Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

ΛΙΜΗΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ


Λιμήν Πειραιώς
Ευστράτιος Παπάνης, Ακαδημία των Πολιτών

Μπουλούκια οι επιβάτες από τη Μυτιλήνη και τη Χίο δώσαμε αγώνα για μια θέση στο εσωτερικό λεωφορείο από το πλοίο μέχρι τον ηλεκτρικό του Πειραιά. Οι γνωστοί ταξιτζήδες -αλιείς θυμάτων καιροφυλακτούν έξω από την καφετέρια του λιμανιού. Οι ίδιοι που λυμαίνονται τα αεροδρόμια και τους σταθμούς των τραίνων. Με τα χρόνια έμαθα να τους συμπαθώ, ως παρένθεση γραφική του κατάπλου. Η πρώτη εικόνα της Ελλάδας και της πρωτεύουσας -επιτομή της αυθαιρεσίας και της αγένειας.
Μουτρωμένος κι ο οδηγός του λεωφορείου, με τα μάτια πρησμένα από μια ενδεχόμενη νυχτερινή κρεββατομουρμούρα, έτοιμος να ξεσπάσει στους συμπατριώτες μου, που σπρώχνουν, φωνασκούν, κουβαλούν ψάρια, μεταφέρουν τενεκέδες λάδι και τοποθετούν βαλίτσες στα πόδια των ξαφνιασμένων. Μυρίζουν ακόμα Αιγαίο και τρικυμία, καθώς προσπαθούν να ξεχάσουν τον πόνο από τον οδυνηρό ύπνο στην άβολη, αλλά αριθμημένη θέση στο κατάστρωμα.
Πειραιάς, είκονα τριτοκοσμική για τους αμύητους, μαγική για τους φαντάρους, εξωπραγματική για τους πακιστανούς και χαοτική για τους βιαστικούς επαρχιώτες, που σπεύδουν να αξιοποιήσουν τους γνώριμους, τους γνώστες, τους φίλους, τους παλιούς ξενιτεμένους στους μαιάνδρους του λεκανοπεδίου. Προφορές αιολικές καμουφλάρονται πίσω από την εκφυλισμένη νεοελληνική κοινή, που μόνο στην Αθήνα με το στανιό μιλιέται και βιάζεται. Όμως, δύσκολο να κρυφτεί το λιου της ελιάς και το νιι της Μυτιλήνης.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει, είκοσι πέντε χρόνια μετά, που ανασφαλής και έκθαμβος φοιτητής κατέβαινα την απότομη σκάλα του σαπιοκάραβου, εξ Αγιάσου ορμώμενος. 
Οι μόνοι που βρίσκονται στο στοιχείο τους οι ορδές των γύφτων ή των τσιγγάνων, όπως πρέπει να γράφω, για να είμαι πολιτικά ορθός. Σαν τους συναδέλφους μου στα Πανεπιστήμια, που θεωρούν πως, αν πουν τον καρκίνο νεοπλασία και τα ειδικά παιδιά, ανάπηρα, έχουν συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους. Οι καιροί με δίδαξαν πως πολύ περισσότερη αυθεντικότητα και αλήθεια βρίσκει κανείς στα στίφη των περίεργων τύπων του λιμανιού, παρά στα sessions των επιστημονικών συνεδρίων και των ακριβών δεξιώσεων.
Ένας άνεργος, πλην φέρελπις σκηνοθέτης με καρό μπουφάν, πράσινο παντελόνι, φουλάρι και τατουάζ συζητά για το νέο του ντοκυμαντέρ και μέμφεται το κράτος, που εξαθλιώνει τους καλλιτέχνες. Πεισματικά, οι Αλβανοί με το έντονο συρριστικό σ στην ομιλία παραγγέλνουν καφέ, ξενυχτισμένες πόρνες αποχαιρετούν  φιλήδονους πελάτες, το τραίνο πληρούται με αγέλαστα πρόσωπα, εισιτήρια και ελπίδες ακυρώνονται, οι σχιζοφρενείς συνομιλούν με φανταστικούς τιμητές, ξεκληρισμένοι γιάπις τους συναγωνίζονται με hands free και η μέρα ξεκινά, απαράλλακτη, δυνατή, άγρια, πέρα και πάνω από κρίσεις, πέρα και πάνω από την ατομικότητα. Η σερβιτόρα μου εκμυστηρεύεται πως τον Ιούνιο θα πάρει πτυχίο και θα φύγει από τη βρωμοδουλειά και οι επαίτες εποφθαλμιούν τα ρέστα μου.
Κρύβουν τόσο κάλλος οι άνθρωποι, ακόμα και μέσα στις καθημερινές κουτοπονηριές και μικροπρέπειες, που απορώ πώς επιτρέπουν σε εξουσίες να ασχημονούν και να σκευωρούν εναντίον της ευτυχίας, που με το σταγονόμετρο τους δίνεται. 
Είκοσι πέντε χρόνια μετά στο ίδιο μεγάλο λιμάνι της Μεσογείου και κείτομαι ήδη νεκρός πάνω σε μερικούς στίχους του Καββαδία. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: