Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Τα τελευταία λόγια των ανθρώπων

Κώστας Σπυριδάκος, Κοινωνιολόγος

Είναι πρωί της δεκάτης Δεκεμβρίου και το παλιό ρολόι της γιαγιάς χτυπά -νομίζω- δέκα φορές. Ο καιρός έξω συνεχίζει να παίζει με τη διάθεση μου. Κρατώντας ένα γαλλικό καφέ, κατευθύνομαι προς το φορητό υπολογιστή. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτή η διαδρομή είναι τόσο καθορισμένη που πιο εύκολα μπορεί να αλλάξει την πορεία του ένα μπλε λεωφορείο. Εν αρχή μουσική για να ξεκινήσει η μέρα ακούγοντας κάτι πέρα από τα τετριμμένα των πρωινών εκπομπών και αδιάφορο σερφάρισμα σε ενημερωτικές, ως επί το πλείστον, σελίδες. Θα μου κινήσει την περιέργεια μια είδηση που ανέφερε δολοφονία στο Τέξας των ΗΠΑ. «Δεν είναι κάτι καινούριο» θα μου πείτε· δολοφονίες συμβαίνουν παγκοσμίως καθημερινά. Ναι, δε διαφωνώ. Όμως, σπάνια ο δράστης εξομολογείται τα τελευταία λόγια που του είπε το θύμα του. Στις ταινίες ακούμε να λένε “Stop please, don’t do that”, “ I beg you don’t kill me” ή “I can see the lighτ” όταν ο θάνατος έρχεται από φυσικά αίτια. Όλα αυτά περισσότερο στις ταινίες by America. Η πραγματικότητα μάλλον έχει δύο όψεις. Ο δράστης της δολοφονίας στο Τέξας θα αναφέρει πως, πριν σκοτώσει τη 35χρονη σύντροφό του εκείνη θα του πει: «Νόμιζα πως ό,τι είχαμε ήταν κάτι πολύ μικρό. Τώρα, όμως, είμαι σίγουρη πως δεν ήταν τίποτα.» Θα συνεχίσω να ψάχνω για τα τελευταία λόγια των ανθρώπων και όχι κατ’ανάγκη για εκείνα που προήλθαν από δολοφονίες ή τέτοιες στρεσογόνες καταστάσεις αλλά τα τελευταία αυθόρμητα λόγια κάποιων. Μου φάνηκε τόσο ενδιαφέρον μέσα σε αυτό το μουντό πρωινό του Δεκέμβρη, κι ας ξέρω ότι η παραμικρή αισιοδοξία με την οποία ξεκινά μια μέρα, τώρα, με αυτό το θέμα να μου απορροφά το πρωινό μου, ίσως εξαλειφθεί. Όμως, η περιέργεια σκοτώνει την ανία.

Το διαδίκτυο, ως μια πολύ χρήσιμη ανακάλυψη μπορούσε να με βοηθήσει και σε αυτήν τη περίπτωση. Πληκτρολογώ, χωρίς να το πολύσκεφτώ, τη φράση «The last words» στην μπάρα αναζήτησης και αυτό ήταν. Τώρα θα μπορούσα τουλάχιστον να μάθω τα πιο διάσημα τελευταία λόγια των ατόμων που έβλεπαν το θάνατο να είναι κοντά και βρήκαν κάτι να πουν στον ίδιο που ερχόταν ή σ’αυτόν που θα τους έβλεπε για τελευταία φορά σε τούτη τη ζωή.

Πολλοί από μας, συχνά, όταν είμαστε κουρασμένοι, όταν βαρεθούμε να συνεχίζουμε την προσπάθεια για κάτι που δεν επιφέρει καρπούς, για κάτι που δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε, αναφωνούμε ίσως την πιο γνωστή τελευταία λέξη, «Τετέλεσται». Από το σταυρό και υπό βροχή, όπως αναφέρουν οι Γραφές, ο Ιησούς Χριστός ανέφερε τη λέξη αυτή που πολλοί εξηγούν πως εμπερικλείει το τέλος της αποστολής του στα επίγεια.

Ο Καρλ Μαρξ επέλεξε να διώξει τη σπιτονοικοκυρά του – η οποία εντέχνως προσπάθησε να του πάρει τα τελευταία του λόγια, με την αιτιολογία ότι θα τα έγραφε για τις επόμενες γενιές, λέγοντάς της «Πήγαινε έξω! Τα τελευταία λόγια είναι για τους βλάκες». Ωστόσο πολλοί δεν επέλεξαν το δρόμο του Καρλ Μαρξ. Πολλοί θέλησαν την ύστατη ώρα να δηλώσουν κάτι, να φωνάξουν κάτι, που -ποιος ξέρει- ίσως ήξεραν ότι θα περνούσαν στην ιστορία ως τα τελευταία τους λόγια.

Ανεβαίνοντας ο Σαντάμ Χουσείν στο ικρίωμα δευτερόλεπτα πριν την εκτέλεση του, αποφασισμένος και θαρραλέος, φώναξε το σύνθημα που εκφράζει διαχρονικά το λαό του. «Δεν υπάρχει άλλος θεός από τον Αλλάχ και ο Μωάμεθ είναι ο προφήτης του» αναφώνησε λίγο πριν κρεμαστεί. «Αυτός, που πεθαίνει, με τον θάνατο του ξεπληρώνει κάθε του χρέος» είχε πει ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ και αυτό έπρεπε για κάποιους να γίνει και στην περίπτωση του Σαντάμ Χουσεΐν. Το απονενοημένο του διάβημα ωστόσο, σίγουρα ο ιρακινός λαός θα το ακολουθεί αλλά και θα το θέσει στην ιστορία, ως τα τελευταία λόγια του ηγέτη που αγαπήθηκε, μισήθηκε και τελικά εκτελέστηκε σε δημόσια μετάδοση.

«Ξέρω πως πρέπει να με σκοτώσεις. Ρίξε δειλέ, θα σκοτώσεις μόνο έναν άντρα» θα είναι τα τελευταία λόγια του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα απευθυνόμενος στον βολιβιανό εκτελεστή του, Μάριο Τεράν, στις 9 Οκτωβρίου του 1967. Οι τελευταίες λέξεις ενός προσώπου – σημείου αναφοράς όπως του Τσε- είχαν πάντα ξεχωριστή σημασία για τον Κουβανικό λαό, ιδιαίτερα όταν αυτές έχουν χαρακτήρα αντίστασης και αρετής.

Αλλά και ο Μεξικανός επαναστάτης Πάντσο Βίλα λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, είπε «Μην αφήσετε το τέλος έτσι. Πείτε τους πως είπα κάτι» αποδεικνύοντας πως οι λαϊκοί ηγέτες - επαναστάτες επιθυμούν ένα φλύαρο τέλος· θαρρείς πως με αυτόν τον τρόπο θα μιλούν για πάντα στο λαό τους.

Ο λόρδος Βύρων το 1824 προτίμησε να είναι λακωνικός και να ασπαστεί τα λεγόμενα περί αιώνιου ύπνου λέγοντας: «Καληνύχτα».

Ένα απόγευμα του 1945, ο Φρανκλίνος Ρούσβελτ, κατά τη διάρκεια που ο ζωγράφος ετοίμαζε το πορτραίτο του θα πει: «Έχω ένα φριχτό πονοκέφαλο». Αμέσως μετά θα λιποθυμήσει και σε λίγα δευτερόλεπτα θα αφήσει εντός της οικίας του την τελευταία του πνοή.

Όταν το 1977 ο Τσάρλι Τσάπλιν βρίσκονταν στο κρεβάτι του άρρωστος, ο ιερέας του, που βρισκόταν δίπλα του, είπε: «Ίσως ο Θεός συγχωρέσει τη ψυχή σου» και ο Τσάπλιν του απάντησε «Γιατί όχι; Άλλωστε… μετά από όλα αυτά του ανήκει». Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια του μεγάλου κωμικού του βωβού κινηματογράφου.

Στα 24 του χρόνια ένας από τους γοητευτικότερους ηθοποιούς του Χόλυγουντ, ο Τζέιμς Ντιν, θα χάσει τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Λίγη ώρα πριν, όμως, θα έχει πει: «Οι διασκεδαστικές μέρες πέρασαν».

Η ώρα έχει πάει ήδη 8 το απόγευμα και στο πακέτο έχουν μείνει κάνα δυο μικροσκοπικά πούρα ακόμα. Ο γαλλικός έχει τελειώσει και υπό τους ήχους τάνγκο μουσικής συνεχίζω να διαβάζω με ένα περίεργο ενδιαφέρον τα αποτελέσματα της διαδικτυακής αναζήτησης. Αυτό που διαπιστώνω είναι πως πρόσωπα που αγαπήθηκαν για την προσφορά τους σε αυτό που λέμε τέχνες, γράμματα, επιστήμες επέλεξαν, μπαίνοντας σε αυτό που όλοι περιγράφουν ως «τούνελ της μετάβασης», να πουν λίγα δυσνόητα και ανερμήνευτα λόγια, τυλίγοντας έτσι με ένα πέπλο μυστηρίου τη ζωή που έζησαν. Βέβαια, ίσως η εξήγηση να δίνεται από το γεγονός πως, οι περισσότεροι από αυτούς, τα τελευταία τους λόγια τα έγραψαν σ’ένα κομμάτι χαρτί προτού θέσουν οι ίδιοι τέρμα στη ζωή τους αψηφώντας τα λόγια του Οβιδίου που για κάτι τέτοιες περιπτώσεις είχε πει: «Το να επιθυμεί κανείς τον θάνατο ταιριάζει σε δειλούς».

«Αισθάνομαι σίγουρα πως τρελαίνομαι πάλι. Αισθάνομαι ότι δε μπορούμε να ξαναπεράσουμε άλλον ένα σαν εκείνους τους φοβερούς χρόνους. Και δε θα συνέλθω ξανά τούτη τη φορά. Αρχίζω ν' ακούω φωνές και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ» γράφει το ιδιόχειρο σημείωμα που άφησε η μυθιστοριογράφος Βιρτζίνια Γουλφ στις 28 Μαρτίου του 1941, λίγο πριν η ίδια δώσει τέρμα στη ζωή της βάζοντας πέτρες στις τσέπες της και πέφτοντας στο ποτάμι για να πνιγεί υπό την επήρεια άλλης μιας καταθλιπτικής κρίσης της.

Το 1994 ο γνωστός ως μέλος των Νιρβάνα, Κερτ Κομπέιν, τερμάτισε τη ζωή του αφήνοντας πίσω του ένα σημείωμα που μεταξύ άλλων έγραφε: «Εδώ και χρόνια, δεν έχω νιώσει τόση συγκίνηση ακούγοντας μουσική, όσο συνθέτοντας και γράφοντας παράλληλα». Δίπλα του βρέθηκε ποσότητα ηρωίνης και ίχνη από Βάλιουμ.

Θα με ενδιέφερε πολύ να μάθω ποια μπορεί να ήταν η ύστατη σκέψη που εξέφρασαν οι άνθρωποι στους οποίους ο νόμος κληροδότησε μια εκτέλεση δια απαγχωνισμού, στην ηλεκτρική καρέκλα ή με θανατηφόρο ένεση. Ναι, μπορεί ο θάνατος του Σαντάμ Χουσείν να προήλθε από εκτέλεση αλλά αυτή ήταν –όπως πολλοί ιστορικοί θα πουν- μια πολιτική πράξη. Για τους απλούς κρατουμένους όμως;

«Θα βρεθώ πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ιησού τώρα. Σας αγαπώ όλους πολύ. Θα σας δω όλους όταν έρθετε εκεί. Θα σας περιμένω» είπε, λίγο πριν της κάνουν τη θανατηφόρα ένεση το Φεβρουάριο του 1998, η Κάρλα Μπράουν η πρώτη γυναίκα καταδικασθείσα σε θάνατο από το 1860. «Τώρα θα δείτε έναν ψημένο Άπελ» είχε πει πριν η θανατηφόρα τάση διαπεράσει το σώμα του, ο Τζώρτζ Άπελ· καταδικασμένος σε εκτέλεση, στην ηλεκτρική καρέκλα.

Κανένα από τα τελευταία λόγια δεν μπορεί να μοιάσει με αυτά που πηγάζουν από τους καταδικασθέντες σε θανατική ποινή. Η δική τους ψυχολογία. Μια συνείδηση που θρέφουν από τότε που θα ακούσουν τη δικαστική ετυμηγορία μέχρι την ώρα που θα εκτελεστούν. Ζουν με το θάνατο. Γι’αυτούς κάθε αυγή μπορεί να είναι η τελευταία τους.

Είναι παράξενο, όμως, όλα αυτά που διάβασα και -πιστέψτε με- υπάρχουν πολλά ακόμα που δεν ανέφερα, μου φέρνουν στο μυαλό εκείνο το απόφθεγμα του Ντοστογιέφσκι: «δώστε μου έναν πόνο, να σας γράψω ένα αριστούργημα» είχε πει. Τελικά, λέτε η κατακλείδα της ζωής για τους ανθρώπους να θέλει ένα αριστουργηματικό τέλος ακόμα και αν «πονέσει» αυτό; Ίσως, η ζωή να ήταν μια παράσταση γι’αυτούς και να κρατούσαν την καλύτερη ατάκα για το τέλος. Να, όπως ο Άντυ Γουώρχολ, που, όταν είδε πως το νήμα της ζωής του έλιωνε, είπε «Εγώ βγαίνω… και μάλλον θ’ αργήσω να γυρίσω».

Δεν υπάρχουν σχόλια: