Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

Επικοινωνία δασκάλου-μαθητή

της Ελπίδας Γιαννακού, Φοιτήτριας Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Επιβλέπων: Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου 

Η επικοινωνία αποτελεί μια κοινωνική λειτουργία που ενυπάρχει στην κοινωνία και προκύπτει από αυτή. Σύμφωνα με τον Bateson η επικοινωνία είναι μια διεργασία που έχει  σκοπό και διεξάγεται σε κάποιο πλαίσιο (Watzlawide,1984). Mέσω αυτής επιδιώκεται η μεταβίβαση  πληροφοριών, συναισθημάτων, σκέψεων  από έναν πομπό σε ένα δέκτη (Shannon &Weaver, 1949). Αναλυτικότερα, το επικοινωνιακό σχήμα χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός πομπού ο οποίος αποτελεί την πηγή της πληροφορίας ή του μηνύματος, ενός δέκτη, λήπτη του μηνύματος και ένα μήνυμα. Η μεταβίβαση του μηνύματος κάθε φορά μπορεί να γίνεται μέσω διαφορετικού καναλιού ( φωνητικός έντυπος λόγος ,παγκόσμιος ιστός με ποικίλους κώδικές λεκτικούς ή εξωλεκτικούς  και σε διαφορετικές συνθήκες).

Η επικοινωνία μπορεί να λαμβάνει  έμμεση  μορφή, όταν δεν δίνεται η δυνατότητα ανάδρασης του αποδέκτη του μηνύματος ή άμεση διαπροσωπική μορφή,  η οποία βασίζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ πομπού και δέκτη.

H  διαπροσωπική επικοινωνία  αποτελεί ένα  βασικό παράγοντα για την  προσωπική ανάπτυξη και την ψυχική υγεία του ατόμου καθώς διευκολύνει την κοινωνικοποίηση και την ανάπτυξη των σχέσεων.

Η θεώρηση της επικοινωνίας ως διαδικασίας οδήγησε στο σχηματισμό διαφορετικών μοντέλων όπως το γραμμικό , το κυβερνητικό και το συστημικό.

Το γραμμικό μοντέλο βασίζεται σε μια γραμμική μετάδοση πληροφοριών ,θεωρώντας τον πομπό γνώστη των πληροφοριών και τον δέκτη παθητικό αποδέκτη του μηνύματος. Το μοντέλο αυτό ταυτίζει την επικοινωνία με την πληροφόρηση και ανταποκρίνεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη της παιδαγωγικής  η οποία στηρίζεται στην απλή μετάδοση γνώσεων.

Το κυβερνητικό μοντέλο μετατοπίζει την προσοχή στον δέκτη και επιδιώκει την αλληλεπίδραση, μέσω της οποίας θα επιτευχθεί ο σκοπός της επικοινωνίας. Το μοντέλο αυτό βασίζεται στην συμπεριφοριστική θεωρία.

Το συστημικό μοντέλο θεωρεί την επικοινωνία ως ένα ανοιχτό σύστημα σχέσεων των ανθρώπων με τα μέσα επικοινωνίας και το περιβάλλον. Σύμφωνα με τον Parsons οι δράσεις των ατόμων δημιουργούν κοινωνικά συστήματα, μέσω των οποίων επιτυγχάνεται η επικοινωνία. Τα μέρη του συστήματος βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση, διαδραματίζοντας συγχρόνως τον ρόλο του πομπού και του δέκτη. Ο Parsons  ορίζει ένα μοντέλο ανθρώπινης δράσης, το οποίο περιλαμβάνει τους παράγοντες της δράσης (δρών υποκείμενο, σκοποί και μέσα) και το περιβάλλον. Η δράση αποσκοπεί στην επίτευξη των στόχων και το περιβάλλον συντελεί σε αυτό παρέχοντας τις επιλογές.

Στην εκπαιδευτική διαδικασία ως δρώντα υποκείμενα ορίζονται οι εκπαιδευόμενοι, σκοπός των οποίων είναι η κατάκτηση της γνώσης, μέσω του εκπαιδευτικού προγράμματος. Η σχολική τάξη αποτελεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η δράση.

Η αποτελεσματική επικοινωνία είναι μια επίκτητη διαδικασία. Η επικοινωνιακή ικανότητα καλλιεργείται σε νεαρή ηλικία και εξελίσσεται με την ανάπτυξη του ατόμου αρχικά στην οικογένεια, στο σχολικό περιβάλλον και τέλος στον εργασιακό χώρο.

Σύμφωνα με τον Wiliiam Labon (1969) η γλώσσα  επηρεάζεται από διαφορετικούς παράγοντες  σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του ατόμου. Αρχικά διαμορφώνεται από το οικογενειακό περιβάλλον (κυρίως τη μητέρα) και την ομάδα ομηλίκων και έπειτα από τη γλώσσα του σχολείου και του εργασιακού περιβάλλοντος

Σύμφωνα με τον Berstein  το γλωσσικό επίπεδο των μαθητών σχετίζεται με το οικογενειακό περιβάλλον. Άτομα από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα εμφανίζουν διαφορές στη χρήση και τη δομή της γλώσσας. Σύμφωνα με τη θεωρία των ταξικά διαφορετικών κωδίκων επικοινωνίας του Βerstein, η διαφορετική γλωσσική δομή αποτυπώνει τις διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις στην οικογένεια. Ο γλωσσικοί κώδικες διαχωρίζονται σε περιορισμένους ( που περιλαμβάνουν φράσεις σύντομες και απλές) και επεξεργασμένους (που περιλαμβάνουν φράσεις με ακριβή συντακτική και γραμματική δομή)(Berstein,1971).

 Μαθητές από χαμηλά κοινωνικά στρώματα χρησιμοποιούν περιορισμένους κώδικές επικοινωνίας σε αντίθεση με  τα άτομα των υψηλών κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία χρησιμοποιούν επεξεργασμένους κώδικες. Η γλωσσική επάρκεια είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες σχολικής επιτυχίας. Στα σχολεία διδάσκεται η γλώσσα των μεσαίων στρωμάτων, γεγονός που ευνοεί τους μαθητές που προέρχονται από αυτά. Το παιδί που χρησιμοποιεί περιορισμένους κώδικες καλείται να μεταφράσει τη σχολική γλώσσα, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να συμμετάσχει στην επικοινωνιακή δραστηριότητα που λαμβάνει χώρα στην τάξη (Berstein,1971).

.

 

Η μορφή της  εκπαιδευτικής διαδικασίας και το μοντέλο επικοινωνίας στο οποίο θα  βασιστεί η διδασκαλία σχετίζεται με τις  θεωρητικές παραδοχές για τη φύση και τη διαδικασία μάθησης και ανάπτυξης του παιδιού .

 

Η ανθρωπιστική σχολή, εκπρόσωποι της οποίας είναι οι A.Maslow (1962)και C.Rogers (1902-1987), θεωρεί ότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι  να εξασφαλίσει στα άτομα συνθήκες επιλογών και αυτορρύθμισης και να υποδείξει στο άτομο την σημαντικότητα των ατομικών του εμπειριών (Edwards(1997), Burde (1995). Το παιδί  έχει δικαίωμα επιλογής επεξεργασίας και αξιοποίησης των στοιχείων του σχολικού περιβάλλοντος. Η θέση αυτή στην παιδαγωγική πρακτική σημαίνει ότι το παιδί δεν είναι παθητικός δέκτης των επιδράσεων του περιβάλλοντος, αλλά μια οντότητα που  επιλέγει, επεξεργάζεται και αξιοποιεί τα στοιχεία του σχολικού περιβάλλοντος

Οι υπερασπιστές της ψυχοδυναμικής σχολής υποστηρίζουν ότι  το παιδί έχει εν δυνάμει την επιθυμία και την ικανότητα να εξελιχθεί  σε αυτορρυθμιζόμενο άτομο. Η ψυχοδυναμική σχολή θεωρεί ότι το άτομο αναπτύσσεται μέσα από την  αλληλεπίδραση  του εσωτερικού και εξωτερικού  κόσμου .

Όσον αφορά  τις θεωρήσεις για τη μάθηση, στη βιβλιογραφία αναφέρονται  τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις: ο συμπεριφορισμός (behaviorism), η μάθηση μέσω κατανόησης-γνωστικισμός  και ο εποικοδομητισμός (constructivism) στον οποίο συμπεριλαμβάνονται η μάθηση μέσω εμπειρίας και η μάθηση που βασίζεται στην πολλαπλή νοημοσύνη.

Η μπιχεβιοριστική και νεο-μπιχεβιοριστική σχολή της οποίας εκφραστής είναι ο B.F.Skinner(1904-1990), υποστηρίζει ότι το παιδί είναι tabula rasa. Κατ’ επέκταση  ο ρυθμός μάθησης και ανάπτυξής του καθορίζεται από τις εξωτερικές συνθήκες (Εdwards, 1997). H μάθηση, που ορίζεται ως η αλλαγή στη συμπεριφορά του ατόμου, καθώς και η απόκτηση της γνώσης, είναι αποτέλεσμα  των ερεθισμάτων που δέχεται το άτομο από το περιβάλλον και των αντιδράσεων του σε αυτά. Ο μαθητής είναι απόλυτα εξαρτημένος από το περιβάλλον από το οποίο  λαμβάνει μηνύματα, που του είναι απαραίτητα για την κοινωνική του προσαρμογή. 

Για τον γνωστικισμό, ως μάθηση νοείται το απόκτημα που προκύπτει από την κατανόηση και την επεξεργασία των πληροφοριών.  Ο Piaget εκπρόσωπος της σχολής του γνωστικισμού  υποστηρίζει πως η μάθηση είναι μια ενεργός και δυναμική  διαδικασία αλληλεπίδρασης του μαθητή με το περιβάλλον. Η γνώση κατασκευάζεται καθώς ο μαθητής επικοινωνεί με αυτό .

Οι εξελίξεις στις γνωστικές θεωρίες μάθησης οδήγησαν στην ανάπτυξη του κονστρουκτιβισμού. Οι κοστρουκτιβιστές ορίζουν ως μάθηση την οικοδόμηση των πληροφοριών που λαμβάνονται, οι οποίες είναι αποτέλεσμα έρευνας. Για την οικοδόμηση της μάθησης απαιτείται η ενεργός δράση του μαθητή στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ο Bruner (1986) υποστήριξε ότι η γνώση  είναι μια επικοινωνιακή δραστηριότητα στην οποία μαθητής και εκπαιδευτικός έχουν την ίδια δυνατότητα εμπλοκής.

Σημαντική συνεισφορά στη θεωρία του κονστρουκτιβισμού είναι η θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης (multiple intelligences theory ) του Gardner (1985,1991) .O Cardner   θεωρεί ότι υπάρχουν οκτώ είδη  νοημοσύνης : η γλωσσική νοημοσύνη (η οποία καθορίζει την αποτελεσματική χρήση των λέξεων), η λογικομαθητική νοημοσύνη ( η ικανότητα χρήσης αριθμών ), η χωροταξική νοημοσύνη ( η ακρίβεια στην αντίληψη του χώρου ), η μουσική νοημοσύνη ( η ικανότητα σχηματισμού και έκφρασης  μουσικών σχημάτων ), η σωματικό-κιναισθητική νοημοσύνη ( η χρήση του σώματος ως μέσου έκφρασης), η διαπροσωπική νοημοσύνη (η ικανότητα του ατόμου να κάνει διακριτές  τις προθέσεις και τα κίνητρά του ), η ενδοπροσωπική νοημοσύνη (που σχετίζεται με την αυτογνωσία του ατόμου ) και η νατουραλιστική νοημοσύνη (Gardner, 1993). Η θεωρία υποστηρίζει ότι όλα τα άτομα γεννιούνται και  με τα οχτώ ήδη νοημοσύνης, τα οποία όμως είναι αναπτυγμένα σε διαφορετικό βαθμό και για αυτό τα άτομα αναπτύσσουν ικανότητες και επιλύουν προβλήματα χρησιμοποιώντας την νοημοσύνη τους με διαφορετικό τρόπο. Η αξιοποίηση πολλαπλής νοημοσύνης προσφέρει  κίνητρα στους μαθητές και προϋποθέτει την ενεργή τους συμμετοχή  στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Η εκπαιδευτική διαδικασία ωστόσο δεν στοχεύει μόνο στην μετάδοση γνώσεων αλλά πολύ περισσότερο στην  ανάπτυξη της αυτοαντίληψης  και αυτοεκτίμησης του μαθητή. Συνεπώς, η επικοινωνία  μεταξύ  μαθητή και εκπαιδευτικού καθίσταται αναγκαία για την επίτευξη αυτού του στόχου. Σύμφωνα με τους  Jones and Jones (1998) αυτές οι δεξιότητες καθορίζουν τη μαθησιακή και κοινωνική συμπεριφορά. Μερικοί παιδαγωγοί προτείνουν την αυτοεκτίμηση ως σημείο εκκίνησης και ως πλαίσιο βελτίωσης της αποτελεσματικότητας του σχολείου (Canfield and Siccone,1993).Ψυχολόγοι και ψυχίατροι της γνωστικής θεώρησης όπως ο Albert Ellis και o Aaron Beck  τονίζουν τη σημασία της αυτοεκτίμησης στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς του ατόμου και στην ανάπτυξή του.

Τα παραδοσιακά μοντέλα διδασκαλίας στηρίζονται στην αντίληψη ότι η εκπαιδευτική διαδικασία είναι συνάθροιση  γνώσεων και αποθήκευση πληροφοριών. Κυρίαρχη μέθοδος η αφ’ έδρας διδασκαλία. Η μονόδρομη επικοινωνία που αναπτύσσεται μεταξύ του εκπαιδευτικού και  του μαθητή σε αυτή την περίπτωση, δεν αφήνει περιθώρια ανάπτυξης αυτόνομης μάθησης και δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης, ενώ εναποθέτει  τον έλεγχο της εκπαιδευτικής διαδικασίας στον εκπαιδευτικό.

Αντίθετα, ο γνωστικισμός ορίζει τη μάθηση ως μια διαδικασία οικοδόμησης, που επιτυγχάνεται μέσω της υιοθέτησης έμμεσων μορφών διδασκαλίας. Αυτές ενισχύουν  τη δυνατότητα αλληλεπίδρασης των μαθητών με τη συλλογή και επεξεργασία δεδομένων και την  επίλυση προβλημάτων (Vermunt & Verloop, 1999). Με αυτό τον τρόπο ενισχύονται οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι οποίες βασίζονται στην ισότητα και αποσκοπούν στην αυτόνομη ανάπτυξη του παιδιού. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού σε αυτή την περίπτωση  είναι ισότιμος και στοχεύει στον συντονισμό και την εμψύχωση των μαθητικών σχέσεων.

Ο Vygotsky επεισήμανε τη σημαντικότητα  της αλληλεπίδρασης του ατόμου με το κοινωνικοπολιτιστικό περιβάλλον για την διαμόρφωση της σκέψης του, και το ρόλο της  εμπειρίας του ατόμου για την ανάπτυξη της διανοητικής του ικανότητας. Η αλληλεπίδραση  και η εποικοδομητική  επικοινωνία  συντελείται μέσω της συνεργατικής μάθησης (Paper ,1980). Η αλληλεπίδραση στα πλαίσια της ομάδας  αυξάνει τις επιδόσεις των μαθητών (Slavin,1989), βελτιώνει την αυτοεκτίμησή, την ψυχική τους  υγεία, αυξάνει τα κίνητρα για εργασία, τη σχολική επίδοση (Johnson & Johnson,1992)  και  ενισχύει τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Η ομάδα εργάζεται για ένα κοινό αποτέλεσμα.  (Galton and Williamson, 1992)

 Ανεξάρτητα από την εκπαιδευτική πρακτική που θα επιλέξει ο εκπαιδευτικός καθοριστικό παράγοντα για την ύπαρξη  επικοινωνίας και την καλλιέργεια διαπροσωπικών σχέσεων αποτελεί η διάταξη  της τάξης. Η μετωπική διάταξη των θρανίων  διευκολύνει τη δασκαλοκεντρική  μορφή διδασκαλίας, καθώς προσφέρει τη δυνατότητα επικοινωνίας  μεταξύ εκπαιδευτικού και μαθητών, ενώ παρεμποδίζει την  επικοινωνία μεταξύ των μαθητών. Από την άλλη πλευρά η διάταξη σε σχήμα Π ευνοεί την  επικοινωνία μεταξύ των μαθητών (Lambert,1995), καθώς παρέχει τη δυνατότητα οπτικής επαφής. Ταυτόχρονα  επιτρέπει την άριστη επικοινωνία  με τον εκπαιδευτικό, αφού μειώνει την απόσταση μεταξύ τους. Η διάταξη σε σχήμα Π επιτρέπει και την ομαδική μορφή εργασίας.

 Σημαντικό για την ανάπτυξη των επικοινωνιακών δυνατοτήτων των μαθητών είναι και το ψυχολογικό κλίμα της τάξης. Ο όρος αυτός αναφέρεται στον τρόπο που οι μαθητές, τόσο ως άτομα, όσο και ως ομάδες, εσωτερικεύουν τις σχέσεις τους με τον εκπαιδευτικό και το αντικείμενο διδασκαλίας (Ματσαγγούρας, 2000). Το ψυχολογικό κλίμα της τάξης περιλαμβάνει διαφορετικές μορφές διαπροσωπικών σχέσεων (συνομίλικοι-εκπαιδευτικός) (Ηowel et al, 2000). Σύμφωνα με τους Mortimore et al (1988) και Levine  & Zezotte (1990) το θετικό ψυχολογικό κλίμα στην τάξη ενισχύει την επίδοση των μαθητών και δημιουργεί κίνητρα για μάθηση. Σύμφωνα με τους Ηuffman & Speer (2000) η ανάπτυξη των παιδιών ενισχύεται σε περιβάλλοντα όπου έρχονται σε επαφή με άτομα με τα οποία έχουν αναπτύξει θετική συναισθηματική σχέση. Η ανάπτυξη στενής διαπροσωπικής σχέσης με τον εκπαιδευτικό κάνει τους μαθητές να νοιώθουν ότι πλαισιώνονται από ένα υποστηρικτικό περιβάλλον (Brich & Ladd, 1997).

Η θεώρηση της σχολικής τάξης ως σύστημα συντελεί στην βελτίωση του ψυχολογικού κλίματός της. Η συστημική προσέγγιση εισάγει στην εκπαίδευση το αίσθημα της συλλογικότητας. Η συνεργασία μεταξύ των μελών του συστήματος καθίσταται αναγκαία, τα γνωστικά αντικείμενα εμπλουτίζονται, αναπτύσσονται σχέσεις οι οποίες δημιουργούν διαύλους επικοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο αυξάνεται  η παραγωγικότητα και η αποδοτικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας.  Σύμφωνα  με τον Βronfenbrenner (1979), η σχολική τάξη,  ως σύστημα, ασκεί ουσιαστική επίδραση στην ανάπτυξη του ατόμου και στον καθορισμό της σχέσης του με τον εαυτό του και τους άλλους. Στα πλαίσια αυτής  της θεώρησης  τα άτομα επηρεάζονται τόσο από τους γνωστικούς παράγοντες, που σχετίζονται με τη μάθηση, όσο και από κοινωνικούς, συναισθηματικούς, διαπροσωπικούς και πολιτισμικούς παράγοντες.

  

Τα νέα εκπαιδευτικά συστήματα  στηρίζονται  σε πορίσματα ερευνών που αποδεικνύουν ότι η ενεργός συμμετοχή είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος ανάπτυξης της μάθησης και της καλλιέργειας  δεξιοτήτων (Wilson et al., 1992;Τobler,1998).

Στα πλεονεκτήματα της ενεργητικής συμμετοχής στις μεθόδους διδασκαλίας και εκμάθησης περιλαμβάνονται :η αύξηση της αντίληψης των συμμετεχόντων για τον εαυτό τους και τους άλλους, η προαγωγή της συνεργασίας σε αντιδιαστολή με τον ανταγωνισμό, η παρoχή πολλαπλών ευκαιριών. Δίνεται έμφαση στην  αναγνώριση της αξίας και των ατομικών ικανοτήτων, στην αναζωογόνηση της αυτοεκτίμησης, στην ενδυνάμωση των συμμετεχόντων, ώστε να γνωριστούν μεταξύ τους καλύτερα και να επεκτείνουν τις σχέσεις τους, στην ανάπτυξη της ενεργητικής ακρόασης και στην προώθηση των τεχνικών επικοινωνία. Στα συστήματα αυτά καλλιεργείται η επιείκεια,  η ενσυναίσθηση και η ενθάρρυνση για καινοτομία και δημιουργηκότητα ( Caricom,2000;Caricom & Unicef,1999).

 

 H εκπαιδευτική διαδικασία θα πρέπει να ενθαρρύνει την επικοινωνία στο σχολικό περιβάλλον, μέσω των παιδαγωγικών πρακτικών και να στοχεύει στην  ανάπτυξη επικοινωνιακών δεξιοτήτων. Νέες εκπαιδευτικές πρακτικές, που στηρίζονται στην ομαδική μορφή εργασίας και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εμπέδωση τεχνικών επικοινωνίας είναι:

 

- Συζήτηση στην τάξη (class discussion), σκοπός αυτής της εκπαιδευτικής πρακτικής είναι η κατάρτιση των μαθητών στην επίλυση προβλημάτων, η ενδυνάμωσή τους ώστε να καθίστανται ικανοί να εμβαθύνουν στην προσκτηθείσα γνώση, και στη βαθειά κατανόηση του ζητήματος που πραγματεύονται, η καλλιέργεια της ενεργητικής ακρόασης και της ενσυναίσθησης.                                      

Πρόκειται για πρακτική, στην οποία η τάξη καλείται  να εξετάσει ένα πρόβλημα ή μια θεματολογία με στόχο την κατανόηση ενός  γεγονότος ή της τεχνικής του, την εύρεση της σωστής λύσης, την ανάπτυξη νέων ιδεών και κατευθύνσεων για την ομάδα. Η διαδικασία ολοκληρώνεται σε στάδια: αρχικά τίθενται οι βάσεις της συζήτησης, έπειτα καθορίζεται ο στόχος της και με την βοήθεια καίριων  ερωτήσεων  εξελίσσεται η συζήτηση.

- Καταιγισμός ιδεών (brain-storming), σκοπός αυτής της εκπαιδευτικής πρακτικής είναι η καλλιέργεια της φαντασίας, η δημιουργία πρωτότυπων ιδεών. Πρόκειται για πρακτική στην οποία οι μαθητές παράγουν ενεργά μια μεγάλη ποικιλία από ιδέες σχετικά με ένα συγκεκριμένο θέμα. Η ποσότητα των ιδεών είναι το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της μεθόδου.

Για την εφαρμογή  της ο εκπαιδευτικός ορίζει έναν διευκολυντή-μαθητή, ο οποίος καταγράφει τη διαδικασία. Στη συνέχεια καθορίζεται  το θέμα ή το πρόβλημα και συζητούνται οι ιδέες. Οι μαθητές μπορούν να προτείνουν ακατέργαστες ιδέες, που σχεδόν με συνειρμικό τρόπο εμφανίζονται στη σκέψη. Σε πρώτη φάση δεν πρέπει να σχολιάζονται από τον εκπαιδευτικό. Ο διευκολυντής καταγράφει τις ιδέες σε εμφανές για όλους σημείο και καλεί τους μαθητές να  τις συνδυάσουν, να προσθέσουν καινούριες, να διαγράψουν άλλες και  να τις κατηγοριοποιήσουν. Η αποτίμηση και αξιολόγηση των ιδεών αποτελούν το τελικό στάδιο της διαδικασίας.

 

 - Υπόδυση ρόλων (Role playing) είναι μια ανεπίσημη μορφή υποκριτικής κατά την  οποία οι μαθητές ενσαρκώνουν ρόλους και δραματοποιούν καταστάσεις. Σκοπός της εκπαιδευτικής πρακτικής είναι η εκπαίδευση των μαθητών, μέσω της δημιουργίας συνθηκών πραγματικού περιβάλλοντος, ώστε να αντιμετωπίσουν ανάλογες καταστάσεις στην πραγματική ζωή και η ανάπτυξη της συναισθηματικής κατανόησης /ενσυναίσθησης και της διαορατικότητας-διαισθητικότητας των μαθητών. Η διαδικασία, αρχικά, περιλαμβάνει τη περιγραφή της κατάστασης για να δημιουργηθούν οι ρόλοι. Ακολουθεί η επιλογή των μαθητών που θα υποδυθούν τους ρόλους, και η καθοδήγησή τους για τον τρόπο απόδοσης της κατάστασης. Αφού ολοκληρωθεί η διαδικασία, οι μαθητές προβαίνουν σε αξιολογικές κρίσεις για τα διαδραματισθέντα.

 

- Ομάδες εργασίας (small groups), σκοπός της εκπαιδευτικής πρακτικής είναι η καλλιέργεια διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ των μαθητών και η κατανόηση του διαφορετικού τρόπου σκέψης των ατόμων. Για την εφαρμογή της μεθόδου απαιτείται η διαίρεση των μαθητών σε ομάδες εργασίας και η διαμόρφωση στη διαρρύθμισης της τάξης, έτσι ώστε να διευκολύνεται η επικοινωνία. Η διαδικασία περιλαμβάνει αρχικά τον καθορισμό ενός μαθητή από κάθε ομάδα, ο οποίος καλείται   να καταγράφει την πορεία της συζήτησης. Στη συνέχεια οι μαθητές αυτοί καλούνται να περιγράψουν την πορεία της συζήτησης, να αναφέρουν τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν από την ομάδα τους για την προσέγγιση του θέματος και να παρουσιάσουν τη διαφορετική επιχειρηματολογία των συμμαθητών τους.

 

- Παιχνίδια, προσομοιώσεις (games, simulations), πρόκειται για εκπαιδευτική μέθοδο στην οποία τα παιχνίδια ως δραστηριότητες εφαρμόζονται στην εκπαιδευτική διαδικασία και παρέχουν τη δυνατότητα ανάπτυξης της κριτικής σκέψης.

 Οι προσομοιώσεις είναι δραστηριότητες δομημένες, έτσι ώστε να  παρέχουν αληθινή εμπειρία. Λειτουργούν καλύτερα  όταν είναι σύντομες και η έκβασή τους συζητείται στην τάξη άμεσα.

Τα παιχνίδια και οι προσομοιώσεις προάγουν την ενεργητική μάθηση και τις πλούσιες /εποικοδομητικές συζητήσεις στην τάξη. Οι συμμετέχοντες εργάζονται σκληρά για να αποδείξουν τις θέσεις τους και να κερδίσουν βαθμούς. Οι διαδικασίες απαιτούν τον συνδυασμό γνώσεων και τεχνικών και επιτρέπουν στους μαθητές να εξετάσουν    την ανάληψη  αποφάσεων και τις  ικανότητές τους  σε ένα  ασφαλές και συναφές με την πραγματικότητα  περιβάλλον.

Οι μαθητές καλούνται να φανταστούν τον εαυτό τους σε μια κατάσταση ή  καλούνται να παίξουν σε ένα παιχνίδι ή μια δραστηριότητα, ούτως ώστε να αποκτήσουν  εμπειρίες.

 Η χρήση του παιχνιδιού, ενός ψυχαγωγικού  εργαλείου ως μέσο εκπαίδευσης, αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο  για την εμπλοκή των μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ευνοεί την βιωματική αναπαράσταση  και τη σύνδεση της γνώσης με την καθημερινή ζωή. Προάγει επίσης , τη δημιουργικότητα ,τη μεθοδική  εργασία  την καλλιέργεια της φαντασίας και οξύνει την κριτική σκέψη (Κεκές, 2002). Ο εκπαιδευτικός πρέπει δώσει στους  μαθητές να καταλάβουν ότι η δραστηριότητα είναι διασκεδαστική και δεν έχει σημασία ποιος κερδίζει.

 

-Ανάλυση κατάστασης και μελέτη περιπτώσεων (situation analysis and case studies) πρόκειται για εκπαιδευτική πρακτική στην οποία η ανάλυση μιας κατάστασης επιτρέπει στους μαθητές να σκεφτούν σχετικά με το θέμα, να αναλύσουν και να συζητήσουν για καταστάσεις που πιθανόν να αντιμετωπίζουν. Στόχος αυτής της πρακτικής είναι η απόκτηση και ανάπτυξη δεξιοτήτων σχετικών με τη λήψη αποφάσεων.

Ως μέθοδος επιτρέπει στους μαθητές να εξετάσουν τα προβλήματά τους και τα διλλήματα τους και να εξετάσουν τις λύσεις. Δίνει ευκαιρίες μαζικής εργασίας σχεδιασμού ιδεών και επίγνωσης ότι τα άτομα βλέπουν διαφορετικά τις καταστάσεις.

 Η μελέτη περιπτώσεων είναι καταλυτική  για τη σκέψη και την λήψη αποφάσεων. Μέσω αυτής οι μαθητές μαθαίνουν με ποιο τρόπο οι ομάδες μπορούν να λειτουργήσουν με διαφορετικούς τρόπους και αποτιμούν τις συνέπειες των πράξεών τους.

Η δραστηριότητα βασίζεται στην αφήγηση  πραγματικών ιστοριών  που περιγράφουν με λεπτομέρεια τι συμβαίνει σε μια κοινότητα, οικογένεια, σχολείο ή σε προσωπικό επίπεδο, σε ένα άτομο.

Η διαδικασία εφαρμογής αυτής της μεθόδου περιλαμβάνει καθοδηγούμενες ερωτήσεις, οι οποίες αποσκοπούν  στο  να παρακινήσουν την σκέψη και την λήψη αποφάσεων. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να αναλαμβάνει τον ρόλο του συντονιστή της διαδικασίας και να μην αποτελεί απλώς μια πηγή απαντήσεων και γνώσης.

 

 -Συζήτηση/ επιχειρηματολογία (debate), πρόκειται για εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο βασίζεται στην παρουσίαση ενός συγκεκριμένου ζητήματος /προβλήματος στην τάξη. Σκοπός του είναι η εμβάθυνση των μαθητών σε ένα θέμα, η εξάσκηση νοητικών ικανοτήτων και η καλλιέργεια του αισθήματος του σεβασμού και της αποδοχής των απόψεων και των πεποιθήσεων των άλλων.

Η διαδικασία, αρχικά, περιλαμβάνει τον προσδιορισμό ενός ζητήματος. Οι μαθητές καλούνται να τοποθετηθούν επιχειρηματολογώντας, ώστε να επιλυθεί το ζήτημα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιτρέπεται  στους μαθητές να άρουν τη θέση της επιλογής τους. Αν πολλοί  μαθητές πάρουν την ίδια θέση αναζητούνται   εθελοντές  οι οποίοι καλούνται να δουν το ζήτημα από διαφορετική οπτική γωνία. Η τάξη μπορεί να επιχειρηματολογήσει και  χωριζόμενη σε μικρές ομάδες. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την αξιολόγηση των επιχειρημάτων.

 

- Αφήγηση ιστοριών (Story telling), πρόκειται για εκπαιδευτική πρακτική η οποία αποσκοπεί στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης, στην εκμάθηση τεχνικών  επίλυσης προβλημάτων και στην εξοικείωση των μαθητών με ζητήματα της καθημερινότητας. Ο εκπαιδευτικός ή οι μαθητές  διηγούνται ή διαβάζουν μια ιστορία σε μια ομάδα. Εικόνες, κομικς και σλάιντς, μπορούν να  χρησιμοποιηθούν συμπληρωματικά. Οι μαθητές ενθαρρύνονται να σκεφτούν σχετικά με την ιστορία ,να συζητήσουν σημαντικά  θέματα που προέκυψαν ή να αναπτύξουν μεθόδους σχετικές με την ιστορία.

Χρήσιμο είναι η ιστορία να είναι σύντομη, απλή, να σχετίζεται με την πραγματική ζωή των μαθητών, να περιέχει δραματουργικά στοιχεία ώστε να είναι ενδιαφέρουσα καθώς και καταστάσεις ευτυχίας, λύπης, ενθουσιασμού, θάρρους, σοβαρών σκέψεων, αποφάσεων και συμπεριφορές επίλυσης προβλημάτων. 

 

 -Action research (έρευνα δράσης) (Carr& Kemmis, 2000), είναι μια συνεργατική δραστηριότητα, η οποία  διεξάγεται στο περιβάλλον του σχολείου και  σε αυτή συμμετέχει ο εκπαιδευτικός και οι  μαθητές  (Noffke& Stevenson,1995). Πρόκειται για διαδικασία στην οποία οι συμμετέχοντες εξετάζουν την εκπαιδευτική τους πρακτική χρησιμοποιώντας τεχνικές έρευνας. Ο συνεργατικός χαρακτήρας  επιτρέπει την εύρεση λύσεων  στα προβλήματα που εμφανίζονται στο σχολείο, βελτιώνει τη μορφή διδασκαλίας και αυξάνει  τη σχολική επιτυχία.

Προγράμματα δράσης αρχίζουν με ένα πρόβλημα του οποίου η λύση οδηγεί σε άλλες περιοχές μελέτης. Τα οφέλη από την εφαρμογή της έρευνας δράσης είναι πολλά· οι εμπλεκόμενοι στη διαδικασία καθίστανται γνώστες περισσότερων αντικειμένων, επεκτείνουν και μετασχηματίζουν τις γνώσεις τους, εργάζονται με ομαδικό πνεύμα για κοινό σκοπό. Τα ερευνητικά προγράμματα δράσης γίνονται μέρος του σχολικού πολιτισμού, παρατηρείται αυξημένο συναίσθημα συνεργασίας καθώς και αυξημένη σχολική επίδοση. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί νέα σχέδια συλλογικότητας και επικοινωνίας. Δίνεται η δυνατότητα αξιολόγησης του έργου  των εκπαιδευτικών.

Η έρευνας δράσης εστιάζει στους μαθητές. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να ερευνήσουν την επίδραση που έχει  η διδασκαλία τους.

 

Η εισαγωγή των νέων  τεχνολογιών  στην εκπαίδευση  και η δημιουργία συνεργατικών εκπαιδευτικών μοντέλων βοηθά στην  δημιουργία  ενός πλαισίου ενεργητικής και επικοινωνιακής μάθησης, συνδυάζει τη θεωρία με την πράξη και προσφέρει ποικιλία γνωστικών αντικειμένων. Πρόκειται για  μοντέλα συνεργατικής μάθησης  που παρέχουν την δυνατότητα πρόσβασης σε νέες πηγές πληροφορίες, επιδιώκουν την απόκτηση δεξιοτήτων και τον τεχνολογικό αλφαβητισμό, αναβαθμίζουν  και εμπλουτίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία.

Η προσαρμογή των τεχνολογιών στην εκπαίδευση εμφανίζεται ως συνάρτηση της εξέλιξης της κοινωνίας της πληροφορίας. Η συνεργατική  ενεργητική μάθηση έχει συνδεθεί με τη χρήση νέων επικοινωνιακών μέσων, γεγονός που έχει συμβάλλει σημαντικά στην δημιουργία καινοτόμων εκπαιδευτικών συστημάτων, τα οποία ξεφεύγουν από την παραδοσιακή διάλεξη και την παθητική ακρόαση (Καλαματιανού, Μούκα, Χατζηγιάννη, 2002)

Οι νέες τεχνολογίες μετάδοσης πληροφοριών ( παγκόσμιος ιστός, CD Rom, βιντεο -συνδιασκέψεις, πακέτα προσομοιώσεων και ηλεκτρονικά παιχνίδια) χρησιμοποιούνται με στόχο να ενισχύσουν τις παραδοσιακές μεθόδους διδασκαλίας ή να δημιουργήσουν καινούρια εκπαιδευτικά συστήματα.

Η εξαποστάσεως μάθηση  e-learning και η εξαποστάσεως εκπαίδευση- τηλε-εκπαίδευση (distance learning  και  distance education), αποτελούν εκπαιδευτικά συστήματα που εισήχθησαν μέσω του παγκόσμιου ιστού.

Τα μοντέλα του e- learning εφαρμόζονται  με την δημιουργία εικονικών πανεπιστημίων, όπου η πρόσβαση γίνεται μέσω ενός  ηλεκτρονικού  καναλιού επικοινωνίας, με τη δημιουργία εκπαιδευτικών πυλών, οι οποίες παρέχουν εργαλεία αναζήτησης και μεγάλη ποικιλία εκπαιδευτικών προγραμμάτων  και με  εκπαίδευση μέσω του παγκόσμιου ιστού www.

 Ως τηλε-εκπαίδευση ορίζεται  η απόκτηση γνώσεων και ικανοτήτων με έμμεση πληροφόρηση και καθοδήγηση που περιλαμβάνει τεχνολογίες, όπως τα δίκτυα υπολογιστών και προσφέρει τη δυνατότητα αλληλεπίδρασης και  επικοινωνίας. Μέσω του δικτύου υπολογιστών και με το κατάλληλο εκπαιδευτικό λογισμικό, γίνονται παρουσιάσεις κειμένων εικόνων, γραφικών και ήχου και σχεδιάζονται παρουσιάσεις μαθημάτων με πολυμέσα. Έτσι η μάθηση επιτυγχάνεται με τον συνδυασμό τεχνολογιών μετάδοσης πληροφοριών ( distributed education) ( Steiner,1996).

H μάθηση με αυτή τη διαδικασία εξαρτάται από τις ομαδικές ή ατομικές προσπάθειες των εκπαιδευόμενων, οι οποίοι καλούνται να επεξεργαστούν πηγές χωρίς την παρέμβαση  του εκπαιδευτικού. Οι εκπαιδευόμενοι δεν θεωρούνται παθητικοί αποδέκτες πληροφοριών αντίθετα αφήνονται ελεύθεροι  στην κατάκτηση της γνώσης. H γνώση κατασκευάζεται μέσα από την επικοινωνία και την ενεργή συμμετοχή των μαθητών. Σκοπός της εξ’ αποστάσεως εκπαίδευσης είναι  η δημιουργία ενός προτύπου εκπαιδευόμενου ο οποίος θα έχει τη δυνατότητα αυτενέργειας και θα αποκτά δια βίου εκπαίδευση. Το σύστημα αυτό μπορεί να λειτουργήσει  βασιζόμενο στο μοντέλο σύγχρονης επικοινωνίας στο οποίο είναι αναγκαία η ταυτόχρονη σύνδεση   στο δίκτυο των ατόμων που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς επίσης και στο μοντέλο ασύγχρονης επικοινωνίας το οποίο δεν συντελείται  σε πραγματικό χρόνο (Steiner,1996).

H εκπαίδευση μέσω του παγκόσμιου ιστού δεν επιτρέπει την άμεση επαφή των ατόμων. Η αλληλεπίδραση επιτυγχάνεται μέσω των δικτύων υπολογιστών και η επικοινωνία πραγματοποιείται  είτε με γραπτά κείμενα είτε με χρήση κάμερας όπου  μεταφέρονται  τόσο τα λεκτικά όσο και τα  μη λεκτικά μηνύματα.

Τα  άτομα που συμμετέχουν στη τηλε-εκπαιδευτική διαδικασία, η οποία πραγματοποιείται σε πραγματικό χρόνο συνθέτουν μια εικονική δυνητική τάξη. Σύμφωνα με το μοντέλο του John Bingham   οι σημερινές σχολικές τάξεις είναι εφικτό να επεκταθούν και να υιοθετήσουν τις εφαρμογές και τις δυνατότητες επικοινωνίας μέσω των υπολογιστών. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης θα είναι η δημιουργία  εικονικών τάξεων, η προώθηση της δια βίου μάθησης και η ενίσχυση της συνεργασίας .

Το σχολείο της κοινωνίας της πληροφορίας στοχεύει στην αξιοποίηση της τεχνολογικής γνώσης και την ένταξή της στην εκπαιδευτική διαδικασία. Κύριος στόχος είναι η αναδιοργάνωση του σχολείου ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά του και να μειώνονται τα φαινόμενα σχολικής διαρροής. Οι νέες εκπαιδευτικές πρακτικές προσαρμόζονται στην κοινωνική πραγματικότητα, βασίζονται στις ανάγκες των μαθητών και αυξάνουν τα κίνητρα για μάθηση.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού ξεφεύγει από τα παραδοσιακά πρότυπα και γίνεται αποτελεσματικότερος. Δεν θεωρείται αυθεντία και αστείρευτη πηγή γνώσης αλλά καθοδηγητής της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Προωθεί την επικοινωνία στην τάξη, καλλιεργεί την εμπιστοσύνη και την ενσυναίσθηση και προσαρμόζεται στις ανάγκες των μαθητών του και αυξάνει την αυτοεκτίμησή τους .     

Δεν υπάρχουν σχόλια: