Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2007

Κοινωνικό κεφάλαιο και Νέα Οικονομία

Ευστράτιος Παπάνης

Πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες διερεύνησαν την προοπτική ενίσχυσης του κοινωνικού κεφαλαίου μέσω κρατικών φορέων και προγραμμάτων σε περιοχές και τομείς, που αυτό είναι ανεπαρκές (Putman, 1993, Potapchunk et al, 1997, Evans,1996, Skocpol,1996, Warner,1999). Παρεμβατικές πολιτικές στην Ιταλία κατέληξαν σε απογοητευτικά αποτελέσματα, συνάδοντας έτσι με τη ρήση του Durkheim ότι η μεταβολή της κοινωνικής δομής χαρακτηρίζεται από βραδύτητα λόγω αντίστασης, παγίωσης αντιλήψεων και στάσεων συμπεριφοράς. Επιπλέον, πολλές προσπάθειες έπεσαν στο κενό, επειδή δεν έλαβαν υπόψη το κόστος και τη διαφορετική προσέγγιση που απαιτεί η εκάστοτε προϋπάρχουσα κοινωνική δομή, η οποία σε τοπικό επίπεδο μπορεί ριζικά να διαφέρει από την κυρίαρχη διαστρωμάτωση σε επίπεδο κράτους, ανάλογα με το ρυθμό ανάπτυξης και εξέλιξης. Έτσι δεν έγινε διάκριση ανάμεσα στον οριζόντιο (έμφαση σε δημοκρατικές διαδικασίες και συνθήκες ισονομίας) και κάθετο τύπο (προστατευτισμός, ελεγχόμενα δίκτυα) κοινωνικού κεφαλαίου και δεν δόθηκε η δέουσα σημασία στη διαπίστωση των Coleman (1988), Bourdieu (1986) και Putman (1993) ότι σε επίπεδο κοινότητας δεν έχουν τόση σημασία τα ατομικά δίκτυα, όσο τα ενδοσυστημικά, η ποιότητα των σχέσεών τους και το είδος της εφαρμοσμένης κυβερνητικής πολιτικής (Woolcock, 1998). Το ισχυρό κοινωνικό κεφάλαιο δημιουργεί την κατάλληλη υποδομή, η οποία μπορεί να υποβοηθήσει τις επίσημες και ανεπίσημες διαδικασίες λήψης αποφάσεων και να ενδυναμώσει τη συμμετοχή στα κοινά (Potapchuck et al., 1997).
Κανένας από τους παραπάνω ορισμούς του κοινωνικού κεφαλαίου δεν μπορεί να εξαντλήσει τα απεριόριστα χαρακτηριστικά που εντάσσονται στην ευρύτατη αυτή έννοια. Επίσης κανένας από τους παραπάνω θεωρητικούς δεν εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να γίνει εφικτή η εφαρμογή τους σε πραγματικό επίπεδο, αλλά και με ποιο τρόπο τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν επακριβώς να προσδιοριστούν και να συσχετιστούν με το κοινωνικό κεφάλαιο. Αν θεωρήσουμε ότι τα κοινωνικά δίκτυα είναι ένα μέσο πρόσβασης σε πόρους και ότι η εκμετάλλευσή τους παραπέμπει σε πιο ευέλικτες μορφές κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης, τότε είναι δύσκολο να αγνοηθούν οι άτυπες μορφές προσωπικών και κοινωνικών δικτύων, που στην πλειοψηφία τους είναι ο ασαφής εκείνος παράγοντας που προδιαθέτει για την ευημερία μιας κοινότητας. Όμως, σύμφωνα με τον Putnam (1993,1995, 2000), η ραγδαία ανάπτυξη των τεχνολογικών μέσων, η αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος και ο επακόλουθος ατομικισμός συντέλεσαν στην αποδυνάμωση του κοινωνικού και προσωπικού κεφαλαίου, στην εξασθένηση των ατομικών και άτυπων δικτύων και τέλος υπό την επήρεια της τηλεόρασης, του διαδικτύου και της έλλειψης χρόνου, σε πολιτική απάθεια και αποξένωση. Επιπλέον, η αξιοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου εμπεριέχει και τον κίνδυνο του αποκλεισμού διαφόρων ομάδων από αυτό. Για να είναι πλήρης η εξέταση των κοινωνικών δικτύων, απαραιτήτως πρέπει να αναλυθούν και τα ‘ μη δίκτυα’, δηλαδή όλες οι διασυνδέσεις που για κάποιους λόγους δεν έχουν εθελουσίως ή ακουσίως ενεργοποιηθεί.
Η ανάπτυξη του κοινωνικού κεφαλαίου σε περιφερειακές περιοχές, όπως είναι η Αγιάσος, πρέπει να θεμελιωθεί σε πυλώνες που έχουν ως εφαλτήριο τις παραδοσιακές αρχές της φιλίας και της εμπιστοσύνης. Είναι αποδεκτό ότι χαλαροί προσωπικοί και κοινοτικοί δεσμοί οδηγούν σε πενιχρές απολαβές (Granovetter, 1973). Οι ισχυροί δεσμοί, που πατροπαράδοτα επικρατούν σε απομονωμένες κοινωνίες, δεν εξασφαλίζουν μόνο εργασιακές διευκολύνσεις στους κατοίκους, αλλά διασφαλίζουν και οριοθετούν την πολιτισμική τους ταυτότητα και συνοχή.
Κομβικό σημείο στην ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου σε παραδοσιακές και μειονεκτούσες περιοχές αποτελεί ο όρος αμοιβαιότητα, δηλαδή η κοινωνικο-οικονομικο-πολιτική ανταποδοτικότητα, η οποία στηρίζεται κυρίως στη μάθηση μέσω των οικογενειακών δεσμών. Στο πλαίσιο της οικογένειας αναπτύσσεται ένα αλληλοϋποστηρικτικό σύστημα τόσο σε υλικό, όσο και σε ηθικό – συναισθηματικό επίπεδο, το οποίο συνθέτει παραδειγματικές σχέσεις, οι οποίες κάλλιστα μπορούν να αναχθούν σε επίπεδο κοινότητας. Και σ’ αυτά όμως τα φορτισμένα δίκτυα ελλοχεύει ο κίνδυνος της περιχαράκωσης και του απομονωτισμού, όταν η ανάπτυξη στηριχθεί μόνο σε αυτά. Η δυσκολία αναγωγής από το μικρο-κοινωνιολογικό σε μακρο-κοινωνιολογικό επίπεδο θέτει εν αμφιβόλω τις κρατικές πολιτικές παρέμβασης σε περιοχές με ακμάζοντα οικογενειοκρατικά περιβάλλοντα, εφόσον ο ορίζοντας των επενδύσεων περιορίζεται σε πενιχρό εύρος, στερείται δημιουργικότητας και ενδεχομένως να απευθύνεται σε άτομα με κοντόφθαλμες και βραχυπρόθεσμες προοπτικές. Η δημιουργία δικτύων δεν αποτελεί φυσική διαδικασία (Bourdieu, 1986) και επομένως η εδραίωσή της απαιτεί κόστος και ασαφή προσδοκώμενα οφέλη. Εάν δεν συσχετισθεί ταυτόχρονα με μελέτη του ανθρώπινου, του οικονομικού και του πολιτισμικού κεφαλαίου ενός τόπου και εάν δεν διασαφηθεί επακριβώς η δυνατότητα αμοιβαιότητας και ανταποδοτικών κερδών, τα αποτελέσματα θα είναι δυσοίωνα.
Η ευόδωση της ανάπτυξης τοπικού κοινωνικού κεφαλαίου προϋποθέτει αναντίρρητα την ‘αυτονομία’ των περιφερειακών παραγόντων και τη ‘συνδεσιμότητά’ τους με το γενικότερο πλαίσιο πολιτικών δράσεων. Η πρώτη έννοια αναφέρεται κατά τον Evans ( 1995, 1996) στην αναγκαιότητα αποδοχής από το επίσημο κράτος της ελευθερίας κινήσεων και πρωτοβουλιών των τοπικών αρχών, οι οποίες κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αποκτήσουν αίσθηση ταυτότητας, κοινωνικής, γεωγραφικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και, εκμεταλλευόμενες τη γνώση των προβλημάτων της περιοχής τους, θα αξιοποιήσουν στο έπακρο τις προσφερόμενες ευκαιρίες.
Ο όρος «συνδεσιμότητα» αναφέρεται στους δεσμούς του τοπικού κοινωνικού κεφαλαίου με ευρύτερες κρατικές, γεωγραφικές, οικονομικές και πολιτικές δομές (κάθετη συνδεσιμότητα) και στην ενοποίηση του εκάστοτε περιφερειακού δυναμικού και υποσυστημάτων (οριζόντια συνδεσιμότητα) για την απρόσκοπτη διαχείριση των πόρων (Granovetter, 1973). Το κράτος πρέπει να μεριμνά, ώστε να γεφυρώνονται οι αντινομίες όλων των εμπλεκόμενων τοπικών φορέων και να αμβλύνονται οι αντιξοότητες στην επικοινωνία τους (Warner et al., 1997). Σε ατομικό επίπεδο η επέκταση αυτή των προσωπικών δικτύων ενισχύεται από την αλληλεπίδραση μέσω του σχολείου και της εργασίας, ενώ σε επίπεδο κοινότητας πρέπει να τονωθεί μέσω πολιτικών και πολιτισμικών δραστηριοτήτων (Warner et al., 1999).
Οι ερευνητές ερίζουν για την ικανότητα του κράτους να δημιουργεί τοπικό κοινωνικό κεφάλαιο. Οι Entzioni (1993) και Fukuyama (1995) θεωρούν ότι το κράτος είναι φύσει αδύνατο να συνεισφέρει στον τομέα αυτό. Αντίθετα, οι Evans (1996) και Skocpol (1996) πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό μέσω της αποκέντρωσης, της κρατικής εγρήγορσης και των αυξημένων αντανακλαστικών των λειτουργών. Τα ιεραρχικώς διαρθρωμένα αναπτυξιακά προγράμματα με τη γραφειοκρατική συγκέντρωση των εξουσιών και τον αδηφάγο ελεγκτικό προσανατολισμό μεταβάλλονται σε άκαμπτες και στείρες διαδικασίες με ελάχιστη προσφορά στους τελικούς αποδέκτες τους, τις τοπικές κοινότητες (Harwood Group, 1997). Οργανισμοί, όπως σχολεία, νομαρχιακές επιτροπές, συστήματα υγείας κλπ. έχουν τόσο πολύ διαβρωθεί από το κλίμα άκρατου κρατισμού, ώστε αδιαφιλονίκητα να χρήζουν παρεμβάσεων αλλαγής κλίματος λειτουργίας, δημοκρατικής αναστήλωσης και στελέχωσης με εργαζομένους υψηλής εξειδίκευσης και επαγγελματισμού, που θα δρουν καθοδηγητικά και συνδετικά με τις ευρύτερες κρατικές και ευρωπαϊκές δομές.
Οι τοπικοί παράγοντες οφείλουν να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους από ελεγκτικό σε ρυθμιστικό και να μεταλλαχθούν από απρόσωποι διαμεσολαβητές πόρων σε καταλυτικούς αναπτυξιακούς πόλους (Crocker et al., 1997). Άμεση προτεραιότητά τους είναι να διακριβώσουν τις πιθανότητες συνεργασιών και να επιδιώξουν την προοπτική προώθησης της ‘κοινωνικής γειτνίασης’ συναφών επιχειρηματικών και πολιτισμικών φορέων. Η κουλτούρα ‘συμμετοχικότητας’, η άρση των πελατειακών σχέσεων, η ενεργός εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών, η μεγιστοποίηση των ανταποδοτικών προσδοκιών, η εμπέδωση των δημοκρατικών διαδικασιών και ο επιμερισμός της λήψης αποφάσεων οδηγούν στην οργανωτική και κοινωνική αλλαγή με πολλαπλασιαστικά οφέλη για την κοινότητα (Warner, 2001).
Η επίδραση του κοινωνικού κεφαλαίου μπορεί να αποδειχτεί καταλυτική στην ευρωστία των επιχειρήσεων ανεξάρτητα από το μέγεθός τους, ειδικά σε ευαίσθητες και απομακρυσμένες περιοχές, όπως η Αγιάσος. Πολλοί επιστήμονες που μελετούν την έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στη συσχέτισή του με το θεσμό της οικογένειας. Συγκεκριμένα ο Kenneth Boulding (1973) υποστήριζε ότι η οικογένεια λειτουργεί ως «συνδετικός κρίκος» και βοηθά άλλα μέρη του κοινωνικοοικονομικού συστήματος να λειτουργούν μαζί (in Family as source, user and builder of social capital). Η οικογένεια μέσα από την ανατροφή, τη φροντίδα και την κοινωνικοποίηση αναπτύσσει (ή αποτυγχάνει να αναπτύξει) στο άτομο αξίες, συμπεριφορές, προσδοκίες και τρόπο ζωής, από τα οποία εξαρτάται το κοινωνικό κεφάλαιο. Μια από τις σημαντικότερες ανάγκες του ανθρώπου είναι να αναπτύξει το αίσθημα της εμπιστοσύνης και να νιώθει ασφαλής.
O Coleman (1988), θεωρούσε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο, και ιδιαίτερα αυτό που εντάσσεται στα πλαίσια της οικογένειας και τοπικών κοινωνιών, μπορεί να εξασφαλίσει την απαραίτητη κουλτούρα, που θα συμβάλει στην ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Τα γενεσιουργά στοιχεία αυτής της κουλτούρας είναι το κοινωνικό, ανθρώπινο και οικονομικό κεφάλαιο. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας μπορεί να αξιοποιηθεί για τη δημιουργία ατομικών επιχειρήσεων με μεγάλη πρόσβαση σε χώρους, ώστε να είναι αποτελεσματικές. Όμως, το κοινωνικό απόθεμα και το σύνολο των δικτύων της οικογένειας είναι αυτά που εξασφαλίζουν την απαραίτητη παιδεία και το γνωστικό υπόβαθρο για την ίδρυση μιας υγιούς επιχειρήσεως και κατά συνέπεια την εξασφάλιση του απαραίτητου ανθρώπινου κεφαλαίου. Οι Voydanoff et al., (1988), βρήκαν ότι η ποιότητα του κοινωνικού κεφαλαίου, το οποίο βρίσκεται στη διάθεση μιας οικογενειακής επιχείρησης, έχει αρνητική συσχέτιση με το οικονομικό άγχος, την ανεργία και τα χαμηλά εισοδήματα. Το ανθρώπινο κεφάλαιο σε μια επιχείρηση δημιουργείται από τη διαχείριση των αλλαγών, την προσαρμογή των εργαζομένων σε νέες καταστάσεις μέσω της απόκτησης καινούριων δεξιοτήτων και τρόπων επιχειρησιακής συμπεριφοράς.
Oι Aldrich και Zimmer (1986) θεωρούν ότι μια επιχείρηση κρίνεται κυρίως από τη βαθύτητα των σχέσεών της με το κοινωνικό περιβάλλον και τη νοηματοδότηση των ιδιοκτητών και εργαζομένων σχετικά με το : «όσο πιο πολλά είναι τα κοινωνικά δίκτυα μιας εταιρείας, τόσο πιο πετυχημένη είναι η επιχειρηματική διαδικασία».
Ο Bourdieu θεωρεί ότι οι εργαζόμενοι σε μια επιχείρηση, όπως και οι ιδιοκτήτες, καταφεύγουν στο κοινωνικό και πολιτισμικό κεφάλαιο που διαθέτουν, ώστε να ανταγωνίζονται αποτελεσματικά για κύρος, πόρους και αυτό που αποκαλείται «συμβολικό κεφάλαιο». Το πολιτισμικό κεφάλαιο κληροδοτείται από την οικογένεια και αντικατοπτρίζει το αξιακό σύστημα της εκάστοτε κοινωνίας. Αποτελείται από ένα σύνολο πεποιθήσεων πρακτικών δεξιοτήτων και γνώσεων, που ενσωματώνονται στην ατομική κουλτούρα και αργότερα επηρεάζουν κάθε οικονομική δραστηριότητα. Οι πολιτισμικά συνειδητοποιημένες επιχειρήσεις έχουν αρτιότερη πρόσβαση σε δίκτυα πληροφοριών σε μορφωτικές ευκαιρίες και είναι πιο επιτυχημένοι γνώστες των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, χαρακτηριστικά που τις βοηθούν σε διαρκώς μεταλλασσόμενα περιβάλλοντα.
Είναι φανερό ότι το κοινωνικό και ανθρώπινο κεφάλαιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την επιχειρησιακή κουλτούρα και κατά συνέπεια με την αξιοποίηση των αλλαγών. Αναφορικά με τις επιχειρήσεις που αναπτύσσουν δράση στο δήμο της Αγιάσου θα μπορούσε να πει κανείς ότι αντί να αντλούν το δυναμικό τους μιμούμενες εξωγενή πρότυπα, θα πρέπει να δώσουν έμφαση στο κοινωνικό απόθεμα του τόπου, στην αξιοποίηση του ιστορικού και πολιτισμικού χαρακτήρα του, στην εκμετάλλευση των κοινωνικών και τοπικών δικτύων, ώστε, όντας αυτόφωτες, να εξάγουν προϊόντα και υπηρεσίες νοηματοδοτημένες από το νησιωτικό χαρακτήρα. Δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της περιοχής και της αποκοπής της από την ενδοχώρα, οι τοπικές επιχειρήσεις πρέπει να παράγουν προϊόντα συνυφασμένα με την παράδοση και εμποτισμένα με τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού κεφαλαίου της περιοχής. Αυτό θα προσδώσει ταυτότητα και, κατά συνέπεια, αναγνωρισιμότητα και ανταγωνιστικότητα στο διεθνές αμείλικτο περιβάλλον.
Οι εταιρείες που είναι καλοί διαχειριστές του κοινωνικού και ανθρώπινου κεφαλαίου έχουν ένα επιπλέον συγκριτικό πλεονέκτημα : μπορούν να ενοποιούν φαινομενικά ασύνδετα ερεθίσματα ή αλληλοσυσχετιζόμενες πληροφορίες και κατ’ επέκταση μεμονωμένους εργαζόμενους με σημαντικό δυναμικό. Το κοινωνικό και πολιτισμικό κεφάλαιο εξασφαλίζει τη ροή και αποτελεί συνεκτικό κρίκο ανάμεσα σε καταστάσεις, ατομικότητες και αυτόνομες οντότητες. Ο επιχειρηματίας που θα διακρίνει ότι ενοποιητικός παράγοντας είναι το κοινό κοινωνικό κεφάλαιο, η παράδοση και οι συνθήκες, θα μπορέσει να τις χειριστεί, ώστε να δουλέψουν για αυτόν. Το κοινωνικό κεφάλαιο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο κοινωνικό και ατομικό, το συγχρονικό με το διαχρονικό και το στατικό με το διαρκώς εξελισσόμενο.
Πολύς λόγος γίνεται για τα πολλαπλασιαστικά οφέλη που θα προκύψουν από την εφαρμογή της «νέας οικονομίας» στην παραγωγικότητα και την τοπική ανάπτυξη. Όμως, ο όρος αυτός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την αλλαγή όχι μόνο της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά γενικότερα με τις στάσεις των εργαζομένων και των επιχειρηματιών σχετικά με τη γνώση, την καινοτομία, την επιχειρησιακή κουλτούρα και τον ανταγωνισμό. Στην πραγματικότητα αναφερόμαστε στον επαναπροσδιορισμό και στην εκ νέου οριοθέτηση εννοιών, όπως ζήτηση, προσφερόμενο προϊόν, υπηρεσίες και μεταφορές.
Νέα οικονομία είναι «το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων στους κλάδους των νέων τεχνολογιών και ειδικότερα στους τομείς επικοινωνίας και πληροφορίας». Αυτό που σύμφωνα με τη συνάντηση κορυφής της Λισσαβόνας αποτελεί σημαντικό εξελικτικό βήμα και άμεση προτεραιότητα για την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής οικονομίας, για την ελληνική περιφέρεια αποτελεί αναγκαιότητα, χωρίς την οποία η οποιαδήποτε προοπτική ανάπτυξης θα είναι απλώς ένας βαρύγδουπος πομφολογισμός.
Η καινοτομία είναι συνώνυμη της ανάπτυξης νέων τεχνολογιών που εφάπτονται του επικοινωνιακού τομέα. Η πρόσβαση στο διαδίκτυο και στην πολυμορφία των πληροφοριών που προσφέρει είναι εκ των ουκ άνευ για την εξέλιξη οποιασδήποτε επιχείρησης βασισμένης στη νέα αυτή έννοια. Η θεμελίωση ενός αποτελεσματικού και γρήγορου επικοινωνιακού δικτύου, όπου η μεταβίβαση των πληροφοριών θα είναι απρόσκοπτη και συνεχής, η δυνατότητα άντλησης δεδομένων από οποιαδήποτε πηγή, η ασφαλής αποθήκευση και επεξεργασία τους, οι απεριόριστες εφαρμογές των οπτικών ινών και τέλος η άρση των χωροχρονικών εμποδίων θα συντελέσουν στην μετάλλαξη των υφισταμένων διαδικασιών παραγωγής και μεταφοράς.
Ο όρος παγκοσμιοποίηση ουσιαστικά προϋποθέτει την απόλυτη ελευθερία στις συγκοινωνίες, στους τελωνιακούς περιορισμούς, στα φορολογικά συστήματα και πολύ περισσότερο στην αποδυνάμωση τοπικιστικής επιβράδυνσης. Το μόνο μέσο για να γίνει αυτό εφικτό είναι η χρήση των τεχνολογιών σε τομείς που πριν ήταν αδιανόητο. Αν και έχει γίνει μεγάλη κατάχρηση του όρου και πολλές φρούδες ελπίδες έχουν εναποτεθεί στις δυνατότητες της νέας οικονομίας, για την περιοχή της Αγιάσου η εκμετάλλευση των επιλογών που προσφέρει αποτελεί σανίδα σωτηρίας στη μειωμένη και ενπολλοίς περιθωριακή παραγωγικότητα. Η νέα οικονομία με τα «άϋλα» προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρει, δεν περιορίζεται από οικονομικές επιβάρυνσης λόγω μεταφορών, αναφέρεται σε ομάδες – στόχους οπουδήποτε ανά την υφήλιο και εκμεταλλευόμενη τις επικοινωνιακές καινοτομίες μπορεί να διαδώσει αστραπιαία τα προϊόντα παντού, ανάλογα με τη ζήτηση.
Η ανάπτυξη στην περιφέρεια είναι συνυφασμένη με τη διάχυση της γνώσης των όρων της νέας οικονομίας στο ευρύ κοινό. Η χρήση των Η\Υ, οι υπηρεσίες της ασύρματης επικοινωνίας και η εφαρμογή των πολυμέσων πρέπει να γίνουν κτήμα των εργαζομένων. Αυτό μπορεί να υλοποιηθεί μόνο μέσα από τη «δια βίου εκπαίδευση», από τη διάδοση της «εξ αποστάσεως μάθησης» και από προγράμματα κατάρτισης, στα οποία δυστυχώς ο Δήμος Αγιάσου χωλαίνει.
Η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και η πρακτική εφαρμογή τους μέσω των ευκαιριών μάθησης θα οδηγήσουν στην κατανόηση της αγοράς, των περιορισμών και των δυνατοτήτων της και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, όπου το υψηλό μορφωτικό επίπεδο και η εξειδίκευση θα είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η πρόοδος αυτή της επιστήμης και τα μέσα που διαθέτει, δεν είναι πολυτέλεια, αλλά απαραίτητο συμπλήρωμα μιας φθίνουσας οικονομίας, η οποία συρρικνώθηκε, όταν άλλαξαν τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα. Η Μυτιλήνη και κατ’επέκταση και η Αγιάσος, έχασαν την προνομιακή θέση τους, όταν χάθηκαν οι επαφές με την απέναντι Μικρασιατική ακτή. Η διακίνηση των εμπορευμάτων έγινε ασύμφορη και οι αποστάσεις από τις αγορές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης απαγορευτικές για την ανάπτυξη βιομηχανικής δραστηριότητας. Το προσφυγικό δυναμικό αντιλαμβανόμενο την επερχόμενη απομόνωση και μη μπορώντας να διοχετεύσει το επιχειρηματικό πνεύμα στα νησιά μετακινήθηκε εσωτερικά προς την ηπειρωτική Ελλάδα, όπου δραστηριοποιήθηκε σε τομείς που συνέβαλαν στην ανάπτυξη. Αυτό που έμεινε πίσω ήταν μια ισχνή οικογενειακή βιοτεχνία που παρήγε προϊόντα υψηλού κόστους και χαμηλής ζήτησης. Η οικονομία τα τελευταία χρόνια στηρίχθηκε στον κρατικό παρεμβατισμό, στις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και όχι στη ζωντανή άνθιση που προσφέρει μια δυναμική οικονομία.
Η «ψηφιακή» οικονομία απαιτεί το αντίθετο : να μπορούν οι εργαζόμενοι και οι επιχειρηματίες να αντιλαμβάνονται τα σημάδια των καιρών, να ενσωματώνουν τις τεχνολογικές εξελίξεις και να προσαρμόζονται στους νόμους της ελεύθερης αγοράς.
Οι στάσεις των κατοίκων της Αγιάσου απέναντι στη δια βίου μάθηση για προγράμματα κατάρτισης και στις νέες τεχνολογίες είναι σχεδόν αρνητική, η ευκαμψία τους ανύπαρκτη, η διάθεσή τους για κινητικότητα εξαντλείται στο επίπεδο των προθέσεων και η εργασιακή τους ικανοποίηση κάτω του μετρίου. Οι αιτίες των μειωμένων αποδόσεων δεν πρέπει να αφορούν μόνο τη νοοτροπία των κατοίκων και την αναχρονιστική εμμονή τους, αλλά και τον τρόπο που η διάδοση των κελευσμάτων της νέας οικονομίας έγινε από τους κρατικούς φορείς.
Το καινοτόμο εξαπλώθηκε με τη γραφειοκρατική αργοπορία ενός παραπληγικού κατεστημένου, το τεχνολογικά επίκαιρο έγινε παρωχημένο λόγω διαδικασιών ακατάληπτων από τους ενδιαφερομένους και η περιβόητη ευελιξία αντικαταστάθηκε από εργώδεις και τεχνητές προσπάθειες οικειοποίησης της νέας τεχνολογίας, χωρίς κανείς να κατανοεί τη χρησιμότητά της. Απαιτείται άμεση αλλαγή πλεύσης τόσο από την πλευρά των κοινωνικών φορέων, όσο και από τη μεριά των εργαζομένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: