Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2007

Μέθοδοι συλλογής στατιστικών δεδομένων

Κώστας Ρόντος και Ευστράτιος Παπάνης ( Στατιστική Έρευνα, Εκδόσεις Σιδέρη)

ΜΕΘΟΔΟΙ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΩΝ

ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

7.1 Πρωτογενής στατιστική έρευνα

Η πρωτογενής στατιστική έρευνα αναφέρεται στη συλλογή των στατιστικών δεδομένων απευθείας από τις μονάδες που διαθέτουν τα ερευνώμενα χαρακτηριστικά, δηλαδή τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις, κλπ.

Οι μέθοδοι πρωτογενούς συλλογής στατιστικών στοιχείων διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: στις απογραφές και στις δειγματοληπτικές έρευνες, για την έννοια και τα χαρακτηριστικά των οποίων έχουμε ήδη αναφερθεί (παρ. 6.3.1).

Το στάδιο της συλλογής στατιστικών δεδομένων πρωτογενώς καλείται διεθνώς “field work” που ερμηνεύεται ορθότερα ως «εργασίες υπαίθρου» αντί του «έρευνα πεδίου» που έχει ανεπιτυχώς καθιερωθεί στην Ελλάδα.

7.2 Επιλογή μεθόδου πρωτογενούς συλλογής στατιστικών δεδομένων

Η επιλογή της μεθόδου, με την οποία θα συλλεγούν πρωτογενώς τα δεδομένα της έρευνας, θα γίνει αφού συνεκτιμηθούν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα κάθε μιας όπως αυτά παρουσιάζονται στη συνέχεια.

Βασική πάντως παράμετρος, όπως και σε όλες τις μεθοδολογικές επιλογές της έρευνας, είναι το είδος και οι επιμέρους στόχοι αυτής, όπως και το κόστος, το διαθέσιμο προσωπικό και ο χρόνος.

Οι βασικές μέθοδοι διενέργειας των ερευνών, δειγματοληπτικών ή απογραφικών, που εφαρμόζονται διεθνώς, είναι οι ακόλουθες:

Ø Με προσωπική συνέντευξη

Ø Με συμπλήρωση των ερωτηματολογίων από τους ερευνώμενους

Ø Με το ταχυδρομείο

Ø Με τηλεφωνική συνέντευξη

7.2.1 Με προσωπική συνέντευξη

Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, τα στατιστικά δεδομένα συλλέγονται από ερευνητή, ο οποίος συμπληρώνει ειδικό ερωτηματολόγιο κατά τη διάρκεια συνέντευξης που παίρνει από κατάλληλο πρόσωπο των ερευνωμένων μονάδων (υπεύθυνο νοικοκυριού, καταστήματος, επιχείρησης, κλπ.).

Η προσωπική επικοινωνία του ερευνητή με τον ερευνώμενο, δίνει τη δυνατότητα συλλογής του μεγαλύτερου όγκου στοιχείων. Επίσης, με τη μέθοδο αυτή είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί μεγαλύτερος σχετικά αριθμός τεχνικών συνέντευξης, ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες της έρευνας.

Στα μειονεκτήματα της μεθόδου περιλαμβάνονται το υψηλό κόστος και ο μεγάλος χρόνος που απαιτείται για τη συλλογή των δεδομένων. Επίσης, δίνει τη δυνατότητα για περισσότερα λάθη καθώς είναι η πλέον σύνθετος στην εκτέλεσή της και βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις ικανότητες και στο ενδιαφέρον του ερευνητή.

Τα προβλήματα των ερευνητών μεγαλώνουν όταν η έρευνα αναφέρεται σε επαγγελματικά ή επιστημονικά θέματα που απαιτεί ειδικές γνώσεις και τη χρησιμοποίηση ειδικής ορολογίας κατά τη συνέντευξη, όπως για παράδειγμα, όταν ο ερευνητής παίρνει συνέντευξη από ιατρούς για ιατρικά θέματα (Luck D. And Rubin R., 1987). Μια λύση στο πρόβλημα, όπου φυσικά είναι εφικτό, είναι η χρησιμοποίηση ως ερευνητών, φοιτητών του επιστημονικού κλάδου ή του επαγγελματικού τομέα που ερευνάται.

Η σημασία της επιλογής των κατάλληλων ερευνητών ως και τα βασικά χαρακτηριστικά που πρέπει να συγκεντρώνουν, ιδιαίτερα όταν έχει επιλεγεί η μέθοδος της προσωπικής συνέντευξης, έχουν ήδη αναφερθεί.

Τα μειονεκτήματα της μεθόδου με προσωπική συνέντευξη και κυρίως η ανάγκη για μείωση του κόστους, οδηγεί σε παρεμφερείς τεχνικές όπως αυτή στην οποία ο ερευνητής συναντά τους ερευνώμενους κατά ομάδες.

Η μέθοδος αυτή περιλαμβάνει έναν ελεύθερο διάλογο μάλλον (που παρομοιάζεται, ως προς το χαρακτηριστικό αυτό, με τη συνέντευξη που παίρνει ο ψυχίατρος από τον ασθενή ή από συγγενικό του πρόσωπο), παρά απαντήσεις σε δομημένο ερωτηματολόγιο.

Επίσης, ομαδικές συνεντεύξεις της μορφής αυτής χρησιμοποιούνται σε ένα αρχικό στάδιο του σχεδιασμού μιας έρευνας προκειμένου να προκύψουν χρήσιμα συμπεράσματα για τη δομή και το περιεχόμενο του ερωτηματολογίου που θα καταρτιστεί (Hoinville G. et al, 1983).

7.2.2 Συμπλήρωση των ερωτηματολογίων από τους ερευνόμενους

Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, ο ερευνητής επισκέπτεται τις προς έρευνα μονάδες μόνο για να τους παραδώσει τα ερωτηματολόγια, τα οποία συμπληρώνονται από τους ίδιους τους ερευνώμενους κατά την ημέρα αναφοράς της έρευνας. Μαζί με τα ερωτηματολόγια δίνεται συνήθως και το σχετικό ενημερωτικό υλικό με βάση το οποίο θα ενεργήσει ο ερευνώμενος.

Ακολουθεί νέα επίσκεψη του ερευνητή για τη συγκέντρωση των συμπληρωθέντων ερωτηματολογίων, αφού προηγουμένως ελέγξει την πληρότητα αυτών και την ορθότητα των στοιχείων που έχουν δοθεί.

Με τη μέθοδο αυτή, που χρησιμοποιείται συνήθως σε απογραφές ή σε μεγάλες έρευνες, περιορίζεται το κόστος της έρευνας και ο χρόνος διενέργειάς της, ενώ παράλληλα περιορίζεται ο ρόλος του ερευνητή και αποφεύγονται, σε ένα βαθμό, τα μεροληπτικά λάθη που είναι δυνατόν να προκύψουν από αδυναμίες της επικοινωνίας μεταξύ ερευνώμενου και ερευνητή.

Από την άλλη μεριά για την επιτυχία της μεθόδου απαιτείται υψηλό μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού που ερευνάται, προϋπόθεση που δεν εξασφαλίζεται εύκολα, ιδιαίτερα σε κοινωνίες όπως αυτή της Ελλάδος. Η αδυναμία αυτή απαιτεί την κατάρτιση ιδιαίτερα απλών ερωτηματολογίων και τη χρήση ειδικών τεχνικών σ’ αυτό ώστε ο ερωτώμενος να οδηγείται ευχερώς στον τρόπο με τον οποίο θα συμπληρώσει τα ερωτηματολόγια.

Η μέθοδος αυτή αποτελεί μια ενδιάμεση λύση μεταξύ της μεθόδου με προσωπική συνέντευξη και αυτής που γίνεται μέσω αποστολής των ερωτηματολογίων με το ταχυδρομείο, συγκεντρώνοντας σημαντικά πλεονεκτήματα τόσο της πρώτης μεθόδου (δυνατότητα παρέμβασης του ερευνητή σε τυχόν ελλείψεις, χρήση σχετικά εκτεταμένου ερωτηματολογίου, κλπ.) όσο και της δεύτερης (περιορισμός της κυρίαρχης θέσης του ερευνητή, περιορισμός του κόστους, του χρόνου, κλπ.).

7.2.3 Με το ταχυδρομείο

Στις ταχυδρομικές έρευνες τα ερωτηματολόγια στέλνονται ταχυδρομικά στους ερευνώμενους, οι οποίοι αφού τα συμπληρώσουν τα επιστρέφουν και πάλι ταχυδρομικώς. Για αυτούς που δεν απαντούν στο προβλεπόμενο διάστημα, προβλέπεται σειρά υπομνήσεων και πιθανώς νέα αποστολή του υλικού της έρευνας.

Η μέθοδος με το ταχυδρομείο, που χρησιμοποιείται προ πολλού στις ΗΠΑ, θεωρείται γενικά λιγότερο δαπανηρή και επιτρέπει την άμεση και απλή επικοινωνία του σχεδιαστή της έρευνας με το κοινό, αλλά απαιτεί υψηλό μορφωτικό επίπεδο και «στατιστική συνείδηση» του πληθυσμού, άριστα οργανωμένες ταχυδρομικές υπηρεσίες ως και άλλες προϋποθέσεις όπως:

Ø Εξασφάλιση πλήρως ενημερωμένων καταλόγων–πλαισίων, δεδομένου ότι λόγω απουσίας του απογραφέα δεν είναι εύκολη η αντικατάσταση των μη ανταποκρινόμενων.

Ø Στενή εποπτεία των υπεύθυνων της έρευνας στο προσωπικό που ετοιμάζει το προς αποστολή υλικό, προς αποφυγή αποστολής ελλειπούς υλικού (π.χ. ερωτηματολογίων, επιστολής, οδηγιών, απαντητικού φακέλου, κλπ.).

Ø Κατάρτιση ερωτηματολογίων με πλήρη δυνατότητα μεταφοράς των μηνυμάτων που πρέπει να λάβει ο ερευνώμενος για να δώσει ορθές και πλήρης απαντήσεις, δεδομένου και πάλι ότι δεν υπάρχει δυνατότητα διορθωτικής παρέμβασης του ερευνητή.

Γενικώς, στις ταχυδρομικές έρευνες παρατηρείται μειωμένος δείκτης ανταπόκρισης του κοινού, καθώς και προβλήματα πληρότητας των ερωτηματολογίων, για τους προαναφερθέντες λόγους.

7.2.4 Με τηλεφωνική συνέντευξη

Τέλος, στην τηλεφωνική έρευνα, που τα τελευταία 20 χρόνια έχει αναδειχθεί σε δημοφιλή, ιδιαίτερα στις έρευνες αγοράς και διερεύνησης της κοινής γνώμης, η επαφή μεταξύ του ερευνητή και του ερευνώμενου είναι φωνητική.

Η μέθοδος έγινε δημοφιλής λόγω της μικρής προσπάθειας που απαιτεί για την εύρεση των ερευνωμένων, η ευκολία νέας επαφής και σε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, η τάση του πληθυσμού να μιλά στο τηλέφωνο ευκολότερα από το να ανοίγει την πόρτα του σε ένα ξένο και βεβαίως το χαμηλότερο κόστος που απαιτείται σε σχέση με τις άλλες μεθόδους.

Η μέθοδος πάντως απαιτεί κατάλληλα προετοιμασμένους ερευνητές γιατί τα πάντα εξαρτώνται από τη φιλικότητα της φωνής και την εντύπωση που δίνει η ομιλία του και είναι εύκολο στον ερευνώμενο να διακόψει τη συνομιλία ή να μη δώσει ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτή.

Μεγάλες δυνατότητες στις τηλεφωνικές έρευνες έδωσαν οι τεχνολογικές εξελίξεις στην πληροφορική και στις τηλεπικοινωνίες. Με τη νέα τεχνολογία είναι δυνατή η κλήση όλων των εν ενεργεία τηλεφωνικών αριθμών ανεξάρτητα από το αν έχουν συμπεριληφθεί στους τηλεφωνικούς καταλόγους.

Με τη διαδικασία μάλιστα που αναφέρεται ως Randomdigit dialing επιλέγονται οι αριθμοί οι οποίοι θα κληθούν, χωρίς να υπάρχει η ανάγκη καταγραφής ή αρίθμησης αυτών πριν την επιλογή του δείγματος, σύμφωνα με τις παραδοσιακές μεθόδους δειγματοληψίας.

Με μια άλλη επίσης τεχνική, που καλείται Computerassisted telephone interviewing (CATI), πέραν της επιλογής του δείγματος, το σύστημα παρέχει τη δυνατότητα εισαγωγής των απαντήσεων (που εμφανίζονται κωδικοποιημένες σε οθόνη) απευθείας στον υπολογιστή, αποφεύγοντας έτσι τις διαδικασίες εγγραφής, διόρθωσης, κωδικογράφησης των ερωτηματολογίων και εισαγωγής των απαντήσεων στον υπολογιστή (Luck D. And Rubin R., 1987).

7.3 Η συλλογή στατιστικών δεδομένων από δευτερογενείς πηγές

Στη δευτερογενή στατιστική έρευνα τα δεδομένα συλλέγονται από υπάρχοντα στοιχεία που τηρούν διάφοροι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς στα διοικητικά αρχεία τους (administrative records).

Η μεθοδολογία της δευτερογενούς έρευνας ακολουθεί τα στάδια που απαιτούνται από τη γενικότερη μεθοδολογία της στατιστικής έρευνας, όπως αυτή έχει αναλυθεί. Συνήθως, όμως, στη δευτερογενή έρευνα αξιοποιείται η πληροφορία από το σύνολο των στατιστικών μονάδων, δηλαδή συνήθως αποτελούν απογραφικές έρευνες.

Η κατάρτιση του ερωτηματολογίου, ορισμένες φορές, γίνεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διοικητική ενέργεια του φορέα που έχει την πληροφόρηση και ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το δώσει στο κοινό για συμπλήρωση κατά την επίσκεψή του στον φορέα.

Πολλές φορές, αν η παραπάνω διαδικασία είναι αδύνατη ή πρακτικά ανέφικτη, η πληροφορία από τις στατιστικές μονάδες συλλέγεται μέσω των εντύπων που συμπληρώνει το κοινό κατά τις συναλλαγές του με τους διάφορους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς (φορολογική δήλωση, κλπ.).

Η συλλογή τέτοιας μορφής στατιστικών δεδομένων είναι επίμονη και απαιτεί πλήρη συνεργασία του φορέα παραγωγής της στατιστικής πληροφόρησης και του φορέα που κατέχει ή μέσω του οποίου δύναται να συλλεγεί η πληροφορία για το κοινό. Αφορά δε τον τρόπο συλλογής δεδομένων από τους κρατικούς φορείς, παραγωγής, στατιστικής πληροφόρησης, δηλαδή τις επίσημες στατιστικές (official statistics).

Η διαδικασία αυτή είναι δύσκολο να επιτευχθεί από τον ιδιώτη– ερευνητή έστω και αν η μελέτη του γίνεται για λογαριασμό κρατικών φορέων. Ο ιδιώτης μελετητής έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει υπάρχοντα δεδομένα που έχουν μάλλον συλλεγεί για στατιστικούς σκοπούς. Στοιχεία που έχουν συλλεγεί για διοικητικούς σκοπούς είναι δύσκολο να μετατραπούν σε στατιστική πληροφόρηση, είτε για μεθοδολογικούς λόγους (ακατάλληλη μορφή των δεδομένων για τις ανάγκες της μελέτης) είτε για πρακτικούς (αδυναμία πρόσβασης λόγω εμπιστευτικότητας, κλπ.).

Για τους λόγους αυτούς, ο ερευνητής αποφεύγει να αξιοποιεί τέτοια στοιχεία και διενεργεί πρωτογενή έρευνα.

Πάντως, η επιλογή μεταξύ πρωτογενούς ή δευτερογενούς στατιστικής έρευνας θα πρέπει να γίνει αφού διερευνηθεί η διαθεσιμότητα και καταλληλότητα των υπαρχόντων στοιχείων, είτε από στατιστικές πηγές (Στατιστικές Υπηρεσίες, κλπ.) είτε από διοικητικές πηγές, δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό εξοικονομείται κόστος (βλέπε και ενότητες 4.2 – 4.4).

7.4 Συλλογή στατιστικών δεδομένων με τη μέθοδο των μητρώων

Η μέθοδος αυτή αφορά κυρίως στη συλλογή στατιστικών δεδομένων των επίσημων φορέων στατιστικής πληροφόρησης (official statistics).

Θα τη συμπεριλάβουμε όμως εδώ γιατί το βιβλίο αυτό καλύπτει και τη μεθοδολογία παραγωγής των στατιστικών αυτών.

Επιπλέον, ο ιδιώτης ερευνητής είναι δυνατόν να εξασφαλίζει κατά περίπτωση δεδομένα, αρκετά αναλυτικά, που προέρχονται από την οργάνωση και τη λειτουργία των Μητρώων.

Η βασική ιδέα του πληροφοριακού συστήματος βασισμένου στα πληθυσμιακά μητρώα (population registers) είναι ότι η συλλογή των στατιστικών στοιχείων που είναι απαραίτητα για τη παραγωγή στατιστικών πληροφοριών είναι δυνατόν να προέλθει από τα στοιχεία που έχουν κατά καιρούς συλλεχθεί από τις διοικητικές υπηρεσίες στα πλαίσια της λειτουργίας τους (Redfern P., 1983).

Τη βάση του συστήματος στο διεθνή χώρο αποτελούν τα οργανωμένα διοικητικά μητρώα που λειτουργούν στους Δήμους και τις Κοινότητες και αφορούν στον πληθυσμό, στις οικονομικές μονάδες, στις κατοικίες, κλπ. Με βάση τα στοιχεία των τοπικών μητρώων συγκροτούνται στις Στατιστικές Υπηρεσίες γενικά πληθυσμιακά, κλπ. μητρώα, με περιεχόμενο αντίστοιχα στοιχεία που καλύπτουν το σύνολο του πληθυσμού και των δραστηριοτήτων της χώρας.

Η συγκρότηση ενός στατιστικού συστήματος που βασίζεται στην κατάρτιση μητρώων προϋποθέτει (Jensen P., 1983):

α.- Την ύπαρξη ενός οργανωμένου συστήματος διοίκησης σε εθνικό,

περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

β.- Τη δημιουργία κατάλληλου νομικού πλαισίου που επιτρέπει:

Ø Τη δυνατότητα προσπέλασης των φορέων των αρμοδίων για την παραγωγή της στατιστικής πληροφόρησης στα διοικητικά μητρώα των Δημοσίων Υπηρεσιών και Οργανισμών και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τη στατιστική αξιοποίηση των στοιχείων που διαθέτουν οι τελευταίοι.

Ø Τη δυνατότητα συμμετοχής των Στατιστικών Υπηρεσιών στη διαδικασία κατάρτισης των διοικητικών μητρώων των δημόσιων και δημοτικών αρχών.

Ø Τη διασφάλιση της εξυπηρέτησης αλλά και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής του πολίτη.

γ.- Την οργάνωση και τήρηση συστηματικών μητρώων πληθυσμού,

κατοικιών, επιχειρήσεων, κλπ. στους Οργανισμούς Τοπικής

Αυτοδιοίκησης.

Ο βαθμός συμμετοχής των πληθυσμιακών μητρώων στη διαδικασία συλλογής στατιστικών δεδομένων ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με το βαθμό εξασφάλισης των ανωτέρω προϋποθέσεων.

Στη περίπτωση που έχει εξασφαλιστεί το κατάλληλο νομικό πλαίσιο και η απαιτούμενη υλικοτεχνική υποδομή, οι παραδοσιακές μέθοδοι συλλογής στατιστικών δεδομένων (με χρήση ερωτηματολογίων, απογραφέων, κλπ.) είναι δυνατόν να υποκατασταθούν πλήρως από ένα ολοκληρωμένο σύστημα μητρώων, με μικρές διαφορές στη ποιότητα των στατιστικών στοιχείων.

Στη περίπτωση που η συλλογή των στατιστικών στοιχείων δεν είναι δυνατόν να γίνει αποκλειστικά μέσω του συστήματος των μητρώων, η μέθοδος αυτή είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως συμπληρωματική της παραδοσιακής μεθόδου (συλλογή στοιχείων για ορισμένα χαρακτηριστικά του πληθυσμού) ή βοηθητικά αυτής (χρησιμοποίηση των υπαρχόντων μητρώων για έλεγχο των πρωτογενώς συλλεχθέντων στοιχείων).

Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου συνοψίζονται στα ακόλουθα:

  1. Μείωση του κόστους της στατιστικής πληροφόρησης, επειδή τα στατιστικά στοιχεία δεν συλλέγονται από τις επιμέρους μονάδες του πληθυσμού, αλλά από έτοιμα μητρώα.
  2. Αυξημένη δυνατότητα συγκέντρωσης στατιστικών στοιχείων σε ετήσια βάση.
  3. Δυνατότητα συγκέντρωσης στατιστικής πληροφόρησης σε επίπεδο Δήμου ή Κοινότητας, επαρκούς για τις ανάγκες του περιφερειακού και τοπικού προγραμματισμού.
  4. Περιορισμός της όχλησης του κοινού στη συλλογή των στατιστικών στοιχείων.

Τα πλεονεκτήματα αυτά έναντι των παραδοσιακών μεθόδων συλλογής στατιστικών δεδομένων, που χαρακτηρίζουν τη μέθοδο με μητρώα, έχουν οδηγήσει στη συμμετοχή της στα στατιστικά συστήματα πολλών χωρών.

Η Δανία αρχικά, που θεωρείται πρωτοπόρος στην ανάπτυξη στατιστικού συστήματος βασισμένου σε μητρώα, έχει εγκαταλείψει τις παραδοσιακές μεθόδους συλλογής στατιστικών στοιχείων ήδη από το 1976.

Επίσης, οι σκανδιναβικές χώρες (Νορβηγία, Φινλανδία, Σουηδία) κάνουν εκτεταμένη χρήση των μητρώων στη διαδικασία συλλογής στατιστικών στοιχείων και στο άμεσο μέλλον προσανατολίζονται να αντικαταστήσουν πλήρως τις παραδοσιακές μεθόδους με την οργάνωση ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος βασισμένου σε μητρώα.

Στη Νορβηγία ειδικότερα, ο συνδυασμός των μητρώων και μιας δειγματοληπτικής έρευνας, έχει επιλεγεί ως η εναλλακτική προοπτική για τη λήψη των απογραφικών στοιχείων κατά το έτος 1990 (Heldal J. et al., 1987).

Με τη μέθοδο αυτή, τα στατιστικά στοιχεία θα συλλεγούν αποκλειστικά από τα μητρώα και τα διοικητικά αρχεία των διαφόρων Υπηρεσιών, τα οποία και θα διορθωθούν με τη βοήθεια ειδικής δειγματοληπτικής έρευνας, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητά τους.

Επιπλέον των ανωτέρω χωρών, αρκετές ακόμη (ΗΠΑ, Καναδάς, Γερμανία, Βέλγιο, Ισραήλ, κλπ.) χρησιμοποιούν τα μητρώα που προέρχονται από τα διοικητικά αρχεία, βοηθητικά ή συμπληρωματικά για τη συλλογή των στατιστικών δεδομένων.

Τέλος, τόσο εκ μέρους των αρμοδίων Υπηρεσιών της ΕΟΚ όσο και των επιμέρους χωρών–μελών της, υπάρχει σαφής προσανατολισμός για την υιοθέτηση της νέας μεθόδου και ήδη μελετάται σε βάθος η απαιτούμενη νομική βάση του συστήματος και η διασφάλιση των πολιτών από την καταχρηστική χρησιμοποίηση ατομικών στοιχείων για μη στατιστικούς σκοπούς.

7.5 Οι εργασίες υπαίθρου και η εποπτεία τους

Οι εργασίες υπαίθρου , προσδιορίζονται μεν από το στάδιο,

οργάνωσης της έρευνας, η επιχείρηση όμως εξαρτάται από την κατανόηση των σχετικών οδηγιών, την διάθεση για σχολαστική εφαρμογή τους και φυσικά από τον έλεγχο της εργασίας σε όλο το χρονικό διάστημα που αυτές λαμβάνουν χώρα. Με τα θέματα αυτά θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

7.5.1 Πως θα εργαστεί πρακτικά ο ερευνητής

Αν, σύμφωνα με το σχεδιασμό της έρευνας, ο ερευνητής έχει να επισκεφθεί όλα τα νοικοκυριά ενός Ο.Τ. (π.χ. το 420 του παρακάτω παραδείγματος), τότε θα εργαστεί ως εξής :

· Ξεκινά από μια γωνία, συνήθως, την Βορειο-ανατολική.

· Κινείται συνεχώς προς τα αριστερά και ερευνά όλα τα νοικοκυριά που συναντά (κίνηση αντίθετη με τους δείκτες του ρολογιού).

· Τελειώνει στο ίδιο σημείο που άρχισε, δηλαδή στο προηγούμενο κτίριο από αυτό που άρχισε.

7.5.2 Η εποπτεία των εργασιών υπαίθρου

Οι δυσκολίες που παρουσιάζονται στη συλλογή των στατιστικών δεδομένων απαιτούν τη στενή παρακολούθηση και έλεγχο της εργασίας του ερευνητή είτε από τους υπεύθυνους της έρευνας, αν αυτή είναι μικρής έκτασης, είτε από ενδιάμεσα όργανα που έχουν υπό την εποπτεία τους έναν λογικό αριθμό ερευνητών.

Σε εθνικού επιπέδου έρευνες μεγάλης έκτασης ή σε απογραφές, ακολουθείται η μεθοδολογία διάκρισης της χώρας σε μεγάλες περιοχές (συνήθως νομούς), σε κάθε μία των οποίων ορίζονται υπεύθυνοι της έρευνας. Κάθε μία από τις περιοχές αυτές χωρίζεται, στη συνέχεια, από τον υπεύθυνο σε μικρότερους τομείς για τους οποίους την ευθύνη έχουν ενδιάμεσα όργανα (τομεάρχες).

Τέλος, κάθε τομέας διακρίνεται σε περιοχές, σε κάθε μία των οποίων ο ερευνητής θα διενεργήσει την έρευνα. Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται κόστος αλλά διασφαλίζει, από πλευράς ποιότητας και πληρότητας, τα αποτελέσματα της έρευνας.

Ανεξάρτητα από τις παραπάνω διαδικασίες, οι οποίες άλλωστε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, πρέπει να ακολουθούνται σε μεγάλης κλίμακας στατιστικές εργασίες, είναι μεγάλης σημασίας να διασφαλιστεί σε κάθε έρευνα, ότι ο ερευνητής έχει κατανοήσει πλήρως το τμήμα το οποίο θα διερευνήσει και τον τρόπο που θα εργαστεί μέσα σ’ αυτό. Αυτό ισχύει τόσο στη περίπτωση που ο τομέας ευθύνης του είναι γεωγραφική περιοχή, όσο και στη περίπτωση που αυτός είναι ομάδα ερευνώμενων, προκειμένου να αποφευχθούν διπλοαπογραφές ή διαφυγές.

Πρωταρχική ευθύνη του υπεύθυνου της έρευνας ή του τομεάρχη είναι η εξασφάλιση της παραπάνω προϋπόθεσης, με μέσα όπως:

Εγκατάσταση του ερευνητή στη γεωγραφική περιοχή ευθύνης του, διάθεση χαρτογραφικών διαγραμμάτων με τα όρια της περιοχής αυτής (αν πρόκειται για γεωγραφική περιοχή) ή διάθεση καταλόγου με τα στοιχεία αναγνώρισης των ερευνώμενων, ακριβή προσδιορισμό των χαρακτηριστικών ή της ιδιότητας αυτών (αν πρόκειται για ομάδα ερευνωμένων).

Ένας τέτοιος ψηφιακός χάρτης ακολουθεί για την περιοχή του Βύρωνα (συνοικία της Αθήνας), όπου ο ερευνητής βλέπει καθαρά ότι θα διενεργήσει την έρευνα στο οικοδομικό τετράγωνο 22. Η αποτύπωση της ευρύτερης περιοχής στο χάρτη, παρέχει την ευχέρεια εντοπισμού του Ο.Τ. και προσανατολισμού του ερευνητού σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω.

Μετά την εγκατάσταση, ο εποπτεύων θα πρέπει να παρακολουθεί και να υποστηρίζει το έργο των ερευνητών καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας, βρισκόμενος σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους και σε τακτική προσωπική (meetings, π.χ. κάθε εβδομάδα).

Βασικά καθήκοντά του είναι:

Ø Να τροφοδοτεί τους ερευνητές με επαρκές υλικό,

Ø Να ελέγχει αν η πρόοδος της εργασίας αυτών είναι ικανοποιητική και αν συμβαδίζει με τον προγραμματισμό της έρευνας ώστε να μην υπάρξουν καθυστερήσεις,

Ø Να κατευθύνει τους ερευνητές ως προς τον τρόπο που θα εργαστούν σε περίπτωση αρνήσεων ή περιπτώσεων που δεν προβλέπονται από τις βασικές οδηγίες,

Ø Να επεμβαίνει προσωπικώς όπου αυτό απαιτείται,

Ø Να ελέγχει τη ποιότητα της εργασίας των ερευνητών,

Ø Να βεβαιώνει το ποσό της αμοιβής των ερευνητών, όπως προκύπτει από τον όγκο της εργασίας τους και τις δαπάνες που καταβάλλουν (έξοδα κίνησης, κλπ.).

7.5.3 Επιτόπιος ή τηλεφωνικός έλεγχος των ερευνητών

Η διαδικασία συλλογής των στοιχείων της έρευνας (συνέντευξη με το κατάλληλο άτομο, συνέντευξη στο νοικοκυριό που έχει επιλεγεί πράγματι η ορθότητα των απαντήσεων που αποτυπώνονται στο ερωτηματολόγιο, κλπ.) θα πρέπει να ελέγχεται από τον εποπτεύοντα. Ο έλεγχος αυτός επιτυγχάνεται με τηλεφωνική ή επιτόπια επικοινωνία του εποπτεύοντα με το νοικοκυριό προκειμένου να επιβεβαιωθεί αυτή καθεαυτή η συνέντευξη και το περιεχόμενό της. Ανάλογα με το μέγεθος της έρευνας η επιβεβαίωση αυτή γίνεται σε όλες ή σε μέρος των μονάδων του δείγματος.

Σε έρευνες που το μέγεθος αυτής ή το διατιθέμενο κόστος το επιτρέπει, γίνεται εκ των υστέρων μικρότερη έρευνα, που συνήθως ονομάζεται έρευνα κάλυψης, σε ορισμένες μονάδες του δείγματος προκειμένου να διαπιστωθούν αποκλίσεις από την κυρίως έρευνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: