Κυριακή, 3 Αυγούστου 2008

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΕ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ

Παναγιωτης Γιαβρίμης, Λέκτορας Πανεπιστημίου Αιγαίου
Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου
Μιχάλης Τσακαλος, Σχολικός Σύμβουλος Π.Ε.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Η μετανάστευση αποτελεί κοινωνικό φαινόμενο γεωγραφικής κοινητικότητας, σύμφυτο με την εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας, την εδραίωση των οργανωμένων κοινωνιών και της δημογραφικής σύνθεσης των κρατών με τον τρόπο που τα αναγνωρίζουμε μέχρι τα σήμερα.
Θα λέγαμε ότι είναι αρκετά δύσκολο να διατυπωθεί ένας κοινά αποδεκτός ορισμός της μετανάστευσης εξαιτίας του επηρεασμού του φαινομένου από ποικίλους ιδεολογικό-κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες,.
Σύμφωνα όμως με την βιβλιογραφία, όλοι δείχνουν να συμφωνούν με μικρές αποκλείσεις, τόσο στο βασικό εννοιολογικό της περιεχόμενο όσο και στους πρωτεύοντες λόγους που οδηγούν ή έχουν οδηγήσει κατά το παρελθόν εκατομμύρια ανθρώπων να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους για αναζήτηση μιας καλλίτερης οικονομικής και κοινωνικής τύχης. (Ι.Κ. Χασιώτης, Επισκόπηση της ιστορίας της νεοελληνικής διασποράς Θεσσαλονίκη: εκδ. Βάνιας, 1993, σελ. 153.)
Η μετακίνηση αυτή μπορεί να έχει προορισμό μια άλλη περιοχή της ίδιας χώρας, όποτε μιλάμε για εσωτερική μετανάστευση ή κάποιο άλλο κράτος, οπότε την χαρακτηρίζουμε εξωτερική. Η δεύτερη αυτή μορφή μετανάστευσης σε πολλές περιπτώσεις ονομάζεται και αποδημία (να γραφτεί apodimia).
Ο όρος μετανάστευση σε όλους τους έγκυρους ορισμούς περιλαμβάνει την ενέργεια της μετακίνησης ή της φυγής, από τον τόπο καταγωγής - διαμονής και μπορεί να έχει οριστικό, εποχιακό ή προσωρινό χαρακτήρα..
Η μετανάστευση ακόμα μπορεί να είναι ατομική, οικογενειακή ή να αναφέρεται σε μεγάλες εθνικές, κοινωνικές ή ταξικές ομάδες ατόμων.( Μουσούρου Λουκίa Μετανάστευση και μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα και την Ευρώπη , Βιβλιοθήκη Κοινωνικής Επιστήμης & Κοινωνικής πολιτικής 1991, Gutenberg)
Σύμφωνα με πολλούς ακόμα ορισμούς η μετανάστευση έχει (κυρίως) σκοπό την αναζήτηση καλλίτερων οικονομικών ή κοινωνικών συνθηκών διαβίωσης.
Με τον τρόπο αυτό καθοριστικό παράγοντα διαδραματίζει η απόσταση – διαφορά των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και οργανωτικών συνθηκών που χωρίζει την χώρο αποστολής του μετανάστη από την χώρα εγκατάστασης..(Λίνα Βεντούρα: Μετανάστευση και Έθνος, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - Εκδόσεις Μνήμων. 1996)
Είναι λοιπόν κοινά αποδεκτό ότι η μετανάστευση, τουλάχιστον στην σύγχρονη εκδοχή της, εξωθείται κατά κανόνα από την σημαντική διαφορά οικονομικών, εργασιακών, πολιτισμικών και εκπαιδευτικών ευκαιριών – δυνατοτήτων που υφίστανται μεταξύ των χωρών αποστολής και υποδοχής.
Η μετανάστευση παράλληλα θα πρέπει να θεωρείται υπεύθυνη εκτός από την δημογραφική συγκρότηση των κρατών του νέου κόσμου (Η.Π.Α, Καναδάς, Αυστραλία, χώρες της Νοτίου Αμερικής) σε μεγάλο βαθμό για την οικονομική ανάπτυξη κυρίως των εύρωστων οικονομικά και βιομηχανικά χωρών τόσο της Αμερικής όσο και της Ευρώπης.
Τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα που μετακινήθηκαν προς τις χώρες αυτές, κυρίως κατά την διάρκεια του 20ού αιώνα χαρακτήρισαν αλλά και δημιούργησαν νέα κοινωνικά, ατομικά, εκπαιδευτικά, ψυχοκοινωνικά, οικονομικά και ιδεολογικά ζητούμενα τόσο στις χώρες αποστολής όσο και στις χώρες υποδοχής.
Η νέα αυτή πραγματικότητα των έντονων μετακινήσεων σύμφωνα με τα δεδομένα του Ευρωβαρόμετρου παρουσιάζεται εντονότερη από ποτέ τις τελευταίες δεκαετίες σε όλες τις χώρες της Ε.Ε.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με την τελευταία έκθεσή του, την περίοδο 2004-2005, οι μετανάστες στην Ευρωπαϊκή Ένωση που προέρχονται από τρίτες χώρες για πρώτη φορά στην ιστορία της ξεπέρασαν τα δύο εκατομμύρια.
Μάλιστα, τα δύο τρίτα των ατόμων αυτών εμφανίστηκαν στην Ιταλία και την Ισπανία. Σήμερα μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι το 3,7% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών μελών αποτελείται από μη Ευρωπαίους υπηκόους.
Η Ελλάδα ως χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1990 κι εντεύθεν αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μόνιμους, προσωρινούς ή μετεπιβιβαστικούς προορισμούς μόνιμων ή παράνομων μεταναστών που προέρχονται από τις βαλκανικές χώρες και κυρίως την Αλβανία, την Αίγυπτο, τις Ινδίες, το Πακιστάν, τις Φιλιππίνες την Πολωνία, τη Μολδαβία και τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Εκτός από τους οικονομικούς μετανάστες την δεκαετία του ΄90 η Ελλάδα δέχτηκε ένα σημαντικό αριθμό παλιννοστούντων και ομογενών εξαιτίας της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης. (Έκθεση Ινστιούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής Ι.Μ.Ε.ΠΟ., που βασίζεται στην απογραφή του 2001. Στατιστικά δεδομένα για τους μετανάστες στην Ελλάδα. Μεσογειακό Παρατηρητήριο Μετανάστευσης – Πάντειο Πανεπιστήμιο. Νοέμβριος 2004.)
Ο πιο μεγάλος αριθμός μεταναστών που έχει επίσημα καταγραφεί στην Ελλάδα μέχρι σήμερα προέκυψε από την απογραφή του 2001 και είναι 762.191 μετανάστες.
Δεδομένου ότι κατά την τελευταία απογραφή, ο συνολικός πληθυσμός της χώρας ανήλθε σε 10.964.020 άτομα, το ποσοστό των απογραφέντων μεταναστών ανέρχεται σε 6,5% που είναι ένα από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για πολλούς ερευνητές ο αριθμός αυτός είναι κατά πολύ χαμηλότερος του πραγματικού αν κανείς θελήσει να λάβει στην μέτρηση τόσο τους παράνομους μετανάστες που βρίσκονται στη χώρα μας όσο και τους εποχιακούς.
Ταυτόχρονα το μεγάλο διάστημα που έχει παρέλθει από την τελευταία απογραφή οδηγεί στο συμπέρασμα της αύξησης του μεταναστευτικού πληθυσμού στην Ελλάδα εξαιτίας της πολύ μικρής παλιννόστησης που έχει παρατηρηθεί. (Έκθεση Ινστιούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής Ι.Μ.Ε.ΠΟ., που βασίζεται στην απογραφή του 2001. Στατιστικά δεδομένα για τους μετανάστες στην Ελλάδα. Μεσογειακό Παρατηρητήριο Μετανάστευσης – Πάντειο Πανεπιστήμιο. Νοέμβριος 2004.)
Η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εξαιτίας της νέας αυτής κατάστασης που από πολλούς αντιμετωπίζεται ως εκρηκτική, χρειάστηκε σταδιακά να αναπτύξει μεταναστευτική πολιτική και να ρυθμίσει το δομικό προφίλ της ένταξης των αλλοδαπών.
Η πολιτική αυτή πρόθεση, όπως είναι λογικό, συνδέεται με τους βασικότερους πυλώνες υποδοχής και εγκατάστασης ξένων πληθυσμών, δηλαδή: το νομοθετικό πλαίσιο, την εκπαίδευση, τις διαδικασίες προσαρμογής και ένταξης, τα υποστηρικτικά δίκτυα, την ευαισθητοποίηση των πολιτών της χώρας προς την κατεύθυνση αυτή, και φυσικά τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις της εργασίας.
Για το σκοπό αυτό καταβάλλονται σημαντικές προσπάθειες τα κράτη μέλη να συστρατεύσουν τις πολιτικές τους προς την κατεύθυνση της μείωσης ή της άρσης των διακρίσεων σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες.
Παρόλα αυτά όμως η εθνοκεντρική πολιτική και διάρθρωση που χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία για ολόκληρες δεκαετίες διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό αντιρρήσεις και επιφυλάξεις για την είσοδο, την παραμονή και την κοινωνική, εκπαιδευτική και εργασιακή ενσωμάτωση των αλλοδαπών πολιτών.
Οι παραπάνω ιδεολογικές και κοινωνικές θέσεις, που έχουν διερευνηθεί από τις κοινωνικές επιστήμες, υπόκεινται σε ένα συμπαγές και άρρηκτο πεδίο της άρνησης ή της διστακτικότητας του κυρίαρχου πληθυσμιακού σώματος να αποδεχτεί την εθνική, κοινωνική, πολιτιστική, θρησκευτική, εθιμική και επικοινωνιακή ετερότητα στο κυρίαρχο χώρο λειτουργίας επινοώντας και εδραιώνοντας επίπλαστες και καταδικαστικές στερεοτυπικές εκτιμήσεις που απαξιώνουν τη μεταναστευτική παρουσία στο σύνολό της . (Λίνα Βεντούρα: Μετανάστευση και Έθνος, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - Εκδόσεις Μνήμων. 1996)
Έρευνες που διεξήχθησαν τα τελευταία χρόνια σε πολλές περιοχές της ελληνικής επικράτειας, ενοχοποιούν σε μεγάλο βαθμό τη διστακτικότητα, την αργοπορία και τη ταλάντευση της πολιτείας στην ανάπτυξη θεσμικών συστημάτων και κριτηρίων νομιμοποίησης, ένταξης, εκπαίδευσης και αποδοχής
Παρομοίως πλήθος ερευνών και μελετών καταδεικνύουν αρνητικές αντιδράσεις του κυρίαρχου εθνικού μορφώματος που κατ΄ ελάχιστο αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη και διστακτικότητα την παρουσία των ξένων στη χώρα μας. (Το ψυχοκοινωνικό προφίλ του μετανάστη. Μια Ψυχοκοινωνική έρευνα. Ι.Μ.Ε.Π.Ο Γιάννης Κατερέλος, Πάντειο Πανεπιστήμιο 2007)
Στην ίδια αυτή έρευνα καταγράφονται σημαντικές ψυχοκοινωνικές επιβαρύνσεις των μεταναστών στη χώρα μας εξαιτίας της αρνητικής στάσης του αυτόχθονα πληθυσμού.
Σύμφωνα όμως με την έρευνα του Α. Σαπουντζή που διεξαχθεί για τις ανάγκες του Ι.ΜΕ.ΠΟ. στη Θεσσαλονίκη και είχε τίτλο «Η χρήση της ελληνικής μετανάστευσης στο εξωτερικό στο λόγο για τους οικονομικούς μετανάστες στην Ελλάδα», διαπιστώνεται ότι οι Έλληνες παρουσιάζονται περισσότερο ανεκτικοί στην παρουσία των ξένων μεταναστών εξαιτίας της κοινής μεταναστευτικής εμπειρίας που είχαν στο παρελθόν.
Ιδιαίτερα ευαίσθητοι μάλιστα παρουσιάζονται εκείνοι που είτε υπήρξαν οι ίδιοι μετανάστες ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς τους.
Η έρευνα αυτή επιπλέον επιχειρεί να διερευνήσει την δημιουργία των κοινωνικών ταυτοτήτων των μεταναστών τόσο στο πλαίσιο της εθνικής εσωομάδας όσο και στα αντίστοιχα ευρύτερα κοινωνικά και δομικά σχήματα της χώρας υποδοχής.
Πράγματι, είναι γνωστό ότι η διαμόρφωση της ταυτότητας διατρέχεται τόσο από τις σημαντικές επιδράσεις του κυριάρχου κοινωνικού και πολιτισμικού μορφώματος όσο και από την ετοιμότητα προσαρμογής ή ένταξης στο κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα. (Reicher, S. & Hopkins, N. (2001). Self and Nation. London: Sage Publications.)
Η έννοια της ταυτότητας δεν είναι παρά μια σύνθεση πολλών, διασταυρούμενων κι ενίοτε αντιφατικών υπαγωγών, μια μεταβλητή που μεταβάλλεται και διαμορφώνεται με συνιστώσες όπως η εθνική καταγωγή, η εμπειρία, η γλώσσα, το φύλο, η κοινωνική τάξη, το μορφωτικό υπόβαθρo κ.λ.π.
Με τον τρόπο αυτό οδηγούμαστε αυτονόητα στην «κοινωνική ταυτότητα του μετανάστη» σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους, ή αντίστοιχα στον ¨εαυτό» και την «ψυχολογική ταυτότητα» για τους ψυχολόγους.
Ο Cooley (1902) ανέπτυξε μια νέα θεωρία του εαυτού, τονίζοντας τη σπουδαιότητα των διαπροσωπικών και των κοινωνικών σχέσεων για τη διαμόρφωση των συναισθημάτων του ατόμου για τον εαυτό του. Ο G.H. Mead (1934), επίσης, επισημαίνει την κοινωνική «ρίζα» της εικόνας του εαυτού, καθώς αυτή διαμορφώνεται μέσα από τις κοινωνικές εμπειρίες και αλληλεπιδράσεις (Γκαρή 1995). Παράλληλα, όμως, ο Cooley αναγνωρίζει ότι η έννοια του εαυτού είναι δυναμική (Λεονταρή 1996).
Ο όρος «αυτοαντίληψη» χρησιμοποιείται γενικά για να δηλώσει την εικόνα που έχει το άτομο για τον εαυτό του, αναγνωρίζοντας τα δυνατά και αδύνατα σημεία του. Είναι το “σύνολο των πεποιθήσεων και στάσεων που διαμορφώνει το άτομο για τον εαυτό του” (Burns, 1996. Λεονταρή, 1996, σελ.72). Οι βασικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν τη διαμόρφωση της αυτοαντίληψης σε ένα άτομο είναι:
α) οι σχέσεις του ατόμου με τους σημαντικούς άλλους (μέλη της οικογένειας, συμμαθητές-φίλοι και εκπαιδευτικοί) (Hatzichristou, & Hopf, 1992. Γεώργας, & Παπαστυλιανού, 1993. Frideres, 1995. Γεώργας, και συν., 1999. Eyou et al., 1999). Εδώ είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι σε έρευνα των Γιαβρίμη και Παπάνη το 2007 (υπό δημοσίευση) σε 40 αλλοδαπούς μαθητές (το 47,5% ήταν αγόρια και το 52,5% κορίτσια) στη νήσο Λέσβο, διαπιστώθηκε ότι i) από το οικογενειακό πλαίσιο οι μητέρες ήταν αυτές που στηρίζουν περισσότερο από τα υπόλοιπα μέλη τα παιδιά τους, ii) στο σχολείο τα άτομα δεν έχουν την αίσθηση ότι γίνονται διακρίσεις με τους γηγενείς, ούτε στα μαθήματα, ούτε στη συμπεριφορά, αλλά υπάρχει και ένα ποσοστό ατόμων, που κυμαίνεται γύρω στο 15%, που αισθάνεται ότι διαφοροποιήσεις είναι σημαντικές και iii) οι παρέες τους είναι μικτές (αλλοδαποί και γηγενείς), κάτι που σημαίνει αποδοχή και προσαρμογή στο κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο, αλλά ένα μικρό ποσοστό ατόμων (5%) συναναστρέφεται μόνο με ομοεθνείς του και iv) αυτοί που διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο ψυχική τους ευεξία είναι κυρίως οι γονείς και οι συμμαθητές-φίλοι, ενώ οι εκπαιδευτικοί δεν αναφέρονται καθόλου.
β) οι εμπειρίες που βιώνει το άτομο μέσω της καθημερινότητας, γ) μερικά ατομικά χαρακτηριστικά, όπως το φύλο και η σωματική διάπλαση (Γιαβρίμης, 2002, 2004) και γ) το πολιτισμικό πλαίσιο του ατόμου: Οι Markus και Kitayama (1991) στη θεωρία τους αναφορικά με τους πολιτισμικούς παράγοντες που καθορίζουν την έννοια του εαυτού, τονίζουν κάποιες επιπλέον διαφορές μεταξύ των πολιτισμών της Δύσης και της Ανατολής. Υποστηρίζουν ότι οι δυτικές κοινωνίες προωθούν ένα πρότυπο εαυτού που χαρακτηρίζεται από ανεξαρτησία, σε αντίθεση με τις ασιατικές κοινωνίες, οι οποίες δίνουν έμφαση στην αλληλεξάρτηση και θεωρούν ότι το άτομο προσδιορίζεται διαμέσου των σχέσεων του με τους άλλους ανθρώπους. Η ανεξαρτησία απαιτεί και προϋποθέτει την ικανότητα του ατόμου να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις και όχι στη βοήθεια της κοινωνίας, ενώ η αλληλεξάρτηση στοχεύει στη διαμόρφωση αρμονικών διαπροσωπικών σχέσεων,
Η σημαντικότητα της έννοιας του εαυτού οφείλεται στο γεγονός ότι σχετίζεται με τη ψυχική υγεία, κάτι που έχει τονιστεί από άλλους μελετητές. Ερευνητές συνδέουν την έννοια του εαυτού με την κοινωνική προσαρμογή του ατόμου, την συναισθηματική αστάθεια, το υπερβολικό άγχος, το χαμηλό αυτοσυναίσθημα, την επιθετικότητα και τα αισθήματα μη ικανοποίησης από τη ζωή (Τανός, 1989. Stark, 1990. Eyou et al., 1999.

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
Σκοπός της έρευνας ήταν να αξιολογηθεί η έννοια του εαυτού των αλλοδαπών μαθητών. Τα δεδομένα της έρευνας αυτής μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο του μοντέλου παροχής εναλλακτικών ψυχοπαιδαγωγικών υπηρεσιών στο σχολείο, για το σχεδιασμό και την εφαρμογή παρεμβατικών προγραμμάτων με στόχο τη διευκόλυνση της ένταξης των αλλοδαπών μαθητών στο ελληνικό σχολείο.
ΜΕΘΟΔΟΣ
ΔΕΙΓΜΑ

Το δείγμα της παρούσας έρευνας αποτελείται από 43 αλλοδαπούς μαθητές της Ε΄ τάξης που φοιτούν σε σχολεία της ευρύτερης περιοχής της Αττικής. Η επιλογή του δείγματος έγινε με βάση τη συμπτωματική δειγματοληψία. Για τις ανάγκες της έρευνας συλλέχθηκαν δημογραφικά στοιχεία, που αφορούσαν την χώρα καταγωγής των μαθητών, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων και το χρόνο μετανάστευσης.
Όσον αφορά στο φύλο, τα αγόρια που έλαβαν μέρος στην έρευνα ήταν 18 (41,9%) και τα κορίτσια 25 (58,1%). Το μεγαλύτερο ποσοστό των αλλοδαπών μαθητών (90,69%) κατάγονται από την Αλβανία, ενώ οι υπόλοιποι κατάγονται κυρίως από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Οι μαθητές αυτοί φοιτούν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα 4-6 χρόνια και μπορούν να χρησιμοποιούν επαρκώς τον προφορικό και γραπτό λόγο στην ελληνική γλώσσα.
Αναφορικά με το μορφωτικό επίπεδο των γονέων των αλλοδαπών μαθητών του δείγματος, από τους πατέρες 7 (16,3%) ήταν απόφοιτοι Δημοτικού, 22 (51,2%) είχαν απολυτήριο Γυμνασίου-Λυκείου, 5 (11,6%) ήταν απόφοιτοι Ανώτερης Σχολής και 9 (20,9%) ήταν κάτοχοι Ανώτατου Πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών. Από τις μητέρες, 5 (11,6%) ήταν απόφοιτοι Δημοτικού, 26 (60,5%) είχαν απολυτήριο Γυμνασίου-Λυκείου και 6 (14%) ήταν κάτοχοι Ανώτατου Πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών.

Μέσα συλλογής δεδομένων

Τα ερωτηματολόγια της έρευνας που συμπληρώθηκαν από τους μαθητές ήταν: 1) το Ερωτηματολόγιο Περιγραφής του Εαυτού (Self-Description Questionnaire-I – SDQ-I) (Marsh, 1988) που περιλαμβάνει 76 ερωτήσεις. Οι απαντήσεις δίνονται σε πενταβάθμια κλίμακα τύπου Likert, όπου το 1 σήμαινε ότι το χαρακτηριστικό σύμφωνα με το παιδί δεν το αντιπροσώπευε - ήταν «λάθος», το 2 «τις περισσότερες φορές λάθος», το 3 «μερικές φορές λάθος, μερικές φορές σωστό», το 4 «τις περισσότερες φορές σωστό» και το 5 σήμαινε ότι το χαρακτηριστικό ήταν «σωστό». Το Ερωτηματολόγιο Περιγραφής του Εαυτού σχεδιάστηκε για μαθητές σχολικής ηλικίας (8–12 χρονών). Για την προσαρμογή της κλίμακας στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε προγενέστερη μορφή της που έχει χορηγηθεί σε παλιότερες ελληνικές έρευνες (Χατζηχρήστου & Hopf, 1992). Παράλληλα, το ερωτηματολόγιο χορηγήθηκε για αρχικό έλεγχο σε δείγμα 20 μαθητών, με σκοπό τη διερεύνηση της κατανόησής τους από τους μαθητές. Για το παραπάνω ερωτηματολόγιο έγινε παραγοντική ανάλυση που ανέδειξε οκτώ (8) παράγοντες. Συγκεκριμένα, αναδείχθηκαν οι ακόλουθοι παράγοντες: α) Μαθηματικά. Περιλαμβάνει 11 ερωτήματα του τύπου «Μ’ αρέσουν τα μαθηματικά» και «Περιμένω με ευχαρίστηση το μάθημα των μαθηματικών». Ο μέσος όρος είναι 3,46 και η τυπική απόκλιση 0,73. Ο δείκτης εσωτερικής συνέπειας Cronbach alpha ήταν 0,72. β) Γλώσσα. Περιλαμβάνει 10 ερωτήματα του τύπου «Περιμένω με ευχαρίστηση το μάθημα της «γλώσσας» »και «Μ’ αρέσει να διαβάζω το μάθημα της «γλώσσας» ». Ο μέσος όρος είναι 3,81 και η τυπική απόκλιση 0,74. Ο δείκτης εσωτερικής συνέπειας Cronbach alpha ήταν 0,82. γ) Εξωτερική εμφάνιση. Περιλαμβάνει 12 ερωτήματα του τύπου «Έχω ωραία εμφάνιση» και «Είμαι όμορφος». Ο μέσος όρος είναι 3,64 και η τυπική απόκλιση 0,69. Ο δείκτης εσωτερικής συνέπειας Cronbach alpha ήταν 0,84. δ) Σωματικές ικανότητες – αθλήματα. Περιλαμβάνει 10 ερωτήματα του τύπου «Είμαι καλός αθλητής»και «Είμαι καλός στα σπορ». Ο μέσος όρος είναι 4,1 και η τυπική απόκλιση 0,71. Ο δείκτης εσωτερικής συνέπειας Cronbach alpha ήταν 0,81. ε) Σχέσεις με Συνομηλίκους. Περιλαμβάνει 8 ερωτήματα του τύπου «Τα άλλα παιδιά θέλουν να είμαι φίλος τους» και «Είμαι αγαπητός στα παιδιά της ηλικίας μου». Ο μέσος όρος είναι 4,04 και η τυπική απόκλιση 0,72. Ο δείκτης εσωτερικής συνέπειας Cronbach alpha ήταν 0,77. στ) Σχολική επίδοση και ικανότητα. Περιλαμβάνει 9 ερωτήματα του τύπου «Παίρνω καλούς βαθμούς σε όλα τα μαθήματα.» και «Το διάβασμα, για όλα τα μαθήματα είναι εύκολο για μένα». Ο μέσος όρος είναι 4,02 και η τυπική απόκλιση 0,74. Ο δείκτης εσωτερικής συνέπειας Cronbach alpha ήταν 0,84. ζ) Γενική αυτοεκτίμηση. Περιλαμβάνει 8 ερωτήματα του τύπου «Γενικά δεν είμαι καλός» και «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα σωστό». Ο μέσος όρος είναι 1,72 και η τυπική απόκλιση 0,66. Ο δείκτης εσωτερικής συνέπειας Cronbach alpha ήταν 0,69 και η) Σχέσεις με Γονείς. Περιλαμβάνει 9 ερωτήματα του τύπου «Έχω καλές σχέσεις με τους γονείς μου» και «Οι γονείς μου με αγαπούν». Ο μέσος όρος είναι 4,55 και η τυπική απόκλιση 0,45. Ο δείκτης εσωτερικής συνέπειας Cronbach alpha ήταν 0,67. και 2) τα δημογραφικά στοιχεία τους.


ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Σ’ αυτή την ενότητα γίνεται παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας σχετικά με τις διαστάσεις της αυτοαντίληψης των αλλοδαπών μαθητών. Πιο συγκεκριμένα γίνεται διερεύνηση των μέσων όρων των διαστάσεων της αυτοαντίληψης των αλλοδαπών μαθητών και διερευνάται η επίδραση του φύλου των μαθητών στους παράγοντες του ερωτηματολογίου. Τέλος γίνεται προσπάθεια διερεύνησης της σχέσης των διαστάσεων της αυτοαντίληψης με τη σχολική επίδοση.
Όσον αφορά στις διαστάσεις της αυτοαντίληψης σχετικά με τους αλλοδαπούς μαθητές (Πίνακας 1) διαπιστώνονται ότι έχουν αρκετά υψηλή αυτοαντίληψη σε διάφορους τομείς («Μαθηματικά», «Γλώσσα», «Εξωτερική εμφάνιση», «Σωματικές ικανότητες – αθλήματα», «Συνομήλικοι», «Σχολική επίδοση και Ικανότητα», «Γονείς» και «Γενική αυτοεκτίμηση»).

----------------------------------------------------------------------------
Πίνακας 1: Περίπου εδώ
----------------------------------------------------------------------------
Παράλληλα διαπιστώθηκε ότι ένα ποσοστό μαθητών που κυμαίνεται στο 10%-20% έχει ιδιαίτερα χαμηλή Γενική αυτοεκτίμηση, χαμηλή αντίληψη για την επίδοση τους στα «Μαθηματικά» και γενικότερα για την «Σχολική επίδοση και ικανότητα» τους.

----------------------------------------------------------------------------
Πίνακας 2: Περίπου εδώ
----------------------------------------------------------------------------

Από τους μέσους όρους του πίνακα 2 μεταξύ αγοριών και κοριτσιών φαίνεται ότι οι διάφορες που παρατηρούνται μεταξύ των διαφορικών ομάδων είναι στατιστικά σημαντικές μόνο όσον αφορά στα «Μαθηματικά» (Μ.ΟΑ=3,80, Μ.ΟΚ=3,07, t(38)=7,807 p<0,001), στην «Εξωτερική εμφάνιση» (Μ.ΟΑ=3,81, Μ.ΟΚ=3,43, t(36)=5,303 p<0,05 ) και στις «Σωματικές ικανότητες - αθλήματα» (Μ.ΟΑ=4,40, Μ.ΟΚ=3,79, t(41)=8,760 p<0,001).

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Βασικός σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η μελέτη των διαστάσεων της αυτοαντίληψης των αλλοδαπών μαθητών και ο εντοπισμός των ενδοομαδικών διαφορών στο προφίλ τους. Η μελέτη των διαστάσεων αυτών αποσκοπεί στη συλλογή δεδομένων για την προσαρμογή των αλλοδαπών μαθητών και τη δημιουργία βάσης δεδομένων για το σχεδιασμό παρεμβατικών προγραμμάτων.
Όσον αφορά την αυτοαντίληψη των αλλοδαπών μαθητών τα ευρήματα έδειξαν ότι έχουν γενικά θετική αυτοαντίληψη σχεδόν σε όλους τους τομείς είτε αυτές σχετίζονται με ακαδημαϊκά θέματα (μαθηματικά, σχολική επίδοση και ικανότητα κ.ά.), είτε με μη ακαδημαϊκούς τομείς (εξωτερική εμφάνιση, σωματικές ικανότητες κ.ά.). Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι οι μαθητές συγκρίνουν τις ικανότητες τους και την επίδοση τους με αυτή των άλλων μαθητών μέσα στην ομάδα αναφοράς τους π.χ., σχολική τάξη (Schwarzer & Jerusalem, 1989. Παρασκευόπουλος, 1985) και οι αντιλήψεις που αναπτύσσουν τα παιδιά για τον εαυτό τους είναι αποτέλεσμα της εσωτερίκευσης των αντιλήψεων και των αξιολογήσεων των σημαντικών άλλων, όπως των συνομηλίκων, δασκάλων και γονέων (Stipek, 1987). Σημειώνεται, επίσης, ότι ο ρόλος που διαδραματίζουν οι σημαντικοί άλλοι στην διαμόρφωση της αυτοαντίληψης των παιδιών είναι ουσιαστικός, ενώ η σημαντικότητα των σχέσεων μεταξύ των συνομηλίκων συμβάλλει στην επίδοση των παιδιών, επειδή ασκεί μια ισχυρή επίδραση στις καθημερινές τους ασχολίες στο σχολείο (Wentzel & Asher, 1995).

Συμπλήρωμα κοινωνιολογικό




Επιπλέον, όσον αφορά τη διαφυλική σύγκριση μεταξύ των αλλοδαπών μαθητών, τα αγόρια έχουν υψηλότερη αυτοαντίληψη από τα κορίτσια σε τομείς όπως είναι τα «Μαθηματικά», η «Εξωτερική εμφάνιση» και οι «Σωματικές ικανότητες και τα αθλήματα». Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν και άλλες έρευνες (Χατζηχρήστου & Hopf, 1992. Μακρή-Μπότσαρη, 2001). Το συγκεκριμένο εύρημα ίσως σχετίζεται με στερεοτυπικές αντιλήψεις που θέλουν τα αγόρια να έχουν καλύτερες μαθηματικές και αθλητικές ικανότητες από τα κορίτσια (Παρασκευόπουλος, 1988).



Συμπλήρωμα κοινωνιολογικό



Τα παραπάνω είναι σημαντικά αποτελέσματα και δείχνουν την αναγκαιότητα εφαρμογής παρεμβατικών προγραμμάτων, όπου μέσα από τα προγράμματα αυτά θα δίνεται η δυνατότητα υποστήριξης των αλλοδαπών μαθητών σε συγκεκριμένους τομείς της αυτοαντίληψης, έτσι ώστε να βοηθηθούν για εναρμονιστούν αποτελεσματικότερα στην ελληνική κοινωνία και στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα (Χατζηχρήστου, Καραδήμας, Γιαβρίμης, Βαϊτση, & Δημητροπούλου, 2001).



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Berry, J. W. (1990). Psychology in acculturation. Στο J. Berman (Ed.), Cross-cultural perspectives: Nebraska Symposium on Motivation, (pp. 201-234). Lincoln: University of Nebraska Press.
Berry, J. W. (1994). Acculturation and psychological adaptation: An overview. Στο A. M. Bouvy, F. J. R. von de Vijver, P. Boski & P. Schmitz (Eds.), Journeys into cross-cultural psychology, (pp.129-141). Amsterdam: Swets & Zeitlinger.
Berry, J. W. (1997). Immigration, acculturation and adaptation. Applied Psychology, An International Review, 46(1), 5-68.
Berry, J. W., Poortinga, Y. H., Segall, M. H., & Dasen, P. R. (1992). Cross Cultural Psychology: Research and applications. New York: Cambridge University Press.
Blum, R. W., Harmon, B., Harris, L., Bergeisen, L., & Resnick, M. D. (1992). American Indian-Alaska Native youth health. Journal of the American Medical Association, 267, 1637-1644.
Cloninger, S. (1996). Personality: Description, dynamics and development. New York:Freeman.
Cohen, F., & Lazarus, R.S. (1979). Coping with the stresses of illness. Στο G.C. Stone, F. Cohen, & N.E. Adler (Eds), Health Psychology, (pp. 217-254). San Francisco: Jossey-Bass.
Cummins, J. (1984). Bilingualism and special education: Issues in assessment and pedagogy. San Diego, CA:
Eyou, M.L., Adkin, V. & Dixon, R. (1999). Cultural identity and psychological adjustment of adolescent Chinese immigrants in New Zealand. Journal of Adolescence, 23 (5), 531-543.
Frideres, J. (1995). Multiculturalism and intergroup relations. Library and Inform Science Research, 17(3), 309-311.
Gari, Α., & Kalantzi-Azizi, Α.(1998). The influence of traditional values of education on Greek students’ real and ideal self-concepts. Journal of Social Psychology, 138(1), 5-13.
Georgas, J. (1989). Changing family values in Greece: From collectivist to individualist. Journal of Cross-Cultural Psychology, 20, 80-91.
Georgas, J. (1991). Intra-family acculturation of values in Greece. Journal of Cross-Cultural Psychology, 22, 445-457.
Hatzichristou, C., & Hopf, D.(1992). School performance and adjustment of Greek remigrant students in the schools of their home country. Applied Psycholinguistics, 13 (3), 279-294.
Holmes, T. H. & Rahe, R. H. (1967). The social readjustment rating scale. Journal of Psychosomatic Research, 11, 213-218.
Markus, Η.R., & Kitayama, S. (1991). Culture and the self: Implications for cognition, emotion, and motivation. Psychological Review, 98 (2), 224-253.
Marsh, H. W. (1988). Self-Description Questionnaire: A Theoretical and Empirical Basis for the Measurement of Multiple Dimensions of Preadolescent Self-Concept: A Test Manual and a Research Monograph. San Antonio, Texas:The Psychological Corporation.
Miller, L. J, (1993). Culture and socialization. In P. S. Li & B. Singh Bolaria (Eds.), Contemporary sociology: Critical perspectives (pp. 46-72). Toronto, Ontario: Copp Clark Pitman.
Neisser, U. (1988). Five kinds of self-knowledge. Philosophical Psychology, 1(1), 35-59.
Papastilianou, D. (1996) Psychological Adaptation of Greek Returning families to Greece. Paper presented at the XII Conference of Cross-Cultural Psychology,
Purkey, G. (1970). Self-concept and school achievement. Στο Φλουρής, Γ. (1989). Αυτοαντίληψη, σχολική επίδοση και επίδραση γονέων. Εκδόσεις Γρηγόρη.
Schwarzer, R. & Jerusalem, M. (1989). Development of test anxiety in high school students. In I. G. Sarason & C. D. Spielberger (Eds. ), Stress and anxiety (Vol. 12, pp. 65-79). Washington DC: Hemisphere.
Segall, M. H., Dasen, P. R. Berry, J. W., & Poortinga, Y. H., (1996). Διαπολιτιστική Ψυχολογία. Η μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε παγκόσμιο οικολογικό πολιτιστικό πλαίσιο. Δ.Γεώργας (Επιμ), Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Shavelson, R. J., Hubner, J. J. & Stanton, G. C. (1976). Validation of construct interpretations. Review of Educational Research, 46, 407-441.
Shavelson, R., & Marsh, H.W. (1986). On the structure of self-concept. Στο R. Schwarzer (Ed.), Self related cognitions in anxiety and motivation, (pp.474-481). Hillsdale, NJ: Erlbaum.
Stark, K. (1990). Childhood depression: School-based intervention. The Guilford Press.
Stipek, D. (1987). Emotional responses to objective and normative performance feedback. Journal of Applied Developmental Psychology, 1, 183-195.
Triandis, H.C. (1989). The self and social behavior in differing cultural contexts. Psychological Review. 96(3) 506-520.
Triandis, H.C., McCusker, C., Betancourt, H., Iwao, S., Leung, K., Salazar, J.M., Setiadi, B., Sinha, J.B.P., Touzard, H. & Zaleski, Z. (1993). An Etic-Emic Analysis of Individualism and Collectivism. Journal of Cross-Cultural Psychology, 24 (3) 366-383.
Wentzel, K. & Asher, S. (1995). The academic lives of neglected, rejected, popular and controversial children. Child Development, 66, 754-763.
Γεώργας, Δ. (1986). Οι οικογενειακές αξίες των φοιτητών. Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 61, 3-29.
Γεώργας, Δ., & Παπαστυλιανού, Δ. (1993). Επιπολιτισμός Ποντίων και Βορειοηπειρωτών στην Ελλάδα. Ψυχολογικές διαδικασίες προσαρμογής. Αθήνα: Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού.
Γεώργας, Δ., Παρασκευόπουλος, Ι., Μπεζεβέγκης, Η., Γιαννίτσας, Ν., Γκαρή, Α., & Μυλωνάς, Κ. (1999). Η ψυχολογική διάσταση της προσαρμογής των παλιννοστούντων και των μεταναστών στην Ελλάδα. Τομέας Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Γιαβρίμης, Π. (2002). Ενδοπροσωπική και διαπροσωπική προσαρμογή μαθητών Δημοτικού Σχολείου με χαμηλή σχολική επίδοση. Διδακτορική Διατριβή. Τομέας Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Γιαβρίμης, Π. (2004). Δυσκολίες στη μάθηση: Εννοιολογική αποσαφήνιση – Αντιμετώπιση. Μυτιλήνη
Γιαβρίμης, Π. & Παπάνης, Ε. (υπό δημοσίευση). Ψυχοκοινωνική προσαρμογή αλλοδαπών μαθητών στη νήσο Λέσβο.
Γκαρή, A. (1992). Αξίες και στάσεις των Ελλήνων μαθητών απέναντι στην εκπαίδευση και τις επαγγελματικές αποφάσεις. Διδακτορική Διατριβή. Αθήνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Δρεττάκης, Μ. (1999). Παιδιά Παλιννοστούντων και Αλλοδαπών στα σχολεία. Σύγχρονη Εκπαίδευση, 107, 45-50.
Δρεττάκης, Μ. (2001). Αυξάνονται τα παιδιά Παλιννοστούντων και Αλλοδαπών στα σχολεία. Σύγχρονη Εκπαίδευση, 113, 27-35.
Λεοντάρη, Α. & Γιαλαμάς, Β. (1997). Η αυτονατίληψη των παιδιών προ-εφηβικής ηλικίας. Σύγχρονη Εκπαίδευση, 100, 61-68.
Μακρή-Μπότσαρη, E., (2001). Αυτοαντίληψη και αυτοεκτίμηση. Ελληνικά Γράμματα.
Παπαστυλιανού, Δ.(1992). Η ψυχολογική προσαρμογή των μαθητών-παιδιών των μεταναστών. Διδακτορική Διατριβή. Αθήνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Παρασκευόπουλος, I. (1988). Εξελικτική Ψυχολογία, (4ος τόμος). Αθήνα.Αυτοέκδοση.
Παρασκευόπουλος, Ι. (1985). Εξελεκτική Ψυχολογία. Τομ. 1-4. Αθήνα.
Τανός, Χ.Γ. (1989). Αυτοεκτίμηση. Λήμμα στην Παιδαγωγική Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 2, σελ. 889 - 892. Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα.
Χατζηχρήστου, Χ., & Hopf, D. (1992). Αυτοαντίληψη μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 17, 253-277.
Χατζηχρήστου, Χ., Καραδήμας, Ε., Γιαβρίμης, Π., Βαϊτση, Α. & Δημητροπούλου, Π. (2001). Σύνδεση έρευνας και πολυεπίπεδης παρέμβασης: Αξιολόγηση αναγκών και πρόταση για εφαρμογή πρότυπου προγράμματος συμβουλευτικής υποστήριξης σε συστημικό επίπεδο. Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 58-59, 193-202.



Πίνακας 1. Μέσοι όροι, τυπικές αποκλίσεις και ανάλυση των τεταρτημορίων ως προς τις διαστάσεις της αυτοαντίληψης

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟΑΝΤΙΛΗΨΗΣ
1 2 3 4 5 6 7 8
Μ.Ο 3,37 3,76 3,59 4,11 3,88 3,52 2,48 4,51
Τ. Α. 0,87 0,61 0,53 0,59 0,61 0,75 0,72 0,36
ΠΟΣΟΣΤΑ
10 2,11 2,90 2,66 3,18 2,90 2,33 1,10 3,89
25 2,80 3,30 3,31 3,70 3,56 3,11 2,00 4,33
40 3,20 3,50 3,50 3,96 3,88 3,22 2,00 4,56
50 3,50 3,70 3,63 4,20 4,13 3,56 3,00 4,61
75 4,20 4,20 4,10 4,60 4,25 4,11 3,00 4,78
Σημείωση. Μ.Ο.: Μέσος όρος. Τ.Α.: Τυπική απόκλιση. Διαστάσεις Αυτοαντίληψης: 1=Μαθηματικά, 2=Γλώσσα, 3=Εξωτερική εμφάνιση, 4=Σωματικές ικανότητες - αθλήματα, 5=Συνομήλικοι, 6=Σχολική επίδοση και ικανότητα, 7=Γενική αυτοεκτίμηση, 8=Γονείς,


Πίνακας 2. Μέσοι όροι, τυπικές αποκλίσεις και t-test των παραγόντων της αυτοαντίληψης, ως προς το φύλο.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ Φύλο
Αγόρι Κορίτσι t-test
Μ.Ο. Τ.Α. Μ.Ο. Τ.Α.
Μαθηματικά 3,80 0,70 3,07 0,85 t(38)=7,807**
Γλώσσα 3,91 0,58 3,65 0,61 t(39)=1,870
Εξωτερική εμφάνιση 3,81 0,38 3,43 0,57 t(36)=5,303*
Σωματικές ικανότητες - αθλήματα 4,40 0,52 3,90 0,55 t(41)=8,760**
Συνομήλικοι 4,01 0,47 3,79 0,67 t(39)=1,349
Σχολική επίδοση και ικανότητα 3,70 0,63 3,36 0,81 t(38)=2,025
Γενική αυτοαντίληψη 2,52 0,79 2,43 0,66 t(39)=0,728
Γονείς 4,42 0,38 4,56 0,32 t(40)=1,574
Σημείωση. Μ.Ο.: Μέσος όρος. Τ.Α.: Τυπική απόκλιση, ** p<0,001.

1 σχόλιο:

Skinious είπε...

κε ΠΑΠΑΝΗ,
μια διευκρίνηση παρακαλώ (και συγνώμη για τον χώρο, αλλά μου ήταν πιο προσιτό εδώ):

Αυτο το βιβλίο Γεωγραφίας που με καμάρι ανεμίζουν οι Σκοπιανοί, είναι δικό σας ή είναι απλή συνωνυμία?
http://say-macedonia.blogspot.com/2008/07/even-for-greece-we-are-macedonia.html

Ευχαριστώ