.

14. Μπορεί να γίνει δεκτό αίτημα του θεραπευόμενου για γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία μέσω μερικών e-mails, επι αμοιβή. Φυσικά στην αμοιβή περιλαμβάνονται 40 λεπτά για τη λήψη του μηνύματος και άλλα 40 λεπτά για την αποστολή της απάντησης, επειδή το computer του θεραπευτή είναι αργό και καθυστερεί στην πρόσβαση στο Ιντερνέτ και θα το αλλάξει ….. το Μάιο. Το περιεχόμενο των απαντητικών μηνυμάτων πρέπει να περιέχει μόνο διευκρινιστικές ερωτήσεις, χωρίς να οδηγεί σε κάποιο γνωσιακό συμπέρασμα. Παράλληλα να του μαθαίνει μερικά κόλπα για να θυμάται ονόματα (π.χ. για να θυμάσαι τον Γαβριήλ Γαβριηλίδη, να έχεις στο μυαλό σου το ΓΑΒ-ΓΑΒ του σκύλου).

15. Θα πρέπει να καταγγελθεί σαν απαράδεκτη η άποψη της Judith Beck, σύμφωνα με την οποία «είναι δυνατόν να υπάρχει και αρνητική σκέψη που να είναι αληθινή και στην περίπτωση αυτή ο θεραπευτής αντί να την αμφισβητεί, βοηθάει τον θεραπευόμενο να επιλύσει το βασικό του πρόβλημα». Αυτό φέρνει σε δύσκολη θέση το γνωσιακό θεραπευτή που έχει σαν στόχο του να δουλεύει μόνο από τα συγκεκριμένα γνωστικά λάθη, τα οποία έχουμε μάθει απέξω κι ανακατωτά. Διαφορετικά ανοίγει το κουτί της Πανδώρας και ….. Δεν είναι δουλειά του γνωσιακού θεραπευτή να ασχολείται με άλλο πρόβλημα (π.χ. αν έχασε τη δουλειά του ο θεραπευόμενος) εκτός από το να τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει τις στάνταρντ αρνητικές σκέψεις που κάνει.

16. Μπορεί τέλος να ανακαλύψει ο θεραπευτής (με καθυστέρηση 3 μηνών) ότι έχει ξεχάσει συγκεκριμένο κείμενο, το οποίο είχε υποσχεθεί να διορθώσει ως προς τη διαδικασία των αρνητικών σκέψεων. Τότε του λέγει «α νόμιζα ότι τα κάνατε με άλλο θεραπευτή το καλοκαίρι!».

17. Τελευταίο επιχείρημα, μετά από 70 ώρες συνεδριών, ο θεραπευτής μπορεί να πει «ε, αν τελικά δεν είστε ευχαριστημένος από την προσέγγισή μου, μπορείτε να πάτε σε άλλο θεραπευτή» (έχοντας βέβαια φροντίσει να σαμποτάρει επιτυχώς μια παρόμοια προσπάθεια προσέγγισης άλλου θεραπευτή). Αν ο θεραπευόμενος ζητήσει από το θεραπευτή του να του συστήσει κάποιον άλλον, εκείνος πρέπει να κάνει πως δεν ξέρει κανέναν. Μπορεί να προσποιηθεί μόλις γύρισε από σπουδές που έκανε στη Μαδαγασκάρη και δεν ξέρει ούτε έναν.

18. Οι θεραπευτές δεν πρέπει να νιώθουν άσχημα όταν διαχειρίζονται αρνητικές σκέψεις με αυτό τον τρόπο. Με τη διαδικασία αυτή ο θεραπευόμενος θα ξεχάσει την αρχική αιτία που τον ενοχλούσε και θα έχει αγανακτήσει με το θεραπευτή του (=θα μπορούσε να αποτελέσει κάποια βερσιόν ομοιοπαθητικής!) Επίσης, όταν ο θεραπευόμενος πάψει να αγανακτεί κατά του θεραπευτή (που δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα και δεν νιώθει ποτέ άσχημα για το «έργο» του), σημαίνει ότι είναι κοντά στο τέλος της θεραπείας.

19. Γενικά ο Γνωσιακός θεραπευτής πρέπει να είναι ένα αυθόρμητο παιδί, απαλλαγμένο από οποιοδήποτε αίσθημα ενοχής, ευχάριστο στην παρέα του, που θα αντιμετωπίζει τα πάντα με ένα χαμόγελο και δεν θα κρατάει άσχημες σκέψεις στο κεφάλι του.