Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές για τα άτομα με αναπηρία

Ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές για τα άτομα με αναπηρία
Φλώρα Τσάπαλα, Φοιτήτρια Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου
Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Η πολιτική για την αναπηρία, την ψυχική υγεία του παιδιού και του εφήβου είναι ένα οργανωμένο σύνολο αξιών, αρχών και στόχων, για τη μείωση της επιβάρυνσης, που προκαλούν οι ψυχικές διαταραχές και οι αναπηρίες στον πληθυσμό. Για να επιτευχθεί ο συντονισμός των υπηρεσιών και των δράσεων στον τομέα ψυχικής υγείας και της αναπηρίας προαπαιτείται η ύπαρξη μιας πολιτικής και ενός σχεδίου δράσης. Χωρίς επαρκείς πολιτικές, οι ψυχικές διαταραχές είναι πιθανό να αντιμετωπίζονται με αποσπασματικό και μη αποδοτικό τρόπο.

Σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Κοινωνική Ενσωμάτωση (ΕΣΔΕΝ), τα άτομα με αναπηρία πληρούν όλα τα κριτήρια, ώστε να θεωρούνται κοινωνικά αποκλεισμένα. Το σύνταγμα προβλέπει για τις περιπτώσεις αυτές:

«Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν των μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας» (Σύνταγμα, άρθρο 21, παρ. 6). Λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία και διευκόλυνση των ΑμεΑ. Πρόσβαση στην Παιδεία – προσαρμοσμένη στις ατομικές εκπαιδευτικές ανάγκες, παροχή σε όσο το δυνατό λιγότερο περιοριστικό ή απομονωμένο περιβάλλον εκπαίδευσης (ΕΣΔΕΝ). Οι δράσεις και οι παρεμβάσεις για την ενίσχυση και την προστασία των ανθρώπων με αναπτυξιακές δυσκολίες εξειδικεύονται στους παρακάτω τομείς: Προκατάρτιση, Κατάρτιση, Υποστήριξη, Προώθηση της απασχόλησης.

Οι κύριοι τομείς δράσης για την υποστήριξη των ατόμων με αναπηρία σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό και Ελληνικό Σχέδιο Δράσης είναι:

Κοινωνική στήριξη στο άτομο, στην οικογένεια, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Φροντίδα σε κοινωνικό και παιδαγωγικό επίπεδο.
Παροχή συμβουλευτικής για την κοινωνική ένταξη ή επανένταξη.
Οικονομική στήριξη για τυχόν στεγαστικά προβλήματα της οικογένειας.
Λειτουργία ξενώνων για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν κινητικά και αισθητηριακά ή νοητικά προβλήματα.
Βοήθεια στη μετακίνηση στους τόπους προκατάρτισης, κατάρτισης, πρακτικής άσκησης και απασχόλησης.
Κατάλληλη εργονομική προσαρμογή των χώρων προκατάρτισης, κατάρτισης, άσκησης και απασχόλησης.
Δημιουργία δικτύων αλληλοστήριξης και αλληλοβοήθειας - Λειτουργία «Κέντρων Ημέρας».
Ενίσχυση της αποϊδρυματοποίησης των ατόμων που ανήκουν στην ομάδα στόχου.
Ενίσχυση των ικανοτήτων των ατόμων αυτών στους τομείς της αυτόνομης διαβίωσης, της αυτοσυντήρησης και της τήρησης των κανόνων υγιεινής - Εκμάθηση των βασικών κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς.
Ευαισθητοποίηση και σωστή ενημέρωση των αντιπροσωπευτικών εθελοντικών οργανώσεων για τα άτομα με αναπηρία.
Ευαισθητοποίηση του κοινού και των εργοδοτών, καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και στιγματισμού και άρση των προκαταλήψεων και των εμποδίων.
Ευαισθητοποίηση των επιχειρήσεων ή των οργανισμών που προωθούν ευκαιρίες πρακτικής άσκησης για μόνιμη απασχόληση των ατόμων με αναπηρία που καταρτίζονται επαγγελματικά.
Ίδρυση και λειτουργία τράπεζας πληροφοριών.
Δημιουργία δικτύων ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο.
Σύσταση Μητρώου για τα άτομα με κινητικές δυσκολίες και αισθητηριακά προβλήματα.

Πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Άτομα με Αναπηρία

Οι νομοθετικές και οι πολιτικές ρυθμίσεις της Ελλάδας όμως, κατευθύνονται από τη στάση και τη θέση που παίρνει η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στα άτομα με αναπηρία. Η θετική στάση που διατηρεί η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στους αναπήρους εκφράζεται μέσω μιας σειράς νομοθετικών, κοινωνικών και πολιτικών ενεργειών, όπως η χρηματοδότηση κάποιων προγραμμάτων, η πληροφόρηση του ευρύτερου κοινού και η θέσπιση κάποιων μέτρων για την οικονομική και κοινωνική αποκατάσταση.

Η πρώτη προσπάθεια κοινωνικής ενσωμάτωσης των αναπήρων έγινε με το ψήφισμα του Συμβουλίου της 21ης Ιανουαρίου του 1974 «περί καταρτίσεως του πρώτου προγράμματος κοινοτικής δράσεως για την επαγγελματική επαναπροσαρμογή των μειονεκτούντων ατόμων» (Ε.Ε., 1974, Α80/30). Αναλυτικότερα, στόχος αυτού του προγράμματος είναι η παροχή βοήθειας προς τα άτομα με αναπηρία, ώστε να καταστούν ικανά να ζήσουν αυτόνομα και ανεξάρτητα. Η υλοποίηση του στόχου αυτού απαιτεί:

α) την άρση των αρχιτεκτονικών εμποδίων για την ευκολότερη μετακίνηση των αναπήρων (κοινοποίηση V/767/75- F της Επιτροπής του Συμβουλίου, COM (75) 432, 1975: 6)

β) την απαλλαγή από τελωνιακούς δασμούς (Κανονισμός του Συμβουλίου, 1028/79. Ε.Ε., 1979, L. 134/8-12)

γ) την ιατρική αποκατάσταση και την κοινωνική επαναπροσαρμογή

δ) την συνεργασία μεταξύ των κοινωνικών υπηρεσιών

Το πρώτο αυτό πρόγραμμα επαγγελματικής επαναπροσαρμογής και κατάρτισης κάλυψε μια πενταετία και τα αποτελέσματα του κρίθηκαν ικανοποιητικά για την έπειτα πορεία στην προσπάθεια κάλυψης των αναγκών των ατόμων με αναπηρία (Ευρωπαϊκή Κοινότητα, 1981:9).

Κατά τις επόμενες δεκαετίες ακολουθεί μια σειρά ειδικών μέτρων της Ευρωπαϊκής πολιτικής για τα άτομα με αναπηρία:

α) το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11ης Μαρτίου του 1981 «περί της οικονομικής, κοινωνικής και επαγγελματικής ενσωμάτωσης των αναπήρων εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας κατά το 1981, Διεθνές Έτος Αναπήρων (Ε.Ε., 77/6.4.81:24-31), το οποίο προτείνει:

την δημιουργία μιας έκθεσης για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των αναπήρων
την εφαρμογή του Καταστατικού Χάρτη του Ο.Η.Ε.
την εφαρμογή κατάλληλων αρχιτεκτονικών δομών για την ευκολότερη πρόσβαση και μετακίνηση των ατόμων
την εξασφάλιση απασχόλησης
β) η Σύσταση 86/379 ΕΟΚ του Συμβουλίου το 1986 «για την απασχόληση των μειονεκτούντων ατόμων στην Κοινότητα» (Σχέδιο Έκθεσης της Επιτροπής για την εφαρμογή της σύστασης 86/379/ΕΟΚ, 1988:120) συνέβαλε:

1) στην αναθεώρηση των μέτρων που ισχύουν στα κράτη – μέλη προς την κατεύθυνση κοινών μέτρων στον τομέα της απασχόλησης και της επαγγελματικής κατάρτισης, όπως:

η λήψη μέτρων και πολιτικών για την επαγγελματική κατάρτιση, την δημιουργία θέσεων απασχόληση, την κοινωνική ασφάλιση, την σωστή διαμόρφωση και την προστασία των ατόμων με αναπηρία στον εργασιακό χώρο
η παροχή κινήτρων στους εργοδότες
η ενημέρωση και η πληροφόρηση του ευρύτερου κοινού
2) στην εξάλειψη των διακρίσεων, δημιουργώντας το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Παρόλα αυτά όμως, το ίδιο το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι «παρά τις προσπάθειες των κρατών-μελών, τα μειονεκτούντα άτομα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσχέρειες προκειμένου να εξασφαλίσουν πρόσβαση, υπό συνθήκες ισότητας, στην επαγγελματική κατάρτιση και την απασχόληση, το δε ποσοστό ανεργίας τους είναι αισθητά υψηλό απ’ ότι του συνόλου του πληθυσμού» (Ε.Ε. C173/8.7.89:1, στο Κανατάς, 2005:83).

γ) το ψήφισμα του Συμβουλίου των Υπουργών Κοινωνικών Υποθέσεων το 1989, για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού (COM 89, 3633, 1989: 4, 35)

δ) ο Κοινωνικός Χάρτης Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων (1989), ο οποίος βασίζεται στην αρχή της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων

ε) η Βασική Κοινοτική Νομοθεσία του 1990 (Κανατάς, 2005: 197-198)

«οι πρότυποι κανόνες του Ο.Η.Ε. για την εξίσωση των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρία
ο Κοινοτικός Χάρτης Αναγνώρισης των θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Αναπήρων
η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ανάπηρων Ατόμων»
στ) η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Φόρουμ των Ατόμων με Αναπηρία (11/1997), στόχος του οποίου είναι η προστασία όλων των ευρωπαίων πολιτών με αναπηρία.
Από τις αρχές του 20ου αιώνα όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύτηκε να δώσει μακροχρόνιες λύσεις στα προβλήματα που απασχολούν τα άτομα με αναπηρία. Συνεπώς, με βάση τη «διαμόρφωση ενός γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία» (2000/78/ΕΚ) έθεσε τρεις επιχειρησιακούς στόχους:

την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία
την ενίσχυση της ένταξης των αναπήρων στις σχετικές κοινοτικές πολιτικές
την βελτίωση της πρόσβασης σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δομής
Ειδικότερα, μέσω αυτού του γενικού πλαισίου η Ευρωπαϊκή Ένωση διαμόρφωσε ένα πολυετές σχέδιο δράσης, το οποίο ξεκίνησε το 2004 και θα υλοποιηθεί το 2010. Οι βασικοί τομείς προτεραιότητας αυτού του σχεδίου δράσης είναι (COM, 2003, 650:3):



Η ένταξη και η προσαρμογή των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας

Η δημιουργία δηλαδή μιας αγοράς εργασίας χωρίς περιορισμούς και αποκλεισμούς, όπου τα άτομα με αναπηρία θα απολαμβάνουν ίση συμμετοχή στην απασχόληση και την εργασία. Βέβαια για να συμβεί αυτό πρέπει να υπάρξει και ισότητα τόσο στην υγεία και την ασφάλεια όσο και στην ικανότητα πρόσβασης στον χώρο εργασίας. Εντούτοις, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προβεί στην υλοποίηση ειδικών πολιτικών για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
Η Δια Βίου Μάθηση

Η Δια Βίου Μάθηση για την υποστήριξη της απασχολησιμότητας, της προσαρμοστικότητας και της ενεργού ιδιότητας του πολίτη είναι ένα θεμελιώδης στοιχείο για την βελτίωση της ποιότητας της ζωής των ατόμων με αναπηρία.
Η χρήση των νέων τεχνολογιών

Οι νέες τεχνολογίες κατέχουν έναν σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση και διατήρηση των ίσων ευκαιριών, κυρίως προς τα άτομα που αντιμετωπίζουν πολλαπλά προβλήματα πρόσβασης είτε στο χώρο είτε στον τομέα της πληροφόρησης και ενημέρωσης. Επίσης, ένας τρόπος αντιμετώπισης του κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνει η ανάπηρη στην εκπαίδευση και στην επαγγελματική τους κατάρτιση είναι με την χρήση των νέων τεχνολογιών.

Η δυνατότητα πρόσβασης στο δομημένο περιβάλλον

Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την κοινωνική ένταξη των ατόμων με αναπηρία τόσο στην κοινωνία όσο και στην εργασία.
Άρα, η στρατηγική που ακολούθησε η Ευρωπαϊκή Ένωση από την αρχή της δημιουργίας της μέχρι και σήμερα βασίζεται σε τρεις άξονες:

«(1) τη νομοθεσία και τα μέτρα κατά των διακρίσεων, που παρέχουν πρόσβαση σε ατομικά δικαιώματα·

(2) την εξάλειψη των εμποδίων στο περιβάλλον, τα οποία εμποδίζουν τα άτομα με αναπηρία να ασκήσουν τις ικανότητές τους και

(3) την ενσωμάτωση των θεμάτων που αφορούν τα άτομα με αναπηρία στο ευρύ φάσμα των κοινοτικών πολιτικών για τη διευκόλυνση της ενεργητικής συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία»

Οι τρεις αυτοί άξονες εμφανίζονται σε όλες τις εθνικές πολιτικές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης άλλοτε σε μεγαλύτερο και άλλοτε σε μικρότερο βαθμό, αλλά και με διάφορες μορφές, όπως μέσω (COM, 2003, 650):

της προώθησης του σεβασμού της ποικιλομορφίας των ατομικών δικαιωμάτων
της πρόσβασης στο δομημένο περιβάλλον
της ένταξης στην αγορά εργασίας
της προώθησης της κοινωνικής ενσωμάτωσης
της βελτίωση των κοινωνικών δομών
Παρόλα αυτά όμως, η βελτίωση της κοινωνικής και οικονομικής θέσης των ατόμων με αναπηρία κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα τόσο στον ευρωπαϊκό χώρο όσο και στον εθνικό. Διότι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για την κοινωνική ένταξη των αναπήρων είναι η απασχόληση τους, η οποία αντιμετωπίζει αρκετά προβλήματα, όπως η ίδια η στάση της κοινωνίας, η ανικανότητα του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού τομέα να απασχολήσει αυτά τα άτομα, αλλά και η ολοκληρωμένη εφαρμογή των νομοθετικών ρυθμίσεων.
Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση και Αποασυλοποίηση στην Ελλάδα

Η διαδικασία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και τις αποασυλοποίησης των ψυχικώς πασχόντων και των ΑμέΑ, όμως, στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολούθησε διαφορετική πορεία από την αντίστοιχη στην Ελλάδα, καθώς στην Ευρώπη η ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας περίθαλψης αποτέλεσε τον πυρήνα της μεταρρύθμισης, με την αποασυλοποίηση να πραγματοποιείται παράλληλα ή να ακολουθεί. Η Ψυχιατρική Μεταρρύθμισης, είναι μια συλλογική προσπάθεια της πολιτείας, των επαγγελματιών Ψυχικής Υγείας και της κοινωνίας για την οριστική αντιμετώπιση των αναγκών των ψυχικώς πασχόντων παιδιών και των αναπήρων, που χρήζουν ειδικής αγωγής. Με τον όρο «Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση» εννοούμε το σύνολο των παρεμβάσεων, που επιτρέπουν στον ψυχικά ασθενή και τον ανάπηρο να παραμείνει ενεργός πολίτης, μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον, με αυτόνομη οικονομική δράση και κοινωνική ένταξη. (Μαυρατζιώτου 2003). Υιοθετείται ένας ευρύς ορισμός της ψυχικής υγείας των παιδιών και των εφήβων ως: «η ικανότητα να κατακτήσουν και να διατηρήσουν την άριστη δυνατή ψυχολογική λειτουργία και αίσθηση ευεξίας». Συνδέεται άμεσα με την ικανότητα για ψυχολογική και κοινωνική λειτουργικότητα. Η ψυχική υγεία του παιδιού και του εφήβου, περιλαμβάνει την έννοια της ταυτότητας και της αυτοεκτίμησης. Αναφέρεται στην υγιή οικογένεια και τις αρμονικές σχέσεις με τους συνομηλίκους. Περιλαμβάνει την ικανότητα για παραγωγικότητα και μάθηση. Τέλος, τονίζει την ικανότητα διαχείρισης των προκλήσεων και των αλλαγών, ώστε να ευνοηθεί η ομαλή απρόσκοπτη εξέλιξη (Dawes et al., 1997). Η εφαρμογή της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης ξεκίνησε στην χώρα μας με την ψήφιση του Ν.1397/83 για το ΕΣΥ και ειδικότερα με το άρθρο 21, διευρύνθηκε με το Ν.2071/92 και παγιώθηκε με το Ν. 2716/99 («Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και άλλες διατάξεις»). Ο Κανονισμός (Ε.Ε.) 815/84 έδωσε την ευκαιρία και την οικονομική υποστήριξη, συγχρηματοδοτώντας με 55%, ώστε να αναπτυχθούν Μονάδες Κοινωνικής-Κοινοτικής Ψυχιατρικής. Το αρχικό σχέδιο (1997) και οι εν συνεχεία αναθεωρήσεις του σχεδίου «Ψυχαργώς» για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση περιλάμβανε πλήθος δράσεων σε δύο επίπεδα (Πιν. 2) : Διακοπή της λειτουργίας όλων των Ψυχιατρείων στην Ελλάδα και ανάπτυξη ενός ευρέως φάσματος κοινοτικών δομών ψυχιατρικής, (Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας: «Ψυχαργώς» 2001-2010).Κεντρικός άξονας της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης είναι η ανάπτυξη υπηρεσιών στην κοινότητα, ώστε ο πάσχων να εξυπηρετείται κοντά στο οικογενειακό του περιβάλλον και να υποστηρίζεται από αυτό, διατηρώντας την κοινωνική του δραστηριότητα.

Η παιδοψυχιατρική περίθαλψη και πρόληψη σε θέματα ψυχικής υγείας και αναπηρίας του παιδιού περιλαμβάνει την φροντίδα της οικογένειας και του παιδιού από το στάδιο που προηγείται της σύλληψης και της γέννησής του, μέχρι την περίοδο που τελειώνει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή έως την ηλικία των 18 χρόνων, οπότε θεωρείται ότι ολοκληρώνεται η ψυχοσυναισθηματική και σωματική ανάπτυξη. Παράλληλα μελετά τις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις του παιδιού με την οικογένεια και το ευρύτερο περιβάλλον. Το γραμμικό μοντέλο ενός παθητικού παιδιού – αποδέκτη του περιβαλλοντολογικού «γίγνεσθαι», δεν αποτελεί πλέον κατεύθυνση στην ψυχοσυναισθηματική προσέγγιση του.

Η παρέμβαση για την ψυχική ασθένεια και την αναπηρία στα πλαίσια της κοινότητας πρέπει:

-Να αποτιμά και να προάγει τα συνεργατικά αποτελέσματα και να ερευνά εμπειρικά τις αντισταθμιστικές της δράσεις, όσον αφορά τις περιβαλλοντικές δυναμικές.

-Να είναι δομημένη και να μπορεί να επιδράσει πάνω σε σύνθετες κοινωνικές δομές

-Να εξετάζει θεσμικά και κοινωνικά ζητήματα κι όχι μόνο τους ατομικούς παράγοντες

-Να αναγνωρίζει ότι το πρόγραμμα δεν είναι παρά ένα μέρος μιας ευρύτερης πολιτισμικής προσπάθειας.

Στην Ελλάδα, η ανάπτυξη των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και αντιμετώπισης της αναπηρίας, που έχει επιτευχθεί έως σήμερα, δεν έχει γίνει βάσει κάποιου εθνικού σχεδιασμού και στηρίζεται σε αποσπασματικές ενέργειες, παρόλες τις κατά καιρούς προσπάθειες ειδικών επιτροπών, ομάδων εργασίας, συλλογικών ή ατομικών παρεμβάσεων (Τσιάντης 2005). Η μεταρρύθμιση μέσα από το μεγαλύτερο καινοτόμο πρόγραμμα των τελευταίων δεκαετιών για την Ψυχική Υγεία, το πρόγραμμα «ΨΥΧΑΡΓΩΣ» στόχευσε στη σταδιακή κάλυψη όλων των αναγκών σε εθνικό επίπεδο, στον τομέα της ψυχικής υγείας. Για το διάστημα μετά το 2006, οι προτεραιότητες της πολιτικής για την ψυχική υγεία αφορούν στα εξής:

Αναθεώρηση του προγράμματος «Ψυχαργώς» 2006 - 2015, ώστε να συνεχιστεί η ανάπτυξη των μονάδων ψυχικής υγείας σε όλη τη χώρα. Ως στόχος παραμένει πάντα η ολοκλήρωση των δικτύων των κοινοτικών δομών κατά τρόπο ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες ψυχικής υγείας του πληθυσμού.
Για τη δεκαετία 2006-2015 στόχος είναι επίσης η κατάργηση / μετασχηματισμός των ψυχιατρικών νοσοκομείων (Δαφνί, “Δρομοκαΐτειο”, Θεσσαλονίκης, Π.Ν.Α.) και η ανάπτυξη εξειδικευμένων δομών για ειδικές κατηγορίες αναγκών (αναπηρία, αλκοολισμός, τοξικοεξάρτηση, κλπ).
Η υποστήριξη της επαγγελματικής αποκατάστασης και εργασιακής ένταξης των ατόμων με ψυχικές διαταραχές, διαμέσου της ανάπτυξη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών συνεταιριστικού χαρακτήρα (Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένοι Ευθύνης – ΚοιΣΠΕ) και, βεβαίως, η περαιτέρω προώθηση, κατοχύρωση και συμπλήρωση του νομοθετικού πλαισίου για την ψυχική υγεία, την τομεοποίηση και την κοινωνική ενσωμάτωση των ψυχικά πασχόντων και των αναπήρων.
Ειδικότερα οι άξονες δράσης για την οργάνωση ενός ολοκληρωμένου και λειτουργικού δικτύου για την ψυχική υγεία του παιδιού και του εφήβου απαιτούν ένα στρατηγικό σχεδιασμό που μεταξύ άλλων πρέπει να περιλαμβάνει:

α) Σχεδιασμό ενός «χάρτη» ψυχικής υγείας για το παιδί και τον έφηβο που να λαμβάνει υπόψη του τις υπάρχουσες διεπιστημονικές υπηρεσίες και φορείς.

β) ανίχνευση των αναγκών στον συγκεκριμένο τομέα.

γ) συντονισμό των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, όπου απαιτείται ακόμη και αν ανήκουν σε διαφορετικά υπουργεία και φορείς. Η ανάπτυξη μιας λειτουργίας που να βασίζεται στις διεπιστημονικές ομάδες και στην πρόληψη των σφαλμάτων, αποτελούν βασική προϋπόθεση ενός επανασχεδιασμού και επαναπροσδιορισμού του προαναφερθέντος χάρτη

δ) δρομολόγηση ενός άμεσου «διοικητικού» και «επιστημονικού» διαύλου επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των φορέων που δραστηριοποιούνται πανελλαδικά. Δεν μπορεί να συνεχίσουν να λειτουργούν οι ελάχιστες αυτές υπηρεσίες ψυχικής υγείας ως αυτοτελή, αυτόνομα μικρά «κρατίδια», που όχι μόνο δεν γνωρίζουν το κοινό έδαφος δράσης που υπάρχει μεταξύ τους, αλλά στην χειρότερη περίπτωση «αγνοούνται» μεταξύ τους σαν υπηρεσίες. Όλα τα ανωτέρω μπορεί να υλοποιηθούν μέσα από την συγκρότηση ενός παρατηρητηρίου με διαδημοτική και νομαρχιακή εκπροσώπηση από όλη την Ελλάδα.

Στους άξονες δράσης εντάσσονται τα παρακάτω:

Η παροχή υπηρεσιών υποστήριξης πρωτοβάθμιας κοινωνικής φροντίδας στα Αμέα στους τομείς : της Συμβουλευτικής, της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, της βοηθητικής φροντίδας, της ικανοποίησης πρακτικών αναγκών διαβίωσης, της παροχής ατομικής υγιεινής και καθαριότητας, της αγωγής υγείας και της πρόληψης.

Η κοινωνική χαρτογράφηση της περιοχής ευθύνης των αρμόδιων φορέων και της ευρύτερης κοινότητας.

Η καταπολέμηση των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού καθώς και η ενθάρρυνση του κοινωνικού διαλόγου για τα μέτρα που απαιτούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

Η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση και η προετοιμασία της κοινωνίας για την επανένταξη ατόμων με αναπηρία και ψυχικές ασθένειες. Η βελτίωση της ενημέρωσης σε όλα τα επίπεδα.

Η συνεργασία με τοπικούς, περιφερειακούς, εθνικούς και ευρωπαϊκούς φορείς ή δίκτυα, με Πανεπιστημιακά Ιδρύματα, Ο.Τ.Α, με την Εκκλησία, για τη μεγιστοποίηση του κοινωνικού, επιστημονικού και ερευνητικού έργου του συλλόγου.

Η οργάνωση σεμιναρίων, ημερίδων για το ευρύτερο κοινό, σε θέματα που αφορούν τα άτομα με αναπηρίες και τον ψυχικά

Η ηθική και υλική συμπαράσταση των ΑμέΑ καθώς και των οικογενειών τους.

Η συνεργασία με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με στόχο την επιστημονική ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού στα θέματα των ατόμων με αναπηρία, την κατανόηση του όρου «ψυχική ασθένεια» με στόχο την ορθή αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών και την άμβλυνση του συνειρμού: ψυχική ασθένεια – επικινδυνότητα – εγκλεισμός, καθώς και την πρόληψη δημιουργίας εσφαλμένης εικόνας από την ευρύτερη κοινωνία, όσον αφορά τα ανωτέρω ζητήματα, καθώς και συμμετοχή σε προγράμματα ενημέρωσης και πρόληψης.

Η ανάληψη ευρωπαϊκών, εθνικών, περιφερειακών ή τοπικών προγραμμάτων και η διεξαγωγή ερευνών σχετικών με θέματα που αφορούν: α) την ποιότητα ζωής των ατόμων με αναπηρίες και των ψυχικά ασθενών ατόμων, β) την αποασυλοποίηση και την συμβολή της στην βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των ατόμων με αναπηρία και την μετέπειτα συμμετοχής τους στην τοπική ανάπτυξη γ) την περιβαλλοντική εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία και συνεκπαίδευση με άτομα μη έχοντα ειδικές ανάγκες, δ) την επαγγελματική ανάπτυξη των εργαζομένων σε ειδικά πλαίσια, ε) τον επαγγελματικό προσανατολισμό των ατόμων με αναπηρίες και βαριές ψυχολογικές διαταραχές και στ) τον κοινωνικό αποκλεισμό, την κοινωνική ισότητα, ένταξη και συνοχή.
Ελληνική Νομοθεσία για τα Άτομα με Αναπηρία

Η πρώτη συνοπτική αναφορά στην ελληνική νομοθεσία για το κράτος πρόνοιας βρίσκεται στο ΝΔ 57/1973 (ΦΕΚ Α΄149), μέσω της οποίας εισάγεται η αρχή της επικουρικότητας ως γενική αρχή για την προνοιακή κάλυψη των ατόμων που δεν διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους για την επιβίωση τους. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 αναφέρεται ότι «το Κράτος διά του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και διά των υπό την εποπτείαν του Υπουργείου τούτου τελούντων φορέων παρέχει κοινωνικήν προστασίαν εις ας περιπτώσεις Ελλην πολίτης διαμένων μονίμως εν Ελλάδι: α) τελεί εις κατάστασιν ενδείας, ή β) ευρίσκεται εις μειωμένην κοινωνικήν, σωματικήν ή διανοητικήν κατάστασιν (αναπηρίαι πάσης φύσεως, γήρας κλπ.) ή γ) περιέρχεται προσωρινώς ή μονίμως εις κατάστασιν ανάγκης συνεπεία ασθενείας, θεομηνίας ή άλλου απροβλέπτου συμβάντος». Ως εκ τούτου, με τον νόμο αυτό θεσπίστηκε η υποχρεωτική αρωγή των πολιτών που αποτελούν μέρος των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, από το κράτος, αλλά και η εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων ανάλογα με το είδος και το βαθμό ανάγκης των ατόμων, καθώς και τις δυνατότητες εκπαίδευσης και ένταξης στην παραγωγική διαδικασία (άρθρο 32 παρ. 2 νόμου 1566/1985, ο οποίος καταργήθηκε από άρθρο 5 παρ.4 Ν.2817/2000, ΦΕΚ Α 78/14.3.2000).

Επιπλέον, με το Ελληνικό Σύνταγμα του 1975, αρχικά στο άρθρο 4 αναγνωρίζεται η ισότητα όλων των Ελλήνων πολιτών, η οποία συνεπάγεται την καθιέρωση και την ίση αντιμετώπιση των ατόμων με αναπηρία από την πολιτεία σε όλες της τις εκδηλώσεις (πολιτικές, πολιτισμικές, οικονομικές, κοινωνικές). Σύμφωνα με το άρθρο 21, 2 παρ. «οι πολύτεκνες οικογένειες, ανάπηροι πολέμου και ειρηνικής περιόδου, θύματα πολέμου, χήρες και ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος». Σύμφωνα με την παρ.3 «το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων». Συνεπώς, μέσα από το άρθρο αυτό θεμελιώνεται η κοινωνική πολιτική του Ελληνικού Κράτους για την προστασία και την υποστήριξη των ατόμων με αναπηρία αλλά και άλλων κοινωνικών ομάδων. Επίσης, με την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση του 2001 στο άρθρο 21, προστέθηκε η παρ.6, μέσω της οποίας αναγνωρίζεται το δικαίωμα στα άτομα με αναπηρία να απολαμβάνουν μέτρα που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την εκπαίδευση, την επαγγελματική ένταξη και τη συµµετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας.
Νομοθετικές ρυθμίσεις για την εκπαίδευση των Ατόμων με Αναπηρία

Η πολιτεία άρχισε να ενδιαφέρεται συστηματικά για την εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία γύρω στην δεκαετία του ‘70, καθώς ο πρώτος νόμος (904/51), ο οποίος ψηφίστηκε επί κυβερνήσεως Πλαστήρα, το 1951 και αφορούσε την εκπαίδευση και την επιδοματική πολιτική των τυφλών, στην πραγματικότητα δεν εφαρμόστηκε. Συνεπώς, τα άτομα με αναπηρία συνέχισαν να ζουν μόνο μέσα από τις αλτρουιστικές και μη προσπάθειες των φιλανθρωπικών οργανώσεων.

Το 1969, τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα παιδιά με αναπηρία, οι γονείς τους, αλλά και η ίδια η κοινωνία ήταν μεγάλα. Έτσι, το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ίδρυσε την Κεντρική Υπηρεσία του Γραφείου Ειδικής Αγωγής (101491/1-8-69 (ΦΕκ 490β)), η οποία το 1975 μετονομάστηκε σε Διεύθυνση Ειδικής Αγωγής (νόμος 227/1975). Σκοπός του γραφείου αυτού ήταν η «μελέτη των θεμάτων των εχόντων σχέσιν με τα παιδιά, τα οποία αδυνατούν να φοιτούν εις κανονικά σχολεία ή να ωφεληθούν από το πρόγραμμα μαθημάτων και την μέθοδον διδασκαλίας αυτών, είτε λόγω σωματικής, είτε πνευματικής ατέλειας, ελλείψεως, ασθενείας ή βλάβης». Ως αποτέλεσμα της δράσης του Γραφείου Ειδικής Αγωγής ήταν αρχικά, η δημιουργία του Σεμιναρίου Θεραπευτικής Παιδαγωγικής στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης, το οποίο αποτέλεσε το πρώτο επίσημο και συστηματικό τμήμα επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, που ήθελαν να εργαστούν με «παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» και έπειτα η ίδρυση των πρώτων ειδικών σχολείων δημοτικής εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, το 1972 ιδρύθηκαν 40 ειδικά σχολεία σε όλη την Ελλάδα για παιδιά με νοητική υστέρηση, ψυχολογικά τεταραγμένα, κωφά και βαρήκοα, τυφλά και με σωματικά προβλήματα. Το 1974 συντάχθηκε το πρώτο "Σχέδιο Αναλυτικού και Ωρολογίου Προγράμματος", το οποίο αφορούσε τα νοητικά καθυστερημένα άτομα.

Από το 1975 και έπειτα τα πράγματα βελτιώνονται ακόμη περισσότερο, καθώς τότε η Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων κατοχύρωσε συνταγματικά το δικαίωμα εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρία. Το 1981 ψηφίζεται από την Βουλή ο ν.1143, «Περί ειδικής αγωγής, ειδικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, απασχολήσεως και κοινωνικής μερίμνης των αποκλινόντων εκ του φυσιολογικού ατόμων και άλλων τινών εκπαιδευτικών διατάξεων» (ΦΕΚ Α΄ 80/31.3.1981). Στόχος του νόμου αυτού είναι η εξασφάλιση της ισότητας ευκαιριών στην εκπαίδευση, η σχολική και κοινωνική ενσωμάτωση των ατόμων με αναπηρία και η προετοιμασία των ατόμων με αναπηρία να περάσουν από το σχολείο στην κοινωνία.

Το δεύτερο νομοθετικό βήμα προς την εξέλιξη της Ειδικής Αγωγής έγινε το 1985 με τον νόμο 1566, ο οποίος αφορούσε τη «δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις» και για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στην Ειδική Αγωγή και στην εκπαίδευση των παιδιών με ειδικές ανάγκες στα κανονικά σχολεία. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 32 και 33, ως βασικοί στόχοι της Ειδικής Αγωγής είναι η ολόπλευρη και αποτελεσματική ανάπτυξη των δυνατοτήτων και των ικανοτήτων των παιδιών με αναπηρία μέσα από ειδικά προγράμματα ανάλογα της αναπηρίας που αντιμετωπίζουν, η ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία και η αλληλοαποδοχή των παιδιών από το κοινωνικό σύνολο αλλά και το αντίστροφο. Επιπλέον, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 22, αποκλειστικός επίσημος φορέας για την Ειδική Αγωγή ορίζεται το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Προοδευτικό βήμα αποτέλεσε η ψήφιση του Ν. 2817/2000 (ΦΕΚ Α’ 78/14.03.2000) για την «Εκπαίδευση των ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και άλλες διατάξεις». Στα πλαίσια αυτού του νόμου στο άρθρο 1, ορίζεται ότι τα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι αυτά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες μάθησης σε μεγάλο βαθμό αλλά και προσαρμογής, εξαιτίας της αναπηρίας που αντιμετωπίζουν. Πιο συγκεκριμένα, στους μαθητές αυτούς συμπεριλαμβάνονται όσοι έχουν νοητική ανεπάρκεια ή ανωριμότητα, ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα όρασης ή ακοής, σοβαρά νευρολογικά ή ορθοπεδικά ελαττώματα, προβλήματα λόγου και ομιλίας, ειδικές δυσκολίες στη μάθηση, όπως δυσλεξία, δυσαριθμησία, δυσαναγνωσία και σύνθετες γνωστικές, συναισθηματικές και κοινωνικές δυσκολίες και όσοι παρουσιάζουν αυτισμό και άλλες διαταραχές ανάπτυξης. Επίσης, στα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες περιλαμβάνονται και άτομα που δεν ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες αλλά έχουν ανάγκη από ειδική εκπαιδευτική προσέγγιση και φροντίδα. Επιπλέον, η διάγνωση ή διαπίστωση των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών των μαθητών γίνεται από τα Κέντρα Διάγνωσης, Αξιολόγησης και Υποστήριξης (Κ.Δ.Α.Υ.) και έπειτα προσφέρεται σε αυτά ειδική εκπαίδευση, η οποία παρέχεται δωρεάν από το κράτος σε δημόσια σχολεία όλων των βαθμίδων. Στόχοι αυτής της ειδικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 1, είναι η ανάπτυξη της προσωπικότητας των ατόμων με ειδικά εκπαιδευτικά προβλήματα, η βελτίωση των ικανοτήτων και δεξιοτήτων, η ένταξη ή επανένταξή τους στο κοινό εκπαιδευτικό σύστημα, η κοινωνική ένταξη τους, η επαγγελματική τους κατάρτιση και τη συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία και η αλληλοαποδοχή τους από το κοινωνικό σύνολο, αλλά και την ισότιμη κοινωνική τους εξέλιξη. Επίσης, το 2003 ψηφίστηκε ο νόμος 3194 «Ρύθμιση εκπαιδευτικών θεμάτων και άλλες διατάξεις», που έκανε κάποιες αλλαγές στο χώρο της ειδικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης των ατόμων με αναπηρία.

Σημαντική ώθηση στον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης, αλλά και στην ποιοτική βελτίωση αυτής επέφερε ο νέος νόμος 3699/2008 «Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία ή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», μέσω του οποίου η πολιτεία στο σύνολό της αλλά και το κράτος «οφείλουν να αναγνωρίζουν την αναπηρία ως μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και ως ένα σύνθετο κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο και σε κάθε περίπτωση να αποτρέπουν τον υποβιβασμό των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία στη συμμετοχή ή στη συνεισφορά τους στην κοινωνική ζωή». Μια πρώτη μικρή διαφοροποίηση από του προηγούμενου νόμου, εμφανίζεται στις κατηγορίες των ατόμων με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, εφόσον προστέθηκαν ακόμη κάποιες ομάδες. Σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο:

«1. Μαθητές με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες θεωρούνται όσοι για ολόκληρη ή ορισμένη περίοδο της σχολικής τους ζωής εμφανίζουν σημαντικές δυσκολίες μάθησης εξαιτίας αισθητηριακών, νοητικών, γνωστικών, αναπτυξιακών προβλημάτων, ψυχικών και νευροψυχικών διαταραχών οι οποίες, σύμφωνα με τη διεπιστημονική αξιολόγηση, επηρεάζουν τη διαδικασία της σχολικής προσαρμογής και μάθησης. Στους μαθητές με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες συγκαταλέγονται ιδίως όσοι παρουσιάζουν νοητική αναπηρία, αισθητηριακές αναπηρίες όρασης (τυφλοί, αμβλύωπες με χαμηλή όραση), αισθητηριακές αναπηρίες ακοής (κωφοί, βαρήκοοι), κινητικές αναπηρίες, χρόνια μη ιάσιμα νοσήματα, διαταραχές ομιλίας−λόγου, ειδικές μαθησιακές δυσκολίες όπως δυσλεξία, δυσγραφία, δυσαριθμησία, δυσαναγνωσία, δυσορθογραφία, σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής με ή χωρίς υπερκινητικότητα, διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές (φάσμα αυτισμού), ψυχικές διαταραχές και πολλαπλές αναπηρίες. Στην κατηγορία μαθητών με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες δεν εμπίπτουν οι μαθητές με χαμηλή σχολική επίδοση που συνδέεται αιτιωδώς με εξωγενείς παράγοντες, όπως γλωσσικές ή πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. 2. Οι μαθητές με σύνθετες γνωστικές, συναισθηματικές και κοινωνικές δυσκολίες, παραβατική συμπεριφορά λόγω κακοποίησης, γονεϊκής παραμέλησης και εγκατάλειψης ή λόγω ενδοοικογενειακής βίας, ανήκουν στα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. 3. Μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι και οι μαθητές που έχουν μία ή περισσότερες νοητικές ικανότητες και ταλέντα ανεπτυγμένα σε βαθμό που υπερβαίνει κατά πολύ τα προσδοκώμενα για την ηλικιακή τους ομάδα».

Επιπλέον, οι στόχοι της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης παραμένουν ίδιοι με τον νόμο 2817/2000. Η διάγνωση όμως, των ειδικών εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των παιδιών γίνεται από τα ΚΕΔΔΥ, την Ειδική Διαγνωστική Επιτροπή Αξιολόγησης (ΕΔΕΑ) και τα πιστοποιημένα από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα (ΙΠΔ) άλλων Υπουργείων, ενώ παλαιότερα γίνονταν από τα Κ.Δ.Α.Υ. Όσον αφορά την φοίτηση των φοιτητών με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, σύμφωνα με το 6 άρθρο, μπορεί να γίνει είτε στη σχολική τάξη του γενικού σχολείου, αν οι μαθητές παρουσιάζουν ήπιες μαθησιακές δυσκολίες ή αν υπάρχει παράλληλη στήριξη και εκπαίδευση ή οργανωμένα και κατάλληλα στελεχωμένα τμήματα ένταξης, είτε σε αυτοτελείς ΣΜΕΑΕ ή σε σχολεία της γενικής εκπαίδευσης ή σε τμήματα ένταξης ανάλογα με το είδος της αναπηρίας και τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες των ατόμων. Αν όμως, η φοίτηση των μαθητών με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες δεν είναι εφικτή στα γενικά σχολεία ή στα τμήματα ένταξης, η εκπαίδευση τους γίνεται είτε σε αυτοτελή σχολικές μονάδες ειδική αγωγής και εκπαίδευσης είτε σε σχολεία ή τμήματα που λειτουργούν αυτοτελή ή ως παραρτήματα άλλων σχολείων σε νοσοκομεία, κέντρα αποκατάστασης, ιδρύματα αγωγής ανηλίκων, ιδρύματα χρονίως πασχόντων ή Υπηρεσίες εκπαίδευσης και αποκατάστασης των Μονάδων Ψυχικής Υγείας, είτε στο σπίτι αν υπάρχουν σοβαρά βραχυχρόνια ή χρόνια προβλήματα υγείας. Πιο συγκεκριμένα, οι σχολικές μονάδες ειδική αγωγής και εκπαίδευσης για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση είναι τα νηπιαγωγεία ΕΑΕ και τμήματα πρώιμης παρέμβασης και τα δημοτικά σχολεία ΕΑΕ, για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι τα γυμνάσια και τα λύκεια ΕΑΕ, τα οποία περιλαμβάνουν μια προκαταρκτική τάξη και τρεις επόμενες τάξεις Α΄, Β΄ και Γ΄, ενώ για τη δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση είναι τα ειδικά επαγγελματικά γυμνάσια, στα οποία η φοίτηση είναι εννιάχρονη, τα ειδικά επαγγελματικά λύκεια, στα οποία η φοίτηση είναι τέσσερα έτη, και τα Εργαστήρια Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΕΕΕΕΚ), με διάρκεια φοίτησης από πέντε μέχρι οκτώ χρόνια.

Παρά το γεγονός όμως, ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις για την εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα αυτά είναι ακόμη αρκετά μεγάλα. Τα σημαντικότερα εκ των οποίων είναι:
η αδυναμία πρόσβασης των ατόμων στα ειδικά σχολεία, καθώς τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται στα αστικά κέντρα.
το πρόβλημα πρόσβασης στο σύστημα μεταφοράς των αναπήρων από το σπίτι προς το σχολείο και το αντίστροφο.
το πρόβλημα πρόσβασης γενικότερα στους εκπαιδευτικούς χώρους, κυρίως στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμιά προσπάθεια βελτίωσης της πρόσβασης
οι σημαντικές ελλείψεις που παρατηρούνται στα ειδικά σχολεία όσο αφορά το ειδικά εκπαιδευμένο διδακτικό προσωπικό όσο και τις υλικοτεχνικές υποδομές τους. Βέβαια, το πρόβλημα αυτό είναι εντονότερο στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου στις περισσότερες περιπτώσεις το διδακτικό προσωπικό αποτελείται από μη ειδικά εκπαιδευμένα άτομα, τα οποία δεν είναι σε θέση να εφαρμόσουν τις ειδικές μεθόδους εκπαίδευσης που είναι απαραίτητες.

Συνεπώς, οι νομοθετικές ρυθμίσεις δεν επαρκούν για να καλύψουν όλες τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών και μέτρων για τον εκσυγχρονισμό όλου του θεσμικού πλαισίου, την βελτίωση της προσβασιμότητας σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, την δημιουργία περισσότερων και κατάλληλα εξοπλισμένων σχολικών μονάδων, καθώς και την δημιουργία ειδικών τμημάτων εκπαίδευσης στην ειδική αγωγή.

Νομοθετικές ρυθμίσεις για την επαγγελματική αποκατάσταση των Ατόμων με Αναπηρία

Με βάση το γεγονός, ότι η πολιτεία άρχισε να ενδιαφέρεται συστηματικά για την εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία την δεκαετία του ’70, οι νομοθετικές ρυθμίσεις που υπήρχαν ως εκείνη την περίοδο ήταν ελάχιστες και αναφέρονταν κυρίως στα τυφλά άτομα. Επιπλέον, οι νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις είχαν βοηθητικό χαρακτήρα και όχι ως άμεσο στόχο τους την κοινωνική ένταξη και επαγγελματική αποκατάσταση αυτών των ατόμων. Αρχικά, με το διάταγμα 2765/1954 (ΒΔ2765) «Περί διευκολύνσεως δια της πώλησιν των προϊόντων των εργαζομένων τυφλών», δίνεται ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα στους τυφλούς να δημιουργήσουν, να κοινωνικοποιηθούν, να αισθανθούν ικανοποίηση και να έχουν κάποιο χρηματικό όφελος. Από την άλλη το κράτος μέσο αυτής της διάταξης μειώνει τις δαπάνες του, αφού με τον τρόπο αυτόν μπορούσε να κόψει κάποια επιδόματα που παλαιότερα έδιναν σε αυτά τα άτομα. Ένας ακόμη νόμος, που αφορά την επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών ατόμων, είναι ο Ν. 1904/51 (ΦΕΚ Α΄ 212/1.8.1951) «Περί προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών», μέσο του οποίο ορίζεται η ευθύνη του κράτους να εκπαιδεύσει και να αποκαταστήσει επαγγελματικά τα τυφλά άτομα που είναι σε θέση να εργαστούν.

Ο πρώτος νόμος όμως, με ακριβή αναφορά στα άτομα με αναπηρία, είναι ο Ν. 963/1979 (ΦΕΚ. Α΄ 202/79), «Περί επαγγελματικής αποκατάστασης αναπήρων και εν γένει ατόμων μειωμένων ικανοτήτων». Γενικότερα, ο νόμος αναφέρεται σε άτομα, τα οποία έχουν περιορισμένες δυνατότητες επαγγελματικής απασχόλησης λόγω σωματικής ή πνευματικής βλάβης (άρθρο 1) και υποχρεώνει με το άρθρο 10, όλες τις Δημόσιες Υπηρεσίες να προσλάβουν στις κενές θέσεις τηλεφωνητών, κλητήρων, θυρωρών και οδηγών ανελκυστήρων με μια αναλογία ένα προς τρία για τις θέσεις τηλεφωνητών και ένα προς πέντε για όλες τις υπόλοιπες. Επίσης, με βάση το άρθρο 23, του Ν. 1320/83, όλοι οι φορείς του Δημοσίου τομέα υποχρεούνται να προσλάβουν χωρίς διαγωνισμό και σε αναλογία 5% του συνολικού τους εργατικού δυναμικού, άτομα με αναπηρία. Επιπλέον, λίγο αργότερα, το 1986, θεσπίστηκε ο Ν. 1648/1986 (ΦΕΚ. Α΄147), σύμφωνα με τον οποίο ρυθμίζονται οι διαδικασίες πρόσληψης και προστασίας των ατόμων με αναπηρία (Κουκιάδη, 1995: 296).

Μέσα στην τελευταία δεκαετία, ψηφίστηκε ο Ν. 2643/1998 «Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις», με τη έναρξη εφαρμογής του οποίου και σύμφωνα με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου καταργούνται οι διατάξεις του νόμου 1648/1986, αλλά και οποιαδήποτε άλλη διάταξη που είναι αντίθετη του νόμου αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 2, του Ν. 2643/1998, το ποσοστό υποχρεωτικής πρόσληψης των ατόμων με αναπηρία από τον Δημόσιο τομέα παραμένει 8% επί του συνόλου της εργατικής δύναμης του φορέα. Επιπλέον, καθορίζεται ο τρόπος διορισμού ή πρόσληψης των ατόμων με αναπηρία (άρθρο 4), προσδιορίζεται ο τρόπος τοποθέτησης των προστατευομένων και οι περιορισμοί (άρθρο 5), ορίζονται οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που απασχολούν άτομα με αναπηρία (άρθρο 6-8) αλλά και οι κυρώσεις σε βάρος των εργοδοτών αν παραβούν τις διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρο 12). Το 2001 και το 2004, με τη ψήφιση των Ν. 2956/2001 και του Ν. 227/2004, υπήρξαν κάποιες ευνοϊκότερες και πιο αποτελεσματικές αλλαγές στο Ν.2643/98 για τα άτομα με αναπηρία.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια έχουν εκδοθεί διάφορες υπουργικές αποφάσεις, για την υλοποίηση ποικίλων προγραμμάτων, σχετικά με την κοινωνική ενσωμάτωση και την επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρία, με κύριο φορέα υλοποίησης τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ). Για παράδειγμα, η υπ’ αριθ. 33863/24.8.1990 και η 33485/17.6.1998 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αποτελούν το θεσμικό πλαίσιο του προγράμματος επιδότησης νέων θέσεων εργασίας και νέων ελεύθερων επαγγελματιών, στο πλαίσιο της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας «ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ». Επιπλέον, η υπ’ αριθ. 33605/15.6.1999 υπουργική απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελεί το θεσμικό πλαίσιο του προγράμματος «Καταπολέμηση του Αποκλεισμού από την Αγορά Εργασίας» και η υπ’ αριθ. 30278/23.3.2000 υπουργική απόφαση.

Οι υπ’ αριθ Β115231/04/05/2007- Κ.Υ.Α. με αριθμ. 200064/15-03-2007 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αποτελούν το θεσμικό πλαίσιο του προγράμματος επιδότησης νέων θέσεων εργασίας και νέων ελεύθερων επαγγελματιών ατόμων ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Η διάρθρωση του προγράμματος αυτού είναι η ακόλουθη:
Πρόγραμμα επιδότησης νέων θέσεων εργασίας

Α.1 Πρόγραμμα πλήρους απασχόλησης τετραετούς διάρκειας, με διάρκεια επιχορήγησης 36 μήνες και υποχρέωση του εργοδότη να απασχολήσει το άτομο άλλον ένα χρόνο χωρίς επιχορήγηση.

Α.2 Πρόγραμμα μερικής απασχόλησης τετραετούς διάρκειας, με διάρκεια επιχορήγησης 36 μήνες και υποχρέωση του εργοδότη να απασχολήσει το άτομο άλλον ένα χρόνο χωρίς επιχορήγηση.

Α.3 Πρόγραμμα Πλήρους Απασχόλησης με σύμβαση Ορισμένου Χρόνου, με διάρκεια επιχορήγησης 3 μήνες το κατώτερο έως οκτώ μήνες το ανώτερο

Β. Πρόγραμμα επιχορήγησης νέων ελευθέρων επαγγελματιών, με διάρκεια δυο ετών

Γ. Πρόγραμμα επιχορήγησης για την εργονομική διευθέτηση του χώρου εργασίας ατόμων με ειδικές ανάγκες

Βέβαια, παρόλο που όλα τα προγράμματα αυτά, στοχεύουν στη κοινωνική ένταξη των ατόμων με αναπηρία, στην ενδυνάμωση της αυτοεκτίμησής τους, στην οικονομική αυτονόμηση τους, στην παροχή ίσων ευκαιριών συμμετοχής, ανάλογα με τις ικανότητες και τις δεξιότητες κάθε ατόμου, καθώς επίσης, και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, υπάρχουν ακόμη πολλοί παράγοντες, οι οποίοι καθιστούν αδύναμη την επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρία.

Ο κυριότερος αρνητικός παράγοντας, που συμβάλει στον επαγγελματικό αποκλεισμό των ατόμων με αναπηρία, είναι:

η ελλιπής ενημέρωση των ατόμων με αναπηρία αλλά και των οικογενειών τους
η ανεπαρκής επαγγελματική εκπαίδευση, που τους παρέχεται
το είδος των ειδικοτήτων που διδάσκονται στα επαγγελματικά κέντρα (κοπτική, ραπτική, κεραμική)
οι αρνητικές κοινωνικές στάσεις και οι αντιλήψεις, καθώς και η ελλιπής ενημέρωση των πολιτών για τα άτομα με αναπηρία
η αδυναμία πρόσβασης στους εργασιακούς χώρους
η μη χορήγηση επιδόματος αν απασχολούνται

Νομοθετικές ρυθμίσεις για την επιδοματική προστασία των Ατόμων με Αναπηρία

Όπως προαναφέρθηκε, στην χώρα μας εφαρμόζονται αρκετές νομοθετικές ρυθμίσεις για την εκπαίδευση, την κοινωνική - ιατρική περίθαλψη, την επανένταξη ή ένταξη στην κοινωνία και την επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρία. Για την βελτίωση όμως, της ζωής των ατόμων αυτών, το κράτος εκτός από τα παραπάνω πεδία δράσης, παρέχει κάποια προγράμματα για την οικονομική ενίσχυση των ατόμων με αναπηρία. Η έναρξη της επιδοματικής ενίσχυσης των ατόμων με αναπηρία εντοπίζεται στις αρχές της δεκαετίας του ’50, εφόσον για πρώτη φορά παρέχεται μηνιαίο χρηματικό επίδομα μόνο στους τυφλούς, με τον Βασιλικό Ν. 1904/51 «Περί προστασίας των Τυφλών». Από τότε και έπειτα το επιδοματικό σύστημα επεκτάθηκε και σε άλλες κατηγορίες αναπηρίας με την δημιουργία πολλών και διαφορετικών προγραμμάτων.

Προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης των Ατόμων με Αναπηρία

Α. Οικονομική ενίσχυση των ατόμων με βαριάς αναπηρίας 67% και άνω

Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. Γ4α/Φ225/161/1989 (ΦΕΚ 108/Β΄) και υπ’ αριθ. Π4γ/225/οικ. 2866/1995 (ΦΕΚ 629/Β΄), τα άτομα που δεν εντάσσονται σε κάποιο πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης της Πρόνοιας ή άλλου φορέα λόγω σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ασθένειας ή αναπηρίας, ανίκανα σε ποσοστό τουλάχιστον 67% για άσκηση, εντάσσονται σε αυτό το πρόγραμμα για όσο χρονικό διάστημα αναδείξουν οι γνωματεύσεις της Υγειονομικής Επιτροπής.

Β. Οικονομική ενίσχυση τυφλών

Ο Ν. 1904/1951 (ΦΕΚ 212/Α΄), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν.958/1979 (ΦΕΚ 191/Α΄), υπ’ αριθ. 193/23.1.1979 (ΦΕΚ 143/Β΄), υπ’ αριθ.Γ4 534/7.8.1981 (ΦΕΚ 159/Β΄) και υπ’ αριθ.1480/6.7.1981 (ΦΕΚ 457/Β΄), δικαιούνται οικονομική ενίσχυση τα τυφλά άτομα από 5 έως 10 έτη ανάλογα με την ισχύ της γνωμάτευσης της Υγειονομικής Επιτροπής.

Γ. Επίδομα κωφών

Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. Δ3β/423/73 (ΦΕΚ 306/Β΄) Υπουργική Απόφαση, η οποία τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις υπ’ αριθ. 56/1980 (ΦΕΚ 291/Β΄) και Γ4/Φ.11-2/οικ. 1929/28.7.1982 (ΦΕΚ.724/Β΄) όμοιες, Γ4β/Φ.422/οικ.1904/1984 (ΦΕΚ 479/Β΄) και Γ4β/Φ.422/οικ.1142/1985 (ΦΕΚ 228/Β΄), το επίδομα αυτό δικαιούνται από 2 έως 5 έτη, ανάλογα με την ισχύ της γνωμάτευσης της Υγειονομικής Επιτροπής, τα άτομα που είναι εκ γενετής κωφά ή βαρήκοα και μπορεί ακόμη να μην έχουν αναπτύξει ούτε την ικανότητα λόγου.

Δ. Οικονομική ενίσχυση ατόμων με σπαστική εγκεφαλοπάθεια ή εγκεφαλική παράλυση

Αυτή την οικονομική ενίσχυση την δικαιούνται τα άτομα με εγκεφαλική παράλυση ηλικίας 0 - 18 ετών για 2 με 5 έτη, ανάλογα με την ισχύ της γνωμάτευσης της Υγειονομικής Επιτροπής (υπ’ αριθ. Γ4α/Φ224/οικ.1434/1984 (ΦΕΚ 441/Β΄))

Ε. Οικονομική ενίσχυση πασχόντων από μεσογειακή αναιμία συγγενή αιμορραγική διάθεση ή σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (AIDS)

Δικαιούχοι του επιδόματος είναι τα άτομα που πάσχουν από συγγενή αιμολυτική αναιμία ή συγγενή αιμορραγική ή από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας. Επιπλέον, οι δικαιούχοι του επιδόματος AIDS και αιμορροφιλίας είναι τόσο οι νοσούντες όσο και οι φορείς (υπ’ αριθ. . Γ4/Φ167/2073/1982, (ΦΕΚ 640/Β΄), Γ4/Φ167/2369/1983 (ΦΕΚ 50/Β΄), Π4γ/Φ222 και Φ225/ΟΙΚ 4711/94 (ΦΕΚ 872/Β΄).

Ε. Επιδότηση χανσενικών

Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. Γ4γ/Φ229/3285/1999 (ΦΕΚ 1859/Β΄) Υπουργική Απόφαση, δικαιούχοι του επιδόματος είναι οι χανσενικοί ασθενείς, που περιθάλπονται ως εσωτερικοί στο Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων Αττικής ή νοσηλεύονται κατ’ οίκον, οι αποθεραπευθέντες από τη νόσο του Χάνσεν, τα εξαρτώμενα μέλη της οικογένειας του χανσενικού ασθενή

ΣΤ. Οικονομική ενίσχυση τετραπληγικών-παραπληγικών και ακρωτηριασμένων ανασφάλιστων και ασφαλισμένων του Δημοσίου (Κ.Υ.Α. αριθμ. Π3α/Φ.27/Γ.Π.οικ.124095/2002 (ΦΕΚ 1594/Β΄), άρθρο 21, παρ.6 του ν.3172/2003 (ΦΕΚ 197/Α΄))

Ε. Επίδομα βαριάς νοητικής καθυστέρησης

Το δικαιούνται άτομα που έχουν βαριά νοητική καθυστέρηση με δείκτη νοημοσύνης κάτω του 30 (Κ.Υ.Α. αριθμ. Γ4/Φ12/οικ.1930/1982 (ΦΕΚ 724/Β΄), Κ.Υ.Α. αριθμ. Γ4/Φ423/οικ.1167/1984 (ΦΕΚ 289/Β΄), Κ.Υ.Α. αριθμ. Γ4β/Φ423/οικ.2208/1988 (ΦΕΚ 559/Β΄), Κ.Υ.Α. αριθμ. 2070228/7908/0022/1989 (ΦΕΚ 700/Β΄), Κ.Υ.Α. αριθμ. Π4/Φ423/1568/1994 (ΦΕΚ 227/Β΄), Κ.Υ.Α. αριθμ. Π4γ/Φ423/οικ.2797/1996 (ΦΕΚ 467/Β΄)).

Ζ. Διατροφικό επίδομα νεφροπαθών (Κ.Υ.Α. αριθμ. Α2γ/5014/1982 (ΦΕΚ 591/Β΄), Κ.Υ.Α. αριθμ. Υ3β/οικ.5220/2000 (ΦΕΚ 1353/Β΄))

Η. Επίδομα καύσιμων (Υ.Α. αριθμ. Γ4α/Φ15/849/1988 (ΦΕΚ 168/Β΄), άρθρο 5, παρ. 78 του Ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43/Α΄), άρθρο 4, παρ. 5 του Ν. 2345/1995 (ΦΕΚ 213/Α΄))

Θ. Προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης Α.μεΑ. παρεχόμενα από το Ι.Κ.Α

Θ.1. Επίδομα ασθένειας από το Ι.Κ.Α. (Άρθρο 35 του Α.Ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179/Α΄), άρθρο 14 παρ. 1 και 3 του Ν.1469/1984 (ΦΕΚ 111/Α΄), άρθρο 11 του Ν.1759/1988 (ΦΕΚ 50/Α΄)

Θ.2. Χορήγηση επιδόματος απόλυτης αναπηρίας ασφαλισμένων του Ι.Κ.Α. (Άρθρο 29 παρ. 10 του Α.Ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179/Α΄), άρθρο 16, παρ. 20 του Ν. 4497/1966 (ΦΕΚ 37/Α΄), άρθρο 12 του Ν. 825/1978 (ΦΕΚ 189/Α΄))

Θ.3. Χορήγηση παραπληγικού επιδόματος σε ασφαλισμένους του Ι.Κ.Α. (Άρθρο 42 του Ν. 1140/1981 (ΦΕΚ 68/Α΄), άρθρο 16, παρ. 1 του Ν. 2042/1992 (ΦΕΚ 75/Α΄), άρθρο 5 του Ν. 3232/2004 (ΦΕΚ 48/Α΄), άρθρο 61, παρ. 3 και 5 του Ν. 3518/2006 (ΦΕΚ 272/Α΄)).

Βέβαια, παρόλο που όλα τα παραπάνω προγράμματα επιδότησης αποσκοπούν στην οικονομική ενίσχυση των ατόμων με αναπηρία, η πλειοψηφία των ατόμων αυτών δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα επιδόματα που χορηγούνται είναι πολύ μικρά, συγκριτικά με τις ανάγκες των αναπήρων, που είναι αρκετά μεγάλες, εξαιτίας των δαπανών που απαιτούνται λόγω της αναπηρίας τους. Επίσης, όλα τα προγράμματα επιδοματικής ενίσχυσης χορηγούνται στα άτομα με αναπηρία μετά από την εκπλήρωση κάποιων συγκεκριμένων προϋποθέσεων, εκ των οποίων η βασικότερη είναι να μην εργάζονται σε κάποιον ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα. Αν τα άτομα αυτά επιλέξουν την πλήρη ή μερική απασχόληση, αυτόματα αποκλείονται από την παροχή επιδόματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: