Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2007

Το επαγωγικό μοντέλο τοπικής ανάπτυξης

Ευστράτιος Παπάνης

Τις τελευταίες δεκαετίες η χώρα μας έγινε κοινωνός των πλουσίων παροχών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μέσω των οικονομικών πακέτων στήριξης, τα οποία αφορούσαν μια πληθώρα δράσεων και ενεργειών. Τα πρώτα χρόνια μετά την ένταξη, όταν άρχισαν να εισρέουν τα κοινοτικά κονδύλια, ήταν εμφανής η ανικανότητα της Ελλάδας να απορροφήσει το 100% των χρημάτων και να καταρτίσει τεκμηριωμένες μελέτες, που θα δικαιολογούσαν την ευρωπαϊκή στήριξη. Η κατάσταση βελτιώθηκε σταδιακά, χωρίς όμως να επιτευχθεί το ιδεατό επίπεδο της ολικής αξιοποίησης των χρηματοδοτήσεων. Τα περιθώρια περαιτέρω στήριξης στενεύουν ακόμα περισσότερο με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα πολλών νέων χωρών με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ανάπτυξη της Ελλάδας. Πολλοί βλέπουν με δέος τις επιχορηγήσεις να καταργούνται, τις επιδοτήσεις προϊόντων να αναστέλλονται, το δε εθνικό κεφάλαιο θα πρέπει να αναλάβει το σύνολο των ευθυνών. Άλλοι θεωρούν ότι η είσοδος των νέων χωρών αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία επενδύσεων με την εξάπλωση των ελληνικών επιχειρήσεων σε παρθένες αγορές.
Το βασικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν μόνο η αδυναμία της να κατανοήσει πλήρως την Ευρωπαϊκή οικονομική κουλτούρα, αλλά και να κατευθύνει τα κονδύλια σε αναπτυξιακά έργα με πολλαπλασιαστικά οφέλη. Αυτό αντικατοπτρίστηκε στην ποιότητα και το είδος των έργων, που τελικά ολοκληρώθηκαν, αλλά και στη δυσπραγία των αρμόδιων να εκταμιεύσουν τα απαιτούμενα ποσά. Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα στράφηκε στην εκτέλεση έργων υποδομής-κατασκευή οδικών δικτύων, αθλητικών εγκαταστάσεων, συγκοινωνιακών φορέων, τα οποία, όσο χρήσιμα κι αν είναι, τονίζουν απλώς την ελλειμματικότητα της πατρίδας μας σε αναπτυξιακό όραμα: όσα έπρεπε να είχαν γίνει τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70 μεταφέρθηκαν ως επείγουσες προτεραιότητες τη δεκαετία του ’90 και έγιναν πραγματικότητα μέσα από έναν ορυμαγδό γραφειοκρατικών διαδικασιών, πολιτικών αντεγκλήσεων και οικονομικών ατασθαλιών.
Το πρόβλημα, όμως, είναι ευρύτερο. Οι μελέτες και ο σχεδιασμός των έργων, που απορρόφησαν τις ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις, αναλώθηκαν κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, πολλές φορές υπό αποικιοκρατικούς όρους, αγνοώντας τόσο την περιφέρεια, όσο και τους τελικούς αποδέκτες, δηλαδή τους πολίτες. Το υπερτροφικό κέντρο διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο, η επαρχιακή δυναμική συρρικνώθηκε, η παραγωγή στηρίχθηκε στο νοσηρό καθεστώς των επιδοτήσεων, που απογυμνωμένο από τον επενδυτικό χαρακτήρα του παρουσιάστηκε από τις κυβερνήσεις ως πρωτοβουλία στήριξης των αγροτών και ως φιλολαϊκή παρέμβαση. Κι όμως τα χρήματα αυτά δόθηκαν από την Ε.Ο.Κ. για την ανασυγκρότηση των καλλιεργειών, την καθετοποίηση της παραγωγής και τη μετεξέλιξη του αγροτικού προϊόντος σε σύγχρονη και κερδοφόρα μορφή επιχειρηματικότητας. Όλα αυτά πολύ απέχουν της πραγματικότητας. Η τιμή του λαδιού αντικατοπτρίζει απόλυτα την οδυνηρή κατάσταση: ένα προϊόν που ξεκινά με χαμηλότατη τιμή παραγωγού, που η ποιότητα και η βιολογική του αξία θα μπορούσε με την κατάλληλη πολιτική και διαφήμιση να εξελιχθεί σε αστείρευτη πλουτοπαραγωγική πηγή για τους κατοίκους του Αιγαίου, ακροβατεί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, πληττόμενο από την έλλειψη πολιτικής βούλησης και ανικανότητας των αγροτών να κατανοήσουν την αξία του. Οι μικροκαλλιέργειες, η ανεπαρκής τυποποίηση και η ανυπαρξία ανταγωνιστικότητας το καταδικάζουν σε ένα συνεχώς αυξανόμενο μαρασμό, με τεράστιες συνέπειες στην απασχόληση και την εργατική αποψίλωση των νησιών.
Η Ευρωπαϊκή πολιτική δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Τα αναπτυξιακά προγράμματά της, σχεδιασμένα από την κεντρική διοίκηση των Βρυξελλών και απευθυνόμενα ομογενοποιημένα σε κράτη με ετερόκλητες ανάγκες και προοπτικές, αποξενώθηκαν από τις πραγματικές επιδιώξεις των πολιτών και μέσα από ένα κυκεώνα γραφειοκρατικών διαδικασιών σπανίως καταλήγουν στους άμεσα ενδιαφερομένους. Το μειονέκτημα των ιεραρχικών συστημάτων διοίκησης, όπως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η ακαμψία, η αδυναμία της ροής πληροφοριών και η μετάλλαξη των αρχικών στόχων, λόγω των πολυδιαυλικών οδών μεταβίβασης των εντολών. Το «παραγωγικό» μοντέλο τοπικής ανάπτυξης στερείται ευελιξίας, είναι χρονοβόρο και αγνοεί τις ανάγκες των πολιτών, οχυρωμένο πίσω από την τυπολατρεία, τον όγκο των απαιτούμενων εγγράφων και την άβυσσο των διεκπεραιωτικών ενεργειών. Συνολικώς θεωρούμενο αντιστρατεύεται όλες τις αρχές της νέας οικονομίας, της εξέλιξης και της αειφόρου στρατηγικής ανάπτυξης.
Οι ερευνητές προτείνουν ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, που το ονομάζουν «επαγωγικό», γιατί άρχεται από τις εξειδικευμένες απαιτήσεις των πολιτών μιας τοπικής κοινότητας, ανάγεται σε επίπεδο περιφέρειας, κράτους και τελικά καταλήγει στη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής πολιτικής. Οι βασικές του αρχές είναι οι ακόλουθες:
• Επιστημονική καταγραφή μέσω ερωτηματολογίων και συνεντεύξεων των αναγκών και προτάσεων των κατοίκων μιας κοινότητας. Οι θεματικές αφορούν την ποιότητα ζωής, την απασχόληση, την παραγωγή την κινητικότητα (γεωγραφική και εργασιακή), την ικανοποίηση από την εργασία και την κουλτούρα των τοπικών επιχειρήσεων.
• Με την κατάλληλη δειγματοληψία επισημαίνονται οι ανάγκες των κοινοτήτων, οι οποίες συγκεντρωμένες αντικατοπτρίζουν τις ελλείψεις σε περιφερειακό επίπεδο.
• Το άθροισμα των περιφερειακών αναγκών διαμορφώνει την εθνική πολιτική στους προαναφερθέντες τομείς, η οποία μεταβιβάζεται στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
• Τα ευρωπαϊκά κονδύλια επιμερίζονται με κριτήρια τις ανάγκες των πολιτών και όχι σύμφωνα με τις αρχές ενός ξεπερασμένου οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης (υγιείς οικονομικοί δείκτες και εξουθενωμένοι οικονομικά πολίτες).
• Ενισχύεται οικονομικά η επιστημονική έρευνα, η οποία απευθυνόμενη στις πρωτογενείς πηγές πληροφοριών –τους πολίτες- ενισχύει με θεωρητική υποδομή και τεκμηρίωση τις ανάγκες τους και προτείνει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα τις αρμόζουσες πολιτικές που οδηγούν σε μια κοινωνία των πολιτών.
• Οι τελικές προτάσεις είναι ρεαλιστικές (δεδομένου ότι έχουν προκύψει από πρωτογενή επεξεργασία), αντισταθμιστικές (προσπαθούν να καλύψουν τις επιστημονικώς διαπιστωμένες ανισότητες), ευέλικτες (η επιστημονική καταγραφή διέπεται από κανόνες που δεν επηρεάζονται από την πολιτική), ποιοτικές (ακολουθούν συγκεκριμένη δεοντολογία), οικονομικές (οι πόροι διατίθενται για έρευνα και αποφεύγεται η κατασπατάληση πόρων σε αδόκιμες μορφές και αντιλήψεις περί ανάπτυξης) και εμπειρικές.
Το επαγωγικό μοντέλο, αν και δοκιμασμένο σε άλλους επιστημονικούς τομείς, δεν έχει εφαρμοστεί σε επίπεδο τοπικής ανάπτυξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: