Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Ερωτικά τρίγωνα, ζήλεια και οικογενειακές συγκρούσεις


-Η ψυχολογική ερμηνεία των ερωτικών τριγώνων
-Η ανατομία της ζήλειας
-Επικοινωνία και Σύγκρουση στην οικογένεια
Από το βιβλίο Ε.Παπάνης, 'Διαδικτυακή Συμβουλευτική και Επικοινωνία' Εκδόσεις Κυριακίδη 2011

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου-Ψυχολόγος

Η πιο αρχετυπική σχέση, στην οποία ο άνθρωπος από τη γέννησή του εκτίθεται, είναι η τριαδική. Το σταθερότερο σχήμα της γεωμετρίας το τρίγωνο, με ιδιότητες μοναδικές, που είχαν εκτιμηθεί και υπολογιστεί από τους αρχαίους πολιτισμούς. Εφόσον υιοθετηθεί στις ανθρώπινες ερωτικές σχέσεις, εγγυάται συναισθήματα ακραία, αντιφατικά και ρόλους εναλλασσόμενους, με έναν κοινό παρονομαστή: τη συνενοχή και την υποκρισία. Το θύμα εσκεμμένα ή ακούσια προετοιμάζει τη στάυρωσή του και οι θύτες απολαμβάνουν πύρρειες νίκες, μέχρι την τελική τουςαυτο-εξόντωση. Φυσικά, σε περιόδους σεξουαλικού κορεσμού και σε χρόνους, κατά τους οποίους πολλά ζευγάρια συμβιβάζονται με παράλληλους, μη επικοινωνιακούς βίους, οι επιπτώσεις των τριγωνικών σχέσεων δεν προκαλούν τα θεαματικά σκάνδαλα αλλοτινών εποχών και δεν οδηγούν εύκολα σε εντυπωσιακά εγκλήματα πάθους ή αυτοκτονίες. Επηρεάζουν, όμως, ανεξάληπτα την ψυχοσύνθεση των εμπλεκομένων, προοιωνίζουν ανάπηρες εξαρτήσεις και κυρίως καταστρέφουν την αθώοτητα και την ευδαιμονία των παιδιών, εάν αυτά υπάρχουν και έρθουν αντιμέτωπα με την αμείλικτη αποκάλυψη.
Όπως όλα τα προπατορικά αμαρτήματα, έτσι και η τριγωνική έλξη προϋποθέτει ένα μύθο και μία απαγόρευση. Η Νέμεσις αργότερα θα χρησιμοποιήσει αυτόκλητα κάθε πιθανή παραλλαγή τιμωρίας, τύψεων και πόνου. Δεν θα μπορέσει, παρόλα αυτά, να εξαλείψει από τη μνήμη των έκπτωτων εραστών την ηδονή και την υπερβατική μέθεξη, που προκύπτει από την ανυπακοή και την ακατανίκητη έλξηπρος το παράνομο και το κοινωνικά καταδικαστέο.
Εμπειρία ζωής τουλάχιστον για τον έναν εκ των δραστών της συνωμοσίας, αλλά κατ'εξακολούθηση έγκλημα για τον άλλο και ασυνείδητη προτροπή για τον τρίτο, το ερωτικό τρίγωνο αντλεί τη γοητεία του από την απρόοπτη λύση του οιδιποδείου συμπλέγματος και ενδυναμώνεται από το αμετάκλητο κέλευσμα της κοινωνίας για μονογαμία, αποκλειστικότητα, αφοσίωση και παντοτινή δέσμευση.
Το παιδί που θα ερωτευθεί, κατά την ψυχαναλυτική θεωρία, τον γονέα του αντιθέτου φύλου, θα καταλήξει σε έναν καταναγκαστικό συμβιβασμό: να απαλύνει την ήττα της μη ολοκληρωτικής απόκτησης του γονιού, ταυτιζόμενο με αυτόν του ίδιου φύλου. Όμως μερικά παιδιά τελικά νικούν και αποσπούν την αποκλειστικότητα στους στοχασμούς της μητέρας ή του πατέρα. Η εξομοίωση με τον ηττημένο γονιό είναι υποχώρηση και ενδοτισμός. Στο μέλλον το αγόρι ή το κορίτσι αυτό θα μπορεί να συνάπτει ερωτικές σχέσεις, μόνο εάν υπάρχει ανταγωνισμός, για να ξαναβιώσει τον παιδικό θρίαμβο. Θα επιδιώκει την αδρεναλίνη του απαγορευμένου, όπως ανομολόγητος ήταν και ο πόθος προς τον εσωτερικό γονιό.
Ο μύθος της ρομαντικής αγάπης, της χαρισμένης ως θεϊκό και δίκαιο όφλημα, το alter ego του καθενός, η πλατωνική υπόσχεση, που ευαγγελίζεται μία αδελφή ψυχή, η οποία καρτερεί υπομονετικά, για να παρασύρει σε μία συμπαντική ένωση, έχει εδραιώσει στον πολιτισμό μας τη φενάκη πως η αρμονία των ερωτικών σχέσεων μπορεί να αποτελεί δώρο και όχι κοπιαστική και μακροχρόνια προσπάθεια.
Η ευτυχία και η ολοκλήρωση δεν είναι ποτέ αυτονόητη· συνήθως κρύβεται στην αταλάντευτη θέληση, στις βουλήσεις πολλών ανθρώπων και όχι στο δεητικό βλέμμα μιας γυναίκας, στο σαρωτικό μειδίαμα ενός άνδρα ή στην ουτοπία μιας ερωτικής ποίησης, που σύντομα θα διαμελιστεί από το διεκπεραιωτικό χαρακτήρα της καθημερινότητας, καταλείποντας συντρόφους εκστασιασμένους για την απρόσμενη απώλεια του μέλιτος.
Είναι εξάλλου κοινό μυστικό πως τα θεσπέσια χαρακτηριστικά του άλλου δεν είναι παρά οι ελλείψεις μας, που γρήγορα θα απεκδυθούν τη σαγήνη και θα απαιτήσουν εκκωφαντικά και πιο εριστικά από ποτέ την αδιαπραγμάτευτη πλήρωσή τους. Όσα πριν τη δέσμευση ενοποιούν, τα ίδια ακριβώς αργότερα μετασχηματίζονται και διακορεύουν το όνειρο. Και τότε θα έρθει και η στιγμή, που ο ένας από τους δύο, πιο ευάλωτος από ποτέ, θα αναπληρώσει το χαμένο χρόνο επενδύοντας σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, που θα εμφανιστεί ως ερωτικός μεσσίας και θα ανατρέψει σε μία στιγμή τη νηνεμία και τη γαλήνη.
Τα ερωτικά τρίγωνα φαίνονται ακαταμάχητα, επειδή δεν ολοκληρώνονται ποτέ. Προσκαλούν,αλλά δεν ενδίδουν, θωπεύουν αλλά δεν τιθασεύονται. Σκευωρούν με τις ανασφάλειες, καραδοκούν κραδαίνοντας το ανεκπλήρωτο και καταδικάζουν τους τλάμονες συμμετέχοντες σε αποδοχή του ελάχιστου. Το τρίτο πρόσωπο πάντα θα στερείται το αντικείμενο του πόθου του, το οποίο θα πορεύεται ανάμεσα σε δύο διεκδικητές: το σταθερό και το αδοκίμαστο, το τεκμηριωμένο και το αμφίβολο. Κεντρομόλες και φυγόκεντρες ενορμήσεις θα καταδυναστεύουν το λογισμό, επιτείνοντας την προσμονή για την επανάληψη της συνεύρεσης.
Η καταδίκη του ατελέσφορου, η αδυναμία της πλήρους αφοσίωσης, τα ραντεβού, που δεν ευοδώθηκαν, οι όρκοι, που δεν τηρήθηκαν, οι υποχρεώσεις προς τις δυο παράλληλες σχέσεις, που διογκώνονται, η κούραση και το άγχος θα διακόψουν το φαύλο κύκλο και θα στήσουν την αγχόνη του προμελετημένου τέλους.
Όλοι οφείλουν να συγκατατεθούν στην έλλειψη. Δικαιολογίες, τεχνάσματα, υπεκφυγές,προσχήματα, εκλογικεύσεις και προβολές θα επιστρατευθούν, για να καμουφλάρουν την αγωνία, την ενοχή, τον ίμερο, το θρήνο και το επαπειλούμενο πένθος. Μηχανισμοί άμυνας θα υψώσουν τείχη αθεμελίωτα, για να συγκαλύψουν την αδυναμία οριστικής απόφασης. Θνησιγενείς αποφάσεις για διάλυση της παράνομης λατρείας θα λαμβάνονται, για να αναιρεθούν στο πρωτόγνωρο και ατελεύτητο τρικύμισμα της ερωτικής κλίνης.
Μέσα από την διαδικασία όλοι θα κληθούν σε αναστοχασμό, αλλά λίγοι θα ενστερνιστούν την τραχύτητα των αδέκαστων κρίσεων. Ο φαινομενικά αθώος θα αναρρωτηθεί τι τον απομάκρυνε από τον στασιαστή, για να αποδειχθεί εξίσου φταίχτης. Οι θύτες θα αυτοσχεδιάσουν, απολογούμενοι για τη βεβήλωση των ηθικών αρχών τους και θα επικαλεστούν δυνάμεις άτεγκτες, που τους εξανάγκασαν στην παράδοση στον δελεαστικό βόρβορο. Όλοι όμως γνωρίζουν ότι το τίμημα θα είναι ανάλογο της έντασης και του παροξυσμού.
Το τρίτο άτομο εξαίφνης ομοιάζει με πανάκεια για όλες τις οδύνες του βίου, ο σωτήρας, που δεν εμφανίστηκε στη σωστή στιγμή μέσα στο χρόνο, η αποκάλυψη που αποδόμησε όλους τους συναισθηματικούς κλυδωνισμούς. Μετατρέπεται στον από μηχανής θεό, που θα άρει με την κατανόησή του τις πληγές τόσων ψυχολογικών μεταπτώσεων. Και που αν χαθεί, κανείς δεν θα μπορέσει να υποκαταστήσει την θαλπωρή της ίασης, που κουβαλά, κανείς δεν θα μπορέσει να επωμιστεί το άλγος της σύγκρισης. Η φυγή του θα προσκαλέσει τη μοίρα, που ενδίδει, θα επαναφέρει τη ζοφερή και μίζερη πραγματικότητα. Θα ξανανιώσει, άραγε ξανά την πεμπτουσία του έρωτα. Θα γευτεί από την αμβροσία της ηδονής, θα επιτρέψει άλλοτε στον εαυτό του να κυριευτεί από το διονυσιακό πνεύμα. Ενδόμυχα, άλλωστε, πολλοί παραδέχονται πως η έλευση του τρίτου έδρασε, σε τελική ανάλυση, εξισορροπητικά στην υπάρχουσα σχέση, θέτοντας σε επαναδιαπραγμάτευση τους όρους και τις συνθήκες της.
Η υπέρβαση, επομένως, των ορίων και των εσκαμμένων είναι τόσο απόλυτη, που περίεργες ψυχολογικές συμβάσεις μοιάζουν με φυσιολογικές: Η τρίτη δεν ζηλεύει τη νόμιμη σύζυγο, αλλά οποιαδήποτε άλλη προσεγγίσει τον εραστή της. Δεν μπορεί εύκολα να απαιτήσει, γιατί εκτός σπανίων περιπτώσεων, η πιθανή νίκη της και η μελλοντική κατοχή του θα απογυμνώσει τη σχέση της και θα διατρανώσει τη ρηχότητα. Εξάλλου, πάντα υποβόσκει η υποψία πως όλα στροβιλίζονται γύρω από την καθαρή ερωτική επιθυμία και πως η ψευδεπίγραφη κουλτούρα αγάπης σκηνοθετήθηκε, για να συγκαλύψει τα αδυσώπητα ένστικτα, όπως την οργή και την ανόθευτη λίμπιντο.
Τα ερωτικά τρίγωνα δεν είναι ασυνήθεις καταστάσεις. Αποκύημα της αποπνικτικής μονογαμίας και των συλλογικών απαγορεύσεων, είναι απολύτως φυσιολογικά και λειτουργικά σε άλλους πολιτισμούς. Όμως κανείς δεν μπορεί να δρα πέρα από τα όρια, που θέτει η κοινωνία και το υπερεγώ, αν δεν είναι προετοιμασμένος να θερίσει θύελλες.

Η ανατομία της ζήλειας

Η ζήλεια είναι ένα συναίσθημα τόσο στενά συνυφασμένο με τον έρωτα, που θα μπορούσε να θεωρηθεί θεμελιώδες και αναντικατάστατο συστατικό του. Έχει βιωθεί από όλους, όσους έχουν τρωθεί από τα ιοβόλα βέλη της ύπουλης και πανάρχαιας θεότητας, ενώ αποτέλεσε κίνητρο για παράτολμες και απονενοημένες πράξεις, που ενέπνευσαν την τέχνη όλων των εποχών και πολιτισμών της υδρογείου.
Η ζήλεια, ως ψυχική ένταση έχει καταδυναστεύσει την καρδιά και το νου συνετών και μη εραστών, ενώ η ασυγκράτητη καθολικότητα τη νομιμοποιεί υποσυνείδητα, εκτός από τις περιπτώσεις που οδηγεί στα άκρα, απειλώντας και τη ζωή ακόμα του αποδέκτη, αλλά και την πνευματική ισορροπία του κατακυριευμένου από αυτήν.
Ο πάσχων αποστασιοποιείται από τον εαυτό, καταλαμβάνεται από συστηματικές παρανοικές σκέψεις και σενάρια, φαντασιώνει τις βασανιστικές λεπτομέρειες της απιστίας, συνδέει πραγματικά και άσχετα στοιχεία, για να τεκμηριώσει την ενοχή, ταλανίζεται από ατέρμονα ροή φορτισμένων σκέψεων, κατακλύζεται από πλημμυρίδα ατελέσφορων συναισθημάτων, παρηγορείται προσωρινά από έναν στοιχειοθετημένο λόγο, για να παρασυρθεί ξανά και ξανά στη δίνη της αμφιβολίας. Ο βίος ολόκληρος στροβιλίζεται γύρω από το αντικείμενο της λατρείας, η κατάθλιψη διαδέχεται την παραμυθία και το δυστυχές θύμα μετατρέπεται σύντομα σε ανδράποδο του μαζοχισμού. Ακούγεται παράδοξο, αλλά η επιβεβαίωση της υποψίας αποτελεί την απαρχή της λύτρωσης.
Στην πραγματικότητα η ζήλεια δεν αποτελεί αυτόνομη ψυχική κατάσταση. Αντίθετα είναι ένα μείγμα συναισθημάτων, που ενοποιούνται κάτω από την γενικευμένη έννοια: Συνοψίζει τις ανεπάρκειες της προσωπικότητας, αντανακλά τα επίπεδα αυτοεκτίμησης, μορφοποιεί τους φόβους και ανακαλεί μνήμες απωθημένες της παιδικής ηλικίας. Αιτία συκρουσιακών χωρισμών, αναμοχλευτής πάθους και μέθεξης στις σκοτεινές ατραπούς της λαγνείας, γοητεία ή κατάρα, η ζήλεια πιστοποιεί τον τρόμο της εγκατάλειψης, την απειλή της μοναξιάς, το δισταγμό μπροστά στις απροσδόκητες αλλαγές, την υστερία ενώπιον της απώλειας ελέγχου των γεγονότων της ζωής.
Η ζήλεια είναι ένα εθιστικό κοκτέιλ φόβου, οργής, πικρίας, ματαίωσης, αδυναμίας, ανασφάλειας, περιθωριοποίησης, καταδικαστικής κοινωνικής σύγκρισης, διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, κτητικότητας και ενοχής. Είναι ο κατήγορος που επικυρώνει και φέρνει στην επιφάνεια τα τρωτά σημεία του εαυτού, που υπέβοσκαν και τώρα συμβολοποιούνται, ενδυόμενα το προσωπείο του ίμερου για ένα πρόσωπο, για μία άπιστη γυναίκα ή άνδρα, που διαρκώς διολισθαίνει, ξεγλιστρά, ξεφεύγει και χάνεται με κάθε απρονοησία και άδικη μομφή του λαβωμένου από τη ζήλεια συντρόφου.
Η ζήλεια προσκαλεί τη μνήμη της μητέρας που χανόταν από τα μάτια του βρέφους κατά την περίοδο της προσκολλησης, τρέφεται από το άγχος του αποχωρισμού, που κάποτε γέννησε αγωνίες, όταν βιώθηκε σε ηλικία μόλις 8 έως 18 μηνών, αναδεύει την κραυγή πως αυτή που αγαπάς περισσότερο μπορεί να εξαφανιστεί ανά πάσα στιγμή. Κι αν αυτή η αμέλεια διαπράχθηκε από την πολύτιμη μητέρα, πόσο μάλλον από εκείνη, που καταλαμβάνει αργότερα το θρόνο της: την γυναίκα που ποθείται.
Ο μύθος της αποκλειστικότητας του ερωτικού συντρόφου, που τόσο υποκριτικά και περίτεχνα έχει καλλιεργηθεί στις δυτικές κοινωνίες, σε συνδυασμό με το πρωτόγονο κομμάτι του εγκεφάλου, που αντιδρά στον πανικό με τη φυγή ή την επίθεση, η βαθιά εμπεδωμένη πεποίθηση πως μπορεί ο άνθρωπος να αγαπά μόνο ένα άτομο τη φορά, η ψευδαίσθηση ότι ένα μοναχά πρόσωπο μπορεί να καλύψει όλες τις ανάγκες και ο αδυσώπητος κοινωνικός έλεγχος συνηγορούν στην καλλιέργεια νοσηρών σχέσεων και στην διαιώνιση της ζήλειας. Εχθρότητα προς τους φίλους, καχυποψία, εξαντλητικός έλεγχος ωραρίων και ασυνεπειών, απομόνωση και διεστραμμένο ενδιαφέρον για το πιο ασήμαντο τεκμήριο ενοχής, παρακολούθηση, τεχνάσματα και αξημέρωτες νύχτες συνθέτουν το σκηνικό της νεύρωσης. Οι ελπίδες μετατρέπονται σε Ερινύες και η ένταση πολλαπλασιάζει τον πόθο, που ακροβατεί στα όρια του φυσιολογικού και της παθολογίας: Η γυναικεία κακοποίηση, ψυχολογική και σωματική έχει τις ρίζες της στη ζήλεια, που έχει συστηματοποιηθεί.
Όσο πιο πολύ δένονται οι άνθρωποι με τους ερωτικούς τους συντρόφους, τόσο περισσότερα τα διακυβεύματα από έναν χωρισμό. Αν η αυτοεκτίμηση εξαρτάται από τον έλεγχο των καταστάσεων, από την κοινωνική σύγκριση και τις σχέσεις με τους γονείς, τότε η ζήλεια είναι το συναίσθημα εκείνο, που θέτει όλα τα παραπάνω σε αμφισβήτηση. Καμιά φορά θεραπεύεται με το χρόνο, άλλοτε πάλι εκδηλώνεται συχνότερα σε νέους, που δεν διαθέτουν εμπειρία δεσμών. Και κάποτε, όταν πρόκειται για τον τελευταίο έρωτα, όταν απευθύνεται στη νύφη της νεκρικής κλίνης, μπορεί να οδηγήσει σε εξάρσεις ανεξέλεγκτες και βίαιες.

Οικογενειακή Σύγκρουση και εργασία
Τα τελευταία χρόνια μια μεγάλη ερευνητική προσπάθεια επικεντρώνεται στη μελέτη της αλληλεπίδρασης οικογενειακού κλίματος και εργασίας, συνδυασμού, που μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση και στα δύο πλαίσια, ανάλογα με τον τρόπο και την ένταση με τον οποίο εκδηλώνεται.
Οι παράγοντες, που είναι καθοριστικοί είναι οι ώρες εργασίας, το ωράριο εκτός του κανονικού, η ανάγκη για επαγγελματικά ταξίδια, η υποστήριξη της διοίκησης και των συναδέλφων, το εργασιακό άγχος και η εξουθένωση, η σύγχυση ρόλων, το εισόδημα, οι ποιοτικές στιγμές με την οικογένεια, ο αριθμός παιδιών μικρής ηλικίας, ο ανταγωνισμός των συζύγων, οι διαμάχες του ζευγαριού, η συμβίωση με άλλα μέλη της ευρύτερης οικογένειας και κυρίως η απασχόληση του άλλου συζύγου.
Να σημειωθεί ότι η είσοδος των γυναικών στην παραγωγική διαδικασία, επέτεινε τη σύγχυση ρόλων και έκανε δυσδιάκριτα τα όρια, εφόσον πλέον οι ανάγκες έγιναν συνθετότερες και η ανατροφή των παιδιών μετατέθηκε και στον άνδρα. Ταυτόχρονα, οι γυναίκες άρχισαν να αντιμετωπίζουν ζητήματα επαγγελματικής φύσεως, που δεν τις αφορούσαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Δυστυχώς, οι δύο παράγοντες, η ισορροπία των οποίων διασφαλίζει ή διαταράσσει τη συναισθηματική αρμονία, χαρακτηρίζονται ως αξιακά συστήματα ασύμβατα μεταξύ τους: Η εργασία και η οικογένεια διέπονται από διαφορετικούς νόμους, ικανοποιούν ετερογενείς ανάγκες και η αλληλοεπικάλυψη γεννά σύγκρουση.
Οι αντινομίες της σύγχρονης πραγματικότητας, ο ανεξέλεγκτος καταναλωτισμός, οι φιλοδοξίες, η μετάλλαξη του οικονομικού και κοινωνικού ρόλου της οικογένειας, η αποδόμηση των προτεραιοτήτων του εκπαιδευτικού συστήματος, η απώλεια των εργασιακών δικαιωμάτων και η αφερεγγυότητα του κράτους πρόνοιας οδήγησαν σε έξαρση της σύγκρουσης, η οποία εκδηλώνεται με αύξηση των ψυχιατρικών κρουσμάτων, με την επέλαση ασθενειών, που οφείλονται εν πολλοίς στο άγχος και στην γαλούχηση μιας νέας γενιάς, που ακροβατεί ανάμεσα στις παραδοσιακές μνήμες και στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη περί επιτυχίας και ευτυχίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα προβλήματα, που εκπορεύονται από το περιβάλλον της εργασίας μπορούν να αλλοιώσουν την οικογενειακή γαλήνη, ενώ τα οικογενειακά θέματα συνήθως εσωτερικεύονται και δεν εκδηλώνονται φανερά κατά το χρόνο της δουλειάς, επειδή η σημερινή εργασιακή κουλτούρα, συνήθως αποτρέπει την ενασχόληση με αυτά εν ώρα υπηρεσίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, επενεργούν αρνητικά στην απόδοση και στη δημιουργικότητα.
Ο ανηλεής ανταγωνισμός, ο κίνδυνος της απόλυσης, η μακροχρόνια ή επαπειλούμενη ανεργία, η δραστική μείωση των μισθών, τα ελαστικά ωράρια, που οδηγούν σε συνθήκες δουλείας, έχουν άμεση επίπτωση στην ποιότητα ζωής και στην ικανοποίηση από την εργασία ή το συντροφικό βίο. Η σύγκρουση στους δύο αυτούς θεσμούς, οι οποίοι αποτελούν τους πυλώνες της αυτοεκτίμησης, οδηγεί σε μειωμένη απόδοση και αποτελεσματικότητα, σε απόσυρση, σε έλλειψη επαγγελματικής προσήλωσης, σε αδυναμία συγκέντρωσης και προσοχής και σε υψηλότερα επίπεδα ανασφάλειας και κατάθλιψης και για τα δύο φύλα.
Οι έρευνες έχουν καταλήξει ότι οι ενοχοποιητικοί παράγοντες για την πόλωση ανάμεσα στο σπίτι και την εργασία μπορούν να ομαδοποιηθούν σε αυτούς, που αφορούν το χρόνο και σε εκείνους που αναφέρονται στο άγχος και την εξουθένωση. Δηλαδή η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη όταν οι αρμοδιότητες της εργασίας στερούν στιγμές οικογενειακής επικοινωνίας και αντίστροφα, όταν τα άγχη της οικογένειας υποβαθμίζουν την ποιότητα εργασίας. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα όρια προσωπικού και επαγγελματικού χώρου έχουν γίνει ασαφή και δυσδιάκριτα, επειδή οι σημερινές οικονομικές συνθήκες απαιτούν και από τους δύο συντρόφους να είναι ενταγμένοι στην παραγωγική διαδικασία, η οποία έγινε περισσότερο ανταγωνιστική και αδιάλλακτη.
Ταυτόχρονα, οι νέες τεχνολογίες, τα εικονικά γραφεία, οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες, το email, η κινητή τηλεφωνία μετατόπισαν πολλές εργασιακές ευθύνες στο χρόνο, που παλιότερα ήταν αδιαπραγμάτευτα αφιερωμένος στην οικογένεια. Παράλληλα, η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των γυναικών και η ισότιμη διεκδίκηση καριέρας με τη δυσανάλογη έκπτωση των υποστηρικτικών δικτύων της πυρηνικής οικογένειας, η απομάκρυνση των συγγενών και η μείωση του ελεύθερου χρόνου μετατόπισε τις ευθύνες και επισκίασε τους ρόλους, αυξάνοντας την αμφιβολία και χειραγωγώντας τα σχήματα επικοινωνίας. Σήμερα περισσότερο από ποτέ τόσο η οικογένεια, όσο και το επάγγελμα μετατρέπονται σε ασύμβατα κοινωνικά μορφώματα, που με τις αντιθέσεις και τις απαιτήσεις τους κλυδωνίζουν την ψυχική ισορροπία των ανθρώπων.
Οι ενδοικογενειακές συγκρούσεις, όταν μετατίθενται στο χώρο της εργασίας, συσχετίζονται με αυξημένα ποσοστά παραιτήσεων και απολύσεων, με κατάχρηση ουσιών, με αδικαιολόγητες απουσίες, αργοπορίες, πρόωρες αποχωρήσεις και με κακή φυσική κατάσταση, ενώ η εκτόνωση των εργασιακών διενέξεων στο σπίτι συνδέεται με διαζύγιο και υπερβολική έκφραση αρνητικών συναισθημάτων.
Όταν ένας εργαζόμενος αποτύχει και στον επαγγελματικό και στον οικογενειακό τομέα κατακλύζεται από ενοχές, αιτιακές αποδόσεις μειονεξίας και απαξίωσης, που μερικές φορές είναι τόσο έντονες, ώστε να χρειάζεται η παρέμβαση ειδικού. Τις περισσότερες φορές τα παιδιά είναι τα δυστυχέστερα θύματα αυτού του παραλογισμού. Οι μετασχηματισμοί της οικογένειας, η μονογονεϊκότητα, η ανεπάρκεια δομών πρόνοιας, η παράταση του χρόνου συνταξιοδότησης, η ανελαστικότητα των συμβάσεων, η φροντίδα των ηλικιωμένων, που μετατίθεται στους απογόνους, η σύγχυση ρόλων και η έλλειψη αναπτυξιακής πολιτικής οδηγεί σε εργασιακό μεσαίωνα και σε ελεύθερη πτώση των παραδοσιακών αξιών, που διατηρούσαν την κοινωνική συνοχή.
Όλα αυτά λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα, στην οποία η οικογένεια ως κοινωνικός θεσμός και ως συναισθηματικό καταφύγιο, κατέχει ακόμη και σήμερα βαρύνοντα ρόλο και καθορίζει την ταυτότητα όλων των μελών. Ο εργασιακός τομέας μετά από μια περίοδο νηνεμίας εισέρχεται σε άγνωστης διάρκειας διάστημα αναταράξεων με άμεσες επιπτώσεις στην επιτάχυνση των εξελίξεων. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η αλλαγή του οικονομικού σκηνικού προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλα τα κοινωνικά φαινόμενα.
Οικογενειακή σύγκρουση. Επικοινωνία στην οικογένεια
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ραγδαία μεταβολή στην οικογένεια, η οποία αντικατοπτρίζεται ακόμα και στους ορισμούς της. Τα δομικά μοντέλα, που θεωρούσαν ότι πρόκειται για ένα άθροισμα ατόμων με βιολογικές, νομικές και οικονομικές σχέσεις αντικαταστάθηκαν από τα σχεσιοδυναμικά, τα οποία πρεσβεύουν ότι η οικογένεια αναφέρεται σε ένα σύστημα με ιστορικότητα και μέλλον, που δίνει έμφαση στην ομαδική και ατομική ταυτότητα και στις φανερές ή λανθάνουσες δυναμικές. Με βάση τον τελευταίο ορισμό, τα όρια της οικογένειας επεκτείνονται και μπορούν να περιλάβουν διάφορους τύπους, όπως η μονογονεϊκότητα, οι οικογένειες ομοφυλοφίλων κλπ. Η ελληνική κοινωνία που ακροβατεί μεταξύ των κλασικών θεσμών και της μετανεωτερικότητας επιχειρεί απεγνωσμένα να ενσωματώσει τις αλλαγές, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Τα μέλη της οικογένειας αναζητούν την προσωπική τους ταυτότητα πολλές φορές έξω από τα πλαίσια της ή προσπαθούν να υποκαταστήσουν τη συναισθηματική ασφάλεια με δράσεις αλλότριες προς αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση του ρυθμού των διαζυγίων, η άνοδος της ηλικίας δημιουργίας οικογένειας, πέρα από τα κοινωνικά προβλήματα προβάλλουν δυστοκίες στην επικοινωνία. Η έννοια της επικοινωνίας είναι πολυσχιδής και αποδίδεται στις γνωστικές διαδικασίες σχηματισμού, συμβόλων, γλωσσικού ή άλλου κώδικα, καθώς και στις σχέσεις σημαίνοντος – σημαινομένου, που θέτουν οι κοινωνικές συμβάσεις. Βασική θέση κατέχουν οι διαδικασίες κωδικοποίησης και αποκωδικοποίησης αυτών, αλλά και ο θόρυβος, που παρεμβάλλεται, αλλοιώνοντας το μήνυμα. Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της επικοινωνίας το νόημα δεν εξάγεται απλώς από τα αισθητηριακά δεδομένα, αλλά εκπορεύεται από την προηγούμενη εμπειρία και τις προσδοκίες των συνομιλητών. Γίνεται κατανοητό δηλαδή, ότι η επικοινωνία είναι ένα υπερβολικά περίπλοκο σύστημα διαδικασιών, όσο η γλώσσα και η σκέψη και τελικά οι νοηματοδότηση μικρή έχει μόνο συνάφεια με τις λέξεις, που προφέρουν ή γράφουν οι πομποί και οι αποδέκτες των μηνυμάτων. Πρόκειται για την σύγχρονη ανταλλαγή γνωστικών μηνυμάτων μέσα σ' ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο, που επηρεάζεται και από ψυχολογικούς παράγοντες, καθιστώντας την ανάλυσή του δύσκολη. Η οικογενειακή επικοινωνία είναι επομένως, ο τρόπος με τον οποίο τα μέλη διατηρούν τη δομή της μέσω της λεκτικής ή εξωλεκτικής αλληλεπίδρασης. Είναι φανερό ότι υπάρχουν μηνύματα, που διατηρούν την ισορροπία στην οικογένεια και άλλα, που απειλούν τη συνοχή της και οδηγούν στη σύγκρουση. Η εκπαίδευση στην επικοινωνιακή δεξιότητα μπορεί να αυξήσει την προσαρμοστικότητα της οικογένειας και να απογειώσει την ικανότητά της στην επίλυση προβλημάτων. Για παράδειγμα, είναι γνωστές στους ερευνητές οι παρερμηνείες που προέρχονται από τις ιδιοσυγκρασιακές διαφορές των δύο φύλων: Οι άνδρες όταν επικοινωνούν, προσπαθούν να μιλήσουν για γεγονότα, να περιγράψουν καταστάσεις ή να θέσουν στόχους. Προσπαθούν να επιλύσουν προβλήματα και σπάνια ζητούν οδηγίες ή βοήθεια. Αντίθετα, οι γυναίκες επικοινωνούν για να διαλευκάνουν συναισθηματικές καταστάσεις, να ενδυναμώσουν τις σχέσεις ή να συνεργαστούν. Ιδιαίτερα υπό τη συστημική θεώρηση η επικοινωνία είναι ιδιαζούσης σημασίας, επειδή διαμορφώνει όρια, καθορίζει ρόλους και εδραιώνει τα μοτίβα εξουσίας. Μάλιστα, η ποιοτική επικοινωνία μπορεί να προσδώσει στην οικογένεια ευελιξία και να ενισχύσει τη συνοχή της. Η τελευταία έννοια αναφέρεται κυρίως στις στάσεις που έχουν τα μέλη μιας οικογένειας απέναντι σε καταστάσεις συναισθηματικής δέσμευσης ή χωρισμού και αποξένωσης. Μέλη μιας οικογένειας που παρουσιάζουν εξαιρετικά ισχυρούς ή αδύναμους δεσμούς, ενδεχομένως να αντιμετωπίσουν προβλήματα στην επικοινωνία. Η ευελιξία της οικογένειας περιγράφει συνήθως την εναλλαγή των ρόλων, την μεταβίβαση της εξουσίας, την προσαρμογή στην μεταβολή των εξωτερικών κοινωνικών δεδομένων, στο μετασχηματισμό των αναγκών και στη διαμόρφωση νέων ισορροπιών.
Η επικοινωνία όμως εκτός από τη λειτουργικότητα της οικογένειας είναι ο κυριότερος φορέας για τη μετάδοση πολιτισμικών αγαθών, αξιακών προτύπων και κοινωνικών στάσεων. Όλες οι έρευνες συγκλίνουν στην άποψη ότι η αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας των γονέων με τα παιδιά τους καθορίζει την μελλοντική διαμόρφωση των αντιλήψεων της νέας γενιάς. Αν και πολλές από τις στάσεις των παιδιών ερμηνεύονται μέσω της θεωρίας μίμησης προτύπων, είναι γενικά αποδεκτό ότι η ενθαρρυντική επικοινωνία ευθύνεται για την ανάπτυξη θετικών ιδεωδών, ενώ η πλημμελής για το σχηματισμό χαμηλής αυτοεκτίμησης και φτωχής επικοινωνίας. Η επικοινωνία στην οικογένεια μπορεί να θεωρηθεί ως ένα σύνολο κανονιστικών πλαισίων, τα οποία διοχετεύουν πληροφορίες, μεταβιβάζουν συναισθήματα και ορίζουν τους στόχους της οικογένειας. Αν και ένα μεγάλο μέρος της αναλίσκεται σε διεκπεραιωτικά μηνύματα, είναι η ποσότητα και η ποιότητα των υπολοίπων ειδών, που κρίνουν την ισορροπία του συστήματος. Η επικοινωνία υπάρχει για να μειώνει την απροσδιοριστία. Οι οικογένειες με ισχυρούς δεσμούς δεν χρησιμοποιούν επικριτικές φράσεις, ενισχύουν την ακρόαση και θεμελιώνουν διαδικασίες, που δρουν ως διευκολυντές στην συνδιαλλαγή. Επιπλέον, δεν θυσιάζουν το ποιοτικό μέρος της επικοινωνίας με τα υπόλοιπα μέλη ανεξάρτητα από τη φόρτιση της μέρας. Τέλος, τα μηνύματα που ξεκινούν με το εγώ συνήθως καταλήγουν σε διαφωνία.
Οι οικογένειες, ανάλογα με το είδος και την φύση της επικοινωνίας διακρίνονται σε κλειστές, ανοιχτές και απροσδιόριστες. Στις πρώτες υπάρχουν συγκεκριμένοι τρόποι και κανόνες, καθώς και προσδιορισμένα όρια. Για παράδειγμα τα παιδιά πρέπει να υιοθετούν προκαθορισμένα λεκτικά σχήματα, να αποφεύγουν θέματα ταμπού ή να τηρούν την ιεραρχική σειρά στη λήψη αποφάσεων. Στις ανοιχτές οικογένειες συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Όλα είναι ελεύθερα προς συζήτηση, τα όρια δυσδιάκριτα και επεκτάσιμα, ανάλογα με την περίσταση, ενώ η ιεραρχία δεν παίζει σημαντικό ρόλο. Στις απροσδιόριστες οικογενειακές μορφές επικοινωνίας η αλληλεπίδραση καθορίζεται με τυχαίο και στιγμιαίο τρόπο.
Η ποιότητα της επικοινωνίας και οι συνέπειες της αποτελεσματικότητάς της διαφαίνονται στην ανατροφή των παιδιών, στην ικανότητά τους να εκφράζουν ελεύθερα και χωρίς ενοχές τη γνώμη τους, στα ιδανικά, που μεταλαμπαδεύτηκαν ως εσωτερικό βίωμα κι όχι ως καταναγκασμός, στις επιλογές και εναλλακτικές, που παρουσιάστηκαν και στις ευκαιρίες εκδίπλωσης των πτυχών της προσωπικότητάς τους. Ταυτόχρονα, μπορεί να επηρεάσει το σεβασμό των παιδιών στις οικογενειακές παραδόσεις, στην ένταση, με την οποία αυτές μεταφέρονται στην οικογένεια προορισμού, στην κουλτούρα και τα έθιμα, που θα διατηρηθούν στην επόμενη γενιά, αλλά κυρίως στην αυτοεκτίμηση των απογόνων. Οι οικογένειες, που επιλύουν επιτυχώς τα προβλήματά τους μέσω της επικοινωνίας, διδάσκουν στα παιδιά τρόπους συμπεριφοράς και πρότυπα για ανάλογες περιστάσεις εκτός οικογενειακού πλαισίου. Η ανοιχτή οικογένεια συσχετίζεται με λιγότερη επιθετικότητα κατά την εφηβεία και ομαλότερες διαπροσωπικές σχέσεις.
Τα είδη της οικογένειας επηρεάζουν το ύφος της επικοινωνίας και τα σχήματα διάδρασης, υπό την έννοια ότι μεταβάλλεται η δυναμική της: άλλη η ροή της πληροφορίας στην πυρηνική οικογένεια, διαφορετική στις μικτές (με παιδιά που προέρχονται από προηγούμενους γάμους) και στις εκτεταμένες, ενώ μελετάται πλέον το είδος της επικοινωνίας σε συμβιωτικές σχέσεις χωρίς γάμο ή στις λεγόμενες συνθετικές οικογένειες (από διαφορετικές εθνικότητες ή θρησκείες) και στις οικογένειες ομοφυλοφίλων.
Ένας τομέας που η μελέτη της επικοινωνίας μπορεί να αποβεί σωτήρια είναι η άρση των συγκρούσεων στο οικογενειακό περιβάλλον. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η σύγκρουση είναι σύμφυτη με την έννοια της οικογένειας, δεδομένου ότι αυτή αποτελείται από μέλη που εθελοντικά προσχώρησαν στο σύστημά της (σύζυγοι) και παιδιά, που αναγκαστικά ανήκουν σε αυτή. Ο χρόνος δημιουργίας της οικογένειας και οι ανάγκες που αυτή εξυπηρετεί σε εκείνη τη χρονική στιγμή είναι σημαντικοί παράγοντες, επειδή οι προτεραιότητες μετασχηματίζονται με την πάροδο του χρόνου και η προσωπικότητα εξελίσσεται τόσο μέσα στην οικογένεια, όσο και έξω από αυτή. Ο τρόπος που οι γονείς επιλύουν τις συγκρούσεις αναπαράγεται από τα παιδιά. Το σύστημα της οικογένειας παρουσιάζει τη συχνότερη και μεγαλύτερη σύγκρουση από όλα τα κοινωνικά συστήματα. Η σύγκρουση στη συμβουλευτική διαδικασία θεωρείται καλή, αλλά και επικίνδυνη, όταν διαιωνίζεται. Αυτό που έχει σημασία για τα μέλη μιας οικογένειας δεν είναι να αποφεύγουν τη σύγκρουση, αλλά να γνωρίζουν τους τρόπους διευθέτησής της. Μάλιστα, η σύγκρουση είναι πιο συχνή μεταξύ αδελφών, ακόμη και από την προσχολική ηλικία. Φαίνεται, όμως, ότι αυτό αποτελεί μια αναπτυξιακή προϋπόθεση, μέσα από την οποία εγκαθιδρύονται ιεραρχίες, ορίζονται πλαίσια συμπεριφοράς, τα οποία θα εμπλουτιστούν αργότερα στις εξωοικογενειακές σχέσεις. Όσο μεγαλύτερη είναι η επαφή των αδελφών μεταξύ τους τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα σύγκρουσης. Παρόλα αυτά, τα αδέλφια αξιολογούν τις μεταξύ τους διαμάχες ως λιγότερο σημαντικές από αυτές με φίλους. Οι ερευνητές κατέληξαν ότι συχνότερες είναι οι συγκρούσεις μεταξύ αδελφών, έπονται οι διαμάχες γονέων-παιδιών, και τέλος, οι διαπληκτισμοί μεταξύ συζύγων. Οι στατιστικές αυτές δεν έχουν μεγάλη αξιοπιστία και αναφέρονται κυρίως στο δυτικό τύπο οικογένειας.
Η σύγκρουση στη συμβουλευτική μπορεί να εννοηθεί ως μια σειρά διαδοχικών εναντιωματικών συμπεριφορών ή λεκτικών σχημάτων. Στη σύγκρουση δεν περιλαμβάνονται οι μικροδιαφωνίες, οι οποίες έχουν μικρό χρόνο ζωής. Η συχνότητα της σύγκρουσης συσχετίζεται με την ποιότητα της επικοινωνίας. Οι οικογένειες με έντονο άγχος και μη παραγωγική επικοινωνία εμπλέκονται σε τουλάχιστον μια σοβαρή σύγκρουση την ημέρα. Ο μηχανισμός της πλημμελούς επικοινωνίας φαίνεται ότι χρησιμοποιείται, για να ενισχύει το πρόβλημα και να επικυρώνει τη δυσαρέσκεια των μελών της οικογένειας. Οι σύζυγοι δεν διαφέρουν στον αριθμό των μεταξύ τους συγκρούσεων, αλλά στον τρόπο που επικοινωνούν. Αυτό που έχει σημασία είναι η ένταση της σύγκρουσης και οι εμπεδωμένες μέθοδοι επικοινωνίας, που έχουν θεσπιστεί κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου. Σύζυγοι που έχουν μάθει να επικοινωνούν δημιουργικά προσδιορίζουν το πρόβλημα ως συμπεριφοριστικό. Αντίθετα, η πόλωση της επικοινωνίας νοηματοδοτεί το ίδιο πρόβλημα ως αρνητικό στοιχείο της προσωπικότητας. Επομένως, εύκολα εξάγεται το συμπέρασμα ότι δεν έχει σημασία το πρόβλημα αυτό καθαυτό, αλλά η αναπλαισίωσή του μέσα στο ευρύτερο επικοινωνιακό σύστημα της οικογένειας. Εξάλλου, αρκετές οικογένειες είναι λειτουργικές, ενώ παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα σύγκρουσης. Φαίνεται ότι έχουν αναπτύξει λεκτικούς και εξωλεκτικούς μηχανισμούς, αδιόρατους στον παρατηρητή , που εκτονώνουν την ενέργεια της σύγκρουσης. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι τα συγκρουσιακά σχήματα θεμελιώνονται κατά τα πρώτα χρόνια της συμβίωσης και κατά την απόκτηση παιδιών. Ακριβώς εκείνη την περίοδο εδραιώνονται και τα σχήματα επικοινωνίας, τα οποία, ανάλογα με την αποτελεσματικότητά τους, θα καθορίσουν την ικανοποίηση από την οικογενειακή ζωή. Οι συγκρούσεις, είτε έχουν λυθεί είτε όχι, τείνουν να αδρανοποιούνται με την πάροδο των ετών, χωρίς να υπάρχει ικανοποιητική ερμηνεία γιατί αυτό να συμβαίνει. Ενδεχομένως, η ένταση των συγκρούσεων στα πρώιμα στάδια του γάμου να καταλήγει σε διαζύγιο, ενώ στα ζευγάρια που επιβιώνουν να μετασχηματίζεται σε παράλληλες ζωές ή σε αλληλοαποδοχή. Ενώ οι νέες οικογένειες βιώνουν έντονες περιόδους μετάβασης και αλλαγής των προσωπικών δεδομένων, οι παλαιότερες και σταθερότερες οικογένειες είχαν περισσότερο χρόνο, για να διαχειριστούν τα ζητήματα που ανέκυψαν. Εξάλλου, με την πάροδο των ετών σχηματίζονται ισχυροί δεσμοί και κοινώς αποδεκτά επικοινωνιακά πρότυπα, τα οποία μπορούν να αναιρεθούν σε φάση μετάβασης. Για παράδειγμα, η συνταξιοδότηση των συζύγων ή η απομάκρυνση των παιδιών από την οικογενειακή εστία μεγεθύνει το διαθέσιμο προσωπικό χρόνο, μεταβάλλει την επικοινωνία, ώστε να εσωτερικευθούν τα νέα δεδομένα και αυτό μπορεί να δημιουργήσει νέες συγκρούσεις ή να απαλύνει τις σχέσεις.
Μια από τις βασικές δεξιότητες επικοινωνίας που πρέπει να κατακτηθεί από ένα ζευγάρι είναι η διαχείριση του θυμού και των αρνητικών συναισθημάτων, που μπορούν να νοηθούν ως υπολείμματα αρνητικής επικοινωνίας. Η οικοδόμηση ειλικρινούς επικοινωνίας κατά τη διάρκεια των ήρεμων περιόδων του γάμου μπορεί να βοηθήσει το ζευγάρι να επιβιώσει κατά τις αγχογόνες περιόδους.
Τα δύο συστατικά που καθορίζουν την επικοινωνία κατά τη σύγκρουση είναι η αμεσότητα σε αντίθεση με την απόκρυψη ή τον πλάγιο τρόπο εκφοράς των προθέσεων και των κινήτρων και η διάθεση για συνεργασία σε αντίθεση με την τάση για ανταγωνισμό. Οι συνήθεις αντιδράσεις μπορεί να αφορούν τη διαπραγμάτευση, την αποφυγή διαιώνισης της έντασης, την απευθείας επίθεση ή τη λανθάνουσα επίθεση. Πρέπει εδώ να διευκρινιστεί ότι η επιλογή κάποιου από τα παραπάνω σχήματα επικοινωνίας καθορίζεται και από διαπολιτισμικούς παράγοντες. Υπάρχουν κοινωνίες, όπου η σύζυγος έχει πολύ λίγες επιλογές στον τρόπο αντίδρασής της απέναντι στον άνδρα.
Η μελέτη της επικοινωνίας στα πλαίσια της οικογένειας είναι σημαντική, επειδή μπορεί να ερμηνεύσει ένα μεγάλο ποσοστό της οικογενειακής σύγκρουσης, η οποία αποτελεί και το πρότυπο για τις διαμάχες, που παρατηρούνται σε όλα τα κοινωνικά πλαίσια, είτε αυτά αναφέρονται σε κοινωνικές τάξεις είτε σε συλλογικές εκφράσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η κυρίαρχη θεωρία, που με συμπεριφοριστικό υπόβαθρο κέρδισε τους ερευνητές, είναι αυτή της συνδιαλλαγής, η οποία πρεσβεύει ότι οι άνθρωποι διαρκώς επιδιώκουν να αποφύγουν το κόστος-συναισθηματικό ή υλικό-και να αντλήσουν ευχαρίστηση. Είναι δεδομένο ότι στις δυτικού τύπου αστικές οικογένειες η τριάδα πατέρας-μητέρα-παιδί δημιουργούσε πάντοτε εντάσεις, επειδή οι σχέσεις αυτού του τύπου, επιτρέποντας τις συμμαχίες μεταξύ δύο μελών, μπορούν να περιθωριοποιήσουν το τρίτο. Οι συνδυασμοί είναι αρκετοί: Ο πατέρας-μητέρα, που με τη σύμπλευση αναλαμβάνουν τη διαπαιδαγώγηση και συμμόρφωση του παιδιού, μητέρα-παιδί, που ενδεχομένως να στραφούν ενάντια στην πατρική εξουσία κλπ. Τα περισσότερο πειστικά μηνύματα εκπέμπονται από αυτούς, που έχουν τη δύναμη να διανείμουν αμοιβές και ποινές. Φυσικά κατά τη διαδικασία της ενηλικίωσης η απαγκίστρωση του παιδιού από τους γονείς και η αυτονόμησή του συνεπάγεται ανατροπή στις σχέσεις των μελών, όχι όμως και στη δυναμική του συστήματος. Η γέννηση αδελφών περιπλέκει τις συσχετίσεις και προσομοιώνει περισσότερο την οικογένεια με μικρογραφία του κοινωνικού status quo. Η ασυμμετρία στη νομή της εξουσίας παράγει ανισορροπίες στην επικοινωνία. Σε μια υποθετική τριαδική σχέση τα δύο μέλη, που συμπράττουν, βρίσκονται σε ισορροπία, το τρίτο όμως μέλος διακυβεύει τη σταθερότητα του όλου συστήματος. Η εξάρτηση αποτελεί πάντοτε εφαλτήριο για τη σύγκρουση, ειδικά εάν τα μέρη, που εμπλέκονται δεν διαθέτουν ίσους πόρους. Η σταδιακή ενδυνάμωση και χειραφέτηση των παιδιών, αλλά και η μεταβολή της γυναικείας θέσης στην κοινωνική και οικονομική ιεραρχία, η μονογονεϊκότητα και οι νέες μορφές οικογένειας, επιβεβαιώνουν ότι η συνθετότητα των επικοινωνιακών σχημάτων θα αυξάνεται και η σύγκρουση θα διαιωνίζεται ες αεί. Πάντως πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η σύγκρουση μπορεί να είναι παραγωγική (καταστάσεις win-win), στις οποίες αντλείται ικανοποίηση από τη λύση της έντασης-εξέλιξη που ενισχύει τους δεσμούς, αυξάνει την αυτοεκτίμηση, τη σταθερότητα και την αυτογνωσία ή φθοροποιός (καταστάσεις win-lose και lose-lose), στις οποίες επιχειρείται έλεγχος, απόλυτη επικράτηση, εκδίκηση και ψυχολογική εξουθένωση-στάδιο που αφήνει πολλά κατάλοιπα πικρίας, μίσους και διάθεσης για πλήρη απόσυρση ή και διάλυση. Ως επιτυχημένη επικοινωνία στα πλαίσια της οικογένειας μπορούν να οριστούν οι προσπάθειες των μελών να αναπτύξουν και να οργανώσουν ένα σύστημα αλληλεπίδρασης, που έχοντας επιβιώσει από τις συγκρούσεις, έχει καταστεί προβλέψιμο, λειτουργικό και ευέλικτο. Αυτό επιτυγχάνεται με τη σύναψη συναισθηματικών – άτυπων συμφωνιών, την καθιέρωση ιεροτελεστιών και τελετουργικών επικοινωνίας και μέσω της αποδοχής ενός κοινού αξιακού και κανονιστικού πλαισίου, που επιτρέπει την προσωπική καλλιέργεια διά της συμβιωτικής σχέσης, των αλληλοσυμπληρούμενων προσδοκιών, στόχων και στάσεων ζωής. Οι μελετητές καταλήγουν ότι το διαλεκτικό ύφος επικοινωνίας, κατά το οποίο κάθε μέλος ενθαρρύνεται να συμμετέχει σε συζητήσεις και στη λήψη αποφάσεων, οι αντίθετες απόψεις τελικά συγκλίνουν στην ισχυροποίηση των σχεδίων δράσης και οι εντάσεις εκτονώνονται διαφυλάττοντας το αίσθημα δικαίου είναι αυτό, που θα διατηρήσει επιτυχέστερα τη συνοχή της οικογένειας. Οι οικογένειες που υιοθετούν αυτή την πολιτική περνούν πολύ χρόνο συζητώντας μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων, τα οποία μπορεί να μην είναι κοινού ενδιαφέροντος αλλά η συμμετοχή όλων είναι ένδειξη ενσυναίσθησης. Τα παιδιά ενισχύονται από νωρίς να εκφράζουν τα συναισθήματα και τις απόψεις τους και η ποικιλία λεκτικών ερεθισμάτων αναπτύσσει τη συμμετοχικότητα.
Στο αντίθετο άκρο βρίσκονται οικογένειες των οποίων τα επικοινωνιακά σχήματα είναι συγκρουσιακά. Σε αυτές ο σύζυγος, η σύζυγος και τα παιδιά αποτελούν ξεχωριστούς πόλους εξουσίας και εξυφαίνεται μια διαρκής προσπάθεια για την τελική επικράτηση του ενός. Ενδεχομένως να επικρατούν άκαμπτοι κανόνες, των οποίων η παραβίαση είναι ένδειξη δύναμης. Οι αντίθετες απόψεις εκλαμβάνονται ως απειλή και δεν υπάρχει αίσθημα δικαιοσύνης. Τα λεκτικά σχήματα ενισχύουν την ατομικότητα και τον ανταγωνισμό. Μια παραλλαγή αυτού του μοτίβου αποτελούν οι προστατευτικές οικογένειες. Σε αυτές δεν υπάρχει αναγκαστικά σύγκρουση, αλλά ο διάλογος θεωρείται απλά ως μέσο διατήρησης των αξιακών αρχών που επιβάλλουν οι γονείς και δεν αφορά την αμφισβήτησή τους. Οι γονείς δεν εξηγούν στα τέκνα τους το σκοπό των αποφάσεών του και σταδιακά τα παιδιά απαξιώνουν το διάλογο, επειδή δεν διαβλέπουν κάποια αξία σ΄ αυτόν.
Στις πλουραλιστικές οικογένειες ο διάλογος και η συζήτηση των απόψεων είναι συχνός και έντονος αλλά δεν επιτυγχάνεται εύκολα η χάραξη κοινής στρατηγικής και επικρατεί έντονος λεκτικός ανταγωνισμός για τη διατήρηση ή την επέκταση των δικαιωμάτων. Οι αμοιβές κερδίζονται μέσω των ισχυρών επιχειρημάτων και όχι εξαιτίας της ιεραρχίας. Σε κάποιες άλλες οικογένειες ο διάλογος σταματά όταν οι γονείς αισθανθούν ότι απειλείται το σύστημα της οικογένειας. Οι γονείς αυτοί προσέχουν τα επιχειρήματα των παιδιών αλλά λαμβάνουν οι ίδιοι την τελική απόφαση και αφιερώνουν πολύ χρόνο για να την αιτιολογήσουν στα παιδιά τους. Τέλος υπάρχουν και οι αδιάφορες οικογένειες τόσο επικοινωνιακά, όσο και στον τομέα της συμμόρφωσης. Οι ρόλοι είναι δυσδιάκριτοι και τα μέλη αναζητούν λύσεις εκτός οικογενειακού πλαισίου.
Η ταξινόμηση των ειδών σύγκρουσης εξαρτάται από το θεωρητικό υπόβαθρο υπό το οποίο εξετάζονται. Μια διαφορετική προσέγγιση κατηγοριοποιεί τις οικογενειακές διαμάχες στις παρακάτω μορφές:
Αποφυγή σύγκρουσης: Ενώ υπάρχουν παράγοντες που αποτελούν αίτια σύγκρουσης τα μέλη της οικογένειας προσπαθούν να την αποφύγουν, επειδή πιστεύουν ότι θα είναι ολέθρια για τις σχέσεις τους. Η αντιμετώπιση αυτή δεν εκτονώνει τη συναισθηματική ενέργεια, η οποία διοχετεύεται σε μηχανισμούς άμυνας. Συνήθως τέτοιες σχέσεις κάνουν άτομα που προέρχονται από υπερπροστατευτικά περιβάλλοντα.
Αποφυγή σύγκρουσης και υποταγή στις επιθυμίες του άλλου: Οι σχέσεις αυτού του τύπου γίνονται από άτομα με υψηλό υπερεγώ, που για να αποφύγουν τις ενοχές, αδιαφορούν για τις δικές τους επιθυμίες και υποτάσσονται στις θελήσεις των υπολοίπων μελών. Παλιότερα η κοινωνική θέση της γυναίκας επέβαλλε αυτού του είδους την αντιμετώπιση. Εάν η οικογένεια καταγωγής δεν προάγει το διάλογο ή είναι υπερβολικά προστατευτική μπορεί να προπαρασκευάσει απογόνους, που παρουσιάζουν αυτόν τον τύπο αντίδρασης. Δεδομένου ότι κάθε πρόβλημα είναι συσσωρευμένη ενέργεια και ο τρόπος αυτός δεν διασφαλίζει την εκτόνωση, το κλίμα που αναπτύσσεται μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη ή ριζοσπαστικές λύσεις, που θα διακυβεύσουν τη συνοχή της οικογένειας.
Ανταγωνιστική σύγκρουση: Συνήθως παρουσιάζονται ανάμεσα σε συζύγους που διαθέτουν την ίδια ισχύ και προσπαθούν με δυναμικές στρατηγικές να εγκαθιδρύσουν την εξουσία τους με κάθε τίμημα. Ο άλλος θεωρείται αντίπαλος, που πρέπει να ηττηθεί με κάθε τρόπο, ακόμα και με απειλές εκβιασμούς και διαρκείς οχλήσεις. Στις συγκρούσεις αυτές δεν υπάρχει νικητής ή τουλάχιστον αναδεικνύεται ένας φαινομενικός τροπαιούχος και οι σύζυγοι καταλήγουν ηττημένοι ή διαλύουν τη σχέση τους. Στο είδος αυτό της σύγκρουσης συνήθως προσφεύγουν ανασφαλή άτομα, με έντονο εγωισμό, που προέρχονται από πλουραλιστικές οικογένειες, χωρίς αυστηρή γονεϊκή εξουσία, όπου κυριαρχούσε η ισχυρή επιχειρηματολογία αντί της γόνιμης συζήτησης.
Συγκρούσεις με αυξημένη έκφραση συναισθήματος: Αυτό που προέχει στα άτομα, που εμπλέκονται σε συγκρούσεις με υψηλή συναισθηματική φόρτιση είναι να εκφράσουν πάση θυσία όσα νιώθουν, ακόμα κι αν έτσι δεν πρόκειται να επιτευχθούν οι στόχοι τους ή να λυθούν τα προβλήματα της οικογένειας. Είναι συχνή επιλογή ατόμων, που χρήζουν φροντίδας και προσοχής και πολλές φορές εφευρίσκουν προβλήματα κυρίως για να εισακουστούν από τον σύντροφό τους και να εισπράξουν την επιμέλεια, που έχουν στερηθεί.
Συνθετική σύγκρουση: Στο είδος αυτό της σύγκρουσης τα μέλη ενδιαφέρονται για την ικανοποίηση των δικών τους αναγκών, αλλά ταυτόχρονα δεν κωφεύουν στις προτεραιότητες των υπολοίπων. Προέχει η ανοιχτή συζήτηση των προβλημάτων με απώτερο στόχο όχι τη νίκη ή την ήττα ενός εκ των μερών, αλλά η κατάληξη σε μία ικανοποιητική για όλους λύση. Οι συγκρούσεις στην περίπτωση αυτή είναι παραγωγικές και εμπλουτίζουν την οικογένεια με μηχανισμούς και εμπειρία στην αντιμετώπιση κρίσεων.
Συμβιβαστική σύγκρουση: Άτομα που επιδεικνύουν μέση φροντίδα για τις δικές τους ανάγκες , αλλά και για τις ανάγκες των υπολοίπων συνήθως συμβιβάζονται υιοθετώντας μια μέση λύση, που τελικά δεν ικανοποιεί απόλυτα κανέναν. Διαφαίνονται υψηλά επίπεδα διαλόγου και επικοινωνίας μέχρι να διατυπωθεί η μετριοπαθέστερη οδός, με την οποία θα συμφωνήσουν όλοι. Το ανησυχητικό είναι ότι η συστηματική επιλογή τέτοιων λύσεων μειώνει την ευχαρίστηση από τη συμβίωση και αλλοιώνει τα αυθεντικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας.
Σύγκρουση μέσω αδιαφορίας: Ενώ τα μέλη φαινομενικά αποφεύγουν τη σύγκρουση, εντούτοις διατηρούν πολλά αρνητικά συναισθήματα για την προβληματική κατάσταση που επικρατεί, τα οποία εκφράζουν ακόμα και έξω από την οικογένεια, όταν δίνεται η ευκαιρία. Η σύγκρουση χαρακτηρίζεται από περιστασιακές επιθέσεις, που εναλλάσσονται με αδιαφορία. Για παράδειγμα μία σύζυγος, που δεν είναι ευχαριστημένη με τα επαγγελματικά και οικονομικά επιτεύγματα του άνδρα της, αλλά παράλληλα δεν επιχειρεί να τον μειώνει διαρκώς, μπορεί να προβαίνει σε ευκαιριακές φραστικές επιθέσεις ή παράπονα, τα οποία ενδεχομένως να εκφράζονται πιο έντονα σε φίλες ή σε συγγενείς της. Το πρόβλημα δεν τίθεται σοβαρά ποτέ επί τάπητος και διαιωνίζεται, επειδή έπονται περίοδοι αδιαφορίας.
Σύγκρουση με εμπλοκή τρίτων μερών: Αν τα μέλη έχουν υψηλή συναισθηματική φόρτιση, αλλά δεν επιτυγχάνεται λύση των προβλημάτων, μπορούν να καταφύγουν σε εξωτερική βοήθεια, για να δουν το πρόβλημά τους υπό διαφορετική προοπτική.
Αν τα χρόνια συμβίωσης συνεχιστούν, χωρίς να υπάρξει αλλαγή στον τρόπο επικοινωνίας, είτε εξαιτίας της ακλόνητης πεποίθησης των συντρόφων για βελτίωση είτε με παρέμβαση ειδικού, το συγκρουσιακό κλίμα μπορεί να μετατραπεί σε στάση και άκαμπτη συμπεριφορά. Τα ζευγάρια, που μετά από πολλές προσπάθειες συμφιλίωσης αποτυγχάνουν να βρουν το σημείο ισορροπίας, διδάσκονται, μέσω της αρνητικής ενίσχυσης, ότι κάθε εγχείρημα αποτροπής του πολεμικού σκηνικού είναι μάταιη, βραχυπρόθεσμη και τελικά μη ειλικρινής. Δυστυχώς, ανάμεσα στην πρόθεση για αλλαγή και στην de facto μεταστροφή παρεμβάλλονται τα συστατικά των στάσεων, που είναι δυσχερέστερο και περιπλοκότερο να αναπλαισιωθούν.
Η Ψυχολογία έχει εντατικά ασχοληθεί με την υφή των στάσεων, δηλαδή των πεποιθήσεων, που έχουν οι άνθρωποι, οι οποίες μπορούν να νοηθούν ως οργανωμένα γνωστικά ή συναισθηματικά ή συμπεριφοριστικά σχήματα, που διαθέτουν σταθερότητα, αντιστέκονται στην αλλαγή και, εάν νοηθούν ως σύνολα, μπορούν να απαρτίσουν τα στοιχεία των αξιών, της κοσμοθεωρίας και της φιλοσοφίας του ατόμου. Οι επιστήμονες γρήγορα κατάλαβαν ότι η διάκριση στον γνωσιακό – λογικό τομέα, στο συναισθηματικό και πραξιακό πεδίο ήταν αναγκαία, επειδή οι στάσεις δεν διαμορφόνονται όλες με τον ίδιο τρόπο. Κάποιες από αυτές στηρίζονται στη λογική π.χ. η αντίληψη που έχουμε για το επάγγελμα του παιδιού μας (θα εξασφαλίζει ένα ικανοποιητικό εισόδημα, θα παρέχει ευκαιρίες ανέλιξης κλπ), ενώ άλλες θεμελιώνονται με συναισθηματική φόρτιση (π.χ. η αγάπη μας για ένα παλιό αυτοκίνητο, το οποίο έχει συνδεθεί με όμορφες αναμήσεις). Το πραξιακό κομμάτι αφορά το παρατηρήσιμο μέρος των στάσων, για παράδειγμα η προτίμηση κάποιου για τα ποιήματα του Ελύτη μπορεί να τον οδηγήσει στην αγορά DVD με μελοποιημένα έργα του. Πολλοί πιστεύουν ότι ένα ικανό τμήμα των στάσεων διαμορφώνεται γενετικά (βλ. έρευνες σε μονοζυγωτικούς διδύμους) και πολλές φορές οι αρχικές γενετικές προδιαθέσεις (π.χ. μία χαλαρή, άνετη προσωπικότητα) ενδεχομένως να καθορίσει τις μελλοντικές αντιλήψεις για τις σχέσεις ή για την ανεκτικότητα απέναντι στο διαφορετικό. Στην πραγματικότητα, τόσο η κλασική εξαρτημένη, όσο και η μάθηση μέσω ενίσχυσης, μπορούν από μικρή ηλικία να ποδηγετήσουν τις αξίες και τα πιστεύω του ατόμου ως ενηλίκου: η συνεξάρτηση της μυρωδιάς των λουλουδιών με την επέτειο των γενεθλίων κατά την παιδική ανέμελη περίοδο, μπορεί να προκαλέσει αισθήματα γαλήνης και ευτυχίας, κάθε φορά που ο ενήλικος μυρίζει μια παρόμοια οσμή. Αντίθετα, οι διαρκείς προειδοποιήσεις των γονιών προς τα παιδιά τους να μην παίζουν με συμμαθητές από ξένες χώρες, μπορεί να είναι το αίτιο για γενικευμένη εχθρότητα προς τους αλλοδαπούς και το λανθάνον υπόστρωμα για μία ανάλογη πολιτική τοποθέτηση. Φυσικά, ακόμα και η αντίθετη τελική αντίδραση, δηλαδή η ανοιχτή αποδοχή κάθε τι διαφορετικού, απλά διατρανώνει τη συναισθηματική φόρτιση προς τον αρνητισμό των γονέων.
Το πρόβλημα με τις στάσεις είναι ότι αρκετές φορές η διατήρησή τους μπορεί να είναι αίτιο συναισθηματικών προβλημάτων, ενώ η συχνή μεταβολή τους προκαλεί γνωστικές ασυμφωνίες. Οι παγιωμένες στάσεις είτε διασφαλίζουν την ισορροπία στο σύστημα της προσωπικότητας είτε μετατρέπονται σε άκαμπτα σχήματα, που γίνονται αφορμή για ενδοπροσωπικά και διαπροσωπικά ζητήματα. Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι αντιλήψεις μας διαμορφώνονται και μετασχηματίζονται καθημερινά μέσω της κοινωνικής σύγκρισης και ελέγχου. Παράλληλα, τα μηνύματα που δέχεται το άτομο μέσω της επικοινωνίας, συνήθως στοχεύουν σε αυτό ακριβώς: την πειθώ.
Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι έχουν καταλήξει ότι μεγάλο ρόλο στην αλλαγή των πεποιθήσεων διαδραματίζει η πηγή του μηνύματος (κατα πόσο αυτός που το εκπέμπει είναι πρόσωπο κύρους ή θεωρείται αυθεντία ή έχει στενή σχέση με τον αποδέκτη του μηνύματος). Το ίδιο θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα φαίνεται να έχει η ελκυστικότητα του συνομιλητή αλλά και η θέση του ατόμου στην ομάδα στην οποία ανήκει.
Το περιεχόμενο του μηνύματος μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμα μιας διαλεκτικής διαδικασίας: οι άνθρωποι πείθονται περισσότερο εάν πιστεύουν ότι το εκπεμπόμενο μήνυμα δεν σχεδιάστηκε αλλά ούτε χρησιμοποιείται για να πείσει.
Επιπλέον, έρευνες έχουν δείξει ότι τα άτομα με μέση αυτοεκτίμηση πείθονται ευκολότερα από άτομα με χαμηλή ή υψηλή αυτοεκτίμηση και το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για το δείκτη ευφυίας. Oι στάσεις μεταβάλλονται ευκολότερα στις ηλικίες 18-25 ετών.
Συνοψίζοντας η σύγκρουση προκύπτει από τη συχνή επαφή ατόμων με αλλότριες ανάγκες, αξίες ή ρυθμό ανάπτυξης, τα οποία συνήθως δεν αντιλαμβάνονται ότι αργά ή γρήγορα η διαφορετικότητα θα ενσκήψει στην αρχή ως διαφωνία απόψεων και αργότερα πόλεμος φιλοσοφιών ζωής. Το πιο κοινό στερεότυπο είναι ότι η σύγκρουση πρέπει να αποφεύγεται. 'Ομως τα ζευγάρια πρέπει να αναλογιστούν ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται αλλαγή, περιορίζεται η αυτογνωσία και η ικανότητα λύσης προβλημάτων ή ακόμα εξαντλούνται οι εναλλακτικές προοπτικές ενός προβλήματος.
Σε τελική ανάλυση οι διαφωνίες μπορούν να θεωρηθούν ως ανόμοιες προοπτικές του ιδίου αντικειμένου, που συνήθως είναι οι ανάγκες των ανθρώπων. Τα ζευγάρια δεν διαφέρουν ως προς τις ανάγκες (ανάγκη για ασφάλεια, αναγνώριση, στοργή κ.λπ.) αλλά δεν μπορούν να συντεριάξουν τις χρονικές περιόδους κάλυψης των αναγκών αυτών ή αποξενώνονται επειδή χρησιμοποιούν άλλους τρόπους επίτευξήσ τους. Οι συγκρούσεις αναδεικνύουν τον χαρακτήρα του ανθρώπου όταν δρα υπό πίεση. Επομένως, εφόσον το ζευγάρι έχει πάρει απόφαση να διατηρήσει τη σχέση του η σύγκρουση μπορεί να θεωρηθεί ως ευκαιρία για επαναπροσδιορισμό. Η προαναφερθείσα διάσταση στις προσδοκίες, τις αξίες και τους στόχους οδηγεί σε σύγκρουση αν οι σύντροφοι θεωρήσουν πως οι βουλήσεις του άλλου στέκονται εμπ΄ποδιο στην ικανοποίηση των συγκεκριμένων αναγκών. Συνήθως οι συγκρουσιακοί τύποι επιχειρούν να επιβληθούν των αντιπάλων επιβάλλοντας τη δική τους λύση. Θεωρούν ότι οι στόχοι τους πρέπει να επιτευχθούν με κάθε κόστος, πιστεύουν ότι η λύση μιας σύγκρουσης συνεπάγεται τη νίκη ή την ήττα, δεν ικανοποιούνται με συμβιβασμούς, ενώ θεωρούν ότι η σχέση πρέπει να αποτελεί εφαλτήριο και όχι εμπόδιο για τα σχέδιά τους. Εξίσου συγκρουσιακά είναι τα άτομα, που οπισθοχωρούν, για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες του άλλου. Αν και ακούγεται παράδοξο, εντούτοις δικαιολογείται, επειδή η συσσωρευμένη ματαίωση οδηγεί κάποτε σε ριζοσπαστικές λύσεις και συγκρούσεις. Εξάλλου η θυσία των προσωπικών στόχων για χάρη της σχέσης οδηγεί σε απόγνωση ή κατάθλιψη. Τα άτομα αυτά κατά βάθος πιστεύουν ότι οι συγκρούσεις δεν αίρονται παρά μόνο με τη δική τους υποχώριση και επομένως δεν επιχειρούν καν να επιλύσουν δημιουργικά την αντίθεση. Πέρα από τα άτομα που επιλέγουν τη σύγκρουση επειδή πιστεύουν ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα υπάρχουν ανθρώπινοι τύποι, που χρησιμοποιούν τη διαπραγμάτευση και το φαινομενικό συμβιβασμό για να κερδίσουν μακροπρόθεσμα οφέλη. Πιστεεύουν ότι το να χάσεις ή να υποχωρήσεις σε μια μάχη δεσημαίνει και απώλεια του πολέμου. Ο σύντροφος που θα επιλέξει αυτή την οδό σύγκρουσης δεν θα επιχειρήσει να καταγάγει περίτρανη νίκη, αλλά θα αφήσει μια αίσθηση ισοπαλίας ή μερικής οπισθοχώρισής του. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι κάποιος τελικά δεν μένει ικανοποιημένος. Δεν είναι σπάνιοι οι τύποι συντρόφων που, για να μη χάσουν την προσοχή και την φροντίδα του άλλου επίσης αποφεύγουν τη σύγκρουση χάνοντας όμως τελικά την εκτίμηση του συντρόφου. Πρέπει να τονιστεί ότι τα στυλ σύγκρουσης είναι κάποιες φορές συμπληρωματικά ή μερικές άλλες παντελώς εναντιωματικά. Για παράδειγμα δυο σύντροφοι που προτιμούν την απευθείας επίθεση θα εμπλακούν σε εντονότατες, αλλά πρόσκαιρες συγκρούσεις, από τις οποίες θα κερδίσουν σε πάθος και πρόκληση. Αν όμως κάποιος που προτιμά την κατά μέτωπο επίθεση έχει να κάνει με ένα σύντροφο που εσωτερικεύει τα συναισθήματά του και αξιολογεί με πιο ευαίσθητο τρόπο τους διαπληκτισμούς, τότε θα διακυβευτεί η συνοχή της οικογένειας. Τα συγκρουσιακά στυλ μπορεί να μεταβάλλονται ανάλογα με τη χρονική περίοδο της ιδιωτικής σχέσης ή να αναφέρονται αποκλειστικά στο γάμο, ενώ διαφέρουν σε άλλα πεδία δραστηριοτήτων, όπως η εργασία. Κάποιος μπορεί να είναι υποχωρητικός απέναντι στο διευθυντή του και επιθετικός στην οικογένειά του. Άτομα με υψηλά επίπεδα αυτογνωσίας προσπαθούν να κατανοήσουν τις ανάγκες του άλλου και με αξιοπρέπεια και συνετή επιμονή να αρθρώσουν τα δικά τους πιστεύω.
Η συμβουλευτική ακολουθεί συγκεκριμένα βήματα για την επίλυση των συγκρούσεων: Όλα ξεκινούν από τη συμπεριφοριστική διατύπωση του προβλήματος, απαλλαγμένο από προσωπικούς χαρακτηρισμούς και επικριτικές εκφράσεις. Ο σύμβουλος πρέπει να πληροφορηθεί για τη συχνότητα, την ένταση και τη χρονική οριοθέτηση των συγκρούσεων και να διακριβώσει κατά πόσο εμπλέκονται τρίτα πρόσωπα σε αυτήν. Ένα καλώς διατυπωμένο πρόβλημα είναι ένα μισολυμένο πρόβλημα. Ο θεραπευτής επιδιώκει να διαχωρίσει τα αντικειμενικά στοιχεία της εντάσεως από τα συναισθήματα που τη συνοδεύουν. Σε πολλά ζευγάρια το πρόβλημα δεν υφίσταται αυτό καθαυτό, αλλά εδράζεται στα συναισθήματα ματαίωσης και αδικίας που το συνοδεύουν. Ο θεραπευόμενος πρέπει να αναρωτηθεί χωρίς άκαιρα να του προσφερθούν λύσεις αν αποτελεί μέρος του προβλήματος, αν η κατάσταση που περιγράφει στο θεραπευτή αποτελεί πρόβλημα ή οι αντιδράσεις των άλλων στην κατάσταση αυτή είναι το πραγματικό αίτιο, ποιοι εμπλέκονται (τα περισσότερα προβλήματα στο γάμο δημιουργούνται από τα τρίτα πρόσωπα) ποιες αξίες και προτεραιότητες θα ικανοποιηθούν με την επίλυση του προβλήματος. Στη συνέχεια πρέπει να αναδειχθούν μέσω ιδεοθύελλας πολλές πιθανές ερμηνείες και λύσεις και να αξιοποιηθούν τα οφέλη και τα μειονεκτήματα από κάθε μία. Ο σύμβουλος θα βοηθήσει το θεραπευόμενο να ιεραρχήσει τις λύσεις αυτές και να φανταστεί πως η κάθε μια τους θα ικανοποιήσει ή θα δυσαρεστήσει τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Επίσης, πρέπει να βοηθήσει το ζευγάρι να κατανοήσει γιατί οι μέχρι τώρα λύσεις δεν απέδωσαν, ποια ήταν τα πραγματικά εμπόδια, ποιες προσδοκίες δεν ικανοποίηθηκαν και ποια λύση δεν θα ματαιώσει την προσωπικότητα και των δυο. Κατόπιν θα πρέπει να τους διδάξει τεχνικές εφαρμογής των πιθανών λύσεων, αρχικά σε καθημερινές μη απειλητικές καταστάσεις και αργότερα στην ουσία της σύγκρουσης. Ο θεραπευτής γνωρίζει ότι υπάρχουν περίοδοι που το ζευγάρι είναι πιο ευάλωτο, κατά τις οποίες μπορούν να αναζητηθούν λύσεις εκτός γάμου. Προϋπόθεση εφαρμογής των ανωτέρω είναι η ακλόνητη θέληση του ζευγαριού να συμπορευτεί προς τη λύση του. Η καταλληλότερη χρονική στιγμή είναι όταν και τα δύο μέρη διαθέτουν υψηλά κίνητρα και ενέργεια για να υπερκεράσουν τα εμπόδια. Το πρόβλημα περιγράφεται συγχρονικά και αποφεύγονται οι περιγραφές περιστατικών και διαπληκτισμών του παρελθόντος. Τα ζευγάρια έχουν την τάση να ανακαλούν σε κάθε διαπληκτισμό τις πικρές στιγμές από την αρχή του γάμου και έτσι η παραμικρότερη αφορμή εξελίσσεται σε μια γενικευμένη σύγκρουση και αναδρομή στη δύσβατη μέχρι τώρα πορεία. Οι κακές αυτές στιγμές χρησιμεύουν ως επιχειρήματα για να αποδείξουν την κακία του συντρόφου και το μέγεθος της αδικίας που έχουν υποστεί. Ο σύμβουλος πρέπει να οριοθετεί τις διηγήσεις αυτές και να τις εντάσσει σε πλαίσιο λύσης και σε τρόπους διαφυγής ή αναίρεσης των αρνητικών σημείων. Γι' αυτό χρησιμοποιεί διαλλείμματα εκτόνωσης στη θεραπεία. Η σύγκρουση είναι παραγωγική όταν μετά το πέρας της και οι δύο εμπλεκόμενοι αισθάνονται καλύτερα μετά από αυτήν, αν γνωρίζουν περισσότερα για τον εαυτό τους και τον άλλον, εάν έχουν αποκτήσει τη δυνατότητα διαχείρησης μελλοντικών παρόμοιων καταστάσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: