Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Δεοντολογία Έρευνας στο διαδίκτυο

Δεοντολογία Έρευνας στο διαδίκτυο


Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Αικατερίνη Μπαλάσα, Κοινωνιολόγος

Το απέραντο σύνολο των κοινωνικών και συμπεριφοριστικών πληροφοριών που διατίθενται στο διαδίκτυο το έχει μετατρέψει σε πρωταρχικό στόχο κάθε ερευνητή που επιθυμεί να μελετήσει ανθρώπινες συμπεριφορές και αλληλεπιδράσεις. Η συλλογή των πληροφοριών γίνεται εύκολη υπόθεση, αφού η χρήση του διαδικτύου είναι ιδιαίτερα ευρεία στο γενικό πληθυσμό. Κατά συνέπεια, διασφαλίζει τις βασικές αρχές αντιπροσωπευτικότητας και τυχαιότητας του δείγματος, ενώ συγχρόνως εξασφαλίζει το ίδιο αποτέλεσμα με σχετικά χαμηλό κόστος και λιγότερο χρόνο. Έτσι εξηγείται ο αυξανόμενος αριθμός ερευνών που λαμβάνει χώρα μέσω της χρήσης διαδικτύου και η εφαρμογή νέων ερευνητικών εργαλείων. Ως πληροφορία ορίζεται οποιοδήποτε στοιχείο ή δεδομένο, το οποίο περιέχει και μεταδίδει μία γνώση με τη βοήθεια του λόγου, της εικόνας, του ήχου και των συμβόλων (Μπώκος, 2001). Οποιοδήποτε στοιχείο διακινείται στο διαδίκτυο περιγράφεται ως πληροφορία.

Η πληροφορία παίρνει διάφορες μορφές, έχει την τάση να διαχέεται και να πολλαπλασιάζεται. Εξαρτάται άμεσα από την πηγή προέλευσής της, αν είναι επιστημονική, εταιρική, κρατική, εμπορική ή αν είναι δημόσια ή ιδιωτική. Είναι φανερό ότι η χρήση των νέων συστημάτων πληροφοριών, οι νέες τεχνικές συλλογής δεδομένων και τα νέα μεθοδολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται δημιουργούν πολλαπλά εμπόδια στην εφαρμογή βασικών ερευνητικών αρχών και κανόνων, μεθοδολογικών, δεοντολογικών και ηθικών. Το ζήτημα της ηθικής αποκτά ιδιάζουσα σημασία εξαιτίας της εφαρμογής αυτών των νέων τεχνολογικών μεθόδων. Φαινόμενα όπως η λογοκλοπή, η παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων, η πορνογραφία, η ψευδοπροσωπία καθιστούν αναγκαία τη θέσπιση ηθικών κανόνων για την ανάκτηση και χρήση μίας πληροφορίας. Η επιλογή όμως του ηθικά σωστού είναι αποτέλεσμα περίπλοκων διαδικασιών.

Η έννοια της ηθικής συνήθως παραπέμπει σε ένα σύνολο θεμελιωδών αρχών, που διέπουν το αξιακό σύστημα των ατόμων ή μίας ομάδας ατόμων και καθοδηγούν σε συγκεκριμένες δράσεις για την επίτευξη ενός σκοπού. Πρόκειται για κανόνες και κώδικες, που υιοθετούνται από άτομα με τα ίδια γνωστικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά. Είναι ένα συνονθύλευμα κριτηρίων που αξιολογεί τις ανθρώπινες συμπεριφορές, τις στάσεις, τις αντιλήψεις και τις αξίες. Ο όρος δεοντολογία αφορά παρόμοιους κώδικες, κανόνες και αρχές, με τη διαφορά ότι σχετίζεται περισσότερο με την αξιολόγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε συγκεκριμένα πολιτικά, πολιτιστικά, διαπροσωπικά πλαίσια (Kassirer, 2001). Πραγματεύεται δράσεις και συμπεριφορές για συγκεκριμένα επαγγέλματα ή πρακτικές της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Behar, 1993). Η έννοια της δεοντολογίας συνδέεται άρρηκτα με αυτήν της ηθικής. Η εφαρμογή της δεοντολογίας συναρτάται από την ηθική που διέπει κάθε άτομο εκτός και εντός διαδικτύου. Επομένως, η ηθική και η δεοντολογία διαπλέκονται και καταδεικνύουν ένα σύνολο από στάσεις και συμπεριφορές, που καλείται να υιοθετήσει το άτομο κατά την άσκηση του επαγγέλματός του ή μίας δράσης. Εστιάζουν στην κοινωνική ευθύνη για την απόκτηση, τη δημιουργία και τη χρήση μίας ψηφιακής πληροφορίας.

Στο διαδίκτυο οι ανθρώπινες αξίες είναι ρευστές εξαιτίας της απεριόριστης ελευθερίας που παρέχει. Δεν υπάρχει καμία ανώτερη αρχή που μπορεί να ελέγξει το περιεχόμενο που δημοσιεύεται. Τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού περιπλέκονται και επαναπροσδιορίζονται σε μία νέα πραγματικότητα. Στις ιστοσελίδες κοινωνικών δικτύων, στα ιστολόγια οι κανόνες που διέπουν αυτήν τη διαδικτυακή επικοινωνία είναι ελάχιστοι έως ανύπαρκτοι, με αποτέλεσμα η κατοχύρωση του περιεχομένου τους να είναι μηδενική. Η οικειοποίηση κειμένων, η αντιγραφή και η δημοσίευσή τους, οι ανώνυμες δημοσιεύσεις, η διείσδυση σε προσωπικούς χώρους και δεδομένα αποτελούν συνήθη φαινόμενα. Πρόκειται για ασύδοτες μορφές επικοινωνίας, όπου δεν μπορούν να αποδοθούν ευθύνες, αφού η ταυτότητα του χρήστη είναι άγνωστη ή ψεύτικη και δεν επαρκεί, για να προσωποποιηθεί οποιαδήποτε παρατυπία. Υπάρχει έλλειψη υπευθυνότητας και ανικανότητα εφαρμογής κανόνων δικαίου, που έρχεται σε αντίθεση με την δημοκρατική κοινωνία στην οποία δραστηριοποιούμαστε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ιστότοποι, γνωστοί και ως blogs, ένας χώρος στον οποίο τα άτομα εκφράζουν ελεύθερα και ανώνυμα τις απόψεις τους. Δεν ήταν λίγα τα άτομα που διασύρθηκαν μέσω αυτών, αφού έγινε περιγραφή της προσωπικής τους ζωής και αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων, χωρίς να υπάρχει τρόπος να εξακριβωθεί η ορθότητά τους, λόγω της ανωνυμίας που διατηρείται από τους bloggers. Η παραβίαση και η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων χωρίς τη συγκατάθεση των ατόμων, η μη τήρηση του απορρήτου σε κάποια ζητήματα, η διακίνηση αμφιλεγόμενου υλικού δεν πρέπει να επιτρέπονται. Το διαδίκτυο, όπως και τα εργαλεία του οφείλουν να διέπονται από κανόνες ηθικής και αξιοπρέπειας και από νόμους, οι οποίοι θα προστατεύουν κάθε χρήστη.

Οι εικονικοί κόσμοι και τα διαδικτυακά παιχνίδια αποτελούν μέρος της διαδικτυακής ζωής. Εξαιτίας της μαζικής συμμετοχής το περιβάλλον των παιχνιδιών και των εικονικών κόσμων, τα παιχνίδια ρόλων, οι πολλαπλές αλληλεπιδράσεις και η πολύμορφη επικοινωνία, που τα χαρακτηρίζουν, τα έχουν μετατρέψει σε πρωταρχικό στόχο κάθε ερευνητή. Ένα ταξίδι σε αυτούς τους κόσμους του Second life, του Warcraft, του Lineage φέρνει τους ερευνητές αντιμέτωπους με πολλαπλά, διαφορετικά και ασυνήθιστα ζητήματα. Αντιμετωπίζουν ηθικά διλήμματα για το αν πρέπει να πραγματοποιήσουν έρευνα σε τέτοια μέρη, για το αν αυτοί οι εικονικοί κόσμοι θεωρούνται «δημόσιοι», ποιες αλληλεπιδράσεις και επικοινωνίες μπορούν να μελετήσουν και να καταγράψουν χωρίς τη συγκατάθεση των ατόμων. Τι, λοιπόν, θεωρείται προσωπικό και ευαίσθητο δεδομένο; Επομένως, θίγονται ζητήματα, όπως η ποιότητα της έρευνας στο διαδίκτυο, οι ηθικές απαιτήσεις, η διάκριση δημόσιας και ιδιωτικής πληροφορίας, οι περιορισμοί προσβασιμότητας, η χρήση προσωπικών και ευαίσθητων δεδομένων, η προστασία ανηλίκων και η εμπιστευτικότητα. Όλα αυτά απαιτούν την ύπαρξη ενός ενιαίου κώδικα δεοντολογίας (Bruckman, 2002a. 2002b. Buchanan, 2004. Cavanaugh, 1999. McKee & DeVoss, 2007. Ess, 2002. Eysenback & Till, 2001. Frankel & Siang, 1999. Mann & Stewert, 2000. Waskul & Douglass, 1996).

Αν και αυτά τα ζητήματα έχουν επιλυθεί σε μία φυσική έρευνα, το περιεχόμενο της διαδικτυακής έρευνας διχάζει τους ερευνητές. Σπάνια συμφωνούν μεταξύ τους, όσον αφορά στους κώδικες δεοντολογίας, που ισχύουν στο διαδίκτυο. Η δυνατότητα εφαρμογής έρευνας, που αφορά ανθρώπινες συμπεριφορές, κινείται γύρω από τα δίπολα: λήψη συναίνεσης για την πραγματοποίηση της έρευνας ή πραγματοποίηση έρευνας χωρίς αυτή, δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος, προσωπικά-ευαίσθητα ή δημόσια δεδομένα. Η προσέγγιση του κάθε ερευνητή διαφέρει ανάλογα με τα όρια που θέτει, τα μεθοδολογικά εργαλεία που ασπάζεται, αλλά και από τα ερωτήματα ή τα ζητήματα που περιγράφουν τη βάση της έρευνάς του.

Πολλοί ερευνητές προσπάθησαν να εντοπίσουν τα ερευνητικά και μεθοδολογικά εργαλεία της διαδικτυακής έρευνας καταγράφοντας και μελετώντας τις συζητήσεις που έχουν γίνει κατά καιρούς σε συνέδρια σχετικά με το διαδίκτυο και την έρευνα, σε ιστοχώρους, σε δημόσια έγγραφα και άρθρα, αλλά και μέσα από συνεντεύξεις σε ερευνητές που ασχολούνται με την μελέτη των εικονικών κόσμων. Παρά τις πολλαπλές συζητήσεις γύρω από τα ηθικά ζητήματα πραγματοποίησης διαδικτυακής έρευνας τα τελευταία χρόνια, δεν έχει ακόμη και σήμερα δημοσιευτεί καμία έρευνα που να απαντά στις ηθικές αυτές προκλήσεις.

Άλλωστε, η διαδικτυακή έρευνα σε τέτοιους χώρους δεν είναι εύκολη υπόθεση, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο ερευνητής δεν μπορεί απλά να παρατηρεί, αλλά καλείται να συμμετέχει ενεργά σε όποια διαδικασία λαμβάνει χώρα, ακόμη και να δημιουργήσει δικό του προσωπείο (avatar). Το γεγονός αυτό καθιστά δύσκολη την εξαγωγή ορθών και αντικειμενικών συμπερασμάτων, αφού ο ερευνητής δεν αποστασιοποιείται από το αντικείμενο μελέτης του, αλλά, αντιθέτως εμπλέκεται άθελά του στην έρευνα και επηρεάζεται μερικώς. Ωστόσο, σύμφωνα με την Κριτική σκέψη ή τη Σχολή της Φρανκφούρτης, η πραγματοποίηση της έρευνας χωρίς την εμπλοκή του ερευνητή, αν και αντικειμενική, θεωρείται ανέφικτη.

Ως προς τη μέθοδο που ακολουθούν οι ερευνητές, μία σημαντική παρατήρηση ήταν ότι οι περισσότεροι συνδύαζαν ποιοτική και ποσοτική μεθοδολογία και δεν χρησιμοποιούσαν κάθε μία ξεχωριστά. Δηλαδή, συνδύαζαν ποσοτικές αναλογίες και αναλύσεις με ερμηνευτικές αποδόσεις, σχολιασμούς και αφηγήσεις. Αυτές οι δύο μέθοδοι θεωρούνται συμπληρωματικές. Η χρήση μόνο της ποιοτικής προσέγγισης λειτουργεί σαν τους προβολείς σε μία σκηνή, όπου φωτίζονται οι πρωταγωνιστές και κάποια σημεία και τα υπόλοιπα μένουν σκοτεινά. Το ίδιο συμβαίνει, αν χρησιμοποιείται μόνο η ποσοτική μέθοδος. Με βάση αυτή τη μεθοδολογία, ο συνδυασμός ποιοτικής και ποσοτικής λαμβάνει υπόψη την έννοια της συμπεριφοράς έτσι, όπως αυτή εκφράζεται και διενεργεί. Η συμμετοχική παρατήρηση, όμως, δημιουργεί ερωτηματικά στους ερευνητές για την αντιπροσωπευτικότητα, την ιδιωτικότητα και τις ευθύνες που έχουν απέναντι στους ερωτώμενους και στις αρχές της έρευνας.

Η προσέγγιση που ακολουθούσαν (ποιοτική ή ποσοτική) σχετιζόταν άμεσα και έμμεσα με την ερμηνεία του χώρου που υιοθετούσαν για το διαδίκτυο. Τι σημαίνει όμως ερμηνεία του χώρου; Για πολλούς ερευνητές ο διαδικτυακός χώρος ερμηνεύεται ως ο χώρος εκείνος, όπου δημοσιεύονται κείμενα, άρθρα, απόψεις πραγματοποιούνται συζητήσεις (δημόσιες ή ιδιωτικές) (Cohen, 2007). Σύμφωνα με αυτή την οπτική, αφού τα κείμενα αυτά δημοσιεύονται και δεν υπάρχει πουθενά περιορισμός χρήσης ή πρόσβασης, ο κάθε ερευνητής έχει δικαίωμα να τα καταγράφει και να τα χρησιμοποιεί. Σύμφωνα με τον Walters (2002), η ανάλυση στο διαδίκτυο δεν περιλαμβάνει αλληλεπίδραση με ανθρώπινα υποκείμενα. Επομένως, η έρευνα αυτή θα γίνει όπως ακριβώς θα γινόταν σε αρχεία εφημερίδων και γενικότερα σε αρχεία δεδομένων. Με αυτή την οπτική συμφωνεί και ο Garlson (2008), ο οποίος συμπληρώνει ότι, εφόσον η μελέτη και η ανάλυση έχουν ως σημείο αναφοράς τα προσωπεία και όχι τα ίδια τα άτομα, τότε δεν υπάρχει κανένας περιορισμός στη χρήση τους.

Άλλοι ερευνητές ερμηνεύουν το διαδίκτυο όχι ως χώρο, αλλά ως ένα μέρος, όπου τα άτομα συγκεντρώνονται, για να συζητήσουν, να ανταλλάξουν και να μοιραστούν τις νόρμες και τα δικαιώματα που τους παραχωρούνται στο «χώρο» τους. Στο μέρος αυτό τα άτομα δεν δημοσιεύουν απλά κείμενα, βίντεο και εικόνες, δεν ανταλλάσσουν απλά απόψεις, αλλά μοιράζονται μία κοινή κουλτούρα. Είναι «κάτοικοι» ενός κόσμου, μίας κοινότητας, που οι ίδιοι κατασκεύασαν, με συγκεκριμένους κανόνες και νόρμες και που ο καθένας οφείλει να τηρεί.

Οι ερευνητές που αντιλαμβάνονται τους κόσμους αυτούς ως «κοινότητα», χρησιμοποιούν διαφορετικά κριτήρια στην ανάλυσή τους. Πιο συγκεκριμένα, η προσέγγισή τους περιλαμβάνει περισσότερο εθνογραφικά μεθοδολογικά εργαλεία και στοιχεία συμμετοχικής παρατήρησης. Η Steinkuehler (2007), αναφέρει ότι για την κατανόηση και την ερμηνεία των χώρων αυτών καθίσταται αναγκαία η συμμετοχή σε αυτούς. Άλλωστε, όπως υποστηρίζει ο Schutz, όταν κάποιος δεν ανήκει σε μία ομάδα ή δεν αισθάνεται μέλος της, είναι «ξένος», αυτό δεν βοηθάει να αντιληφθεί τον κώδικα επικοινωνίας, τους κανόνες και τις νόρμες που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορεί να ερμηνεύσει στάσεις, συμπεριφορές και αντιλήψεις. Κάθε κοινότητα δηλαδή, αναγνωρίζει τα δημώδη, προδομημένα, αυτονόητα χαρακτηριστικά της έσω-ομάδας. Το να μη γνωρίζεις αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σαν να μη γνωρίζεις το στόχο σου – δεν μπορείς να κάνεις το προφανές.

Μέσα από αυτές τις κοινότητες των κοινών χαρακτηριστικών διατάσσεται ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων και συμπεριφορών, που έχει ιδιαίτερη σημασία για όσους βρίσκονται σε αυτόν τον μικρόκοσμο. Υπάρχει μία έγκυρη μορφή εξουσίας, μία αυθεντία, για την οποία έχουν όλοι συμφωνήσει. Ο εικονικός κόσμος, δηλαδή, είναι ένα δίκτυο κοινωνικών σχέσεων, σημείων και συμβόλων, που έχουν τη δική τους νοηματοδοτική δομή, ένας μικρόκοσμος, όπου τα μέλη της κοινότητας συνδιαμορφώνουν τη δράση τους. Όπως στην καθημερινή ζωή, έτσι και εδώ οι άνθρωποι παράγουν νοήματα και πράξεις για την κοινωνική πραγματικότητα. Δημιουργείται μία συμβολοποίηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Η έρευνα απαιτεί τη μελέτη αυτή, της κατασκευής της κοινωνικής πραγματικότητας των ατόμων αυτών. Οι άνθρωποι ερμηνεύουν τις πράξεις τους και ο ερευνητής ερμηνεύει το νόημα που της δίνουν. Πρόκειται για μία διαδικασία παραγωγής και συγκρότησης της γνώσης.

Ο Jurgen Habermas (1971) χαρακτήρισε τους νέους αυτούς χώρους ως «το τρίτο μέρος» της ελεύθερης έκφρασης και εικονικής συζήτησης. Πιο συγκεκριμένα, υποστήριξε το ζωτικής σημασίας ρόλο της συνομιλίας και της επικοινωνίας στη συγκρότηση του δημόσιου χώρου. Ο Habermas ορίζει ως δημόσιο χώρο την περιοχή της κοινωνικής μας ζωής, στην οποία μπορεί να διαμορφωθεί και να διατυπωθεί οποιαδήποτε γνώμη. Η πρόσβαση στο δημόσιο χώρο είναι ανοικτή σε όλους τους πολίτες. Για τον Habermas (1971), ο δημόσιος χώρος είναι μία «χωροχρονική οντότητα, όπου οι πολίτες συγκεντρώνονται πραγματικά ελεύθερα και έχουν ανοιχτές πολιτικές συζητήσεις». Ο Gouldner (1976), συμφωνώντας με τον Habermas, τονίζει την ανάγκη για ένα καθαρισμένο, ασφαλές μέρος, μέσα στο οποίο μπορεί να επιτευχθεί η πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση για οτιδήποτε συμβαίνει. Ο Oldenburg (1991) υποστηρίζει ότι αυτό το «τρίτος μέρος» είναι το κλειδί για την κοινωνική δομή της κοινότητας, αφού βρίσκεται σε ουδέτερο έδαφος και εξυπηρετεί την επικοινωνία, την ελεύθερη έκφραση και την ανάδειξη της ανθρώπινης προσωπικότητας. Μέσα από τη συζήτηση του Habermas με άλλους θεωρητικούς είναι εμφανές ότι το ιδανικό μέρος για επικοινωνία, είναι αυτό που όλες οι φωνές μπορούν να ακουστούν με κάθε τρόπο, όπου μπορούν να εκφραστούν επιχειρήματα και ο χώρος όπου νικητής από μία διαφωνία αναδεικνύεται αυτός με το καλύτερο επιχείρημα (Nielson, 1990).

Για τους Gajjala (2008), Ktotoski (2006) & Steinkuehler (2007), εικονικός κόσμος δε σημαίνει ταυτόχρονα μη πραγματικός. Αντιμετωπίζουν τους συμμετέχοντες ως πραγματικά υποκείμενα, όπου οι λέξεις, οι δράσεις, οι σκέψεις τους αφορούν στην καθημερινότητά τους. Οι ίδιοι οι συμμετέχοντες μέσω των προσωπείων τους απεικονίζουν τον εαυτό τους, εκφράζουν την πραγματική τους συμπεριφορά και υποδύονται ρόλους που ίσως «κρύβουν» στην πραγματικότητα, γιατί δεν τους το επιτρέπουν οι συνθήκες. Πολλές ψυχολογικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι τα άτομα καθημερινά αναλαμβάνουν ρόλους και φοράνε διαφορετικά προσωπεία. Σε κάθε «παράσταση» υποδύονται ένα διαφορετικό ρόλο, όπου το παρασκήνιο διαφέρει από το προσκήνιο. Έτσι και στους εικονικούς κόσμους, το προσωπείο αποτελεί το «υπερεγώ» και το «εκείνο» (ένστικτα και ορμές) των ατόμων. Υιοθετούν στάσεις και συμπεριφορές, εκφράζουν απόψεις που διστάζουν στην αληθινή ζωή και τους το επιτρέπει η «κρυφή» τους ταυτότητα (Goffman, 2007).

Εκτός όμως από τις προσεγγίσεις που ενστερνίζονται οι ερευνητές, πρέπει να γίνει αναφορά στους κινδύνους και τα ρίσκα που αντιμετωπίζει η έρευνα ως διαδικασία, αλλά και το προϊόν της. Η δημοσίευση των δεδομένων μίας διαδικτυακής έρευνας συνήθως έχει άσχημες συνέπειες για τα υποκείμενα της έρευνας. Δημιουργείται η αίσθηση ότι υπάρχει έλλειψη σεβασμού στα προσωπικά δεδομένα και στην ιδιωτική τους ζωή. Άλλωστε, οι ίδιοι οι ερευνητές, αφού γίνουν μέλη της κοινότητας, αισθάνονται μία «ηθική δέσμευση» να την προστατέψουν. Ωστόσο, οι επιλογές τους καθορίζονται από τις διαφορετικές προτεραιότητες που θέτει ο καθένας. Η τάση προστατευτικότητας που δημιουργείται, σχετίζεται τόσο με τα μέλη της κοινότητας, δηλαδή με την παρουσίαση και δημοσίευση των αποτελεσμάτων, όσο και με τη διαδικασία συλλογής των δεδομένων αυτών, και αυτό, για να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία της κοινότητας και η μελλοντική πρόσβαση σε άλλους ερευνητές. Η συμμετοχική παρατήρηση, επομένως, δημιουργεί ερωτηματικά στους ερευνητές για την αντιπροσωπευτικότητα, την ιδιωτικότητα και τις ευθύνες που έχουν απέναντι στους ερωτώμενους και στις αρχές της έρευνας.

Αξιοσημείωτο είναι ότι τα άτομα δημιουργούν ένα κοινό χώρο, μία ομάδα, την οποία προστατεύουν από κάθε είδους απειλή. Σημαντικό για ένα ερευνητή είναι η ικανότητά του να είναι δημοφιλής, γνωστός και αρεστός, κάτοικος της κοινότητας και η ικανότητά του να «παίζει» σε προχωρημένο επίπεδο. Για παράδειγμα, σε παιχνίδια, όπως το Lineage, για να μπορεί κάποιος να προσεγγίσει πολλούς συμμετέχοντες, πρέπει να είναι στο επίπεδο 48 (ανώτερο επίπεδο 52), για να αποφύγει τον αποκλεισμό από τους συμμετέχοντες που είναι πιο πάνω. Είναι φανερό ότι πέρα από τις ενδοπροσωπικές ικανότητες απαιτούνται διαπροσωπικές δεξιότητες και αρκετός διαθέσιμος χρόνος για παιχνίδι. Εάν δεν αφιερώνει τον απαραίτητο για την κοινότητα χρόνο στο παιχνίδι, δεν θα μπορέσει να γίνει μέλος και συνεπώς να προσεγγίσει τα μέλη της (Steinkuehler, 2007). Παρομοίως, στο Second life, εκτός από το χρόνο είναι απαραίτητη η γνωριμία με τον χώρο. Το φύλο δεν έχει τόσο σημασία, όσο οι συνήθειες και το κοινωνικό «πράττειν». Ζητήματα όπως το ύψος και η ημερομηνία γέννησης, γίνονται θέμα συζήτησης και συνήθως σοβαρός λόγος στο να μην σε προσεγγίσει κανείς. Ο κάθε ερευνητής διαπραγματεύεται την εμπιστοσύνη και τον αλληλοσεβασμό, τα οποία κερδίζονται στο βαθμό που αποκτούν δεξιότητες και ικανότητες σε προχωρημένο επίπεδο και γίνονται δραστήρια μέλη. Άρα, ο χρόνος στο παιχνίδι αποτελεί μία σημαντική παράμετρο για τον ερευνητή.

Εξίσου βασικό εργαλείο για μία διαδικτυακή έρευνα είναι η γνωστοποίηση της έρευνας. Οποιαδήποτε έρευνα γίνει χωρίς τη λήψη συγκατάθεσης από τους ερωτώμενους για πολλούς ερευνητές θεωρείται αίτιο αποκοπής από τις εικονικές κοινότητες, συνεπάγεται μη δυνατότητα πραγματοποίησης άλλων ερευνών (Κrotoski, 2006). Γι’ αυτούς που επιλέγουν την επίσημη οδό, τα συμβαλλόμενα μέρη υπογράφουν συμφωνία για τη γνωστοποίηση της πραγματοποίησης έρευνας. Αυτό είναι εφικτό με ποικίλους τρόπους: μέσω της κοινοποίησης σε όλους τους συμμετέχοντες μίας ομάδας συζητήσεως ότι υπάρχει ένας ερευνητής που παρατηρεί και αξιολογεί συμπεριφορές και αντιδράσεις ή παίρνοντας άδεια από τον ιστότοπο για τη χρήση σήμανσης που δηλώνει ότι κάποιος παρακολουθεί τη συζήτηση, είτε μέσω της εταιρείας που αναλαμβάνει να το ανακοινώσει, είτε μέσω του προφίλ του ερευνητή, όπου αναγράφει λεπτομερώς την ιδιότητά του, είτε μέσω της δημιουργίας επίσημης ομάδας συζήτησης, την οποία ονομάζουν «ερευνητές» και συμμετέχουν όσοι επιθυμούν (Krotoski, 2006). Ένας άλλος τρόπος είναι η ανάρτηση ερωτηματολογίου με ανοιχτού ή κλειστού τύπου ερωτήσεις ή η ομαδική ή ατομική (αν πρόκειται για συνέντευξη) αποστολή του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Συνεπώς, η ειλικρίνεια αποτελεί για πολλούς ένα από τα ισχυρότερα όπλα ενός ερευνητή.

Ωστόσο, αυτό δημιουργεί πολλές επιπτώσεις στην αξιοπιστία της έρευνας. Τα άτομα αλλάζουν στάση, συμπεριφορά και αντιλήψεις μέσα από τη φυσική ή συμβολική πίεση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα πειράματα των Milgram και Asch, τα οποία έδειξαν πώς οι συνθήκες και οι παράγοντες μπορούν να κινητοποιήσουν το άτομο σε ανάλογη συμπεριφορά. Συνεπώς, η έρευνα οδηγείται σε λάθος συμπεράσματα. Επιπλέον, η λήψη συγκατάθεσης από όλους τους συμμετέχοντες καθίσταται δύσκολη, αν λάβει κανείς υπόψη του την ταχύτητα αλλαγής των συζητήσεων και των ομάδων.

Άλλοι θεωρούν ότι μπορούν χωρίς τη συμφωνία των χρηστών να χρησιμοποιήσουν τις καταγραφές, τους διαλόγους, τα κείμενα, τις συνεντεύξεις, που έτσι κι αλλιώς κυκλοφορούν ελεύθερα και δημόσια στο διαδίκτυο. Εξάλλου είναι γνωστό πως οτιδήποτε αποστέλλεται στο διαδίκτυο (εικόνα, ηλεκτρονική αλληλογραφία, κείμενα κλπ) ουσιαστικά τίθεται σε κοινή θέα (Kitchin, 2007. Eysenbach & Till, 2001). Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι, εφόσον τα έγγραφα αυτά δεν είναι προσπελάσιμα σε ανθρώπους, αλλά αναλύονται μόνο από κατάλληλα λογισμικά, δεν τίθεται κάποιος ιδιαίτερος περιορισμός δεοντολογίας. Ως διαθέσιμη για έρευνα πληροφορία χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε πληροφορία, η οποία είναι δημόσια και επίσημα καταχωρημένη, που δεν απαιτεί κωδικό πρόσβασης και όρους χρήσης και το περιεχόμενό της δεν είναι ευαίσθητο (Bruckman, 2002. Svenigsson, 2004). Πιο συγκεκριμένα, επειδή το ζήτημα του «ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου» είναι πολύπλοκο και απαιτεί βαθύτερη ανάλυση σύμφωνα με τους Eysenbach & Till (2001), ένας χώρος χαρακτηρίζεται δημόσιος ή ιδιωτικός, λαμβάνοντας υπόψη τρία δεδομένα: αν απαιτείται κάποια διαδικασία εγγραφής ως μέλος, τον πραγματικό αριθμό χρηστών και την παρουσίαση των προδιαγραφών, για να είναι ιδιωτικός. Για παράδειγμα, το copyright απαιτεί τη λήψη ειδικής άδειας για την αναπαραγωγή ενός βίντεο ή μίας εικόνας.

Είναι εμφανές ότι το ζήτημα της ιδιωτικότητας χρήζει ιδιαίτερης σημασίας, καθώς τα όρια μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας είναι θολά. Τα άτομα στα κοινωνικά δίκτυα τύπου facebook, myspace κλπ μπαίνουν σε μία διαδικασία επαναπροσδιορισμού και επαναδόμησης της ταυτότητάς τους, γεγονός που με τη σειρά του περιπλέκει και επαναπροσδιορίζει τα όρια μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας πραγματικότητας. Αυτή η επικάλυψη δημόσιου και ιδιωτικού μπορεί να γίνει αντιληπτή ως κάτι «δημόσια ιδιωτικό», όπου κάποιο άτομο δημοσιεύει κάποια συμπεριφορά του φανερώνοντας ταυτόχρονα και την πραγματική του ταυτότητα, ή «ιδιωτικά δημόσιου», όπου τα άτομα δημοσιεύουν μία συμπεριφορά χωρίς να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους. Όμως και στις δύο περιπτώσεις δεν είναι ξεκάθαρο ποια είναι υπέρ της δημοσιότητας ή της ιδιωτικότητας. Το διαδίκτυο, συνεπώς, κυρίως μέσω των κοινωνικών δικτύων, όπου τα άτομα διαμορφώνουν την προσωπική τους ταυτότητα και παρουσιάζουν αυτό που εκείνα επιλέγουν, διαφοροποιεί τον τρόπο διαχείρισης της ταυτότητας.

Τέλος, η ανεξάρτητη υποδομή και η διατήρηση της ανωνυμίας στο διαδίκτυο περιπλέκει περισσότερο τα πράγματα. Παράγοντες, όπως το φύλο, η φυλή, η ηλικία, που σε μία έρευνα στο φυσικό κόσμο θεωρούνται εύκολα προσβάσιμα, στο διαδίκτυο είναι αδύνατο να προσδιοριστούν. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα γενίκευσης των συμπερασμάτων τους. Επιπλέον, η ανωνυμία και η ψευδοπροσωπία δημιουργεί με τη σειρά της ηθικά διλήμματα. Αρκετοί ερευνητές θεωρούν ότι, εφόσον αποκρύπτουν/παραλλάσσουν τα ονόματα ή ψευδώνυμα των χρηστών, δεν μπορεί να εγερθεί κάποια δεοντολογική αντίρρηση. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι όλες οι υπηρεσίες chat/email/blog κλπ δηλώνουν ρητά στους όρους σύμβασης πως ο πάροχος συλλέγει ανώνυμα στατιστικά στοιχεία ή οικειοποιείται την πνευματική ιδιοκτησία των κειμένων/εικόνων κλπ, που διακινεί. Για παράδειγμα, το Gmail χρησιμοποιεί τους εξής όρους σύμβασης:

Διατηρείτε τα πνευματικά δικαιώματα και κάθε άλλο δικαίωμα, το οποίο ήδη κατέχετε επί του Περιεχομένου, το οποίο υποβάλλετε, αποστέλλετε ή προβάλλετε στις ή μέσω των Υπηρεσιών. Με την υποβολή, αποστολή ή προβολή του περιεχομένου παρέχετε στην Google μία συνεχή, αμετάκλητη, παγκόσμιας εμβέλειας, άνευ υποχρεώσεως καταβολής δικαιωμάτων, και μη αποκλειστική άδεια να αναπαράγει, προσαρμόζει, τροποποιεί, μεταφράζει, δημοσιεύει, εκτελεί ή προβάλλει δημοσίως και να διανέμει οποιοδήποτε Περιεχόμενο, το οποίο υποβάλλετε, αποστέλλεται ή προβάλλετε στις Υπηρεσίες, ή μέσω των Υπηρεσιών.

Μεγάλη συζήτηση σχετικά με τις πολιτικές αυτές έχει ανακύψει, εξαιτίας της πρόθεσης εταιρειών, όπως η Google, η Yahoo και η Microsoft, να μην απεμπολήσουν το δικαίωμά τους αυτό. Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό της Google, η οποία έναντι συναλλάγματος, αποκτά κάθε δικαίωμα διακίνησης ολόκληρων βιβλίων, που έχουν συγγραφικά δικαιώματα. Στο Project η Research Group (1993-1994), μετά από μακροχρόνιες διαβουλεύσεις συμφωνήθηκε ότι η συλλογή κοινωνικών δεδομένων από fora/chatrooms/κοινότητες, που δημοσιεύονται ανοιχτά, δεν απαιτεί τη συγκατάθεση των χρηστών. Συγκεκριμένα αποφασίστηκε ότι:

«Τα δημόσια δεδομένα και το περιεχόμενο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο είναι αυτό ακριβώς: δημόσιο. Η ανάλυσή τους, εφόσον αποκρύπτονται οι ταυτότητες των χρηστών, δεν υπόκεινται στους ίδιους περιορισμούς, όπως σε ανθρώπινα υποκείμενα. Είναι σαν να ζητούσαμε άδεια, για να αναλύσουμε γκράφιτι, επιτύμβιες στήλες ή δημοσιεύματα σε εφημερίδες. Τα δεδομένα στο διαδίκτυο μπορεί να είναι προσωπικά, αλλά όχι ιδιωτικά». Τα περισσότερα δεδομένα του διαδικτύου είναι ηθελημένες και ενσυνείδητες πράξεις επικοινωνίας ηθελημένα αναρτημένα για δημόσια προσπέλαση. Οι χρήστες των Facebook, Flickr, YouTube και MySpace δεν αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης αφού στην πραγματικότητα πρόκειται για συνειδητή επιλογή. Είναι εξίσου σύμμαχοι στο «μοίρασμα» περιεχομένου, στην ανοιχτή συζήτηση και στην πρόσβαση στην πληροφορία.

Όσο όμως η ψηφιακή τεχνολογία σπάει τα σύνορα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, δημιουργούνται νέες κοινωνικές συλλήψεις για τις παιδικές δραστηριότητες ως ξεχωριστό και προστατευόμενο όνομα χώρου (domain). Αν και τα παιδιά έχουν αποκλειστεί ολοκληρωτικά από τη συμμετοχή τους σε δραστηριότητες της δημόσιας σφαίρας -από το δικαίωμα ψήφου μέχρι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης- το Διαδίκτυο προσφέρει σε χρήστες όλων των ηλικιών δικαίωμα συμμετοχής σε δραστηριότητες όλων των ειδών. Περισσότερο από κάθε άλλη ομάδα ηλικιών, τα παιδιά και οι νέοι είναι πιο ευάλωτοι στα θετικά και αρνητικά του διαδικτύου, καθώς είναι πιο συχνοί χρήστες όλων των εργαλείων επικοινωνίας (chat, MSN), των κοινωνικών δικτύων, των online παιχνιδιών και της διασποράς αρχείων.

Η συμμετοχή των παιδιών σε τέτοιου είδους δραστηριότητες έχει δημιουργήσει νέες προκλήσεις για την οικογένεια, την κυβέρνηση, την ακαδημαϊκή κοινότητα και τους δημοσιογράφους. Η νεαρή τους ηλικία πολλές φορές δεν ενισχύει την ικανότητά τους να λαμβάνουν ορθές αποφάσεις και υπεύθυνες για το περιεχόμενο των ιστοσελίδων και των αλληλεπιδράσεων που επιλέγουν, ενώ δεν έχουν εξοπλιστεί με δεξιότητες και ικανότητες που να τους βοηθούν να διακρίνουν τα όρια δημόσιας και ιδιωτικής ζωής (Τurow, 2001). Τα παιδιά είναι επιρρεπή στην εξερεύνηση και ανακάλυψη νέων άγνωστων χώρων, με αποτέλεσμα να εκτίθενται εύκολα στους σκοτεινούς χώρους του διαδικτύου. Καθημερινά εμπλέκονται σε πολύπλοκες σχέσεις, εκ των οποίων οι περισσότερες προκύπτουν «πίσω από τις οθόνες». Πολλές από αυτές τις ιστοσελίδες προσφέρουν στα παιδιά διαφορετικές μορφές ψυχαγωγίας, συμμετοχή σε εικονικές κοινότητες και πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία τους ενδιαφέρει, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούν ως εργαλεία διαφήμισης και αγοράς (Seiter, 2004. Steeves & Kerr, 2005). Οι περισσότερες από τις πιο δημοφιλείς εμπορικές ιστοσελίδες για παιδιά, λειτουργούν αφενός ως μορφές διαδραστικής διαφήμισης και αφετέρου ως μέσο για έρευνα αγοράς, αφού τα μεγάλα ποσοστά πρόσβασης στο Διαδίκτυο επιτρέπουν τη συλλογή και καταγραφή προσωπικών πληροφοριών, απόψεων και σκέψεων των παιδιών (Kapur, 1999. Montgomery, 2000. Steeves, 2006).

Μετά από δημόσιες συζητήσεις σχετικά με την ιδιωτικότητα των δικτυακών αυτών τόπων, σε κάποιες χώρες, όπως ο Καναδάς και οι ΗΠΑ, αποφασίστηκε η επιβολή περιορισμών στη συλλογή προσωπικών πληροφοριών (όνομα, διεύθυνση, ταχυδρομικός κώδικας κ.λπ) από παιδιά. Παρόλα αυτά η έρευνα αγοράς δεν έπαψε να υφίσταται και οι χαλαρές ηθικές αξίες οδηγούν σε αμφιβολίες των ερευνητών για τις πρακτικές που θα ακολουθήσουν στη διαδικτυακή έρευνα αγοράς (Kapur, 1999. Klein, 2000. Montgomery, 2000. Linn, 2004. Seiter, 2004. Rushkoff, 2006. Nairn, 2006). Από σχετικές έρευνες και δημοσκοπήσεις, γνωστές ως « κουίζ προσωπικότητας», οι ιστοσελίδες που έχουν πρόσβαση τα παιδιά περιλαμβάνουν χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που επιτρέπουν την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των παιδιών και τη δημιουργία βάσεων δεδομένων. Μέσα από αυτές δημιουργούν συγκεντρωτικά στοιχεία και καταλήγουν σε λεπτομερείς εκθέσεις, που αφορούν την «τάση της νεολαίας» (Ghung & Grimes, 2005) και δίνουν σημαντικά στοιχεία για την παραγωγή και προώθηση καταναλωτικών αγαθών. Αυτές οι πρακτικές δημιουργούν ερωτήματα για τους ηθικούς περιορισμούς και την προστασία της ιδιωτικότητας των παιδιών (Grimes & Shade, 2005).

Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των ερευνών αυτών δεν δημοσιεύονται στο κοινό (Kline, 1993, Schor & Ford, 2007), ενώ μεγάλες εκθέσεις έρευνας αγοράς, που ενίοτε είναι διαθέσιμες, δεν αναφέρουν πολλά για τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, γεγονός που δεν βοηθάει ιδιαίτερα το έργο άλλων ερευνητών και δε συμβάλλει στην ενδυνάμωση της έρευνας. Συνήθως οι πανεπιστημιακοί που επιχειρούν έρευνες αγοράς για τις καταναλωτικές προτιμήσεις των παιδιών δεν καταφέρνουν να έχουν σαφή αποτελέσματα εξαιτίας της έλλειψης πρόσβασης στην πληροφορία και της έλλειψης ανατροφοδότησης από παρόμοιες έρευνες (feedback). Έτσι, αναλώνονται σε ανάλυση των ήδη δημοσιευμένων αναλύσεων (Klein, 1993), συμμετέχουν σε συνέδρια και παίρνουν συνεντεύξεις από επαγγελματίες, για να αποσπάσουν εμπορικά μυστικά (Klein, 2000. Schor, 2004. Rushkoff, 2006). Με την ένταξη των νέων τεχνικών της διαδικτυακής έρευνας, δόθηκαν νέες δυνατότητες άμεσης παρατήρησης, επιτρέποντάς τους να έχουν πρόσβαση σε όλες τις δραστηριότητες online.

Παρόλα αυτά, ούτε σε αυτό το πεδίο απουσιάζουν οι ηθικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο ερευνητής και οι δυσκολίες για την εξασφάλιση ηθικής και ξεκάθαρης έρευνας. Νέες έρευνες δείχνουν ότι τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να κατανοήσουν το ηλεκτρονικό επιχειρείν (Shade et al, 2004) και δεν κατανοούν πάντα τις επιπτώσεις της αποκάλυψης προσωπικών πληροφοριών στο διαδίκτυο (Turow, 2001). Άλλες έρευνες συμπληρώνουν ότι τα παιδιά σπάνια διαβάζουν τους όρους σύμβασης μίας ιστοσελίδας (Sandvig, 2000. Turow, 2001), τους οποίους χαρακτηρίζουν πολλούς και βαρετούς (Burkell et al, 2007). Άλλωστε, είναι αμφίβολο αν μπορούν να κατανοήσουν την ορολογία και το περιεχόμενο των πολιτικών (Funham, 1996. Cram, Ng & Jhaveri, 1996).

Όσον αφορά στη γονική συναίνεση, δεν υπάρχει κάτι που να αποδεικνύει ότι οι γονείς είναι ενήμεροι για τις δραστηριότητες των παιδιών τους στο διαδίκτυο, αλλά ακόμη και αν είναι, δεν υπάρχει κάτι που να τους διαβεβαιώνει ότι τα προσωπικά στοιχεία του παιδιού τους χρησιμοποιούνται για έρευνα (Turow, 2001). Εκτός όμως από τους γονείς, δεν υπάρχουν εξίσου στοιχεία, που να διαβεβαιώνουν τον ερευνητή ότι πρόκειται για τον «πραγματικό γονέα» που δίνει τη συγκατάθεση, καθώς, όπως υποστηρίζει ο Livingstone (2006), τα παιδιά δίνουν μεγάλη αξία στην ιδιωτική ζωή και συνήθως χρησιμοποιούν το διαδίκτυο, για να δημιουργήσουν ιδιωτικούς χώρους και να βιώσουν εμπειρίες, που σημαίνει ότι δεν επιτρέπουν στους γονείς τους να εισέλθουν στους χώρους αυτούς. Άλλωστε, το αίσθημα ελέγχου και η ελευθερία έκφρασης δεν εκδηλώνεται υπό την επίβλεψη των ενηλίκων. Παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα για το κατά πόσον οι γονείς και τα παιδιά ενημερώνονται πλήρως για τις ηθικές και νομικές λειτουργίες του διαδικτύου.

Στην προσπάθεια να κατασκευαστούν κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για την προστασία των παιδιών, ορίστηκαν κάποια «πρέπει». Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτά, η συλλογή δεδομένων δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στα μικρά παιδιά. Ωστόσο, δεν τέθηκαν κάποιοι συγκεκριμένοι νομικοί περιορισμοί. Για παράδειγμα, η Καναδέζικη επιχειρησιακή ένωση, δημιούργησε ένα κώδικα δεοντολογίας, στον οποίο έγραφε «οποιαδήποτε έρευνα έχει ως αντικείμενο παιδιά κάτω των 13 χρόνων, και είναι αναγκαία η συλλογή προσωπικών δεδομένων, απαιτεί τη γονική συναίνεση».

Όσον αφορά στις ακαδημαϊκές έρευνες, οι ηθικές πρακτικές σχετίζονται άμεσα με το περιεχόμενο και τις πηγές της έρευνας. Σε αυτές τις έρευνες τα κριτήρια είναι περισσότερο αυστηρά και περιεκτικά συγκριτικά με την έρευνα μίας επιχείρησης. Στην ακαδημαϊκή έρευνα η ενημέρωση για την πραγματοποίηση έρευνας και η λήψη συγκατάθεσης, όταν πρόκειται για ανθρώπινα υποκείμενα, πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη ενημερωμένης συγκατάθεσης είναι η πλήρης ενημέρωση από τον ερευνητή για τις μεθόδους, τους σκοπούς της έρευνας, τον τύπο των δεδομένων που συλλέγει και τον τρόπο χρήσης τους. Μία δεύτερη χρήση των δεδομένων είναι επιτρεπτή μόνο όταν τα προσωπικά στοιχεία παραμένουν ανώνυμα. Επομένως, σε έρευνες που εμπεριέχουν παιδιά είναι απαραίτητη η συγκατάθεση των γονέων, ακόμη και των ιδίων των ατόμων, καθώς, επίσης, και πρόσθετες προφυλάξεις και ηθική ευαισθητοποίηση. Σύμφωνα με τις ηθικές κατευθυντήριες γραμμές της Ένωσης των Ερευνητών του Διαδικτύου, ο ερευνητής οφείλει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη του ότι, όσο πιο ευπαθής είναι η ομάδα που μελετάει, τόσο περισσότερο υποχρεούται να την προστατέψει (Ess & AoIR, 2002).

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής οι περισσότερες έρευνες που έχουν ως αντικείμενο μελέτης τον άνθρωπο, ακολουθούν την έκθεση Belmont, η οποία συντάχθηκε το 1979 από την Εθνική Επιτροπή για την Προστασία Ανθρωπίνων Θεμάτων της Βιοϊατρικής και της Συμπεριφοριστικής έρευνας. Αυτή η έκθεση αναδεικνύει τις βασικές ηθικές αρχές που πρέπει να διέπουν κάθε έρευνα σχετική με ανθρώπινα υποκείμενα. Δύο βασικές αρχές είναι ο σεβασμός και η προστασία. Όσον αφορά στο σεβασμό, τα άτομα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αυτόνομα, που είναι ικανά να αποφασίζουν από μόνα τους για το αν θέλουν ή όχι να συμμετέχουν σε μία έρευνα. Αυτή η αρχή απευθύνεται μόνο σε έρευνες που έχουν να κάνουν με ανθρώπινα υποκείμενα. Επομένως, ένα ζήτημα που ανακύπτει είναι αν η έρευνά τους αφορά ανθρώπινα θέματα. Στο πλαίσιο αυτό καλούνται να απαντήσουν στα εξής ερωτήματα: 1. εάν υπάρχει κάποιο είδος αλληλεπίδρασης ή επέμβασης με ένα ζωντανό πρόσωπο εκτός από τον ερευνητή, 2. εάν θα χρησιμοποιηθούν στοιχεία ιδιωτικά, στοιχεία ή πληροφορίες σε μορφή συνδυάσιμη με το άτομο. Αν και αυτές οι οδηγίες μπορεί να αρκούν για την παραδοσιακή έρευνα, στη διαδικτυακή έρευνα δεν είναι τόσο εύκολα προσδιορίσιμες.

Αντίθετα, οι ερευνητές που ασχολούνται με το διαδίκτυο διαφωνούν, όπως προαναφέρθηκε, για το βαθμό κατά τον οποίο ο κυβερνοχώρος είναι ένας δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος, και για το βαθμό κατά τον οποίο οι επικοινωνίες παρέχουν δημόσιες ή ιδιωτικές πληροφορίες (Waskul & Douglass, 1996. Frankel & Siang, 1999. Mann & Stewart, 2000). Αυτοί οι βασικοί προσδιορισμοί είναι σημαντικοί στο να κατανοήσουν αν η έρευνα αφορά ανθρώπινα θέματα. Σε μια προσπάθεια εύρεσης απαντήσεων μελετήθηκαν κάποιες πτυχές. Οι προσωπικές αρχικές ιστοσελίδες, που δημοσιεύονται στον Παγκόσμιο Ιστό (WWW), δεν αποτελούν έρευνα ανθρώπινων θεμάτων υπό την παραδοσιακή έννοια, επειδή το περιεχόμενό τους δημοσιεύεται σκόπιμα σε ένα μεγάλο φόρουμ, το WWW. Εντούτοις, το ότι η μελέτη των αρχικών ιστοσελίδων δεν αποτελεί παραδοσιακά μελέτη ανθρωπίνων θεμάτων, απαραιτήτως δεν σημαίνει ότι οι ερευνητές μπορούν να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε πληροφορία απορρίπτοντας οποιαδήποτε ευθύνη, διότι οφείλουν να λάβουν υπόψη ότι δημιουργήθηκαν από πραγματικούς ανθρώπους.

Αντ’ αυτού, οι ερευνητές πρέπει να καθορίσουν το βαθμό κατά τον οποίο οι ηθικές αρχές που καθοδηγούν τις μελέτες των ανθρωπίνων θεμάτων, θα πρέπει να επεκταθούν στις εκδηλώσεις των πραγματικών ανθρώπων, δηλ. στην απευθείας σύνδεση επικοινωνία τους. Σε τελική ανάλυση, κάποιος δεν υπάρχει στον κυβερνοχώρο, έως ότου γράφεται κυριολεκτικά. Λόγω της απουσίας ενός φυσικού σώματος ή μιας ευδιάκριτης φωνής στην απευθείας σύνδεση έρευνα, οι ερευνητές μπαίνουν στον πειρασμό να δουν τα αυστηρά δεδομένα που έχουν κοινοποιήσει.

Ο King (1996), προσθέτει ότι οι πληροφορίες από μια οθόνη υπολογιστή είναι εύκολα καταγράψιμες. Είναι εύκολο για τους ερευνητές να μη δείξουν σεβασμό στους πραγματικούς ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από τη μελέτη τους. Οφείλουν να θυμούνται ότι πίσω από κάθε έρευνα κρύβεται ένας πραγματικός άνθρωπος. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι οι ερευνητές από τη φύση τους θεωρούν αυτό που μελετούν αντικείμενο και όχι υποκείμενο. Επίσης, δεν είναι εύκολο να προσωποποιήσουν τα υποκείμενα της έρευνάς τους, εφόσον πραγματικά δεν γνωρίζουν ποιοι κρύβονται από πίσω. Η τραγική ειρωνεία εδώ είναι ότι ο κυβερνοχώρος κατασκευάστηκε ως ο χώρος ελεύθερης έκφρασης και ειλικρίνειας, περισσότερο από τον κόσμο εκτός διαδικτύου. Άρα, με αυτά τα δεδομένα, οι ερευνητές προσπαθούν να συμφιλιώσουν την αυθεντικότητα των προσωπικών σελίδων με την άυλη φύση τους. Μη ξέροντας τίποτα για τους συντάκτες τους παραμένουν αποστασιοποιημένοι και γνωρίζουν μόνο όσα τους παρουσιάζουν, με αποτέλεσμα να προτιμούν να στηριχτούν στην αλήθεια- κοινοποιώντας το σκοπό τους- και λιγότερο στο βάρος της ευθύνης τους. Οι ερευνητές μάχονται την αυθεντικότητα, αλλά δεν ενισχύεται αυτή τους η προσπάθεια από το γεγονός ότι δεν έχουν την ίδια δυνατότητα να διαβάσουν το περιβάλλον ή τις συμπεριφορές ενός προσώπου.

Η ανικανότητα των ερευνητών να ελέγξουν τα γεγονότα είναι ένας από τους πολλούς και διαφορετικούς λόγους που μπορεί να μη λάβουν υπόψη τους τις ηθικές ευθύνες και δεσμεύσεις που απαιτεί η έρευνα. Όχι μόνο είναι δύσκολο να ελέγξουν την αυθεντικότητα μιας πληροφορίας, αλλά είναι επίσης δύσκολο, εάν όχι αδύνατο σε μερικές περιπτώσεις, να προσδιορίσουν την πραγματική ταυτότητα των συντακτών. Χωρίς γνώση αυτών των πληροφοριών, δεν μπορούν να οργανώσουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης. Ωστόσο, καλούνται να επιλέξουν μία οδό για την πραγματοποίηση της έρευνάς τους.

Στο σημείο αυτό έρχεται η άλλη αρχή, σύμφωνα με την οποία ο ερευνητής συμπεριφέρεται ηθικά σε ένα άτομο, όχι μόνο δείχνοντας σεβασμό στις αποφάσεις και τις επιθυμίες του, αλλά προστατεύοντάς το από το «κακό» και κάνοντας προσπάθειες εξασφάλισης της ευημερίας του. Η αρχή αυτή ουσιαστικά προστατεύει τα υποκείμενα της έρευνας, δείχνοντας πώς θα χρησιμοποιήσουν τα δεδομένα, ώστε να μην έχουν επιπτώσεις στα άτομα (Waskul & Douglass, 1996). Οι ερευνητές πρέπει όχι μόνο να σεβαστούν τις αποφάσεις των ανθρώπων και να τις προστατεύσουν από τη ζημιά, αλλά πρέπει, επίσης, να καταβάλουν προσπάθειες για να εξασφαλίσουν την προσωπική τους ευημερία.

Η τρίτη ηθική αρχή, που βρίσκεται στην έκθεση Belmont, είναι η «δικαιοσύνη.» Τα ζητήματα τα σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της δικαιοσύνης στη διαδικτυακή έρευνα προϋποθέτουν τον προσδιορισμό των κινδύνων και των οφελών της έρευνας, η ανωνυμία αυτών που συμμετέχουν, καθιστούν δύσκολη τη διανομή των ανταμοιβών (π.χ. μετρητά ή άλλα κίνητρα) (Frankel & Siang, 1999). Η «ψηφιακή διαίρεση», στην οποία η πρόσβαση στους υπολογιστές εξαρτάται από τους κοινωνικοοικονομικούς και περιβαλλοντικούς πόρους (Krumme, n.d.), είναι ένα θέμα της συζήτησης από την αρχή εμφάνισης του διαδικτύου. Μπορεί να υποστηριχτεί ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πρόσβαση Διαδίκτυο στο σπίτι τους, στις βιβλιοθήκες, και τα σχολεία (Μartin, 2003). Εντούτοις, η ψηφιακή διαίρεση μπορεί να οριστεί καταλληλότερα ως «ψηφιακή ανισότητα», που αναφέρεται στη διαφορά μεταξύ εκείνων που έχουν πλήρη πρόσβαση και έχουν εκπαιδευτεί στις λειτουργίες του διαδικτύου, και εκείνων που έχουν περιορισμένη πρόσβαση (Hargittai, 2003). Στην πραγματικότητα, πολλά άτομα στις ΗΠΑ, όπως οι παλαιότεροι ενήλικοι, δεν χρησιμοποιούν το διαδίκτυο. Η εκτίμηση της δικαιοσύνης επικαλείται τα ζητήματα του αποκλεισμού, καθώς επίσης και του συνυπολογισμού ενός ερευνητικού συμμετέχοντος. Αυτή η αρχή είναι σημαντική, αν πρόκειται να γενικευτούν τα συμπεράσματα μιας έρευνας.

Συμπερασματικά, είναι εμφανές πως η εφαρμογή του ηθικά σωστού δεν είναι πάντοτε εφικτή. Η απουσία λύσεων βοηθάει στη συνειδητοποίηση της σύνθετης κατάστασης που τίθεται από την διαδικτυακή έρευνα. Η χρησιμότητα του διαδικτύου και ο αυξανόμενος αριθμός μελετών δικαιολογεί την αυξημένη ανάγκη για περισσότερο διάλογο και εύρεση λύσεων. Σε μία έρευνα, λοιπόν, στο διαδίκτυο οι ερευνητές πρέπει να είναι ευαίσθητοι στη χρήση πληροφοριών, ιδιαίτερα αν η ομάδα που μελετούν είναι υψηλού κινδύνου. Οφείλουν να εξετάζουν κάθε φορά το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται. Δηλαδή, να προσδιορίσουν αν πρόκειται για ιστολόγιο, δωμάτιο συζητήσεων κ.λπ και να προσδιορίσουν εξίσου τη φύση της πληροφορίας. Επιπλέον, σημαντικό σε μία διαδικτυακή έρευνα είναι η ανωνυμία. Παρέχεται το πραγματικό όνομα; Πολλές έρευνες, για παράδειγμα, έχουν δείξει ότι πολλοί έφηβοι χρησιμοποιούν πραγματικά ονόματα, διευθύνσεις και ηλικίες (Stern, 2003). Ένα άλλο σημείο που πρέπει να προσέξουν είναι η επικαιρότητα μιας πληροφορίας. Συνήθως, οι αρχικές ιστοσελίδες ενημερώνονται συνεχώς, αλλά υπάρχουν και έγγραφα τα οποία είναι άθικτα για πολύ καιρό. Αυτό, βέβαια, δεν αποτελεί πρόβλημα, διότι η χρήση κατάλληλων συνδέσμων επιτρέπει τον καθορισμό της τελευταίας ενημέρωσης μίας ιστοσελίδας.

Συνοψίζοντας

Επειδή η διαδικτυακή επιστημονική έρευνα θα λαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις θα πρέπει να τεθούν υπό συζήτηση τα ακόλουθα δεοντολογικά ζητήματα.

- Ποια είναι τα όρια της έρευνας στο διαδίκτυο και κατά πόσο πρέπει να υπάρχει γραπτή συναίνεση, τόσο στις περιπτώσεις των πειραμάτων και των δημοσκοπήσεων, όσο κατά την παρατήρηση.

- Δεδομένου ότι στη διαδικτυακή έρευνα είναι δυνατόν να συμμετέχουν άτομα από όλον τον κόσμο, οι ερευνητές πρέπει να είναι πολιτισμικά ενήμεροι και ευέλικτοι, επειδή η πολυπολιτισμική προσέγγιση αλλάζει άρδην τα μέχρι τώρα ευρήματα των παραδοσιακών ερευνών.

- Χρειάζεται αυξημένη ευαισθητοποίηση των ερευνητών στην μεταβαλλόμενη έννοια των εικονικών κοινοτήτων, στη σημασία της διαδικτυακής ταυτότητας του χρήστη, καθώς και στις πολλαπλές τεχνολογίες και μέσα, που χρησιμοποιούνται στο διαδίκτυο.

- Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κουλτούρα των κοινωνικών μορφωμάτων, που αναπτύσσονται στο διαδίκτυο και οι κανόνες δεοντολογίας, που έχουν ήδη θεσπιστεί από τα μέλη τους.

- Οι χώρες και οι διεθνής οργανισμοί οφείλουν να θεσπίσουν το αρμόζον νομικό πλαίσιο, το οποίο δέον να καταγγέλλει φαινόμενα λογοκρισίας.

- Οι ερευνητές πρέπει να συμφωνήσουν σχετικά με το τι θεωρείται δημόσιος και ιδιωτικός χώρος στο διαδίκτυο. Ο κλασικός ορισμός που αναφέρει ότι στην έρευνα περιλαμβάνεται η αλληλεπίδραση ενός ερευνητή/φοιτητή με ένα αληθινό πρόσωπο, που δρα, κρίνει, αποφασίζει, πλέον είναι ανεπαρκής. Ήδη ρομπότ και εξειδικευμένες μηχανές αναζήτησης σαρώνουν την ηλεκτρονική αλληλογραφία και τους τόπους που επισκέφτηκε ο χρήστης, για να εκμεταλλευτούν – ουσιαστικά εν αγνοία του – δεδομένα για διαφημιστικούς (ή/και πολιτικούς) σκοπούς. Τα κινητά τηλέφωνα δίνουν ανάλογα γεωγραφικά στοιχεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: