Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2008

Δημοσιονομική Πολιτική

Επιμέλεια: Ευστράτιος Παπάνης

Τα μέτρα άσκησης της κρατικής οικονομικής πολιτικής μπορούν να διακριθούν σε: - μέσα δημοσιονομικής πολιτικής - μέσα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής - μέσα άμεσου ελέγχου - μέσα εξωτερικής οικονομικής πολιτικής. Οι δημόσιες δαπάνες, δηλαδή οι δαπάνες που κάνει το κράτος και οι ελεγχόμενοι από αυτό οργανισμοί, για τον εφοδιασμό της κοινωνίας με δημόσια αγαθά ή για άλλους σκοπούς, αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της παρέμβασης του κράτους στην οικονομική ζωή. Δημόσιες επενδύσεις θεωρούνται όλες οι πάγιες και άυλες επενδυτικές δραστηριότητες του Δημοσίου, οι οποίες στο πλαίσιο της ακολουθούμενης επενδυτικής και οικονομικής αναπτυξιακής πολιτικής στοχεύουν στην αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.
Οι Δημόσιες επενδύσεις υλοποιούνται από τα Υπουργεία, τις Περιφέρειες και τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις καθώς και από Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου, Ανώνυμες Εταιρείες του Δημοσίου και Οργανισμούς (ΔΕΚΟ)και καλύπτονται οργανωτικά, διοικητικά και χρηματοδοτικά από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ).
Στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων εντάσσονται ενέργειες και δράσεις, που εγκρίνονται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από πρόταση του αρμοδίου φορέα και χρηματοδοτούνται σε βάρος του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων.
Η χρηματοδότηση του ΠΔΕ παρέχεται με μία από τις ακόλουθες μορφές ανάλογα με τη φύση των χρηματοδοτούμενων ενεργειών:
α. Χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους για ενέργειες και δράσεις κεντρικών, περιφερειακών και τοπικών φορέων.
β. Χρηματοδότηση από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους των εγκεκριμένων ενεργειών και δράσεων στα πλαίσια των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης (ΚΠΣ), των Κοινοτικών Πρωτοβουλιών, του Ταμείου Συνοχής (N.2860/2000) και των Λοιπών Κοινοτικών Προγραμμάτων.
γ. Χρηματοδότηση προγραμμάτων δανειοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΤΑΣΕ) και άλλων Διεθνών Οργανισμών.
δ. Επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (Ν.2515/97 άρθρο 18).
ε. Χρηματοδότηση με αύξηση μετοχικού κεφαλαίου των ανώνυμων εταιρειών του Δημόσιου Τομέα (ΔΕΚΟ).
στ. Χρηματοδότηση Επενδυτικών και Λοιπών δραστηριοτήτων που εξειδικεύονται με Προεδρικά Διατάγματα ή Υπουργικές Αποφάσεις.
ζ. Χρηματοδότηση με συνεισφορές τρίτων.
Μια από τις βασικές λειτουργίες του κράτους είναι η σταθεροποίηση και ανάπτυξη της οικονομίας. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η ανταγωνιστική αγορά, με τον μηχανισμό των τιμών δεν μπορεί από μόνη της να διατηρεί σταθερότητα οικονομίας σε επίπεδο όπου πραγματοποιείται πλήρης απασχόλησηΚατά την ιεράρχηση των κρατικών δαπανών, δίνεται προτεραιότητα (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να δίνεται) στις κατηγορίες εκείνων των δαπανών, που δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για να αναλάβουν οι επιχειρήσεις μεγαλύτερες επενδύσεις σε κλάδους που προωθούν την ανάπτυξη. Τέτοιες κατηγορίες δαπανών είναι: - τα έργα οικονομικής υποδομής - οι επιδοτήσεις - οι μεταβιβάσεις κεφαλαίων στις επιχειρήσεις Οι κρατικές δαπάνες σε έργα υποδομής (συγκοινωνίες, τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρισμός, κλπ) προκαλούν την εμφάνιση εξωτερικών οικονομιών, αυξάνουν την παραγωγικότητα και τα ποσοστά του επιχειρηματικού κέρδους και έτσι δημιουργούν κίνητρα στις επιχειρήσεις για να αναλάβουν σε μεγαλύτερη έκταση επενδύσεις στους επιθυμητούς για την ανάπτυξη κλάδους. Οι επιδοτήσεις στις επιχειρήσεις αυξάνουν τεχνητά το ποσοστά κέρδους, ή συντελούν στην αύξηση των πωλήσεων και δημιουργούν έτσι κίνητρα στις επιχειρήσεις για να επεκτείνουν την επενδυτική τους δράση. Οι μεταβιβάσεις κεφαλαίων στις επιχειρήσεις, καλύπτουν ένα μέρος της δαπάνης για κεφαλαιούχο εξοπλισμό και με αυτό τον τρόπο μειώνουν σημαντικά τον επιχειρηματικό κίνδυνο για νέες επενδύσεις. Ετσι δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για να αναλάβουν οι επιχειρήσεις επενδυτική δραστηριότητα σε νέους κλάδους της παραγωγής. Επενδύσεις και επενδυτικά κίνητρα Επενδύσεις είναι οι επιχειρηματικές δαπάνες που έχουν σαν αποτέλεσμα την δημιουργία νέου πάγιου κεφαλαίου. Στην προσέλκυση και υλοποίηση επενδυτικών κεφαλαίων σήμερα κύριο ρόλο παίζουν τα αναπτυξιακά κίνητρα που προσφέρουν διάφορες χώρες, που στην ουσία τους δεν είναι τίποτα άλλο παρά μεταβιβάσεις κεφαλαίων από το κράτος στους επιχειρηματίες. Επενδυτικά κίνητρα είναι μέτρα υπό όρους που αφορούν νέες επενδύσεις κατά τον χρόνο που αποφασίζονται. Με την θέσπιση επενδυτικών κινήτρων, επιδιώκεται ή αύξηση του αναμενόμενου καθαρού εισοδηματικού ρεύματος προς τον επιχειρηματία από την επένδυση. Τα επενδυτικά κίνητρα αποτελούν μορφή παρέμβασης του κράτους στην επενδυτική δραστηριότητα, προκειμένου να επηρεαστούν ποσοτικά ποιοτικά και χωροταξικά οι νέες επενδύσειςΑναπτυξιακός νόμος είναι ο νόμος του κράτους, που θεσμοθετεί μορφές κινήτρων με τα οποία επιδιώκεται η προώθηση των νέων επενδύσεων στους τομείς και τις περιοχές που επιδιώκει η οικονομική πολιτική. Αλλά μέσα άσκησης της οικονομικής πολιτικής Τα μέσα Νομισματικής και Πιστωτικής πολιτικής είναι μια ομάδα που περιλαμβάνει κάθε μέσο που επηρεάζει την προσφορά και ζήτηση δανειακών κεφαλαίων και μέσω αυτών άλλα μεγέθη της αγοράςΤα κυριότερα μέσα άσκησης αυτής της πολιτικής είναι η ρύθμιση του προεξοφλητικού επιτοκίου, η πολιτική της ανοικτής αγοράς των χρεογράφων, η ρύθμιση του ταμειακού αποθέματος των εμπορικών τραπεζών, οι άμεσοι έλεγχοι των επιτοκίων της πιστωτικής αγοράς και οι άμεσοι ποσοτικοί και ποιοτικοί έλεγχοι των πιστώσεων. Στα μέσα εξωτερικής οικονομικής πολιτικής, περιλαμβάνεται κάθε μέσο που επηρεάζει άμεσα τις εισαγωγές και τις εξαγωγές των προϊόντων, τους άδηλους και συναλλαγματικούς πόρους, την κίνηση των κεφαλαίων κλπ. Κυριότερα μέσα άσκησης αυτής της πολιτικής είναι οι δασμοί, ή υποτίμηση του νομίσματος και υπερτίμηση του συναλλάγματος, οι ποσοτικοί περιορισμοί στην εισαγωγή ή την εξαγωγή των προϊόντων κ.α. μέσα άμεσου ελέγχου είναι οι πράξεις της πολιτικής εξουσίας, που καθορίζουν απευθείας τα ανώτατα ή κατώτατα όρια των οικονομικών μεγεθών (τιμών και διαφόρων οικονομικών αναλογιών) ή υποχρεώνουν στην τήρηση ορισμένων προδιαγραφών. Οι φόροι που από νομική άποψη ορίζονται σαν υποχρεωτική παροχή του ιδιώτη στο κράτος, χωρίς ειδική αντιπαροχή του κράτους προς τον ιδιώτη, είναι ένα ειδικό μέσο άσκησης της οικονομικής πολιτικής. Ο δημόσιος δανεισμός και η ρύθμιση του δημόσιου χρέους, όπως και τα δάνεια που συνάπτει το κράτος με διάφορές μορφές από τους ιδιώτες, τις εμπορικές τράπεζες την κεντρική τράπεζα και τις ξένες χρηματαγορές.

Σήμερα, παρά την πρόοδο που έχει συντελεσθεί, ο δημόσιος τομέας εξακολουθεί να κυριαρχεί στην οικονομική ζωή της χώρας: Διατηρεί τη δεσπόζουσα και συχνά μονοπωλιακή θέση σε διάφορους τομείς όπως στον ηλεκτρισμό, στην ενέργεια, στα ταχυδρομεία, στις χερσαίες και εναέριες μεταφορές, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στο τραπεζικό σύστημα, στην κοινωνική ασφάλιση. ΄Εχει εξάλλου τον άμεσο έλεγχο, ή, έμμεσα μέσω του τραπεζικού συστήματος, ενός μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων στη γεωργία, τη βιομηχανία και τον τουρισμό. Το σύστημα αυτό, ανεξάρτητα από τις όποιες θετικές ή αρνητικές επιδράσεις του, κατά το παρελθόν, στην οικονομική πρόοδο, είναι φανερό πως έχει εξαντλήσει πλέον τα όρια του και δρα ανασταλτικά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, καθώς δεσμεύει πόρους, οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πιο παραγωγικά, επιταχύνοντας έτσι την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση. Βασικός συνεπώς στόχος μιας στρατηγικής για αποδοτικότερο Κράτος είναι ο επαναπροσδιορισμός των ορίων του Κράτους ως παραγωγού και ο σχεδιασμός της σταδιακής αποχώρησής του από τους τομείς εκείνους στους οποίους παραμένει ακόμη ως παραγωγός ή παροχέας υπηρεσιών και έχει αποδεδειγμένα αποτύχει, συσσωρεύοντας ζημιές και χρέη που επιβαρύνουν το κοινωνικό σύνολο. Παράλληλα, στους τομείς εκείνους που θα κριθεί ότι πρέπει να συνυπάρχουν ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να εξασφαλίζεται απόλυτη ισότητα των όρων του ανταγωνισμού, έτσι ώστε και οι δημόσιες επιχειρήσεις να λειτουργούν αποδεδειγμένα πιο αποδοτικά.
Προτάσεις• Κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων στην οικονομία με άρση των περιορισμών εισόδου νέων επιχειρήσεων και διαμόρφωση ανταγωνιστικών συνθηκών λειτουργίας. Θέσπιση σαφούς πλαισίου που θα επιτρέπει την ομαλή μετάβαση από το μονοπώλιο στον ανταγωνισμό, όπως π.χ. συνέβη στις τηλεπικοινωνίες και με βραδύτερους ρυθμούς στην ενέργεια.Η κατάργηση των μονοπωλίων αφορά και την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στην ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων αλλά στη ριζική αλλαγή όλου του συστήματος. ΄Οπως και στην περίπτωση των άλλων δημοσίων οργανισμών έτσι και τα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα θα λειτουργήσουν αποδοτικότερα αν εξασφαλισθεί η αυτονομία τους μέσα σ' ένα ευρύτερο κανονιστικό ανταγωνιστικό πλαίσιο που θα τροφοδοτεί την άμιλλα, θα ενθαρρύνει την πολυμορφία της παρεχόμενης παιδείας και θα διευρύνει τα περιθώρια επιλογής των νέων.• Απόσυρση του Κράτους από τους τομείς προϊόντων και υπηρεσιών που ήδη παράγονται από τον ιδιωτικό τομέα (τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, βιομηχανία, τουρισμός). Συνέχιση των αποκρατικοποιήσεων, που εκτός των άλλων, μπορεί να συμβάλλει και στη μείωση του δημοσίου χρέους. • Ριζική αναδιάρθρωση των ΔΕΚΟ με συγκεκριμένα μέτρα όπως: v κοστολόγηση των υπηρεσιών που παρέχουνv μέτρηση της αποδοτικότητας με βάση ποσοτικούς στόχους, v γενίκευση του διπλογραφικού λογιστικού συστήματος, v κατάρτιση και δημοσίευση των ισολογισμών, v σαφής καθορισμός των ρόλων εποπτεύοντος υπουργείου και διοίκησης, v ισότητα ευκαιριών με τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. • Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν υπηρεσίες, το κόστος των οποίων κρίνεται ότι πρέπει να συνεχίσει να καλύπτεται από το Κράτος (π.χ. υγεία, παιδεία και γενικότερα υπηρεσίες του κοινωνικού Κράτους). Το πρόβλημα εδώ είναι η αποτελεσματικότερη χρήση των -περιορισμένων- πόρων που διατίθενται για τους σκοπούς αυτούς. Αυτό απαιτεί αφενός βελτίωση των μηχανισμών διανομής των παροχών στους δικαιούχους και αφετέρου αποδοτικότερους μηχανισμούς παραγωγής των αγαθών και υπηρεσιών αυτών. Προς την κατεύθυνση αυτή συμβάλουν μέτρα όπως:
μεταφορά της κρατικής χρηματοδότησης από τους φορείς παραγωγής στους τελικούς χρήστες (π.χ. αύξηση των υποτροφιών). Αυτό θα διευρύνει ουσιαστικά και τις δυνατότητες επιλογής των χρηστών, v κάλυψη μέρους του κόστους κοινωνικών υπηρεσιών από τους τελικούς χρήστες που απεδεδειγμένα έχουν τις οικονομικές δυνατότητες (π.χ. το θέμα της δωρεάν παροχής πανεπιστημιακών συγγραμμάτων), ίσοι όροι ανταγωνισμού για τις ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές.
5. Η Δημοσιονομική ΠολιτικήΥφιστάμενη κατάσταση-επιδιώξεις.
Τα προβλήματα που δημιούργησε η διόγκωση του Κράτους αποτυπώνονται στη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, που χαρακτηρίζεται από συνεχώς αυξανόμενες δαπάνες, ελλείμματα και χρέος. Τα προβλήματα παραμένουν μεγάλα, παρά τις βελτιώσεις που έχουν επέλθει την τελευταία δεκαετία. Μια από τις δαπάνες που προβλέπεται ότι θα παρουσιάζει συνεχή άνοδο, κυρίως για δημογραφικούς λόγους, τα προσεχή χρόνια, επιβαρύνοντας έντονα τη δημοσιονομική διαχείριση, είναι η δαπάνη για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος και της υγείας.Οι στόχοι της δημοσιονομικής προσαρμογής είναι σαφείς και δεδομένοι: Αναδιάρθρωση των πρωτογενών δαπανών του δημοσίου και μείωση του δημόσιου χρέους στο 60% του ΑΕΠ, όπως ορίζουν οι κατά Μάαστριχ υποχρεώσεις μας. Μείωση των ελλειμμάτων. Μεταρρύθμιση, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, του ασφαλιστικού συστήματος.
Προτάσεις• Να τεθεί συγκεκριμένος στόχος για την ετήσια άνοδο των δαπανών του Προϋπολογισμού (π.χ. με ανώτατο όριο τον προβλεπόμενο πληθωρισμό), τον οποίο να μη μπορεί να υπερβεί η δημοσιονομική διαχείριση.• Αξιολόγηση σε μακροχρόνια βάση όχι μόνο της νομιμότητας, αλλά και της αποτελεσματικότητας των δαπανών, με ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους. Συστήματα αξιολόγησης.• Προϋπολογισμοί με χρονικό ορίζοντα μεγαλύτερο του έτους, οι οποίοι να μην αποκλίνουν από το δημοσιονομικό πρόγραμμα τριετίας που υποβάλλεται στα πλαίσια του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης• Το δημοσιονομικό πρόγραμμα να εγκρίνεται από τη Βουλή και να αλλάζει μόνο όταν ανακύπτουν λόγοι πρωταρχικής σημασίας και πάντα με την έγκριση της Βουλής.• Δημοσιοποίηση όλων των λογαριασμών του Δημοσίου, για να γίνουν πιο διαφανείς οι Προϋπολογισμοί και οι Απολογισμοί.• Ισχυρή δέσμευση για την κατάργηση των φορολογικών αμνηστιών, για να εμπεδωθεί κλίμα εμπιστοσύνης.
• Να μελετηθούν οι υπάρχουσες, πολλές προτάσεις (οι πιο πρόσφατες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου) για τον τρόπο κατάρτισης του Προϋπολογισμού και να αρχίσει αμέσως η εφαρμογή αυτών που θα κριθούν προσφορότερες.• Να θεσμοθετηθούν διαδικασίες ουσιαστικής σύγκρισης των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων κάθε έτους με τον αντίστοιχο Προϋπολογισμό. Τυχόν υπερβάσεις που δεν έχουν εγκριθεί από τη Βουλή να βαρύνουν υποχρεωτικά τον Προϋπολογισμό της επόμενης χρήσης του αντίστοιχου υπουργείου ή οργανισμού.• Να υπάρξουν άμεσες παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα με μέτρα που στηρίζονται στην κείμενη νομοθεσία και δεν προϋποθέτουν αλλαγές των παραμέτρων του συστήματος, για τις οποίες θα αποφασίσει ο κοινωνικός διάλογος. Τέτοια μέτρα είναι: η εφαρμογή ηλεκτρονικών συστημάτων που θα μειώσουν την εισφοροδιαφυγή, ο περιορισμός των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων.

.







Αειφόρος Ανάπτυξη
Η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης στην ΕΕ προϋποθέτει ότι η ανάπτυξη πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος, χωρίς ωστόσο να θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα των μελλοντικών γενιών. Συγκεκριμένα, χρειάζεται τη συγκέντρωση συνθηκών κατάλληλων για μια μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη, η οποία συγχρόνως να εξασφαλίζει το σεβασμό του περιβάλλοντος. Σημειώνεται ότι η συνθήκη του Άμστερνταμ, ενέγραψε ρητά την αειφόρο ανάπτυξη στο προοίμιο της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αίτηση Πληρωμής/Αποπληρωμής
Βάσει του Άρθρου 32 του Κανονισμού 1260/1999 για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, η πληρωμή του τελικού υπολοίπου πραγματοποιείται εφ’όσον:
• η Αρχή Πληρωμής έχει υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντός έξι μηνών από την καταληκτική ημερομηνία πληρωμής που καθορίζεται στην απόφαση για τη χορήγηση συμμετοχής των Διαρθρωτικών Ταμείων πιστοποιημένη δήλωση των δαπανών που έχουν πράγματι καταβληθεί
• έχει υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εγκριθεί η τελική έκθεση εκτέλεσης
• το κράτος μέλος έχει αποστείλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη σχετική δήλωση.
Σημειώνεται ότι η οριστική πληρωμή του υπολοίπου δεν μπορεί να διορθωθεί με αίτηση του κράτους μέλους, εάν η Αρχή Πληρωμής δεν έχει υποβάλει τη σχετική αίτηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία καταβολής του εν λόγω τελικού υπολοίπου. Το αργότερο στις 30 Απριλίου κάθε έτους, τα κράτη - μέλη διαβιβάζουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημερωμένες προβλέψεις τους σχετικά με την υποβολή αιτήσεων πληρωμής για την τρέχουσα δημοσιονομική χρήση και τις προβλέψεις για την επόμενη δημοσιονομική χρήση.

Άξονας Προτεραιότητας
Υποδιαίρεση ενός Επιχειρησιακού Προγράμματος. Σε ορισμένα Επιχειρησιακά Προγράμματα οι Άξονες Προτεραιτότητας ονομάζονται επίσης Υποπρογράμματα. Ο Άξονας Προτεραιότητας αναφέρεται σε έναν από τους στρατηγικούς στόχους του Επιχειρησιακού Προγράμματος και εξειδικεύειται με τη σειρά του σε συγκεκριμένα Μέτρα, αποτελείται δε από ένα σύνολο ομοειδών Mέτρων που συμβάλλουν στην υλοποίηση των στόχων του εν λόγω Άξονα.

Αποθεματικό Επίδοσης
Βάσει του άρθρου 7 παρ.5 του Κανονισμού 1260/1999, το 4% των πόρων του Γ΄ ΚΠΣ 2000-2006 (945 εκατ. ΕΥΡΩ ως Κοινοτική Συμμετοχή και περίπου 1,411 εκατ. ΕΥΡΩ ως Δημόσια Δαπάνη) αποτελεί το Αποθεματικό Επίδοσης, το οποίο διατίθεται – κατανέμεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα αναγνωριζόμενα ως ικανοποιητικής επίδοσης προγράμματα, στο μέσο της περιόδου προγραμματισμού και όχι αργότερα από την 31 Μαρτίου 2004. Η επίδοση κάθε Επιχειρησιακού Προγράμματος θα εκτιμηθεί με βάση την ενδιάμεση υλοποίηση των συγκεκριμένων στόχων του, βάσει τριών κατηγοριών κριτηρίων, ήτοι αποτελεσματικότητας, διαχείρισης και χρηματοδοτικής εφαρμογής, λαμβάνοντας κατά τον τρόπο αυτό υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά του περιεχομένου του και του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζεται. Με τη μέθοδο αυτή αναζητείται να επαληθευθεί για κάθε Πρόγραμμα εάν έχουν επιτευχθεί οι στόχοι που καθορίστηκαν στον αρχικό προγραμματισμό, καθώς και ο βαθμός που έχουν εκπληρωθεί οι ανειλημμένες υποχρεώσεις σε ό,τι αφορά στην οργάνωση της παρακολούθησης, του ελέγχου ή της επιλογής των Πράξεων.

Απόφαση Ένταξης
Το έγγραφο αυτό, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια Διαχειριστική Αρχή του Επιχειρησιακού Προγράμματος, οφείλει να περιέχει την περιγραφή του αντικειμένου του Έργου/Υποέργου, τις υποχρεώσεις του Τελικού Δικαιούχου, το νομικό και κανονιστικό πλαίσιο για την έκδοση της Απόφασης, το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της Πράξης από τη Διαχειριστική Αρχή του Προγράμματος, γνωμοδοτήσεις της Διαχειριστικής Αρχής του Γ΄ ΚΠΣ και των αρμοδίων Υπουργείων, το Συμπλήρωμα Προγραμματισμού και ειδικά το τμήμα εκείνο που καλύπτει το Μέτρο, στο οποίο εντάσσεται η αναφερόμενη στην Απόφαση Πράξη.

Αρχή Πληρωμής
Η πλήρης ονομασία της υπηρεσίας αυτής είναι «Ειδική Υπηρεσία Αρχή Πληρωμής του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, των Κοινοτικών Πρωτοβουλιών και του Ταμείου Συνοχής». Πρόκειται για αυτοτελή υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία υπάγεται στον Γενικό Γραμματέα Επενδύσεων και Ανάπτυξης και οι αρμοδιότητές της απορρέουν από τους Κανονισμούς 1260/99 και 438/2001, όπως και τον Νόμο 2860/2000. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Κανονισμού 1260/99, στο τέλος Απριλίου κάθε έτους η Αρχή Πληρωμής οφείλει να αποστέλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμήσεις για τα κονδύλια που θα αποτελέσουν αντικείμενο αίτησης πληρωμής για το τρέχον έτος και προβλέψεις για το επόμενο έτος.

Δελτίο Ελέγχου Εκπλήρωσης Κριτηρίων (ΔEEK)
Το έγγραφο αυτό συμπληρώνεται από τη Διαχειριστική Αρχή του Eπιχειρησιακού Προγράμματος και συνοδεύει το Τεχνικό Δελτίο Έργου/Υποέργου, προκειμένου να εκδοθεί από τον αρμόδιο Γενικό ή Ειδικό Γραμματέα Απόφαση Ένταξης του Έργου στο εν λόγω Πρόγραμμα.
Δελτίo Έργου/Υποέργου
Βλ. Τεχνικό Δελτίο Έργου/Υποέργου

Δημόσια Δαπάνη
Η Δημόσια Δαπάνη είναι εκείνη που πραγματοποιείται για την κάλυψη μέρους (όταν υπάρχει και Ιδιωτική Συμμετοχή) ή όλου (όταν υπάρχει μόνο δημόσια συμμετοχή) του προϋπολογισμού ενός Επιχειρησιακού Προγράμματος ή/και Έργου και προέρχεται εξ ολοκλήρου από δημόσιους (εθνικούς και κοινοτικούς) πόρους, δηλαδή είναι το άθροισμα της Εθνικής Συμμετοχής και της Κοινοτικής Συμμετοχής.

Δημοσιονομικές Προοπτικές 2000-2006
Οι δημοσιονομικές προοπτικές πλαισιώνουν τις κοινοτικές δαπάνες για πολυετείς χρονικές περιόδους. Οι εν λόγω προοπτικές εκπονούνται μετά από διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και προβλέπουν το μέγιστο εύρος και τη σύνθεση των προβλέψιμων κοινοτικών δαπανών. Μέχρι σήμερα έχουν συναφθεί τρεις διοργανικές συμφωνίες του τύπου αυτού, αντίστοιχα το 1988, το 1992 και το 1999:
• οι δημοσιονομικές προοπτικές 1988-1992 (πακέτο Delors I)
• οι δημοσιονομικές προοπτικές 1993-1999 (πακέτο Delors IΙ)
• οι δημοσιονομικές προοπτικές 2000-2006
Οι δημοσιονομικές προοπτικές 2000-2006 εντάσσονται σε μια νέα διοργανική συμφωνία που αποτελεί το κεντρικό στοιχείο του δημοσιονομικού πακέτου της Agenda 2000. Η συμφωνία αυτή, για την οποία η πολιτική δέσμευση ανάγεται στη σύνοδο κορυφής του Βερολίνου, του Μαρτίου 1999, αναμένεται να επιτρέψει στην Ένωση να διευρυνθεί και να ενισχύσει τις πολιτικές της, τηρώντας παράλληλα ένα αυστηρό δημοσιονομικό πλαίσιο. Με την γενικευμένη προσπάθεια δημοσιονομικής πειθαρχίας επιδιώκεται να διατηρηθεί μέχρι το 2006 το σημερινό ανώτατο όριο των δαπανών που ανέρχεται στο 1,27% του κοινοτικού ΑΕΠ.
Σε ό,τι αφορά την επικείμενη διεύρυνση της ΕΕ, οι Δημοσιονομικές Προοπτικές 2000-2006 παρουσιάζουν τρία σημαντικά χαρακτηριστικά:
• η γεωργική χρηματοδότηση διευρύνεται για να περιλάβει μια νέα πολιτική αγροτικής ανάπτυξης, κτηνιατρικά μέτρα, ένα γεωργικό προενταξιακό μέσο ενώ επίσης γίνεται πρόβλεψη για διαθέσιμο περιθώριο υπό την προοπτική της διεύρυνσης•
• η επιχορήγηση των Διαρθρωτικών Ταμείων για τα 15 κράτη μέλη θα μειωθεί σταδιακά από το 2002 μέσω της συγκέντρωσης των προτεραιοτήτων σε περιορισμένο αριθμό περιφερειών
• το ποσό που χορηγείται για τις εξωτερικές δράσεις αυξάνεται κατά 2% ετησίως προκειμένου να καλύψει ειδικότερα την αύξηση της προενταξιακής βοήθειας για τις υποψήφιες χώρες, καθώς όμως οι προβλεπόμενες επιχορηγήσεις για προενταξιακές ενισχύσεις θα παραμείνουν αμετάβλητες ανεξάρτητα από τον αριθμό των υποψηφίων χωρών που θα γίνουν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την περίοδο 2000-2006.



Διαρθρωτικά Ταμεία
Τα Διαρθρωτικά Ταμεία (όπως και το Ταμείο Συνοχής) εντάσσονται στο πλαίσιο της διαρθρωτικής πολιτικής της ΕΕ, η οποία αποβλέπει στη μείωση της διαφοράς μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιφερειών και μεταξύ των κρατών μελών, συμβάλλοντας έτσι στην προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής. Για τη δημοσιονομική περίοδο 2000-2006 (βλ. Δημοσιονομικές Προοπτικές 2000-2006), η συνολική επιχορήγηση των Διαρθρωτικών Ταμείων ανέρχεται σε 195 εκατ. ευρώ. Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει τα εξής τέσσερα χρηματοδοτικά μέσα:
• το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) η ίδρυση του οποίου προβλεπόταν από τη συνθήκη της Ρώμης
• το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα προσανατολισμού, το οποίο ιδρύθηκε το 1962 (η διάκριση των τμημάτων σε "εγγυήσεις" και "προσανατολισμό" χρονολογείται από το 1964)
• το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) που ιδρύθηκε το 1975
• το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ) το οποίο ιδρύθηκε το 1993.
Προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των κοινοτικών διαρθρωτικών παρεμβάσεων κατά την περίοδο 2000-2006, έχει υιοθετηθεί η συγκέντρωση των ενισχύσεων και η απλούστευση της λειτουργίας των Διαρθρωτικών Ταμείων, όπως και η μείωση των Στόχων, οι οποίοι στο εξής είναι τρεις:
• Στόχος 1: η ανάπτυξη και η διαρθρωτική προσαρμογή των καθυστερημένων αναπτυξιακά περιφερειών των οποίων το μέσο ΑΕΠ κατά κάτοικο είναι χαμηλότερο από το 75% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
• Στόχος 2: η οικονομική και κοινωνική μετατροπή των περιφερειών που αντιμετωπίζουν διαρθρωτικά προβλήματα, συγκεκριμένα τις ζώνες που αντιμετωπίζουν οικονομικές μεταρρυθμίσεις, τις αγροτικές περιοχές, τις εξαρτώμενες από την αλιεία περιφέρειες που αντιμετωπίζουν κρίση και τις αστικές περιοχές σε παρακμή
• Στόχος 3: η ανάπτυξη των ανθρωπίνων πόρων εκτός των περιφερειών που είναι επιλέξιμες για τον στόχο 1, με ιδιαίτερη αναφορά στον νέο τίτλο για την απασχόληση της Συνθήκης του Άμστερνταμ και στην ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση).
Τέλος, ο αριθμός των Κοινοτικών Πρωτοβουλιών έχει μειωθεί σε τέσσερεις, με στόχο την μεγαλύτερη συγκέντρωση των διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Διαχειριστική Αρχή (Δ.Α.)
Η επίσημη ονομασία είναι «Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης» και πρόκειται για την υπηρεσία εκείνη που έχει τη συνολική ευθύνη για τη διαχείριση ενός Επιχειρησιακού Προγράμματος του Γ΄ ΚΠΣ. Στην Ελλάδα, η διαχείριση κάθε Επιχειρησιακού Προγράμματος ασκείται μέσω Διαχειριστικής Αρχής, η οποία συνιστάται στο οικείο Υπουργείο (για τα Τομεακά Επιχειρησιακά Προγράμματα) ή την οικεία Περιφέρεια (για τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα). Οι Διαχειριστικές Αρχές των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, οι οποίες συγκεντρώνουν τις εκτιμήσεις των Τελικών Δικαιούχων, οφείλουν να τις αξιολογούν και να προχωρούν στις προβλέψεις δαπανών για νέες Πράξεις που ενδεχομένως θα εντάξουν στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα. Οι Δ.Α. αρχές προσδιορίζουν τις ανάγκες πληρωμών σε επίπεδο Μέτρου και, κατά συνέπεια, σε επίπεδο Διαρθρωτικού Ταμείου, οι οποίες και αποτελούν τις προβλέψεις δαπανών.

Δράση
Η Δράση αποτελεί υποδιαίρεση της Ενέργειας, με σκοπό την περαιτέρω εξειδίκευση των στόχων της εν λόγω Ενέργειας. Η Δράση νοείται ως ενότητα, στο πλαίσιο της οποίας υποβάλλονται οι προτάσεις των Φορέων Υλοποίησης.


Εθνική Συμμετοχή
Πρόκειται για την εθνική δημόσια δαπάνη ή, με άλλα λόγια, για τα ποσά που οφείλει να εκταμιεύσει η ελληνική κυβέρνηση στο πλαίσιο της Δημόσιας Δαπάνης για κάθε Επιχειρησιακό Πρόγραμμα, συμπληρωματικά προς την Κοινοτική Συμμετοχή.

Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης
Βλ. Διαχειριστική Αρχή

Ελεγκτικό Συνέδριο της ΕΕ
Το Ελεγκτικό Συνέδριο της ΕΕ αποτελείται από δεκαπέντε μέλη που διορίζονται για έξι χρόνια με ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου της Ένωσης μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ελέγχει τη νομιμότητα και την κανονικότητα των εσόδων και των δαπανών της Ένωσης, καθώς και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση. Το όργανο αυτό ιδρύθηκε το 1977 και χαρακτηρίζεται από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ως πλήρως θεσμικό όργανο. Το Ελεγκτικό Συνέδριο δικαιούται να επισημαίνει κάθε παρατυπία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Επιπλέον, η εξουσία ελέγχου του διευρύνθηκε και στα κοινοτικά ταμεία των οποίων η διαχείριση γίνεται από εξωτερικούς οργανισμούς και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
Για περισσότερες πληροφορίες για το Ελεγκτικό Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βλ. http://www.eca.eu.int/EL/menu.htm

Ενδιάμεση Αξιολόγηση
Ο Κανονισμός 1260/99 προβλέπει ενδιάμεσες αξιολογήσεις τόσο του συνολικού Γ΄ ΚΠΣ όσο και των επιμέρους παρεμβάσεών του σε επίπεδο Επιχειρησιακού Προγράμματος (Ε.Π.), Άξονα Προτεραιότητας ή Μέτρου. Οι επιμέρους ενδιάμεσες αξιολογήσεις διενεργούνται από ανεξάρτητους αξιολογητές, ενώ οργανώνονται από τις Διαχειριστικές Αρχές (Δ.Α.) των επιμέρους Επιχειρησιακών Προγραμμάτων και παρακολουθούνται σε συνεργασία με τη Διαχειριστική Αρχή του Γ΄ ΚΠΣ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αφού εξεταστούν από τις αντίστοιχες Επιτροπές Παρακολούθησης των Ε.Π. και την Επιτροπή Παρακολούθησης του Γ΄ ΚΠΣ, οι εκθέσεις της ενδιάμεσης αξιολόγησης πρέπει να υποβληθούν στην Ε.Ε. μέχρι την 31/12/2003.

Ενέργεια
Γνωστές επίσης ως «Δράσεις», οι Ενέργειες εμφανίζονται σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης - EΠEAEK) ως ενδιάμεσο υποσύνολο μεταξύ Μέτρου και Έργου. Στις περιπτώσεις αυτές, οι Ενέργειες είναι σύνολα Έργων, ενώ τα Μέτρα αποτελούν σύνολα Ενεργειών. Συχνά αναφέρονται απλά ως Ενέργειες οι «άϋλες ενέργειες».

Επιλέξιμες Δαπάνες
Πρόκειται για τις δαπάνες, οι οποίες αντιστοιχούν σε Εργο/Eνέργεια ή σε μέρος αυτού που μπορεί να χαρακτηρισθεί επιλέξιμο για συγχρηματοδότηση. Με άλλα λόγια, πρόκειται για δαπάνη που ανταποκρίνεται στους στόχους του Έργου ή της Ενέργειας στο πλαίσιου του αντίστοιχου Μέτρου, όπως και στους ρητά αναφερθέντες όρους χρηματοδότησης της εκάστοτε προκήρυξης διαγωνισμού.

Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου
Πρόκειται για επταμελή επιτροπή που εδρεύει στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και έχει ως στόχο τη διενέργεια ελέγχων των Διαχειριστικών Αρχών, της Αρχής Πληρωμής, των Τελικών Δικαιούχων και Πράξεων του Γ΄ KΠΣ. Η Επιτροπή αποτελείται από τον Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης και Δημοσιονομικών Ελέγχων ως Πρόεδρο, τους Διευθυντές των Διευθύνσεων Προγραμματισμού και Ελέγχων, Μελετών και Αξιολόγησης και Δημοσιονομικών Σχέσεων με την EE του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.K.) και τρεις εμπειρογνώμονες με εμπειρία σε θέματα δημοσιονομικού ελέγχου των κοινοτικών προγραμμάτων.

Επιτροπή Παρακολούθησης Επιχειρησιακού Προγράμματος
Κάθε Επιχειρησιακό Πρόγραμμα επιβλέπεται από Eπιτροπή Παρακολούθησης, όργανο ορισμένο από το κράτος μέλος. Η Επιτροπή αυτή συνοδεύει την συνολική διαρθρωτική παρέμβαση, ελέγχει τη διαχείρισή της εκ μέρους της Διαχειριστικής Αρχής (Δ.Α.), εξασφαλίζει την τήρηση των οικείων κατευθύνσεων και κανόνων εφαρμογής και εξετάζει την αξιολόγησή της. Η Επιτροπή Παρακολούθησης του Επιχειρησιακού Προγράμματος αποτελείται τουλάχιστον από εκπροσώπους της Διαχειριστικής Αρχής, της Αρχής Πληρωμής, της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου, εκπροσώπους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και των άλλων αρμόδιων Υπουργείων, αντιπροσώπους των οικονομικών και κοινωνικών εταίρων και αντιπροσωπευτικών μη κυβερνητικών οργανώσεων. Στις Επιτροπές Παρακολούθησης των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων συμμετέχουν επίσης εκπρόσωποι των OTA Α΄ και Β΄ βαθμίδας. Τέλος, στην Επιτροπή Παρακολούθησης του Επιχειρησιακού Προγράμματος συμμετέχουν εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων χωρίς δικαίωμα ψήφου. Η αποστολή, οι αρμοδιότητες, η συγκρότηση και οργάνωση της Επιτροπής Παρακολούθησης του Επιχειρησιακού Προγράμματος καθορίζονται στον Nόμο 2860/2000 (Άρθρα 15 και 16).

Επιτροπή Παρακολούθησης του Γ΄ ΚΠΣ
H Kεντρική Eπιτροπή Παρακολούθησης, αρμόδια για τη γενική επίβλεψη του Γ΄ KΠΣ, δηλαδή για την παρακολούθηση, τον έλεγχο και τη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων καθ’όλη τη διάρκεια υλοποίησης των Eπιχειρησιακών Προγραμμάτων (Tομεακά, Περιφερειακά και Kοινοτικές Πρωτοβουλίες), έχει συσταθεί με ευθύνη του YΠEΘO. Στην Eπιτροπή αυτή προεδρεύει ο Yφυπουργός Eθνικής Oικονομίας, ενώ εκπροσωπούνται οι εθνικές και περιφερειακές αρχές, η Eυρωπαϊκή Eπιτροπή και η Eυρωπαϊκή Tράπεζα Eπενδύσεων. Η Επιτροπή Παρακολούθησης του Γ΄ ΚΠΣ συγκροτήθηκε με την Υπ. Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας 11336/Γ΄ΚΠΣ 312/02.04.2001, στην οποία εξειδικεύονται οι αρμοδιότητές της, σύμφωνα πάντα με τα Άρθρα 13 και 14 του Νόμου 2860/2000.

Επιτροπή των Περιφερειών
Η Επιτροπή των Περιφερειών, η οποία ιδρύθηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αποτελείται από 222 αντιπροσώπους των αρχών τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης, οι οποίοι διορίζονται ομόφωνα από το Συμβούλιο για 4 χρόνια βάσει πρότασης των κρατών μελών. Τη συμβουλεύεται το Συμβούλιο ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε τομείς που αγγίζουν συμφέροντα της περιφέρειας, ιδίως στους τομείς της εκπαίδευσης, της νεολαίας, του πολιτισμού, της δημόσιας υγείας, της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής. Από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ πρέπει να ζητείται η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών και σε άλλους τομείς, όπως είναι η Κοινοτική Πολιτική για το Περιβάλλον, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, επαγγελματική κατάρτιση, διασυνοριακή συνεργασία και μεταφορές. Επιπλέον, η Επιτροπή των Περιφερειών μπορεί να διατυπώνει γνώμες με δική της πρωτοβουλία, ενώ μπορεί να ζητήσει τη γνώμη της και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Επιχειρησιακά Προγράμματα
Τα Επιχειρησιακά Προγράμματα είναι έγγραφα που εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οφείλουν να περιέχουν ένα συνεπές σύνολο Αξόνων Προτεραιότητας (Υποπρογραμμάτων) αποτελουμένων από πολυετή Μέτρα, για την πραγματοποίηση των οποίων συχνά ζητείται η συνδρομή ενός ή περισσοτέρων Διαρθρωτικών Ταμείων και ενός ή περισσοτέρων από τα άλλα χρηματοδοτικά όργανα, καθώς και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Ως δε «Ολοκληρωμένο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα» νοείται αυτό, του οποίου η χρηματοδότηση γίνεται από περισσότερα του ενός Ταμεία. Σημειώνεται ότι τα Επιχειρησιακά Προγράμματα περιλαμβάνουν:
• Τομεακά Eπιχειρησιακά Προγράμματα
• Περιφερειακά Eπιχειρησιακά Προγράμματα (ΠΕΠ)
• Kοινοτικές Πρωτοβουλίες.

Επιχειρησιακά Σχέδια
Τα Επιχειρησιακά Σχέδια, όπου είναι απαραίτητα και αναφέρονται ρητά στις προκηρύξεις, οφείλουν να περιλαμβάνουν 5 σημεία:
• την προτεινόμενη περιοχή παρέμβασης,
• το Σχέδιο Δράσης,
• το προτεινόμενο Εταιρικό Σχήμα ή Αναπτυξιακή Σύμπραξη,
• την τεκμηρίωση του ολοκληρωμένου σχεδιασμού, δηλαδή την ολιστική θεώρηση της παρέμβασης στον αστικό χώρο.
• το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των επιμέρους πράξεων, όπου θα πρέπει να αποδεικνύεται και να εξασφαλίζεται η συνοχή και η εφικτότητα υλοποίησης του συνολικού Σχεδίου μέσα στα χρονικά όρια της προγραμματικής περιόδου.

Έργο
Ως Έργο νοείται ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικά αυτοτελές αντικείμενο που μπορεί να προσδιορίζεται με το χαρακτήρα της υλικής (υλικοτεχνική υποδομή - εξοπλισμός) ή άυλης παρέμβασης (καταρτίσεις κάθε είδους, ενέργειες κοινωνικού χαρακτήρα κλπ.). Το Έργο αποτελείται από ορισμένο αριθμό ομοιογενών δραστηριοτήτων, οι οποίες κατατείνουν στην ολοκλήρωσή του (π.χ. αγορά γης, μελέτες, κατασκευή, επίβλεψη, προμήθεια εξοπλισμού ή εκπόνηση επιμορφωτικού προγράμματος, επιμόρφωση ομάδας, διάχυση των αποτελεσμάτων της επιμόρφωσης κλπ.). Ένα Έργο είναι δυνατόν να υλοποιείται με περισσότερες της μιας συμβάσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε διακριτά τμήματα του συνολικού αντικειμένου και στις περιπτώσεις αυτές για κάθε ξεχωριστή σύμβαση ορίζεται ένα Υποέργο. Στο Γ΄ ΚΠΣ αντί για «Έργο» συχνά χρησιμοποείται ο όρος Πράξη.


Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γνωστή και ως Κομισιόν, είναι ένα από τα βασικά θεσμικά όργανα της ΕΕ, με εξουσίες πρωτοβουλίας, εκτέλεσης, διαχείρισης και ελέγχου. Είναι ο θεματοφύλακας των Συνθηκών και ενσαρκώνει το κοινοτικό συμφέρον. Αποτελούμενη από από 20 ανεξάρτητα μέλη (2 μέλη από τη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο και από 1 μέλος από τα άλλα κράτη), διορίζεται για 5 χρόνια, με κοινή συμφωνία των κρατών μελών και κατά την ανάληψη των καθηκόντων της υπόκειται σε ψήφο έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώπιον του οποίου είναι υπεύθυνη.
Για περισσότερες πληροφορίες για την Ευρωπαική Επιτροπή: βλ. http://www.europa.eu.int

Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ)
Βλ. Διαρθρωτικά Ταμεία

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για την Κατάρτιση
Το όργανο αυτό ιδρύθηκε το 1995, έχει έδρα το Τορίνο και ενισχύει και συντονίζει τη μεταρρύθμιση των συστημάτων επαγγελματικής κατάρτισης στο πλαίσιο προγραμμάτων για τρίτες χώρες, ειδικότερα στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τη λεκάνη της Μεσογείου.

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP)
Το όργανο αυτό ιδρύθηκε το 1975, έχει έδρα τη Θεσσαλονίκη και αναπτύσσει ακαδημαϊκές και τεχνικές δραστηριότητες για την ενίσχυση της ανάπτυξης της επαγγελματικής κατάρτισης στην Ευρώπη.

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελείται από αντιπροσώπους όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι εκλέγονται με άμεση καθολική ψηφοφορία από το 1979 και ανέρχονται σήμερα σε 626 μέλη. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συμμετέχει στη νομοθετική διαδικασία με διάφορους τρόπους, ασκεί έλεγχο των δραστηριοτήτων της ΕΕ μέσω του διορισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μπορεί να προβεί στη σύσταση έκτακτων ερευνητικών επιτροπών επί των δραστηριοτήτων των κοινοτικών οργάνων και των κρατών μελών στην εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών, κ.ά.
Για περισσότερες πληροφορίες: βλ. http://www.europarl.eu.int

Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ)
Βλ. Διαρθρωτικά Ταμεία

Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων
Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ) είναι το χρηματοπιστωτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χρηματοδοτεί επενδυτικά έργα, προκειμένου να συμβάλει στην ισόρροπη ανάπτυξη της Ένωσης. Η ΕΤΕ συμμετέχει συχνά στη χρηματοδότηση μεγάλων αναπτυξιακών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένου του Γ΄ ΚΠΣ.
Για περισσότερες πληροφορίες για την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, βλ. http://eib.eu.int/

Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ)
Βλ. Διαρθρωτικά Ταμεία

Ιδιωτική Συμμετοχή
Η Ιδιωτική Συμμετοχή αποτελεί εκείνο το τμήμα του συνολικού κόστους ενός Επιχειρησιακού Προγράμματος, Άξονα, Μέτρου ή Έργου, που καλύπτεται από ιδιωτικά κεφάλαια, επιπλέον της Δημόσιας Δαπάνης.

Καθολική Υπηρεσία
Η έννοια της καθολικής υπηρεσίας αναπτύχθηκε από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και ορίζει ένα σύνολο απαιτήσεων κοινής ωφελείας, στις οποίες θα έπρεπε να υπόκεινται, σε ολόκληρη την Ένωση π.χ. οι τηλεπικοινωνιακές ή οι ταχυδρομικές υπηρεσίες. Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την έννοια αυτή έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν παντού την πρόσβαση όλων σε ορισμένες ουσιώδεις παροχές υπηρεσιών, ποιοτικών και σε προσιτή τιμή.

Κανονισμός 1260/99
Ο Κανονισμός αυτός, ο οποίος ψηφίστηκε στις 21 Ιουνίου 1999, περιέχει τις γενικές διατάξεις περί της λειτουργίας των Διαρθρωτικών Ταμείων για τη δημοσιονομική περίοδο 2000-2006. Σημειώνεται ότι με τον Κανονισμό 1260/99 εισάγονται για πρώτη φορά ορισμένες αυστηρές διατάξεις, από τις οποίες οι δύο βασικότερες παρουσιάζονται εν συντομία στη συνέχεια:
• Υποβολή αποδεκτής αίτησης πληρωμής εντός 18 μηνών από την έγκριση του Επιχειρησιακού Προγράμματος. Εάν εντός 18 μηνών από την έγκριση του Επιχειρησιακού Προγράμματος δεν έχει υποβληθεί καμία αποδεκτή αίτηση πληρωμής στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το σύνολο ή ένα μέρος της προκαταβολής που έχει ήδη ληφθεί από την κυβέρνηση επιστρέφεται από την Αρχή Πληρωμής στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η εφαρμογή αυτού του κανόνα γίνεται για όλα τα Διαρθρωτικά Ταμεία που χρηματοδοτούν το Γ΄ ΚΠΣ.
• Κανόνας «ν+2», ο οποίος προβλέπει ότι το τμήμα μιας ανάληψης υποχρεώσεων που δεν έχει ρυθμιστεί με πληρωμή έναντι ή για το οποίο δεν έχει υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή καμία παραδεκτή αίτηση πληρωμής έως τη λήξη του δευτέρου έτους που έπεται του έτους ανάληψης υποχρεώσεων, αποδεσμεύεται αυταπαγγέλτως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η συμμετοχή των Διαρθρωτικών Ταμείων στην εν λόγω παρέμβαση μειώνεται κατά το ισόποσο. Με άλλα λόγια, όποια κονδύλια των Διαρθρωτικών Ταμείων που δεσμεύτηκαν το έτος «ν», παραμένουν στον κοινοτικό προϋπολογισμό και, εφόσον δεν έχουν ζητηθεί από το κράτος-μέλος στο τέλος του έτους «ν+2», αποδεσμεύονται και αφαιρούνται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα και το Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.
Για το πλήρες κείμενο του Κανονισμού 1260/99, όπως και για τους κανόνες εφαρμογής του βλ. τον Κανονισμό 1685/2000 στο:
http://europa.eu.int/eur-lex/el/search_lif_simple.html

Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ)
Η Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ. Σύμφωνα με το Άρθρο 33 (πρώην άρθρο 39) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η πολιτική αυτή αποβλέπει στη διασφάλιση λογικών τιμών για τους ευρωπαίους καταναλωτές και δίκαιο εισόδημα για τους γεωργούς, ιδίως με την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών και την τήρηση των ακόλουθων αρχών: κοινή πολιτική τιμών, χρηματοοικονομική αλληλεγγύη και κοινοτική προτίμηση. Η ΚΓΠ αποτελεί μια από τις σημαντικότερες πολιτικές της Ένωσης, δεδομένου ότι οι γεωργικές δαπάνες αντιπροσωπεύουν περίπου το 45% του κοινοτικού προϋπολογισμού. Όσον αφορά τη χάραξή της, υπόκειται στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων που προβλέπει ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Υπό την προοπτική της διεύρυνσης, το 1999 εγκρίθηκε μια νέα μεταρρύθμιση για την περίοδο 2000-2006 (βλ. Δημοσιονομικές Προοπτικές 2000-2006). Με βάση τις κατευθύνσεις που προτείνονται από την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Πρόγραμμα Δράσης Agenda 2000» του Ιουλίου 1997, ενισχύονται οι τροποποιήσεις που εισήχθησαν το 1992 και δίδεται έμφαση στην ασφάλεια των τροφίμων, στην επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων και στην προώθηση της αειφόρου γεωργίας. Επίσης, επιδιώκεται η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των κοινοτικών γεωργικών προϊόντων, απλουστεύεται η γεωργική νομοθεσία και βελτιώνεται η εφαρμογή της, ενισχύεται η θέση της Ένωσης κατά τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (Millenium Round) και, τέλος, επιδιώκεται η σταθεροποίηση των γεωργικών δαπανών.
Για περισσότερες πληροφορίες για την ΚΓΠ, βλ.:
http://europa.eu.int/comm/dgs/agriculture/index_el.htm

Κοινοτική Πολιτική για την Εκπαίδευση, Επαγγελματική κατάρτιση και Νεότητα
Οι δράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους τομείς της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης ξεκίνησαν το 1976. Ωστόσο, απέκτησαν συγκεκριμένη νομική βάση με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ μέσω των άρθρων 149 και 150 (πρώην άρθρα 126 και 127) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Οι διατάξεις αυτές, που δεν υπέστησαν σημαντικές τροποποιήσεις με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, προβλέπουν ότι τα μέτρα στον τομέα της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης εκδίδονται με τη διαδικασία της συναπόφασης μετά από διαβούλευση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και της Επιτροπής των Περιφερειών. Εκτός των δράσεων που αναπτύσσει η ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει σε εφαρμογή δύο πρόσθετες δομές που αποβλέπουν στη στήριξη των δραστηριοτήτων της ΕΕ στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης, το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP) και το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για την Κατάρτιση.
Για περισσότερες πληροφορίες:
http://europa.eu.int/comm/dgs/education_culture/index_el.htm
http://europa.eu.int/comm/dgs/employment_social/index_en.htm

Κοινοτικές Πρωτοβουλίες
Οι κοινοτικές πρωτοβουλίες εν ισχύι για τη δημοσιονομική περίοδο 2000-2006 (βλ. επίσης Δημοσιονομικές Προοπτικές 2000-2006) είναι οι εξής:
• Ιnterreg, με στόχο την προώθηση διασυνοριακής, διεθνικής και διαπεριφερειακής συνεργασίας
• Leader, που αποβλέπει στην προώθηση της αγροτικής ανάπτυξης μέσω πρωτοβουλιών ομάδων τοπικής δράσης
• Equal, που προβλέπει την ανάπτυξη νέων πρακτικών καταπολέμησης των διακρίσεων και των ανισοτήτων κάθε είδους στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας
• Urban, που ευνοεί την οικονομική και κοινωνική αναζωογόνηση των πόλεων και των προαστίων που αντιμετωπίζουν κρίση.

Κοινοτική Συμμετοχή
Πρόκειται για τα ποσά που αντιστοιχούν στις κοινοτικές ενισχύσεις από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και αποτελούν μέρος της συνολικής Δημόσιας Δαπάνης ενός Μέτρου, Άξονα (Υποπρογράμματος) ή Επιχειρησιακού Προγράμματος. Την Κοινοτική Συμμετοχή πάντοτε συμπληρώνει το άλλο μέρος της Δημόσιας Δαπάνης, η Εθνική Συμμετοχή.

Κοινοτική Πολιτική για το Περιβάλλον
Η πολιτική της ΕΕ στον τομέα του περιβάλλοντος αποσκοπεί στη διατήρηση, την προστασία και τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, καθώς και στην προστασία της υγείας των ευρωπαίων πολιτών. Επιδιώκει επίσης τη συνετή και ορθολογιστική χρήση των φυσικών πόρων, ενώ συντελεί στην προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, των μέτρων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων σε περιφερειακή ή παγκόσμια κλίμακα (άρθρο 174, πρώην άρθρο 130 Ρ). Να σημειωθεί ότι με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ η έννοια της «αειφόρου ανάπτυξης» ενεγράφη στους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ενισχύθηκε η ενσωμάτωση της προστασίας του περιβάλλοντος στις άλλες κοινοτικές πολιτικές, κυρίως στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς.
Η δυνατότητα εφαρμογής από ένα κράτος μέλος κανόνων πιο αυστηρών από τους εναρμονισμένους κανόνες διευκολύνθηκε και αποσαφηνίστηκε. Η δυνατότητα αυτή επεκτάθηκε με περιοριστικούς όρους στα νέα μέτρα που επιθυμεί να λάβει το ενδιαφερόμενο κράτος, όσον αφορά ένα ιδιαίτερο περιβαλλοντικό πρόβλημα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ελέγχει τους αυστηρότερους αυτούς κανόνες για να διασφαλίσει ότι δεν εμποδίζουν την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν υποβάλλει προτάσεις που είναι δυνατόν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, να καταρτίζει μελέτες αξιολόγησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. http://europa.eu.int/comm/dgs/environment/index_el.htm

Κοινωνική Πολιτική
Η ενσωμάτωση, από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική που υπεγράφη από 14 κράτη μέλη, στη Συνθήκη περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, θέτει τέλος σε μια περίπλοκη κατάσταση. Από το 1993 έως το 1999 υπήρχαν δύο ξεχωριστές νομικές βάσεις στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής: η ίδια η συνθήκη ΕΚ και μια ξεχωριστή συμφωνία την οποία δεν επιθυμούσε να προσυπογράψει το Ηνωμένο Βασίλειο. Στο εξής, όλα τα μέτρα μπορούν να ληφθούν βάσει του νέου τίτλου 11 της Συνθήκης ΕΚ.
Οι στόχοι που ορίζονται στη Συνθήκη είναι εμπνευσμένοι από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του 1991 και από τον Κοινοτικό Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων του 1989. Οι στόχοι αυτοί περιλαμβανόταν ήδη στη συμφωνία για την κοινωνική πολιτική: η προώθηση της απασχόλησης, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, η κατάλληλη κοινωνική προστασία, ο κοινωνικός διάλογος, η ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων και η καταπολέμηση του αποκλεισμού (άρθρο 136).
Για περισσότερες πληροφορίες, βλ.:
http://europa.eu.int/comm/dgs/employment_social/index_en.htm

Μέτρο
Yποδιαίρεση του Άξονα Προτεραιτότητας (Yποπρογράμματος) και συγχρόνως το μέσο, με το οποίο πραγματώνεται ο εν λόγω Άξονας. Tο Mέτρο αποτελείται από ένα σύνολο ομοειδών Έργων/Eνεργειών που συμβάλλουν στην υλοποίηση των στόχων στο πλαίσιο του εν λόγω Mέτρου.

Μονάδας Οργάνωσης της Διαχείρισης (ΜΟΔ) του Γ΄ ΚΠΣ
Η Μονάδα Οργάνωσης της Διαχείρισης (ΜΟΔ) του Γ΄ ΚΠΣ ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 1996, μετά από κοινή απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, βάσει του Νόμου 2372/96, ο οποίος τροποποιήθηκε αργότερα με το Νόμο 2860/2000 και συμπληρώθηκε με το Νόμο 2937/01. Η ΜΟΔ έχει συσταθεί ως ανώνυμη μη κερδοσκοπική εταιρία του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα που εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Βασική αποστολή της ΜΟΔ αποτελεί η στήριξη και ενίσχυση της δημόσιας διοίκησης για την αποτελεσματικότερη διαχείριση και εφαρμογή των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Γ΄ ΚΠΣ, καλύπτοντας ανάγκες σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, όπως και στη συστηματοποίηση μεθόδων και διαδικασιών μεταφοράς τεχνογνωσίας.
Για περισσότερες πληροφορίες για τη ΜΟΔ Α.Ε., βλ.: http://www.mou.gr

Νόμος 2860/2000
Ο Νόμος αυτός, μεταφορά του Κανονισμού 1260/99 στο ελληνικό εθνικό δίκαιο, προσφέρει το νομικό πλαίσιο για τη διαχείριση, παρακολούθηση και έλεγχο του Γ΄ ΚΠΣ.
Το κείμενο του Νόμου 2860 (ΦΕΚ 251, 14/11/2000) διατίθεται στο: http://www.mou.gr/documents/2860.pdf

Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ) της ΕΕ
Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της ΕΕ εκπροσωπεί ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τις απόψεις και τα συμφέροντα της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών. Είναι υποχρεωτική η διαβούλευση μαζί της για θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και μπορεί να δίνει τη γνώμη της για θέματα που κρίνει σημαντικά.
Για περισσότερες πληροφορίες, βλ.: http://www.ces.eu.int/index800.htm

Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (ΟΠΣ)
Στο σύστημα αυτό αποτυπώνονται τα δημοσιονομικά μεγέθη και πολλά άλλα στοιχεία των Πράξεων που εντάσσονται στα Επιχειρησιακά Προγράμματα και χρηματοδοτούνται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία. Στην ουσία, το ΟΠΣ διαχειρίζεται τις πληροφορίες που σχετίζονται με την υλοποίηση των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων και των επιμέρους έργων, όπως ορίζεται στους Κανονισμούς 1260/1999 και 438/2001.
Για περισσότερες πληροφορίες, βλ.: http://www.mnec.gr/ergorama/defaultx.asp

ΟΠΣ
Βλέπε Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα
Πράξη
Πράξη ονομάζεται κάθε Έργο ή Δράση που εκτελείται από τους Τελικούς Δικαιούχους των διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Στόχοι των Διαρθρωτικών Ταμείων
Βλ. Διαρθρωτικά Ταμεία

Συγχρηματοδότηση
Μια από τις βασικές αρχές των Διαρθρωτικών Ταμείων επιβάλλει τον επιμερισμό του κόστους των διαρθρωτικών παρεμβάσεων μεταξύ της ΕΕ και του κράτους μέλους, το οποίο επωφελείται αυτών των παρεμβάσεων. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το συνολικό κόστος ενός Επιχειρησιακού Προγράμματος, Άξονα Προτεραιότητας (Υποπρογράματος), Μέτρου ή Έργου καλύπτετα εν μέρει με Κοινοτική Συμμετοχή και εν μέρει με Εθνική Συμμετοχή (που από κοινού απαρτίζουν τη Δημόσια Δαπάνη), ενώ σε πολλές περιπτώσεις επιδιώκεται και Ιδιωτική Συμμετοχή.

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί την κυριότερη αρχή λήψεως αποφάσεων της ΕΈ, καθώς αποτελεί την έκφραση των κρατών μελών, τους υπουργούς των οποίων συγκεντρώνει τακτικά σε συνόδους. Ανάλογα με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, το Συμβούλιο συνέρχεται υπό διάφορες συνθέσεις: εξωτερικές υποθέσεις, οικονομικά θέματα, εκπαίδευση, τηλεπικοινωνίες, κ.α.
Το Συμβούλιο εκτελεί ποικίλες βασικές αποστολές, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται:
• το νομοθετικό έργο της ΕΕ, καθώς για ευρύ φάσμα κοινοτικών αρμοδιοτήτων ασκεί αυτή τη νομοθετική εξουσία σε συναπόφαση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
• ο συντονισμός των γενικών οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών
• άσκηση, από κοινού με το Κοινοβούλιο, δημοσιονομικής εξουσίας
• λήψη των αποφάσεων που είναι αναγκαίες για την χάραξη και την εφαρμογή της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, βάσει των γενικών κατευθύνσεων που προσδιορίζονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (που συνεδριάζει κατά κανόνα δύο φορές, υπό τη μορφή συνόδου των αρχηγών των κρατών μελών).
Για περισσότερες πληροφορίες, βλ.: http://ue.eu.int/el/Info/index.htm

Συμπλήρωμα Προγραμματισμού
Το Συμπλήρωμα Προγραμματισμού ενός Επιχειρησιακού Προγράμματος εξειδικεύει τα μέσα για την επίτευξη των στόχων του εν λόγω Προγράμματος. Αποτελεί ένα ολοκληρωμένο έγγραφο, στο οποίο εκτίθενται η στρατηγική του Προγράμματος και των Αξόνων Προτεραιότητας (Υποπρογραμμάτων), καθώς και λεπτομερή στοιχεία σε επίπεδο Μέτρων. Έτσι, εκτός της συνοπτικής παρουσίασης των στόχων και της δομής του Προγράμματος, το Συμπλήρωμα Προγραμματισμού περιλαμβάνει Τεχνικά Δελτία Μέτρου ανά Άξονα, Χρηματοδοτικό Πίνακα, Δείκτες Επίδοσης, Δημοσιότητα, Ηλεκτρονική Ανταλλαγή Δεδομένων με την EE και Εκ Των Προτέρων (ex ante) Αξιολόγηση.

Ταμείο Συνοχής
Προκειμένου να ενισχυθεί η διαρθρωτική πολιτική, το 1993 ιδρύθηκε το Ταμείο Συνοχής. Το ταμείο αυτό προορίζεται για τις χώρες εκείνες των οποίων το ΑΕΠ κατά κάτοικο είναι χαμηλότερο από το 90% του κοινοτικού μέσου όρου, και συγκεκριμένα για την Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία και την Πορτογαλία. Το Ταμείο Συνοχής έχει ως στόχο τη χρηματοδότηση σχεδίων σε θέματα περιβάλλοντος ή υποδομών των μεταφορών. Ο προϋπολογισμός του Ταμείου Συνοχής για τη δημισιονομική περίοδο 2000-2006 ανέρχεται στα 18 εκατ. ΕΥΡΩ.
Βλ. επίσης Δημοσιονομικές Προοπτικές 2000-2006.

Τελικός Δικαιούχος
Ο Τελικός Δικαιούχος είναι ο φορέας, δημόσιος ή ιδιωτικός, που έχει την ευθύνη υλοποίησης μιας Πράξης, ανάλογα με το είδος και την φύση της. Σε περίπτωση που οι Πράξεις υλοποιούνται με την επιχορήγηση ενισχύσεων από φορείς που έχουν ορισθεί από τις εθνικές αρχές, τελικοί δικαιούχοι είναι οι φορείς που χορηγούν τις ενισχύσεις. Π.χ. Τελικός Δικαιούχος μπορεί να είναι ένας Δήμος ή μια Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση. Οι Τελικοί Δικαιούχοι, με ευθύνη των οποίων εκτελούνται οι Πράξεις, θα πρέπει με βάση τις νομικές δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει ή προβλέπεται να αναλάβουν, να προσδιορίζουν τις ανάγκες για πληρωμές, οι οποίες να αποτελούν και προβλέψεις δαπανών. Σημειώνεται ότι τα στοιχεία αυτά διαβιβάζονται από τους τελικούς δικαιούχους στη Διαχειριστική Αρχή του Επιχειρησιακού Προγράμματος με τα τριμηνιαία Δελτία Έργου/Υποέργου.

Τεχνικό Δελτίο Έργου/Υποέργου (ΤΔΕ/Υ)
Πρόκειται για έγγραφο, το οποίο που συμπληρώνεται από τους Τελικούς Δικαιούχους και υποβάλλεται στη Διαχειριστική Αρχή του Eπιχειρησιακού Προγράμματος για έγκριση της ένταξης του έργου στο εν λόγω Πρόγραμμα. Στο Τεχνικό Δελτίο Έργου/Υποέργου συμπληρώνονται στοιχεία που περιγράφουν τη φύση και το είδος του έργου στο πλαίσιο του Μέτρου, τη σκοπιμότητα, την πληρότητα, την ωριμότητα του έργου, τη συνεκτικότητά του με τις εθνικές και κοινοτικές πολιτικές, τους εμπλεκόμενους φορείς στην εκτέλεση και μετέπειτα λειτουργία του έργου, τον τρόπο υλοποίησης (αριθμό και τρόπο εκτέλεσης των υποέργων), το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, το κόστος και την ετήσια κατανομή του στην περίοδο εκτέλεσης του έργου. Τέλος, το ΤΔΕ/Υ οφείλει να συνοδεύεται από το Δελτίο Ελέγχου Εκπλήρωσης Κριτηρίων.

Τεχνικό Δελτίο Μέτρου
Πρόκειται για έγγραφο που συμπληρώνεται από το Φορέα Υλοποίησης για την περιγραφή του Μέτρου και το οποίο περιέχει το αντικείμενο της παρέμβασης, τη τεκμηρίωση της συνάφειας της παρέμβασης με τους στόχους του Επιχειρησιακού Προγράμματος, τους ωφελούμενους και δικαιούχους, την επιλεξιμότητα των Έργων/Ενεργειών, τον προϋπολογισμό και τις πηγές χρηματοδότησης, προκειμένου το Μέτρο να εγκριθεί στα πλαίσια του Επιχειρησιακού Προγράμματος.

Υπηρεσία Συντονισμού της Εφαρμογής των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων
Η ειδική αυτή υπηρεσία εδρεύει στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και σκοπό έχει την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης και της εφαρμογής του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, καθώς και τον συντονισμό της εφαρμογής των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (Ε.Π.) στο πλαίσιο του ΚΠΣ και των Κοινοτικών Πρωτοβουλιών, σύμφωνα με το Άρθρο 2, παρ.1 του Νομου 2860/2000.

Υπηρεσία Σχεδιασμού και Αξιολόγησης Περιφερειακής Πολιτικής και Προγραμμάτων
Η υπηρεσία αυτή υπάγεται στο Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Προγραμματισμού, Περιφερειακής Πολιτικής και Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (διαχειριστική αρχή του ΚΠΣ) σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Νόμου 2860/2000. Για την υπηρεσία αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι ρυθμίσεις των παραγράφων 2 έως και 7 του άρθρου 7 του Νόμου 2860/2000, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 του Νόμου.

Υποέργο
Βλ. Έργο

Υποπρόγραμμα
Βλ. Αξονας Προτεραιότητας

Φορέας Υλοποίησης
Είναι ο φορέας, ο οποίος αναλαμβάνει τη συμβατική υποχρέωση για την εκτέλεση του ενός Έργου, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα στοιχεία του Tεχνικού Δελτίου Έργου/Υποέργου. O Φορέας Υλοποίησης οφείλει να διαθέτει μονάδες/υπηρεσίες (π.χ. τεχνική υπηρεσία, οικονομική υπηρεσία) και στελέχωση, με επάρκεια και δυνατότητες αντίστοιχες με τις προδιαγραφές και τις απαιτήσεις του Έργου, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή και απρόσκοπτη υλοποίηση και παρακολούθηση του Έργου.

Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ)
Βλ. Διαρθρωτικά Ταμεία


ΕΛΕΓΧΟΙ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ Γ΄ΚΠΣ

Με βάση το νέο θεσμικό πλαίσιο υλοποίησης που διέπει το Γ΄ΚΠΣ, και έχοντας υπόψη το άρθρο 38 παρ.1 του Καν. (ΕΚ) 1260/99, το κράτος μέλος έχει την κύρια ευθύνη για την άσκηση του δημοσιονομικού και οικονομικού ελέγχου των παρεμβάσεων μέχρι και σε επίπεδο πράξεων του ΚΠΣ. (Αποκεντρωμένη Διαχείριση)

Το κράτος – η Ελλάδα στην προκειμένη περίπτωση - είναι πλέον υπεύθυνο αποκλειστικά για οποιαδήποτε παρατυπία διαπιστωθεί. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να εγκαταστήσει ένα πλέγμα ελέγχων τέτοιο ώστε να διασφαλίσει ότι οι κοινοτικοί πόροι χρησιμοποιούνται σωστά και αποτελεσματικά, βάσει των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αφαιρείται από την Επιτροπή το δικαίωμα να προχωρήσει σε δειγματολειπτικό έλεγχο υπηρεσιών (Διαχειριστικές Αρχές , Αρχή Πληρωμής κλπ), Τελικών Δικαιούχων και Πράξεων. Η Επιτροπή ΕΚ, στο πλαίσιο της άσκησης της αρμοδιότητάς της ως θεματοφύλακα για την ορθή εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διασφαλίζει την ύπαρξη και την ομαλή λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου, ώστε οι κοινοτικοί πόροι να χρησιμοποιούνται με τρόπο ορθό και αποτελεσματικό. Προς τούτο, και με την επιφύλαξη των ελέγχων από πλευράς των εθνικών ελεγκτικών αρχών, εκπρόσωποι της Επιτροπής ΕΚ μπορούν να διεξάγουν επιτόπιους ελέγχους, και ιδίως δειγματοληπτικούς, για όλες τις πράξεις οι οποίες χρηματοδοτούνται από τα ταμεία, καθώς και των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, με προειδοποίηση τουλάχιστον μίας εργάσιμης ημέρας. Η Επιτροπή ΕΚ ενημερώνει σχετικά τη διαχειριστική αρχή κατά τρόπον ώστε να έχει κάθε δυνατή βοήθεια. Εκπρόσωποι του κράτους μέλους μπορούν να συμμετέχουν στους ελέγχους αυτούς.

Η Επιτροπή ΕΚ μπορεί να ζητήσει από το κράτος μέλος να πραγματοποιήσει επιτόπιο έλεγχο για να βεβαιωθεί για την κανονικότητα και το σύννομο μίας ή περισσοτέρων πράξεων. Εκπρόσωποι της Επιτροπής ΕΚ μπορούν να συμμετέχουν στους ελέγχους αυτούς.

Βέβαια οι εθνικές αρχές διαχείρισης και ελέγχου βρίσκονται σε άμεση συνεργασία με τις ελεγκτικές υπηρεσίες της Επιτροπής και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο,για τον συντονισμό των προγραμμάτων ελέγχων σε θέματα μεθοδολογίας, επιλογής έργων και της εφαρμογής των ελέγχων με σκοπό την μεγιστοποίηση του οφέλους.

Σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κανονισμού 1260/99, η διαχειριστική αρχή του κάθε Ε.Π. είναι η κατά πρώτο λόγο υπεύθυνη αρχή για το σύννομο των συγχρηματοδοτούμενων έργων/ ενεργειών και της εφαρμογής του συστήματος εσωτερικού ελέγχου.

Για την αποτελεσματική άσκηση των ελέγχων η Ελλάδα διαμόρφωσε ένα σύστημα ελέγχου των δαπανών των πράξεων που χρηματοδοτούνται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, που οργανώνεται σε τρία επίπεδα:

- Ο έλεγχος πρώτου επιπέδου είναι εσωτερικής φύσεως και διενεργείται από τις διαχειριστικές αρχές των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Περιλαμβάνει τον έλεγχο όλων των έργων στη φυσική, χρηματοοικονομική και λογιστική τους διάσταση, τόσο στον τόπο υλοποίησης τους, όσο και στην έδρα των φορέων που έχουν στην κατοχή τους πρωτότυπους τεχνικούς φακέλους και τα παραστατικά δαπανών.

- Ο έλεγχος του δεύτερου επιπέδου συνίσταται σε εξωτερικό διαχειριστικό έλεγχο και ασκείται από την Αρχή Πληρωμής.

Περιλαμβάνει την ανάλυση και την αξιολόγηση του συστήματος ελέγχων του πρώτου επιπέδου. Υπεισέρχεται, όπου είναι απαραίτητο, στις ειλημμένες από τα διαχειριστικά όργανα αποφάσεις, καθώς και στον έλεγχο των τελικών δικαιούχων.

Ο έλεγχος αυτού του επιπέδου ασκείται από την αρχή πληρωμής του ΚΠΣ.

- Ο έλεγχος του τρίτου επιπέδου αφορά το συνολικό συντονισμό των συστημάτων ελέγχου καθώς και εξειδικευμένες επιθεωρήσεις-στόχους. Ασκείται από την ΕΔΕΛ, (Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου) συνεπικουρούμενη από ειδική υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών/Γενικό Λογιστήριο του Κράτους που διενεργεί ελέγχους επί των διαχειριστικών αρχών, της αρχής πληρωμής και των τελικών δικαιούχων προκειμένου να διασφαλίσει τη χρηστή και αποτελεσματική δημοσιονομική διαχείριση. Επίσης διενεργεί δειγματοληπτικούς ελέγχους σε έργα/ενέργειες σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Καν.(ΕΚ) 2064/97 ή του εν ισχύ Κανονισμού κατά τη στιγμή πραγματοποίησης των ελέγχων.

Κατά τη διενέργεια εξειδικευμένων ελέγχων σε όλα τα επίπεδα μπορούν να χρησιμοποιηθούν υπηρεσίες εξωτερικών ελεγκτών ή ιδιωτικών ελεγκτικών εταιρειών.


Ο Πρωτοβάθμιος Ελεγχος

Το επίπεδο αυτό του ελέγχου διενεργείται από τις Διαχειριστικές Αρχές των επιχειρησιακών προγραμμάτων και συγκεκριμμένα από την τρίτη μονάδα Μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα στάδια της υλοποίησης της πράξης , τόσο στην υλοποίηση αυτής καθαυτής της πράξης, όσον και σε επίπεδο λειτουργίας συστημάτων των τελικών δικαιούχων.Ετσι μπορούμε να έχουμε :

- Προληπτικός έλεγχος

Η διαχειριστική αρχή του Ε.Π. ελέγχει πριν από την ένταξη έργου / ενέργειας (συμπεριλαμβανομένων των έργων / ενεργειών που βρίσκονται στο στάδιο πραγματοποίησης ή εκτέλεσης κατά την παρουσίαση της αίτησης) όλα τα στάδια προετοιμασίας για την υλοποίησή του.

Ιδιαίτερα, διασφαλίζει ότι:

α) Ο τελικός δικαιούχος έχει λάβει όλα τα μέτρα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επιλογή αναδόχων ικανών να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του έργου,

β) έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα τα οποία εξασφαλίζουν την τήρηση της ισχύουσας νομοθεσίας.

Η ευθύνη αξιολόγησης της πρότασης είναι αρμοδιότητα του τμήματος Β΄ και μόνο στην περίπτωση έργων που έχουν ξεκινήσει μπορεί να ζητηθεί η συνδρομή της μονάδας ελέγχου για την διενέργεια ελέγχου (audit). O συγκεκριμένος έλεγχος καταγράφεται στο ΟΠΣ και τα αποτελέσματά του κοινοποιούνται σε όλους τους αρμόδιους. Ο προληπτικός έλεγχος έχει περισσότερο την λογική της επιβεβαίωσης της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την ορθή και κανονική υλοποίηση του έργου. Ειδικά για τα έργα του Ν. 1418/94 ισχύει ο προληπτικός έλεγχος νομιμότητας σε όλα τα στάδια που ορίζονται στην απόφαση ένταξης.

- Έλεγχος κατά την εκτέλεση του έργου.

Ο έλεγχος των υπό εκτέλεση έργων διασφαλίζεται διαρκώς με ελέγχους που πραγματοποιούνται μέσω του ΟΠΣ.

Επιτόπιος έλεγχος θα διενεργείται τουλάχιστον μια φορά, κατά γενικό κανόνα, για κάθε έργο και -ενδεχομένως- και στον τελικό δικαιούχο. Όταν έχουμε ενέργειες / πράξεις με πολλά υποέργα ιδίας μορφής με τον ίδιο τελικό δικαιούχο τότε ο κύριος έλεγχος γίνεται στο σύστημα λειτουργίας του τελικού δικαιούχου και δειγματοληπτικά σε κάποια υποέργα. Αυτό μπορεί να παρουσιαστεί στο πλαίσιο των καθεστώτων κρατικών ενισχύσεων ή των χρηματοδοτήσεων του ΕΚΤ.

Ο έλεγχος περιλαμβάνει:

- Τον έλεγχο της νομιμότητας και κανονικότητας των πράξεων και των διαδικασιών.

- Τον έλεγχο της αξιοπιστίας των πληροφοριών που δηλώνονται από τον τελικό δικαιούχο.

- Τον έλεγχο της τήρησης των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει ο τελικός δικαιούχος στα πλαίσια του έργου.

- Τον έλεγχο της τήρησης των κανόνων δημοσιότητας.

Κάθε έλεγχος γίνεται αντικείμενο μιας τυποποιημένης έκθεσης ελέγχου που καταχωρείται στο ΟΠΣ.


- Έλεγχος κατά την ολοκλήρωση του έργου.

Μετά τη δήλωση ολοκλήρωσης του έργου, η διαχειριστική αρχή προβαίνει σε επιτόπιο έλεγχο του έργου / ενέργειας όσον αφορά το φυσικό και οικονομικό αντικείμενο καθώς και το λειτουργικό αποτέλεσμα, λαμβάνοντας υπόψη το εγκεκριμένο τεχνικό δελτίο και τα καταχωρημένα στο ΟΠΣ στοιχεία. Υπογράφει μια δήλωση τήρησης των υποχρεώσεων, η οποία συνοδεύει το φάκελο ολοκλήρωσης (κλεισίματος) του έργου και αυτή καταχωρείται στο ΟΠΣ.

Τα αποτελέσματα όλων των ελέγχων καταχωρούνται στο ΟΠΣ.

Η Διαχειριστική Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή ΕΚ για τα συμπεράσματα των ελέγχων καθώς και για τις διοικητικές ή δικαστικές πράξεις που χρειάστηκε να πραγματοποιηθούν εξαιτίας τους.

Ο Δευτεροβάθμιος έλεγχος

Ο χρηματοοικονομικός και δημοσιονομικός έλεγχος ασκείται από την αρχή πληρωμής.
Εκτός από τον προκαταρκτικό έλεγχο κάθε πληρωμής (έλεγχος διασταύρωσης πληροφοριών), η αρχή πληρωμής πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.

Η αρχή πληρωμής διενεργεί

 Ελέγχους με διασταύρωση στοιχείων πληρωμών που καταχωρούνται στο ΟΠΣ από τις διαχειριστικές Αρχές με τους αντίστοιχους λογαριασμούς της Τράπεζας της Ελλάδος για τις άμεσες πληρωμές ή άλλων τραπεζών στην περίπτωση των εμμέσων πληρωμών.

 Ελέγχους στις Διαχειριστικές Αρχές των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων , με αντικείμενο την ορθή λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου .

Οι Διαχειριστικές Αρχές θα ελεγχθούν από την αρχή πληρωμής για τα παρακάτω στοιχεία :

1. Υπάρχουν και τηρούνται επαρκείς διαδικασίες που να εξασφαλίζουν ότι οι προτάσεις των Τελικών Δικαιούχων , είναι σύμφωνες με τις ανάγκες του εν λόγω τομέα ή Περιφέρειας, και ότι οι αποφάσεις αυτές είναι πλήρως τεκμηριωμένες.
2. Υπάρχουν και τηρούνται επαρκείς ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν ότι οι τελικοί δικαιούχοι παρέχουν κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες τους και ότι οι πληροφορίες αυτές παρέχουν αληθινή και σαφή εικόνα της επιτευχθείσας προόδου της πράξης που εκτελούν.
3. Υπάρχουν κατάλληλα συστήματα που να εξασφαλίζουν ότι οι πληρωμες πραγματοποιούνται μόνο όταν τα οφειλόμενα ποσά είναι σωστά και τα κοινοτικά κονδύλια διαφυλάσσονται καταλλήλως
4. Οι δράσεις του σχεδιασμού, της μεθοδολογία και της παρακολούθησης του επιτοπίου ελέγχου των αρχών τηρούν τους κανόνες και κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ελληνικής νομοθεσίας και παρέχουν επαρκή βεβαίωση σχετικά με την ποιότητα των συστημάτων και την πρόοδο των ενεργειών, τόσο όσον αφορά την επίτευξη των στόχων όσο και τη χρησιμοποίηση των πόρων
5. Η αρχή διαθέτει χρηματοοικονομικά και λογιστικά συστήματα που εξασφαλίζουν σωστή καταχώρηση και κατάλληλο επιμερισμό των δαπανών
6. Υπάρχουν οι δέουσες ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν ότι οι αιτήσεις πληρωμών προς την Επιτροπή αντικατοπτριζουν με ακρίβεια τα πραγματικά οφειλόμενα ποσά στους τελικούς δικαιούχους
.
 Δειγματοληπτικούς ελέγχους στους τελικούς δικαιούχους και στις πράξεις που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του ΚΠΣ (επιτόπιοι έλεγχοι στην έδρα του Τ.Δ. όπου τηρούνται οι φάκελοι και στο έργο).

Όλα τα παραπάνω είναι απαραίτητα ώστε η Αρχή Πληρωμής να είναι σε θέση να υποβάλει τις αιτήσεις πληρωμής και να παρέχει με βεβαιότητα τα απαραίτητα στοιχεία στο Υπουργείο Οικονομικών για την υποβολή της δήλωσης που προβλέπεται στο άρθρο 38 του Κανονισμού 1260/99.

Τα αποτελέσματα των ελέγχων της αρχής πληρωμής καταχωρούνται στο ΟΠΣ και γνωστοποιούνται στη διαχειριστική αρχή, στην Επιτροπή Παρακολούθησης, στον τελικό δικαιούχο και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Σε περίπτωση διαπίστωσης παρατυπίας, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων υπεράσπισης του ενδιαφερόμενου μέρους και αφού ζητήσει τη γνώμη της διαχειριστικής αρχής, η αρχή πληρωμής με δική της πρωτοβουλία, ή μετά από πρόταση άλλων εμπλεκομένων αρχών (Διαχειριστική αρχή, Επιτροπή Παρακολούθησης, ΣΔΟΕ) δύναται να προχωρήσει στην αναστολή της χρηματοδότησης και ενδεχομένως στην ακύρωσή της.
Η ανωτέρω δυνατότητα παρέχεται σε όλα τα επίπεδα ελέγχου.



ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2007
Βασική επιδίωξη της οικονομικής πολιτικής είναι η δημιουργία μιας υγιούς και
αναπτυσσόμενης οικονομίας σε μακροχρόνιο ορίζοντα, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής και η καθημερινότητα των πολιτών. Στο πλαίσιο αυτό είναι καθοριστική η συμβολή της δημοσιονομικής πολιτικής. Η δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόστηκε τα τελευταία δύο χρόνια βελτίωσε τους δημοσιονομικούς δείκτες, αποκατέστησε τη διαφάνεια, δημιούργησε κλίμα εμπιστοσύνης και διατήρησε την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας. Η προσπάθεια αυτή θα συνεχιστεί και στο επόμενο έτος.
Βασικοί στόχοι και κατευθύνσεις της δημοσιονομικής πολιτικής
Με τον προϋπολογισμό του 2007, επιδιώκεται: η περαιτέρω μείωση του ελλείμματος και του χρέους, η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων του Δημοσίου και η ενίσχυση των επενδύσεων και του ρυθμού ανάπτυξης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο περιορισμός των δαπανών του Δημοσίου, η καταπολέμηση
της φοροδιαφυγής, η συνέχιση της φορολογικής μεταρρύθμισης, οι αποκρατικοποιήσεις, η διατήρηση του ρυθμού ανάπτυξης με παράλληλη αύξηση της απασχόλησης και η ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής, θα αποτελέσουν τις βασικές προτεραιότητες της δημοσιονομικής πολιτικής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα θα δοθεί στον περιορισμό και την ορθολογικότερη διαχείριση των δαπανών, μέσω της βελτίωσης της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα. Βασικό ρόλο στην προσπάθεια αυτή θα αποτελέσει η αξιολόγηση και ιεράρχηση των δραστηριοτήτων του δημοσίου και ο περιορισμός εκείνων που δεν συμβάλλουν αποτελεσματικά στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας. Νέες δράσεις που δεν θα είναι προσανατολισμένες στις κατευθύνσεις αυτές δεν θα χρηματοδοτηθούν
από τον προϋπολογισμό.
Σχεδιασμός τριετούς προγραμματισμού
Στις προτάσεις για την κατάρτιση του προϋπολογισμού του 2007 θα πρέπει να
συμπεριληφθούν και οι αντίστοιχες προβλέψεις πιστώσεων για τα οικονομικά έτη 2008 και 2009. Βασική επιδίωξη είναι ο μεσοπρόσθεσμος προγραμματισμός της δημοσιονομικής διαχείρισης με κυλιόμενα τριετή προγράμματα, προκειμένου να παγιωθεί κλίμα δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Οι προτάσεις κάθε φορέα θα πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο ενός αποτελε-
σματικού και εφαρμόσιμου προγράμματος δράσεων και υλοποίησης στόχων με μετρήσιμο αποτέλεσμα.
.
2.Οδηγίες κατάρτισης προϋπολογισμού
Κατά την διαδικασία κατάρτισης του σχεδίου του προϋπολογισμού για το έτος
2007 πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στη σωστή απεικόνιση των επιμέρους μεγεθών, στην πλήρη αιτιολόγηση των αναγκών και στην ορθή συμπλήρωση των εντύπων και πινάκων που θα συνοδεύουν τις προτάσεις.
Ειδικότερα:

Αποδοχές προσωπικού υπουργείων – περιφερειών
Οι προτεινόμενες πιστώσεις θα καλύπτουν:

τους υπηρετούντες υπαλλήλους και

τους υπαλλήλους που πρόκειται να διορισθούν μέχρι το τέλος του τρέχοντος οικονομικού έτους.
Για τον προσδιορισμό τους θα ληφθούν υπόψη τα ισχύοντα μισθολό-
για, χωρίς την ενσωμάτωση της εισοδηματικής πολιτικής του 2007 καθώς η αύξηση αυτή θα υπολογισθεί από τις υπηρεσίες του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αλλά και ο προγραμματισμός για την ολοκλήρωση των ήδη εγκεκριμένων από τα αρμόδια όργανα προσλήψεων

Προσδιορισμός δαπανών για νέες προσλήψεις – αποχωρήσεις (συντα-
ξιοδοτήσεις)
.

Επιχορηγήσεις για αποδοχές προσωπικού
.
Ο υπολογισμός των σχετικών ποσών θα γίνει με βάση τα ισχύοντα μι-
σθολόγια χωρίς καμιά πρόβλεψη για αύξηση λόγω εισοδηματικής πολιτικής.
Η αύξηση αυτή θα υπολογισθεί από τις υπηρεσίες του Γ.Λ.Κ.




Επιχορηγήσεις φορέων
Τα απαιτούμενα κονδύλια που θα προταθούν για επιχορηγήσεις των φορέων θα πρέπει να διαμορφωθούν αφού ληφθούν υπόψη οι ίδιοι πόροι, το ύψος των διαθεσίμων τους, τα περιουσιακά τους στοιχεία κ.λπ.
Στόχος όλων ανεξαιρέτως των επιχορηγούμενων νομικών προσώπων πρέπει να
είναι η κάλυψη των δαπανών τους κατ’ αρχήν από δικά τους έσοδα και δευτερευόντως από την ενίσχυση του κρατικού προϋπολογισμού, όπως άλλωστε επιτάσσουν και οι σχετικές διατάξεις του δημόσιου λογιστικού (άρθρο 6 του ν. 2362/95).

Επιχορηγήσεις
Τα βοηθήματα υγειονομικής περίθαλψης και τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας καλύπτονται με επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι προτάσεις σας για τις δαπάνες αυτές θα συμπεριλάβουν επακριβώς το ύψος των απαιτούμενων κονδυλίων για τις εισοδηματικές αυτές ενισχύσεις.

Εισφορές-συνδρομές σε διεθνείς οργανισμούς κ.λπ.

Υπερωρίες – μετακινήσεις
Οι δαπάνες για υπερωρίες και μετακινήσεις παρουσιάζουν σημαντικό δημοσιονο-
μικό ενδιαφέρον, κυρίως λόγω της αυξητικής τους τάσης και των σημαντικών αποκλί-
σεων που εμφανίζουν κάθε χρόνο μεταξύ αρχικών πιστώσεων και των τελικών πληρω-
μών.

Καταναλωτικές δαπάνες
Στην κατηγορία αυτή θα περιληφθούν οι προτάσεις σας για τα κονδύλια των
λειτουργικών δαπανών, των προμηθειών και των λοιπών δαπανών. Η συγκράτηση των δαπανών αυτών αποτελεί βασική προτεραιότητα στην περαιτέρω μείωση του ελλείμματος. Κατά συνέπεια, το συνολικό ύψος των κονδυλίων που θα προτείνετε να καταβληθεί προσπάθεια να περιορισθεί σε επίπεδα χαμηλότερα του ύψους των αντίστοιχων πιστώσεων του προϋπολογισμού

ΛΕΞΙΚΟ

δημοσιονομικό έλλειμμα
public-sector financial deficit (PSFD)
Δημόσια Οικονομική
Το έλλειμμα που προκύπτει αν από τα δημόσια έσοδα ενός έτους αφαιρεθούν τα δημόσια έξοδα. Διαφέρει από την δανειακή ανάγη του δημόσιου τομέα στο ότι στα έσοδα περιλαμβάνονται και κεφαλαιουχικές πράξεις του δημοσίου όπως η ρευστοποίηση στοιχείων του ενεργητικού του (π.χ. έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις).


δημοσιονομική εξυγίανση
fiscal consolidation
Δημόσια Οικονομική
Η εκ βάθρων αντιμετώπιση των προβλημάτων, δυσλειτουργιών και αντικινήτρων τα οποία επικρατούν στον δημοσιονομικό τομέα με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της γενικότερης ανάπτυξης ενός κράτους.


δημοσιονομική ώθηση
fiscal boost
Μακροοικονομική
Μορφή υποφορολόγησης η οποία παρατηρείται όταν από τη μία υπάρχει μείωση της πραγματικής αξίας του χρήματος λόγω υψηλού πληθωρισμού, ενώ από την άλλη η κατάσταση αυτή δεν συνοδεύεται από αναπροσαρμογή των φόρων.


δημοσιονομική επιβάρυνση
fiscal burden
Μακροοικονομική
Κάθε είδους επιβάρυνση των δημοσίων οικονομικών.



δημοσιονομική διαχείριση
fiscal management
Μακροοικονομική
Ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται ο χειρισμός των δημοσιονομικών θεμάτων.



δημόσια επένδυση
public investment
Δημόσια Οικονομική
Η δαπάνη που καταβάλλει το κράτος για τον εκσυγχρονισμό του παραγωγικού εξοπλισμού της οικονομίας, τη βελτίωση της αποδοτικότητας του δημόσιου τομέα και την κατασκευή έργων για την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής του πολίτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: