Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Η Ιφιγένεια των Χριστουγέννων

Η Ιφιγένεια των Χριστουγέννων
Στράτος Παπάνης, Ακαδημία των Πολιτών

Πόσο πιο αμετάκλητοι οι αποχωρισμοί και σπαρακτικά τα ανταμώματα στα νησιά. Έτσι τα θέλει η θάλασσα κι ο ανατολικός ουρανός, που με ανερμήνευτο πείσμα διαμελίζουν, όσα κάποτε για πάντα θα ενώσουν.
Κι είναι τα πλοία της φυγής, κάποια θλιβερά σκοτεινά απογεύματα, μαντατοφόροι αργοί, στιγμές που παγώνουν στη σκέψη, και τοπία που ακινητούν, μέχρι να ξεριζωθούν, για να τα κουβαλήσεις στην πνιγηρή καμπίνα και στην ψυχή σου.
Μαζί με όλα τα Χριστούγεννα, που έζησες σε αιολικές, αθάνατες στεριές, με καμπάνες ορθρινές να διαλαλούν χαρές που δεν λογάριαζες πως θα χάσεις και που, σαν θα είναι πια αργά, θα αντάλλαζες με όλες τις εμπειρίες της οικουμένης.
Είναι οι αποχωρισμοί στα νησιά σαν το ξερίζωμα από την αιώνια μήτρα.
Μαντήλια σε λιμάνια βρωμισμένα κουνούν οι πολύτιμοι πεθαμένοι της καρδιάς σου, εκείνοι που σε εποχές παλιές κεντούσαν τη μοίρα σου, και ορμήνευαν τους εξάντες, χωρίς κάν να καταλάβεις, μές στης ζωής την έπαρση και στης νεότητας τον ξεσηκωμό, πως κάθε σου βήμα είχε τελεσίδικα προαποφασιστεί από αυτούς.
Και καθώς το καράβι φεγγοβολά τα δειλινά της απαγχονισμένης Μικρασίας και οι γλάροι το προδίδουν κρώζοντας ένα τσακισμένο αντίο, αισθάνεσαι πως πορεύεσαι ολοένα και μακρύτερα από την πολυπόθητη ανέσπερη γη, που η γνώση σου υποσχέθηκε. Τα φώτα απέναντι δεν είναι το Αιβαλί και η Σμύρνη, αλλά οι χίμαιρες που αθέλητα σε λάγνεψαν και σε έπεισαν πως το ασήμαντο μπορεί να προφασιστεί κάθε μεγαλείο.
Βγαίνεις έντρομος στο υγρό κατάστρωμα, παραμερίζεις τα σκουπίδια και τα πεταμένα αποτσίγαρα, ξορκίζεις τον ψυχρό αγέρα, και ρωτάς το μοναχικό συνεπιβάτη, που ατενίζει τα μάκρη, αν άκουσε για την Ιφιγένεια της καρδιάς σου κι αν θυμάται τις σπονδές στους βωμούς της. Και ενώ η αλμύρα πυρακτώνει τα χείλη και η Άρκτος θωπεύει τους ορίζοντες, αναλογίζεσαι πως κίνησες για το μακρύ ταξίδι, δίχως να θυσιάσεις τίποτα, χωρίς να φοβηθείς τους Ποσειδώνες και τα στοιχειά της θάλασσας. Κοιτάς πίσω και νιώθεις το αυλάκι της προπέλας να εξαφανίζεται με τα πανάρχαια σκαριά, που χάραξαν τα νερά του Αιγαίου. Από τα βάθη αναδύονται όλα όσα λάτρεψες και σε καλούν να τα ακολουθήσεις.
Και τότε πια καταλαβαίνεις, πως αν κάτι σου έμεινε, την ώρα που το κύμα εξαργυρώνει την οργή του στην απόκοσμη πλώρη, που σε οδηγεί στον όλεθρο, είναι η λιγοστή πίστη. Όση μάζεψες, μαζί με λίγο βασιλικό και θυμάρι, σε ένα απόκρυφο εκκλησάκι στη Λέσβο, όταν ήσουν παιδί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: