Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2008

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ 18ο ,19 ο ΚΑΙ 20ο ΑΙΩΝΕΣ

Δημήτρης Μπούμπας, MΑ, Υποψήφιος διδάκτορας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ 18ο ,19 ο ΚΑΙ 20ο ΑΙΩΝΕΣ

Η γεωγραφική θέση της Λέσβου και των άλλων νησιών του Αιγαίου «υποχρέωσε» τους κατοίκους να διατηρήσουν από αρχαιοτάτων χρόνων σταθερή επαφή με τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Είναι αποδεδειγμένο ιστορικά το γεγονός της μεγάλης ακμής των νησιών κατά τις χρονικές περιόδους ,που διατηρούσαν άριστες σχέσεις με τη Μικρασία, η δε «Αιολική» ή « Ιωνική» καταγωγή των νησιωτών, αποτελούσε και αποτελεί ως τις μέρες μας προνόμιο.

Οι Ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας είναι γνωστό ότι από την αρχαιότητα ανέπτυξαν εξαίρετο πολιτισμό και απέκτησαν πλούτο ζηλευτό, από λαούς προερχόμενους από τα βάθη της Ανατολής. Εάν προσθέσουμε και τους γεωπολιτικούς –στρατιωτικούς λόγους αυτής της επιβουλής θα συμπεράνουμε εύκολα τους λόγους των επιθέσεων, που δέχτηκαν κατά τη διάρκεια της ευημερίας τους. Με την κατάρρευση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, τα όποιας μορφής βυζαντινά κρατίδια της Μικρασίας πέρασαν στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι ξεκίνησαν βίαια αλλά μεθοδικά τον εξισλαμισμό των ελληνικών πληθυσμών σε μια προσπάθεια διεύρυνσης της «εθνικής» Οθωμανικής ομάδας , η οποία ως γνωστό ήταν ολιγάριθμη. Παρόλη όμως την προσπάθεια τους αυτή οι εκεί ελληνικοί πληθυσμοί κατάφεραν στην αρχή της μεγάλης πίεσης να επιβιώσουν και στη συνέχεια μέσω των προνομίων, που χορήγησε ο Σουλτάνος στην Ορθόδοξη Εκκλησία να εξελιχθούν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας σε ρυθμιστές σχεδόν της οικονομικής ζωής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διαχειριζόμενοι άριστα το εμπόριο τη βιομηχανία και τις τέχνες.

Παρόλα αυτά κάθε φορά ,που η Οθωμανική Αυτοκρατορία « πιεζόταν» από ισχυρές δυνάμεις της εποχής με πρόσχημα τον σκλαβωμένο Ελληνισμό, ασκούσε βιοπραγίες εναντίων των «ραγιάδων». Η έναρξη της Ελληνικής επανάστασης επέφερε για παράδειγμα τις βιοπραγίες στην Πόλη και τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ ( 10/4/1821) καθώς και την πλήρη καταστροφή των Κυδωνιών ( 1821 ). Ο Ελληνισμός όμως της Μικρασίας άντεξε και χάρη στα ειδικά προνόμια των Σουλτάνων και μετά την ευρεία μεταρρύθμιση «Τανζιμάτ» (1839-1856) επανήλθε στον ρυθμιστικό του ρόλο με τον έλεγχο της οικονομίας αποκτώντας διεύρυνση της αυτοδιοίκησης των Κοινοτήτων τους, την αστικοποίηση και επέδειξε ισχυρή δυναμική στον ανταγωνισμό μεταξύ των εθνικών και εθνοτικών ομάδων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο πλούτος έδωσε τη δυνατότητα ίδρυσης Ελληνικών σχολείων στα χωριά και στις πόλεις την Μικρασίας, όπου δηλαδή ζούσαν Έλληνες. Τόσο ο αριθμός και οι τύποι των σχολείων αυτών και η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης όσο και ο χρόνος, που αυτά ιδρύθηκαν, πρώτευαν σε σχέση με την υπόλοιπη σκλαβωμένη Ελλάδα. Η προσπάθεια αυτή πρέπει όμως να εξετασθεί ιστορικά και μέσω των παραμέτρων ,που έθεσαν οι μικρασιάτες Έλληνες για την διατήρηση της Ελληνορθόδοξης ταυτότητας τους στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τη χάραξη αυτής της πολιτικής ,ανάλαβε η Εκκλησία μέσω των Πατριαρχείων. Χρησιμοποιώντας κατάλληλα τα διάφορα νομοθετήματα των Οθωμανών και απολαμβάνοντας κατά περιόδους και σε συγκεκριμένα γεωγραφικά σημεία ευεργετικά για τους Ορθοδόξους προνόμια ,πρόταξε την εξέλιξη της Παιδείας, έχοντας πάντα επίγνωση της αδυναμίας του ελληνικού στοιχείου που ζούσε στην Ανατολή και που δεν ήταν άλλη από την συνύπαρξη του με το υπέρτερο αριθμητικά Τουρκικό . Άλλη μια διαφορετικότητα που χαρακτήριζε αρκετές μεγαλουπόλεις στην Ανατολή ήταν η ανάπτυξη δραστηριοτήτων και μηχανισμών από μεγάλες Δυτικοευρωπαϊκές χώρες , που στόχευε στην αποκομιδή οφελών, κυρίως οικονομικών, με αποτέλεσμα να προκαλείται μεγάλος ανταγωνισμός ανάμεσα τους και στους Έλληνες.

«ΜΙΚΡΑΣΙΑ»

Η πολυεθνική Σμύρνη για παράδειγμα απέκτησε το πρώτο συστηματικό της Ελληνικό Σχολείο για τους Άρρενες το έτος 1707 και την περίφημη Ευαγγελική Σχολή το 1733. Τα Βουρλά έπραξαν το ίδιο κατά το έτος 1760, ιδρύοντας το « Σχολείον της Παναγιάς» με δύο τμήματα , αντιγράφοντας την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Η εκπαίδευση των κοριτσιών των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων των Ελληνορθόδοξων ανήκε στην οικογένεια, η οποία ανέθετε στην ίδια την μητέρα και σε « οικοδιδασκάλους» την εκμάθηση στοιχειωδών γραμματικών γνώσεων, οικιακών μαθημάτων, ενδεχομένως κάποιου μουσικού οργάνου ή μιας ξένης γλώσσας. Το έτος 1880 λειτουργούσαν στη Σμύρνη μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα σχολεία : Κεντρικόν Παρθεναγωγείον της Αγίας Φωτεινής, Σμυρναϊκόν Εκπαιδευτήριον διευθυνόμενον υπό του Ν.Κ. Ρενιέρη, Αγγλική Εμπορική Σχολή, Ελληνικόν Εμπορικόν Λύκειον Π. Καπλανίδου, Παρθεναγωγείον Τιμίου Προδρόμου, Ελληνικόν Σχολείον και Νηπιαγωγείον μετά Οικοτροφείου με Διευθύντρια την Χρυσάνθη Παπαδάκη και Ελληνικόν Παιδευτήριον- Διονύσιος Χαρικλής.

Η κορύφωση όμως της εκπαιδευτικής αίγλης της Σμύρνης ήρθε με την ίδρυση και λειτουργία κατά τα έτη 1919 και 1920 του τριτάξιου Αρμοστειακού Διδασκαλείου σε αντικατάσταση εκείνου της Ευαγγελικής Σχολής ,που έπαψε να λειτουργεί από την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και των Αρμοστειακού Γυμνασίου και Πανεπιστημίου της Σμύρνης .

Οι Κυδωνιές απέκτησαν με τη σειρά τους πολιτική αυτονομία από το έτος 1773, μετά την έκδοση του σουλτανικού προνομιακού ορισμού το οποίο προέβλεπε αποκλειστικά χριστιανικό πληθυσμό και Τούρκο διοικητή αποδεκτό και μισθοδοτούμενο απ’ την Χριστιανική Κοινότητα της πόλης. Ουσιαστικά όμως η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία βρισκόταν στα χέρια ενός 12μελούς σώματος χριστιανών δημογερόντων και επιτρόπων. Η δρομολόγηση της προσφοράς της Ελληνορθόδοξης Παιδείας στις Κυδωνίες, οφειλόταν στον Ιερέα Ιωάννη Δημητρακέλλι, τον « Θεμελιωτή της Κυδωνιάτικης Παιδείας», γιο του Δημητράκη και της Ρήγαινας, που καταγόταν από τον αρχαίο οικισμό των Βασιλικών ( Βασιλικιώτης) της Λέσβου Ο Ιερέας αναφέρεται ως ο ιδρυτής του πρώτου «Κοινού» σχολείου στον Ιερό Ναό της Παναγίας των Ορφανών ( Κάτω Παναγιάς) και στη συνέχεια άλλων δύο του ιδίου τύπου στις υπόλοιπες ενορίες της πόλης. Ως επακόλουθο αυτής της προσπάθειας ήταν και η ίδρυση το έτος 1780 ενός ανώτερου σχολείου « Φροντιστήριον» στον Ιερό Ναό και πάλι της Κάτω Παναγιάς. Η κορυφαία στιγμή όμως για την ελληνική πόλη της Μικρασίας ήταν η ίδρυση το έτος 1800 της περίφημης « Ακαδημίας».

Κατά το έτος 1900 λειτουργούσαν στις Κυδωνίες 3 Αρρεναγωγεία, 3 Παρθεναγωγεία, 1 ανώτερο Παρθεναγωγείο, 1 νυκτερινή Σχολή για τα παιδιά του λαού, η Σχολή εκμάθησης χειροτεχνίας για απόρους εργάτιδας και το Γυμνάσιο ( Ακαδημία).

Τα αμιγώς ελληνικά Μοσχονήσια διέθεταν πριν το 1821 δύο «Γραμματοδιδασκαλεία» και από το έτος 1839 Δημοτική Σχολή Αρρένων η οποία εξελίχθηκε και σε Ελληνική Σχολή « Σχολαρχείον».Για τη στέγαση των δύο Σχολών θεμελιώθηκε το έτος 1880 νέο διδακτήριο Το Παρθεναγωγείο ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1860 και στις 25 Μαρτίου του έτους 1873, απέκτησε και αυτό νέο διδακτήριο. Το Νηπιαγωγείο τέλος στεγάστηκε με τη σειρά του το έτος 1888 σε νεόδμητο διδακτήριο Τα «Γραμματοδιδασκαλία συνέχισαν τη λειτουργία τους σε απομονωμένες περιοχές της Μικρασίας μέχρι και το έτος1922.

Σύμφωνα με την απογραφή του έτους 1912, τα Μοσχονήσια διατηρούσαν τρία σχολεία : Το Αρρεναγωγείο με 8 δασκάλους και 500 μαθητές, το Παρθεναγωγείο με 6 δασκάλες και 550 μαθήτριες και το Νηπιαγωγείο με 556 μαθητές και μαθήτριες και 3 δασκάλες .

Γενικότερα η γεωγραφική περιοχή που «έστειλε » πρόσφυγες στο νησί της Λέσβου ,από τα στενά δηλαδή των Δαρδανελίων ως τις Κυδωνίες την Σμύρνη και την Πέργαμο, διατηρούσε τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα ,Παιδαγωγεία, Κοινοτικά σχολεία, Αρρεναγωγεία, Παρθεναγωγεία , Ελληνικά Σχολεία ( Σχολαρχεία), Αστικές Σχολές, Ημιγυμνάσια, Γυμνάσια, Ιερατικές Σχολές και επαγγελματικά σχολεία.Η Ελληνορθόδοξη εκπαίδευση της Ανατολής ήταν εκκλησιαστική και οι πρώτοι δάσκαλοι ρασοφόροι.



ΤΟ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ

ΚΑΙ ΛΕΣΒΙΩΝ

Η ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΤΩΝ ΚΥΔΩΝΙΩΝ



Η Ακαδημία ιδρύθηκε το έτος 1800, μετά από απόφαση των προχούντων της πόλης των Κυδωνιών σε οικόπεδο, που δώρισαν για το σκοπό αυτό οι Χατζηγεώργης, Χατζηθανάσης και Χατζηκαμπούρης. Η δαπάνη της ανέγερσής της ανήλθε στο ποσό των 110.000 χρυσών γροσιών, ή 5.500 χρυσών Τουρκικών λιρών και καλύφτηκε από τα υπόλοιπα των εκταμιευμένων λιμενικών δικαιωμάτων και από τις δωρεές των Κυδωνέων. Για την έκδοση της άδειας ( φιρμάνι) από την Πύλη, βοήθησε ο Παναγιώτης Μουρούζης. Το έτος 1803 παραδόθηκε το διδακτήριο-λαμπρή διώροφος οικοδομή- όπου στεγάστηκαν για να μαθητέψουν κατά τη διάρκεια των χρόνων της λειτουργίας της, 800 μαθητές από όλη την Ελλάδα με διάρκεια σπουδών τα πέντε έτη.

Η Ακαδημία ήταν έγινε γνωστότερη ως Σχολή του Βενιαμίν του Λέσβιου και στη συνέχεια ως « Γυμνάσιον». Με την ακτινοβολία της να εξαπλώνεται και στον ελλαδικό χώρο, αναδείχτηκε στην κορωνίδα της διάδοσης των ιδεών του Νεοελληνικού διαφωτισμού, λίγα χρόνια πριν την Ελληνική επανάσταση του ’21.Ο Σταυράκης Αναγνώστης την αποκαλεί «Εθνική Σχολή», δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τις προσδοκίες των υποδούλων απέναντι της. Στη Σχολή δίδαξαν γνωστοί λόγιοι της εποχής όπως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, ο Θεόφιλος Καϊρης, ο Νεόφυτος Συμαίος, ο Ευστράτιος Πέτρου κ.α. Η νεωτερική εισαγωγή της « Αλληλοδιδακτικής» μεθόδου διδασκαλίας στο πρόγραμμά σπουδών της, βοήθησε σε μεγάλο βαθμό την λεσβιακή παιδεία, καθώς ικανός αριθμός «Αλληλοδιδασκάλων», θα αποσταλεί από το Βενιαμίν στο νησί μας.

Οι Κυδωνιές καταστράφηκαν το έτος 1821 από τους Τούρκους ως αντίποινα για την ανατίναξη του τουρκικού δίκροτου στην Ερεσό της Λέσβου και μαζί τους η περίφημη Ακαδημία. Επαναλειτούργησε το έτος 1828 χωρίς όμως να κατορθώσει να επαναποκτήσει την παλιά της αίγλη. Το έτος 1832 μετονομάστηκε σε Γυμνάσιο το οποίο διέκοψε βίαια την λειτουργία του το 1922 εξαιτίας της Μικρασιατικής καταστροφής. Αν και έχουν παρέλθει 200 χρόνια από την δημιουργία της οι Τούρκοι χρησιμοποιούν σήμερα τις εγκαταστάσεις της ως Γυμνάσιο50.( διαδύκτιο).

Η σπουδαιότητα της για το νησί μας ήταν μεγάλη. Πέρα από την παρουσία του Βενιαμίν στη Διεύθυνσή της και την διδακτική του προσφορά, ο μεγάλος αριθμός λεσβίων δασκάλων, οι οποίοι σπουδάζοντας σε αυτήν, «τοποθέτησαν» με την επιστροφή τους στο νησί ,τα θεμέλια της σύγχρονης λεσβιακής Εκπαίδευσης.

Η μοναδική όμως ιστορική ιδιαιτερότητα, που επέδειξαν οι Μικρασιάτες δεν ήταν η ίδρυση και η λειτουργία Σχολών με το κύρος των προαναφερομένων. Την προσπάθειά τους διέκρινε και η φιλοσοφία της κάθε είδους υποστήριξης αυτών και γενικότερα της Ελληνορθόδοξης Παιδείας στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πέρα από τη γνωστή μεθοδολογία των διδάκτρων, των επιδοτήσεων μέσω των εκκλησιών και των δωρεών των επωνύμων, χρησιμοποιήθηκε και η οικονομική υποστήριξη των Σχολών μέσω επιχειρήσεων ( Ιδιωτική πρωτοβουλία) . Για παράδειγμα στο τεύχος 2732 της 28ης Ιανουαρίου του 1881 της εφημερίδας «Η ΑΜΑΛΘΕΙΑ» της Σμύρνης, καταχωρήθηκαν οι εξής διαφημίσεις : « Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και Παρθεναγωγείον του Τιμίου Προδρόμου». « Εργοστάσιον βαπτιστικών του Τιμίου Προδρόμου εις Σχοινάδικα. ». «Παρθεναγωγείον της Αγίας Φωτεινής –( Η ΕΡΓΑΝΗ ΑΘΗΝΑ). Εργοστάσιον βαπτιστικών και ραπτικής προς όφελος του Παρθεναγωγείου της Αγίας Φωτεινής».

Η παράλληλη λειτουργία Σχολών ιδιαίτερα από Ευρωπαϊκές χώρες, όπως τα δύο γυναικεία ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Σμύρνης, ( το Γερμανικό υπό τη Διεύθυνση Πρωσίδων καλογραιών και το Γαλλικό υπό τη Διεύθυνση Γαλλίδων καλογραιών των DEMES DE SION), παρόλες τις επιδιώξεις για προσηλυτισμό και προσεταιρισμό των λαϊκών μαζών για την εξυπηρέτηση των οικείων εθνοτήτων και των οικείων θρησκευτικών δοξασιών, αναβάθμιζαν την εκπαίδευση της περιόδου. Η ίδρυση και λειτουργία της Αγγλική Εμπορική Σχολή της Σμύρνης αλλά και άλλων Αμερικανικών, Ιταλικών, Ισραηλιτικών, Αρμενικών και Τουρκικών Σχολών στις περισσότερες μεγάλες πόλεις της Μικρασίας , συνεισέφερε μέσα από τον ανταγωνισμό στην αναβάθμιση της παρεχόμενες Εκπαίδευσης. Κατά το έτος 1894 στα ελληνικά σχολεία της Σμύρνης φοιτούσαν 8.944 μαθητές και μαθήτριες.

Οι κύριοι στόχοι των μικρασιατών Ελλήνων ήταν να διαμορφώσουν και να διατηρήσουν μέσα από την προσφερόμενη παιδεία, θρησκευτική, εθνική , κοινωνική και επαγγελματική συνείδηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: