Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Στο ξεψύχισμα του Αυγούστου

Στο ξεψύχισμα του Αυγούστου
Ευστράτιος Παπάνης, Ακαδημία των Πολιτών
Σε τούτα τα σπίτια δεν ήταν ο άνεμος, που ξέβαφε το χρώμα ούτε η βροχή, καθώς χάραζε ανεξίτηλα καφέ ρυάκια στους ασβέστες και στους τοίχους. Από τα κεραμίδια μέχρι τη ρίζα της πόρτας σα δάκρυ στάλαζε η φθορά. Μπροστά φύτρωναν αφρόντιστα λουλούδια και σύδεντρα. Ψήλωναν και περιπλέκονταν να φράξουν την είσοδο, να μη μπει η χαρά και η λύπη.  Έντομα και αράχνες διεκδικούσαν απρόσκλητα το μερτικό τους, στα μπαούλα με τα κεντήματα, στο εικονοστάσι με το βλέμμα της Παναγίας, στα λόγια που είχαν ειπωθεί, σε κάθε πολύτιμο, που εξέπιπτε, γιατί κανείς δε βρισκόταν να καταλάβει την αξία του.  
Μήτε καν οι  χειμώνες δεν αποτολμούσαν τόση βεβήλωση. Αγριεμένοι ξεπάτωναν τα δοκάρια, χαλάρωναν τους αρμούς, έσειαν τα θεμέλια.  Σκάλιζαν τις παγωνιές τους, όπως ο χρόνος τις ρυτίδες:  Κάθε τόσο θώπευε τα μέτωπα τους και τους πλάνευε με το ξεψύχισμα της ώρας-θα περάσει κι αυτό.  Εκείνοι έπαιρναν για παρηγοριά το απαλό το χάδι. Και δεν έβλεπαν πως έτσι έκλεβε τη μνήμη των καλών και των κακών, που τους έκανε ανθρώπους και μόλευε τη γεύση των περασμένων, το μόνο που τους είχε απομείνει.
Από τα σπίτια αυτά είχε περάσει ο θάνατος.
Η δόξα η αλλοτινή είχε πάρει τη μυρωδιά της κλειδωμένης ανάμνησης. Και ξαφνικά, ενώ άνοιγες την πόρτα, μετά από τόσο διάστημα, φτερούγισε και σε περιέλουσε και εμπότισε τις ανάσες σου, μέχρι που έγινε λυγμός και ανέστησε την ψυχή σου. Ήταν η λαμπρή εκείνη αύρα,  που ανθίζει στην ποίηση και στις γιορτές και στους καημούς των απλών ανθρώπων και στα παιχνίδια των παιδιών, που δε διηγείται μεγαλεία, αλλά σιγοτραγουδά τη μεγαλοσύνη των ασήμαντων και την απεραντοσύνη των ταπεινών.
Η σκάλα αντήχησε το φοβισμένο σου βήμα, επειδή εκεί μέσα καιροφυλαχτούσε το μικρό κοριτσάκι, που αρνήθηκες, για να υποκριθείς την ενηλικίωση και να συναινέσεις στις συμβάσεις, που σε έκαναν αποδεκτή. Στο τζάκι επάνω, στα διαζώματα, στους τοίχους φωτογραφίες, σαν αυτές που στόλιζαν τις ξεχωριστές στιγμές, στιγμιότυπα και σκιές που έμειναν, για να θυμίζουν τη λεηλασία του χάρου. Εκεί ήσουν πέντε χρονών στα γόνατα του παππού, εδώ η πρώτη σου παρέλαση, το σχολείο, ο γάμος των γονιών. Πιο πολύ και από το τέλος πονά η προδοσία, που το προξένησε.
Πόζες αλλόκοτες, μόδες λησμονημένες, σκηνές από πανηγύρια, το στρατό, με συγγενείς, από ταξίδια. Όλοι τόσο απόκοσμα νέοι και χαμογελαστοί. Όλοι τόσο ανίδεοι, τόσο τρωτοί στο μέλλον, που τους επιφυλάχθηκε. Και συ το γνωρίζεις καλά, γιατί έγινε μοίρα και ενσαρκώθηκε και καθόρισε τις επιλογές σου.
Αόρατα τα νήματα που δένουν τις γενιές. Καθάρια η ματιά όσων τα βλέπουν και τα τιμούν, γιατί έτσι καταλαβαίνουν πως ό,τι μοιάζει με αιτία, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια λεπτομέρεια, που προετοιμάζει το σκοπό.
Κι έρχεται πάντα η ώρα η βλοσυρή, που θα περιδιαβούμε στα ερειπωμένα σπίτια του βίου μας, εκεί που κάποτε ξαπόσταιναν οι ελπίδες, οι αγαπημένοι και τα όνειρα και θα κρατήσουμε τρέμοντας τις φωτογραφίες τους, άλλοτε χαρούμενοι γιατί τους μοιάζουμε κι άλλοτε με δέος , επειδή δεν αναγνωρίζουμε τη μορφή μας, που απεικονίζουν.

Έκλεισες πίσω σου την πόρτα και τη λύτρωση, τη στιγμή που ο Αύγουστος συνωμοτούσε με τα πρώτα σκοτάδια. Οι μέρες άρχιζαν πάλι να μικραίνουν, όπως οι εναλλακτικές σου..

Δεν υπάρχουν σχόλια: